← Κύπρος

ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ ν. BLUE TIEMPO HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8001/23, 20/12/2023

ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ ν. BLUE TIEMPO HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8001/23, 20/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8001/23 Μεταξύ: ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ εναντίον

  1. BLUE TIEMPO HOLDINGS LTD ΗΕ 332242, οδός Τάφοι των Βασιλέων αρ.56, Royal Complex, ML3
  2. DANIEL YAN ARMEN, οδός [ ] αρ.2, Flat [ ], [ ], Πάφος
  3. BERZEKA LTD HE 433540, οδός Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ, 233Α, Shop 233A, Νεάπολη, 3105 Λεμεσός Κατηγορούμενοι Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 01.09.2023 Ημερομηνία: 20.12.2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή / Αιτητές: κος Αθανασίου Α. (για να ακούσει απόφαση ) Για τους Κατηγορούμενους / Καθ' ων η αίτηση αρ.1 και αρ.2: κα Νεοφύτου Α. Για τον Κατηγορούμενη / Καθ' ης η αίτηση αρ.3: κα Δίγκα Σ. προσωπικά και για κα Νεοφύτου Κατηγορούμενος αρ.3: Απών Ενδιάμεση Απόφαση H υπό τον άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε και εκκρεμεί εναντίον των κατηγορουμένων για Απάντηση στις κατηγορίες την 20.02.
  4. Στους κατηγορούμενους αποδίδεται ότι κατά την 27.06.2023 και ενώ η πρώτη κατηγορούμενη ήταν και/ή είναι ιδιοκτήτρια και/ή κάτοχος ενός υποστατικού ευρισκόμενου εντός του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 0/32935, τεμ. ΕΠΙ 84, στην ενορία Αγίου Θεοδώρου στην Πάφο (εφεξής «το ακίνητο»), ο 2ος κατηγορούμενος διευθυντής της πρώτης και η 3η κατηγορούμενη ενοικιάστρια του υπό αναφορά υποστατικού, λειτουργούν κατάστημα καθημερινής εξυπηρέτησης (mini market) εντός χώρου εστιατορίου χωρίς να έχουν εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή (1η κατηγορία). Κατηγορούνται επίσης υπό την πιο πάνω ιδιότητα τους και στον ίδιο τόπο και χρόνο πως προέβηκαν σε αλλαγή χρήσης του υπό αναφορά υποστατικού από εστιατόριο σε κατάστημα καθημερινής εξυπηρέτησης (2η κατηγορία). Με τις άλλες δυο κατηγορίες τους αποδίδεται ότι παρείχαν συνδρομή και/ή παρακίνησαν (sic) για την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του υποστατικού (3η κατηγορία) και ότι ανέχθηκαν την υπό αναφορά μετατροπή (4η κατηγορία) Με μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 01.09.2023, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο συγκεκριμένα διατάσσονται οι κατηγορούμενοι - καθ' ων η αίτηση αρ.1 έως και 3 όπως αναστείλουν τη λειτουργία του καταστήματος καθημερινής εξυπηρέτησης (mini market) με το όνομα «BEREZKA STORE & CUISINE» το οποίο βρίσκεται στο υπό αναφορά ακίνητο μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο ποινικής υπόθεσης. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 2,3, 83 - 85, 87, 103, 129, 133 και 140 του Περί Δήμων Νόμου (Ν.111/85), στον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο του 1972 στο άρθρο 20 του Κεφ. 96, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4,5 και 9, και στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  5. Η αίτηση υποστηρίζεται από την επισυνημμένη ένορκο δήλωση του κου Σωτήρη Σκάρου, τεχνικού μηχανικού στον Δήμο Πάφου ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Κατήγορο να προβεί στην ένορκη δήλωση, και ο οποίος έχει στην κατοχή του το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται ο κος Σκάρος Πιστέντη, οι κατηγορούμενοι υπό την αναφερθείσα ιδιότητα τους, λειτουργούν το υπό αναφορά κατάστημα χωρίς άδεια λειτουργίας από το Δήμο Πάφου. Η κατηγορούμενη αρ.1 είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου (Τεκμήριο 1) ενώ ο κατηγορούμενος αρ.2 είναι ο μοναδικός διευθυντής και γραμματέας της σύμφωνα με πιστοποιητικό έρευνας του εφόρου εταιρειών (τεκμήριο 2). Επισυνάπτει επίσης αντίστοιχο πιστοποιητικό σε σχέση με την κατηγορούμενη αρ.3 (τεκμήριο 3). Κατόπιν οδηγιών στις 27.06.2023 επισκέφθηκε το υπό αναφορά κατάστημα μαζί με κάποιο Λ. Μαυροθέρη και κατόπιν επιτόπιου ελέγχου διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας του, παρά τις διαβεβαιώσεις που έδιδαν στο παρελθόν σε άλλους λειτουργούς του κατήγορου. Η τελευταία εκδοθείσα άδεια οικοδομής με αρ. Κ6795, ημερομηνίας 05.09.2016 αφορούσε σε προσθηκομετατροπές σε εστιατόριο σε υφιστάμενη οικοδομή (Τεκμήριο 4). Το υπό αναφορά κατάστημα λειτουργεί εντός άλλου καταστήματος ήτοι εστιατορίου. Επιπρόσθετα έλαβε φωτογραφίες που, κατά τη θέση του, φανερώνουν ότι το συγκεκριμένο κατάστημα λειτουργεί παράνομα, διαφημίζοντας τις υπηρεσίες που προσφέρει και αναγράφοντας τις ώρες λειτουργίας του, ενώ φαίνεται ακόμα ότι οι κατηγορούμενοι έχουν κατασκευάσει ολόκληρο κατάστημα mini market. Στη συνέχεια αναφέρεται στο κατεπείγον της έκδοσης του διατάγματος δεδομένου ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται από το, φερόμενο ως παράνομο mini market, δεν έτυχαν ελέγχου και έγκρισης. Ελλείψει δε ελέγχου ως και πιστοποιητικού καταλληλότητας για τις υγειονομικές εγκαταστάσεις του χώρου (ψυγεία, τρόφιμα κλπ), η συνέχιση της λειτουργίας του αποτελεί έκδηλο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Ως πληροφορείται από το συνήγορο που χειρίζεται την υπόθεση πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος, ενώ σημειώνει ότι η κατηγορούσα αρχή είναι υπεύθυνη για την άσκηση εποπτείας και ελέγχου ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η δημόσια υγεία των δημοτών. Σε περίπτωση μη έκδοσης του ο Κατήγορος, οι δημότες και εν γένει το σύστημα εποπτείας και ελέγχου θα υποστούν μεγαλύτερη ζημιά σε σχέση με την όποια ζημιά ήθελε υποστούν οι κατηγορούμενοι, αν το διάταγμα εκδοθεί. Μετά την επίδοση του προσωρινού διατάγματος η κατηγορούμενη - καθ' ης η αίτηση αρ.3 καταχώρισε Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης προβάλλοντας επτά λόγους ένστασης στην έκδοση και διατήρηση του προσωρινού διατάγματος. Η συνήγορος των κατηγορούμενων - καθ' ων η αίτηση αρ.1 και αρ.2 δήλωσε ότι δεν θα ενστεί στο αιτούμενο διάταγμα και θα ακολουθήσει την όποια απόφαση του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης συνίστανται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπερ της μη έκδοσης (ορθότερα μη οριστικοποίησης) του διατάγματος καθότι θα προκληθούν ανεπανόρθωτες ζημιές στην καθ' ης η αίτηση αρ.
  6. Επιπλέον οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει με τη μαρτυρία τους το βάρος απόδειξης για την έκδοση ή διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος. Σε άλλους λόγους ένστασης γίνεται αναφορά σε παραβίαση των Άρθρων 25 και 30 του Συντάγματος ως και του Άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α, σε κατάχρηση διαδικασίας καθώς και σε απόκρυψη από το Δικαστήριο ουσιωδών γεγονότων. Τέλος περιλαμβάνεται λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο ο υπογράφων το εγγυητήριο λειτουργός του Δήμου Πάφου, δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον αιτητή να τον εκπροσωπεί και/ή να ενεργεί για λογαριασμό του, καθώς και ότι η τόσο οι κατηγορίες όσο και η υπό κρίση αίτηση εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Olga Snisar η οποία συντάχθηκε στην αγγλική και μεταφράστηκε στην ελληνική δυνάμει του Ν. 45(Ι)/2019, υπό του κου Νικόλα Αλέξη. Στην ένορκη της δήλωση η κα Snisar αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την καθ' ης η αίτηση αρ.3 να προβεί στην ένορκη δήλωση καθώς και ότι είναι ενήμερη για τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Επισημαίνει πως η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε 3 μήνες μετά τον επιτόπιο έλεγχο του ομνύοντα για τους Αιτητές καίτοι ως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση σκοπός της έκδοσης του διατάγματος είναι η διασφάλιση της δημόσιας υγείας των δημοτών τους. Επιπρόσθετα αποκρύφθηκε από το Δικαστήριο ότι η επιχείρηση που διατηρεί η καθ' ης η αίτηση αρ.3 είναι εστιατόριο, το οποίο αποτελεί ουσιώδες γεγονός. Ειδικότερα, ως αναφέρει, υφίσταται ειδικά διαμορφωμένη κουζίνα για την ετοιμασία γευμάτων, τουαλέτες, τραπέζια και καρέκλες ενώ έχουν εξασφαλιστεί όλες οι απαραίτητες άδειες λειτουργίας του, από τους αρμόδιους φορείς. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 δέσμη φωτογραφιών και ως τεκμήριο 2 τον επίσημο κατάλογο των φαγητών με τις τιμές τους. Ισχυρίζεται περαιτέρω οι Αιτητές παραπλανούν το Δικαστήριο ισχυριζόμενοι ότι δεν υπάρχει υγειονομικός έλεγχος και πιστοποιητικό καταλληλότητας του χώρου. Προς ενίσχυση τούτου του ισχυρισμού, αναφέρουν πως όταν επισκέφθηκαν οι δυο λειτουργοί την επιχείρηση τους ο κος Μαυροθέρης συμπλήρωσε το Έντυπο Διενέργειας Επίσημου Ελέγχου Τροφίμων και Επιχειρήσεων Τροφίμων ημερομηνίας 27.06.2023 (Τεκμήριο 3) στο οποίο, σύμφωνα με την ομνύουσα, καταγράφηκαν ασήμαντες παρατηρήσεις, όπως καπελάκια του προσωπικού. Παρά ταύτα στις 11.07.23 η καθ' ης η αίτηση αρ.3 ενεγράφηκε στο μητρώο επιχειρήσεων τροφίμων που τηρείται από το Διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών και υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας (Τεκμήριο 4). Στις 04.10.23 η καθ' ης η αίτηση αρ.3 έλαβε Υγειονομική Βεβαίωση σύμφωνα με την οποία δεν διαπιστώνονται οποιεσδήποτε παραβιάσεις της σχετικής νομοθεσίας (Τεκμήριο 5). Περαιτέρω η καθ' ης η αίτηση αρ.3 είναι κάτοχος άδειας λειτουργίας Κέντρου με ισχύ μέχρι την 05.10.2026 (Τεκμήριο 7), ενώ επίσης εφαρμόζει και της πρόνοιες των κανονισμών της Κ.Δ.Π 520/14 σχετικά με την ύπαρξη πυροσβεστήρα. Αποδίδει στους Αιτητές επιλεκτική παρουσίαση των πραγματικών γεγονότων εφόσον από το φωτογραφικό υλικό που παρουσιάζει δεν απεικονίζεται ολόκληρο το υποστατικό, και με παραπλανητικό τρόπο αναφέρει ότι λειτουργείται κατάστημα τύπου mini market εντός εστιατορίου. Παραπέμπει σε σετ φωτογραφιών που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 8, σύμφωνα στις οποίες εκτίθενται όλα τα προς πώληση προϊόντα και αρνείται κατηγορηματικά το ισχυρισμό περί λειτουργίας μίνι μάρκετ, εφόσον απουσιάζουν προϊόντα που ανευρίσκονται συνήθως σε τέτοιας κατηγορίας καταστήματα, όπως τσιγάρα, απορρυπαντικά και χαρτικά. Όσον αφορά το αναγραφόμενο ωράριο αυτό είναι αποδεκτό από τον περί Κέντρων Αναψυχής Νόμο του 1985 το οποίο επίσης δεν απαγορεύει τη χρήση οποιασδήποτε ονομασίας, εφόσον ανταποκρίνεται στην κατηγορία του κέντρου που αντιστοιχεί. Το δε γεγονός ύπαρξης άδειας λειτουργίας του υποστατικού ως εστιατορίου διασφαλίζει την τήρηση μέτρων υγιεινής. Προσθέτει ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία ή εξήγηση για την καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης από την 27.06.2023 μέχρι και την 01.09.2023 γεγονός που καταρρίπτει τις θέσεις των Αιτητών περί ύπαρξης κατεπείγοντος δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται για τη διασφάλιση θεμάτων υγείας. Την ίδια ώρα, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της ομνύουσας, η διακοπή εργασιών μιας επιχείρησης θεωρείται ως περίπτωση όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων κρίνεται ως μη επαρκής καθότι η ζημιά που προκαλείται είναι ανεπανόρθωτη. Ειδικότερα στην υπό κρίση περίπτωση, αφού οτιδήποτε πράξει προς εκπλήρωση του διατάγματος η καθ' ης η αίτηση αρ.3 θα μπορεί να θεωρηθεί ως μη επαρκές και/ή ως μη συμμόρφωση με το εκδοθέν διάταγμα. Καταλήγοντας αναφέρει ότι πέραν του ότι δεν έχει αποσείσει το σχετικό βάρος η πλευρά των Αιτητών, ο υπογράφων το εγγυητήριο λειτουργός τους, δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να τον εκπροσωπεί. Κατά συνέπεια και για αυτό το λόγο το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί, ως ανίσχυρο. Αγορεύσεις Κανένας από τους δυο ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και έτσι η αίτηση εκδικάστηκε στη βάση των αναφερόμενων ένορκων δηλώσεων. Η πλευρά των Αιτητών εισηγείται πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για οριστικοποίηση του διατάγματος ενώ την ίδια ώρα αποτελεί θέση της πως οι λόγοι ένστασης από πλευράς Καθ' ης η αίτηση αρ.3 θα πρέπει να απορριφθούν ως γενικοί και αόριστοι εφόσον αφενός δεν εξειδικεύουν τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να ακυρωθεί το εκδοθέν διάταγμα και αφετέρου παραβιάζεται η υποχρέωση της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Από την αντίπερα όχθη η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση αρ.3 εισηγείται την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος, τόσο για λόγους που άπτονται στην μη κατάδειξη κατεπείγοντος και ενεργής απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, όσο και για τη μη πλήρωση των προβλεπόμενων προϋποθέσεων. Έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή τις καλά εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων και έχω κατά νου το περιεχόμενο τους, όσο και τα όσα λέχθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο στάδιο των αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω αυτολεξεί, ενώ ιδιαίτερη αναφορά θα γίνει όπου αυτό κριθεί αναγκαίο κατωτέρω. Νομική Πτυχή Το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε στη βάση του άρθρου 103 του περί Δήμων Νόμου (Ν.111/1985) ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του άρθρου αυτού η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επομένως ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση οι πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Έχουν κατ' επανάληψιν ερμηνευθεί και τεθεί οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος (Βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 C.L.R. 557, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237 και Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λιμιτεδ κ.α ν. Λοϊζίδου Πολ.Εφ. Ε7/2018 ημερ. 21/03/2019). Σύμφωνα με την νομολογία, οι βασικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι: · Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. · Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. · Η πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά ή βλάβη εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι κατά το στάδιο εξέτασης της συνδρομής των προϋποθέσεων το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς, υπό την έννοια ότι δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της εκατέρωθεν μαρτυρίας ούτε και καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό την διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα[1]. Περαιτέρω στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση το κατά πόσον δηλαδή αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση αυτό διαπιστώνεται μέσα από τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωριστεί και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου ή όπου δεν υπάρχουν δικόγραφα μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση[2]. Θα πρέπει το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο Ενάγοντας να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο είτε από το δίκαιο της επιείκειας. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, είναι αρκετό για τον Αιτητή να καταδείξει μια πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[3]. Ό,τι εξετάζεται κατά την προϋπόθεση αυτή είναι η αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας του Αιτητή. Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο». Η απλή παράθεση των δυο εκδοχών δεν επαρκεί ενώ η εκτίμηση της προοπτικής επιτυχίας της πλευράς του Ενάγοντα - Αιτητή θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με την εκδοχή της άλλης πλευράς[4]. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα που την καταδεικνύουν[5]. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αυτή συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον Αιτητή της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το Δικαστήριο θα κρίνει ότι συντρέχει η συγκεκριμένη προϋπόθεση στις περιπτώσεις όπου ο υπολογισμός της ζημιάς που θα υποστεί ο Αιτητής θα είναι δύσκολος ή αδύνατος και κατ' επέκταση το ίδιο δύσκολη και αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης Στις περιπτώσεις όπου η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί, για να κριθεί ότι ο Αιτητής έχει ικανοποιήσει τη συγκεκριμένη προϋπόθεση, αυτός δεν θα πρέπει να αρκεστεί σε παράθεση γενικών και αόριστων ισχυρισμών αλλά να παραθέσει σαφή και θετική μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα[6]. Έχει επίσης επανειλημμένα νομολογηθεί ότι το κατά πόσο θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη δεν συναρτάται μόνο με την στενή αντίληψη της έννοιας της υλικής ζημιάς, αλλά όπως λέχθηκε στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λιμιτεδ κ.α ν. Λοϊζίδου (ανωτέρω) «με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία». Συνεπώς δεν μπορεί η οικονομική επιφάνεια του ισχυρού μέρους να δικαιολογεί την πρόκληση αδικίας επί του αιτούμενου δικαστική προστασία (βλ. Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317. Ακόμα όμως και να συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις δεν εξυπακούεται η αυτόματη έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, αλλά το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή, όπως εν προκειμένω, να το διατηρήσει. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), όπως είναι γνωστό, ή των αναγκών της δικαιοσύνης αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους πρόκλησης αδικίας στο ένα ή στο άλλο μέρος[7]. Το ποιους παράγοντες μπορεί να λάβει υπόψιν του το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, γιατί περί αυτής πρόκειται, δεν είναι προκαθορισμένοι αλλά εξαρτώνται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης[8]. Εκεί όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τα μέτρα εκείνα που σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante bellum[9] Είναι το μέρος που έχει εξασφαλίσει υπερ του το προσωρινό διάταγμα που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι αυτό πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παραμέτροι: α) Ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και β) Ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον Καθ' ου η Αίτηση. Εκτίμηση Δικαστηρίου Εξετάζω κατ' αρχήν την εισήγηση των συνηγόρων των Αιτητών για συλλήβδην απόρριψη των λόγων ένστασης ως γενικών και αόριστων. Η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ως προκύπτει από το λεκτικό της Δ.48Θ.4
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (οι Θεσμοί) είναι η υποχρέωση της σαφούς αναγραφής των συγκεκριμένων λόγων στο σώμα της ένστασης ώστε να προκύπτει με καθαρότητα που εδράζεται η ένσταση και όχι η λεπτομερής επεξήγηση και ανάλυση τους σε αυτό. Εν προκειμένω και διερχόμενος του σώματος της ένστασης κρίνω ότι έχει εκπληρώσει το συγκεκριμένο καθήκον η καθ' ης η αίτηση αρ.3. Ό,τι αναδύεται από την υπόθεση Arakelian v. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ MARFIN ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ κ.α Πολ. Εφ. 51/12 ημερ. 11.02.2016 στην οποία γίνεται αναφορά στις υποθέσεις Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1(B) A.A.Δ. 825 και Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 92, είναι πως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψιν και να εξεταστούν λόγοι ένστασης που δεν περιλαμβάνονται στο σώμα της ένστασης. Εν προκειμένω αυτό δεν συμβαίνει. Όλοι δε οι λόγοι ένστασης τυγχάνουν σχετικής υποστήριξης μέσα από τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται καθώς και των σχετικών τεκμηρίων. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο λόγος περί παραβίασης του άρθρου 25 του Συντάγματος, όμως δεδομένης της φύσης του λόγου, ως καθαρά νομικός, αυτός αναμένεται να εξειδικεύεται κατά την αγόρευση των συνηγόρων της καθ' ης η αίτηση αρ.3, ζήτημα το οποίο θα επιληφθώ κατωτέρω. Όσον δε αφορά την εισήγηση ότι τα τεκμήρια που επισυνάπτονται δεν είναι αριθμημένα ή δεν βρίσκονται στην ορθή σειρά, κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επομένως η σχετική εισήγηση κρίνεται ως ανεδαφική και απορρίπτεται. Αβάσιμος κρίνεται, από την άλλη, ο 6ος λόγος ένστασης που εγείρεται από πλευράς καθ' ης η αίτηση αρ.3 περί λανθασμένης νομικής βάσης της αίτησης. Ως έχει λεχθεί αυτή ουσιαστικά εδράζεται στο άρθρο 103 του Περί Δήμων Νόμου το οποίο αφενός προνοεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος για τέτοιας φύσεως αδικήματα και αφετέρου παραπέμπει στην εφαρμογή των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Οι εν λόγω διατάξεις και κανονισμοί περιλαμβάνονται στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Προτού εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης του διατάγματος θα εξετάσω τους λόγους ένστασης που εγείρουν οι κατηγορούμενοι δια των οποίων εισηγούνται ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος (λόγος 1(ζ), και ότι οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο ή δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια (1(στ) και 4ος λόγος ένστασης). Το στοιχείο του κατεπείγοντος Επιβάλλεται από τις πρόνοιες του άρθρου 9.1 του Κεφ.6 όπως εξετάσω πρώτα τον λόγο που αφορά την μη κατάδειξη εκ μέρους των Εναγόντων του στοιχείου του κατεπείγοντος. Είναι νομολογημένο ότι αυτό αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς[10]. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward
(2013)1(A) A.A.Δ. 79, το κατεπείγον πρέπει να εξετάζεται πριν την εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 προκειμένου να αποφασίσει το Δικαστήριο αν θα το οριστικοποιήσει, στην περίπτωση που έχει εκδοθεί μονομερώς ή αν θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να το εκδώσει. Στην ίδια υπόθεση επισημάνθηκε ότι ο υπολογισμός του χρόνου αρχίζει να προσμετρά από το συμβάν και όχι από την ημερομηνία καταχώρησης του δικονομικού διαβήματος (που στην εν λόγω υπόθεση ήταν η εναρκτήρια αίτηση). Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Αντώνης και Φούλης Μιχαήλ Λτδ ν. ΧΧΧ Ιωαννίδη, Πολ. Εφ. Ε44/14, ημερ.16.7.19: «Το άρθρο του 9 περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, προβλέπει για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο, χωρίς ειδοποίηση της αντίδικης πλευράς, στη βάση της διαδικασίας του κατεπείγοντος. Το κατεπείγον συνιστά σημαντικό δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δεδομένου ότι η διαδικασία προχωρά στην παρουσία της μιας πλευράς, με επιπτώσεις όμως στα δικαιώματα προσώπου το οποίο δεν έχει κληθεί να παρουσιαστεί και κατά παρέκκλιση της αρχής φυσικής δικαιοσύνης να ακούγονται και τα δύο μέρη της διαφοράς. Κατ' ακολουθία της νομολογίας (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598), παρέχεται στο Δικαστήριο το δικαιοδοτικό πλαίσιο στις περιπτώσεις εκείνες που καταδεικνύεται το κατεπείγον της αξίωσης. Υπό το πρίσμα αυτό, εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται εφόσον δεν αποδειχθεί η προϋπόθεση του κατεπείγοντος, στοιχείο που συνιστά ανεξάρτητο λόγο προς ακύρωση. Είναι πάγια γραμμή της νομολογίας ότι η δυνατότητα έγερσης του ζητήματος στο στάδιο της έφεσης υφίσταται, ασχέτως της έκδοσης μονομερώς διατάγματος (Κούππας ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) ΑΑΔ 1665).» Όπως υποδείχθηκε και στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 203, κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Η καθυστέρηση στην επιδίωξη της θεραπείας είναι βεβαίως σχετική και μπορεί να οδηγήσει στην μη έκδοση ή στην ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος όμως ο χρόνος στον οποίο αποτείνεται ο αιτών τη θεραπεία δεν είναι στατικός, και λαμβάνονται υπόψιν διάφοροι παράγοντες όπως το είδος της επιδιωκόμενης θεραπείας, το πολύπλοκο της υπόθεσης, η συλλογή του απαραίτητου μαρτυρικού υλικού κ.α[11]. Τέλος όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση CommerzBank AuslandsBanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Π.Ε. Ε6/2014, ημερ. 27.2.2015, όταν τίθεται θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, «το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς». Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι έχουν παρέλθει πέραν των δυο μηνών για να καταχωρηθεί και να προωθηθεί η υπό κρίση αίτηση. Όπως όμως έχει επισημανθεί ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση και κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Δεν είναι συνεπώς κάθε καθυστέρηση μοιραία. Αρκεί να αναφερθεί ότι καθυστέρηση ενός μηνός και τριών μηνών στην καταχώρηση αγωγής κρίθηκε δικαιολογημένη[12], ενώ επίσης δικαιολογημένη κρίθηκε και καθυστέρηση επτά μηνών επί τω ότι γίνονταν προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση[13]. Ακόμα και οι σχετικές αυθεντίες που με παραπέμπουν οι συνήγοροι της καθ' ης η αίτηση αφορούν μεγαλύτερο χρόνο καθυστέρησης από την υπό κρίση περίπτωση. Δεν είναι όμως το μόνο ζητούμενο η παρέλευση του χρόνου που πρέπει να προσμετρά στην έκδοση ή μη ενός προσωρινού διατάγματος. Όπως ρητά αναφέρεται στο Άρθρο 9 του Κεφ.6 αυτό είναι εφικτό και όταν καταδεικνύονται «άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις». Στην μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς Αιτητών γίνεται λόγος για διακύβευση θεμάτων υγείας των δημοτών της πόλης της Πάφου από τη λειτουργία μιας επιχείρησης (μίνι μάρκετ) για την οποία κατά το χρόνο που έγινε ο, κοινά αποδεκτός, επιτόπιος έλεγχος δεν υπήρχε σε ισχύ άδεια λειτουργίας. Συμμερίζομαι τη θέση του συνηγόρου των Αιτητών πως πρόκειται περί συνεχές αδίκημα το οποίο διαπράττεται κάθε μέρα που συνεχίζει η λειτουργία της, φερόμενης ως μη αδειοδοτημένης, επιχείρησης. Όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του κου Σκάρου στην καθ' ης η αίτηση αρ.3 έγιναν και στο παρελθόν επισημάνσεις για το θέμα της μη έκδοσης άδειας με την τελευταία να υπόσχεται να δράσει αναλόγως, χωρίς όμως να γίνεται οτιδήποτε. Η θέση αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη. Στην υπόθεση Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245 κρίθηκε πως το ότι καταβάλλονταν προσπάθειες μέσω των αρμοδίων αρχών για αναχαίτιση της παράνομης ανέγερσης της εκεί επίδικης οικοδομής (περίπτερο) δεν αναιρούσαν το στοιχείο του κατεπείγοντος, καίτοι είχε παρέλθει ένα έτος από τότε που έγινε αντιληπτή η ανέγερση της. Έστω όμως και να μπορούσαν να είχαν ενεργήσει ενωρίτερα οι Αιτητές δεν είναι ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί με προοπτική να λειτουργήσει τιμωρητικά για αυτούς, εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που δικαιολογούν την ενδιάμεση θεραπεία. Δεδομένης της σοβαρότητας των ισχυρισμών που προβλήθηκαν δεν παρείχετο ο χρόνος να ειδοποιηθεί η άλλη πλευρά και να προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση και συνεπώς περαιτέρω ενδεχόμενη διακύβευση της δημόσιας υγείας. Αυτό αποτελούσε και την ιδιαίτερη περίσταση επί της οποίας και το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα. Συνακόλουθα ο λόγος ένστασης περί έλλειψης κατεπείγοντος λόγω καθυστέρησης δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων / «Καθαρά χέρια» Στην CommerzBank AuslandsBanken Holding A.G. κ.α. (ανωτέρω) επαναλαμβάνονται οι γνωστές αρχές της νομολογίας επί του θέματος και απόλυτα σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα (υπογραμμίσεις δικές μου): «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping &; Travel Ltd
(1989)1 AAΔ.607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 AAΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 AAΔ 598 και Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ. α.
(2004)1Γ AAΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd's Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd's Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping &; Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος...» Περαιτέρω στην M & CH Mitsingas Trading Ltd. και άλλοι v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 179 αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα τους, τις οποίες αμφισβητεί. Γεγονότα τα οποία υποχρεούται ο αιτητής να αποκαλύψει σχετίζονται με α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, και γ) την πιθανότητα επιτυχίας. Δεν αποκλείεται και το ίδιο το Δικαστήριο να εξετάσει αυτόβουλα ζήτημα απόκρυψης γεγονότων, όταν αυτό δικαιολογείται από την προσκομισθείσα μαρτυρία (βλ. Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd, Πολ. Έφ. 181/2007 ημερομηνίας 19.6.2009). Τέλος όπως λέχθηκε στην απόφαση Βασιλική Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004), 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953 «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Σύμφωνα με τη μαρτυρία των Αιτητών, το παράνομο κατάστημα μίνι μάρκετ βρίσκεται εντός άλλου καταστήματος και συγκεκριμένα εστιατορίου. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο κος Αθανασίου σε διευκρινιστική ερώτηση που του τέθηκε από το Δικαστήριο ανέφερε ότι στην ουσία είναι ο ίδιος ακριβώς χώρος στον οποίο η καθ' ης η αίτηση 3 λειτουργεί το κατ' ισχυρισμό παράνομο μίνι μάρκετ όσο και το εστιατόριο. Σύμφωνα με την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης του κου Σκάρου για τους Αιτητές, το αίτημα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως κατεπείγον στηρίχθηκε επί τω ότι «απαιτείται η προστασία των καταναλωτών» στους οποίους παρέχονται οι υπηρεσίες του, φερόμενου ως, παράνομου μίνι μάρκετ «κάτω από συνθήκες των οποίων η καταλληλότητα, ορθότητα και νομιμότητα δεν έτυχαν ελέγχου και έγκρισης να ελεγχθούν». Γίνεται επίσης λόγος για έλλειψη «πιστοποιητικού καταλληλότητας», κάτι το οποίο συνιστά έκδηλο κίνδυνο για την υγεία των καταναλωτών και των χρηστών του χώρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς του υγειονομικού επιθεωρητή που συνόδευσε τον ομνύοντα για τους Αιτητές κατά την 27.06.2023. Επιδιώκοντας η καθ' ης η αίτηση αρ.3 να αναιρέσει τους ισχυρισμούς περί ύπαρξης κινδύνων για την υγεία, παρουσίασε ως τεκμήριο 3 το έντυπο διενέργειας του ελέγχου που έλαβε χώρα κατά την 27.06.2023 και που υπογράφηκε από τον κο Μαυροθέρη. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του παρουσιάστηκαν τρεις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα: α) Ότι δεν έχει γίνει καταχώρηση του υποστατικού στο μητρώο που τηρείται από τον Διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών και υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας (Δ.Ι.Υ και Υ.Δ.Υ) β) Δεν παρουσιάστηκε μικροβιολογική ανάλυση νερού και γ) Το προσωπικό δεν έφερε κατάλληλη στολή εργασίας (κάλυμμα τριχωτού της κεφαλής - σκούφους) Επιπρόσθετα η καθ' ης η αίτηση αρ.3 προσκόμισε βεβαίωση για την καταχώρηση της επιχείρησης της ως εστιατόριο κατά την 11.07.2023 (τεκμήριο 4), υγειονομική βεβαίωση ως προς την ανυπαρξία παραβάσεων του περί Τροφίμων (Έλεγχος και Πώληση) Νόμου του 1996, ημερομηνίας 04.10.23 (τεκμήριο 5), άδεια λειτουργίας της ως εστιατόριο Τάξεως Β σύμφωνα με τον Πέρι Κέντρων Αναψυχής Νόμο του 1985 (Ν.29/1985) ημερομηνίας 06.10.23 (τεκμήριο 6) καθώς και βεβαίωση επιθεώρησης και εγκατάστασης πυροσβεστήρων (τεκμήριο 7). Η παράλειψη πληροφόρησης των πιο πάνω δεδομένων, ως αναλύει εκτενώς στην αγόρευση της η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση αρ.3, καταδεικνύει τον παραπλανητικό τρόπο με τον οποίο κινήθηκαν οι Αιτητές, προκειμένου να εξασφαλίσουν μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος επικαλούμενοι ζητήματα δημόσιας υγείας. Ο σχετικός λόγος ένστασης ευσταθεί. Οι Αιτητές επικαλέστηκαν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους τη διακινδύνευση της δημόσιας υγείας των προσώπων που χρησιμοποιούν το υποστατικό της καθ' ης η αίτηση αρ.3 και την απουσία οποιουδήποτε ελέγχου. Τίποτε δεν λέχθηκε για την από μέρους του υγειονομικού λειτουργού κου Μαυροθέρη διενέργεια ελέγχου, και τις διαπιστώσεις στις οποίες αυτός κατέληξε από τον αναφερόμενο έλεγχο. Επίσης οι Αιτητές θα μπορούσαν να φέρουν σε γνώση του Δικαστηρίου ότι εκκρεμούσε η έκδοση υγειονομικής βεβαίωσης από τους ίδιους τους Αιτητές, η οποία αφορούσε την ενιστάμενη εταιρεία και στην οποία ρητά αναφέρεται ότι δεν διαπιστώθηκαν παραβάσεις της σχετικής Νομοθεσίας (Περί Τροφίμων (Έλεγχος και Πώληση) Νόμοι του 1996 έως 2014). Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ πως με εύλογη προσπάθεια οι Αιτητές θα μπορούσαν να λάβουν γνώση, και συνεπώς να πληροφορήσουν συναφώς το Δικαστήριο, ότι οι Ιατρικές Υπηρεσίες ήδη καταχώρησαν την επιχείρηση που διατηρεί η καθ' ης η αίτηση αρ.3 στο εκ του σχετικού νόμου προβλεπόμενο μητρώο επιχειρήσεων τροφίμων. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι οι πιο πάνω βεβαιώσεις και πιστοποιητικά αφορούν στο μέρος της επιχείρησης της καθ' ης η αίτηση αρ.3 που λειτουργούσε και λειτουργεί ως εστιατόριο. Παρά ταύτα, το καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όπως επιτάσσει η νομολογία συνηγορούσε στην ανάλογη πληροφόρηση του Δικαστηρίου περί της ύπαρξης των πιο πάνω δεδομένων. Πληροφόρηση που φρονώ πως υπό τις περιστάσεις θα μπορούσαν κάλλιστα να οδηγήσουν το Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση της αίτησης προκειμένου να διασφαλιστεί το συνταγματικό δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση αρ.3 να ακουστεί. Στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι στην ένορκη δήλωση του κου Σκάρου δεν γίνεται σαφής αναφορά ότι τόσο το εστιατόριο όσο και το φερόμενο ως παράνομο μίνι μάρκετ βρίσκονται εντός του ίδιου χώρου και λειτουργούν αμφότερα υπό της καθ' ης η αίτηση αρ.3, εφόσον όπως ο ίδιος αναφέρει στην παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης «το συγκεκριμένο κατάστημα μίνι μάρκετ λειτουργεί παρανόμως εντός άλλου καταστήματος, ήτοι εστιατορίου.». Είναι η κρίση του Δικαστηρίου, και χωρίς βέβαια να εξάγω οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα ή ευρήματα, ότι η εικόνα που επιχειρήθηκε από πλευράς Αιτητών να μεταφερθεί στο Δικαστήριο ήταν σαφώς εντονότερη και δραματικότερη, όπως αυτή φαίνεται να έχει διαμορφωθεί μέσα από τη μαρτυρία που προσκόμισε η ενιστάμενη εταιρεία. Μαρτυρία που δέον να σημειωθεί δεν αμφισβητήθηκε είτε με την προσκόμιση επιπρόσθετης μαρτυρίας είτε με την αντεξέταση της ομνύουσας της κας Snisar, και που εξεταζόμενη πάντοτε για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας δηλοί ότι και έλεγχος φαίνεται να υπήρχε και υγειονομικές βεβαιώσεις. Όπως λέχθηκε στην Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168 «Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξ-πάρτε». Σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ως ουσιώδης απόκρυψη το γεγονός ότι είχε καταχωρηθεί προσφυγή κατά του Δήμου με αίτημα την ακύρωση της απόφασης του με την οποία ζητείτο από τον εφεσίβλητο να απομακρύνει μέσα σε τακτή προθεσμία όλα τα αντικείμενα που είχε τοποθετήσει εντός του επίδικου κτήματος, για το οποίο είχε εξασφαλιστεί μονομερώς, και που οριστικοποιήθηκε, διάταγμα μη επέμβασης κατά του εφεσείοντα. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του τη συνολική εικόνα των όσων ίσχυαν αναφορικά με την καθ' ης η αίτηση αρ.3 με αποτέλεσμα βάσιμα να γίνεται εισήγηση για απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων από το Δικαστήριο. Συνακόλουθα το διάταγμα ημερομηνίας 08.09.2023 θα πρέπει να ακυρωθεί και ακυρώνεται λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Κατά πόσο το εγγυητήριο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9
(2)του Κεφ.6 Υπάρχει όμως και ακόμα ένας λόγος που συνηγορεί υπερ της ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος, και που αφορά τον 5ο λόγο ένστασης της καθ' ης η αίτηση αρ.3. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)του Κεφ.6: "9
(2). Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα." Είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση αρ.3 πως ο κος Σκάρος που υπέγραψε την εγγύηση που διέταξε σχετικά το Δικαστήριο κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, δεν είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο καίτοι αναφέρεται αυτό στο λεκτικό του εγγυητήριου, καθότι ουδέποτε προσκομίστηκε η σχετική εξουσιοδότηση. Επομένως υφίσταται ο κίνδυνος, η καθ' ης η αίτηση αρ.3 να μην αποζημιωθεί δεδομένης της απουσίας τέτοιας εξουσιοδότησης. Από την άλλη η πλευρά των Αιτητών διερωτάται πως είναι δυνατόν να υπογράφεται ένα εγγυητήριο από λειτουργό τους χωρίς να υπάρχει σχετική εξουσιοδότηση. Θεωρεί δε ότι δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ένστασης για τη μη διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος. Στην υπό εξέταση περίπτωση το διάταγμα εκδόθηκε υπέρ του Δήμου Πάφου. Στο άρθρο 46
(1)του περί Δήμων Νόμου (Ν.111/1985) καθορίζονται οι αρμοδιότητες του Δημάρχου στις οποίες περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η εκπροσώπηση εvώπιov των δικαστηρίων και οιασδήποτε αρχής της Δημοκρατίας (βλ. υποεδάφιο α). Στο υποεδάφιο (ζ) προνοείται ότι «υπoγράφει, ή εξoυσιoδoτεί oιovδήπoτε υπάλληλov του δήμoυ vα υπoγράφη, οιανδήποτε επί τη βάσει του παρόντος Νόμου ή οιουδήποτε δημοτικού κανονισμού εκδοθέντος επί τη βάσει του παρόντος Νόμου χορηγούμενην άδεια». Δεν συμμερίζομαι τη θέση των συνηγόρων των Αιτητών ότι η μη τήρηση των όσων διαλαμβάνονται στο άρθρο 9
(2)του Κεφ.6 δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγω για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόκειται για επιτακτική υποχρέωση[14]. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (Αρ.2)
(2005)1Β ΑΑΔ 1178, το παρεμπίπτον διάταγμα εκδόθηκε υπό τον όρο ότι ο εκεί ενάγων ή η εταιρεία Magnum Investments Ltd, εκ μέρους του, θα υπέγραφε εγγύηση ύψους £300,000. Το εγγυητήριο υπογράφηκε από τον Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της αναφερόμενης εταιρείας. Κρίθηκε ότι «.η υπογραφή της ανάληψης υποχρεώσεως που δόθηκε από τον καθ' ου η αίτηση εκ μέρους της πιο πάνω εταιρείας, είναι ταυτόσημη με την ανάληψη προσωπικής υποχρεώσεως από τον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση,(και) δεν μπορεί να γίνει δεκτή ενόψει της αρχής του εταιρικού δικαίου ότι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης έχουν ξεχωριστή νομική οντότητα από τους μετόχους ή διευθυντές ή διευθύνοντες συμβούλους των εταιρειών αυτών». Εν προκειμένω, το λεκτικό του Εγγυητήριου που υπογράφηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης έχει ως ακολούθως (υπογράμμιση και έμφαση δική μου): Εγώ ο Σωτήρης Σκάρος, εξουσιοδοτημένος από το Δήμο Πάφου, Κατηγορούσα Αρχή, στην πιο πάνω ποινική υπόθεση, δια του παρόντος παρέχω εγγύηση εκ €30.000 ως η Διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08.09.2023 για την έκδοση προσωρινού Διατάγματος και το οποίο ποσό θα χρησιμεύσει. Όπως προκύπτει, παρά το ότι αναφέρεται πως την εγγύηση παρέχει ο Σωτήρης Σκάρος εξουσιοδοτημένος από τον Δήμο Πάφου, αυτή δεν συνοδεύεται από τη σχετική εξουσιοδότηση από το κατά νόμο αρμόδιο πρόσωπο, ήτοι τον Δήμαρχο μα ούτε έστω από το Δημοτικό Συμβούλιο. Επιπλέον, δεν υφίσταται καν επί του εγγυητήριου η σφραγίδα του Δήμου Πάφου. Η δε χρήση α' προσώπου του ρήματος «παρέχω» σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ανάληψη υποχρέωσης προερχόμενη από τους Αιτητές ήτοι τον Δήμο Πάφου, ο οποίος αποτελεί ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.111/85, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις διαφαίνεται ότι είναι ο υπογράφων Σωτήρης Σκάρος που ανέλαβε την ευθύνη αποζημίωσης των καθ' ων η αίτηση. Ο σχετικός όρος, σύμφωνα με το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ήταν να δοθεί εγγύηση από τους Αιτητές, ήτοι την Κατηγορούσα Αρχή, και όχι από οποιοδήποτε άλλο, ώστε να δύναται να λεχθεί ότι η σχετική υποχρέωση μπορούσε να αναληφθεί από τρίτο πρόσωπο, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο όπως π.χ με την παροχή τραπεζική εγγύησης (βλ. Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala
(2007)1A A.A.Δ. 162 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. ανωτέρω). Επ' ουδενί δεν είχε εξουσία ο κος Σκάρος να υπογράψει εγγύηση υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, και ως αυτή καταρτίστηκε δεν μπορεί να είναι δεσμευτική για τον Δήμο Πάφου και άρα να τον δεσμεύει προσωπικά, όπως το άρθρο 9
(2)του Κεφαλαίου 6 επιτάσσει. Οι Αιτητές επομένως δεν συμμορφώθηκαν με τον όρο που επέβαλε το Δικαστήριο όπως οι ίδιοι υπογράψουν εγγύηση ύψους €30.000. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω η πρόνοια του άρθρου 9
(2)του Νόμου είναι επιτακτική. Η παροχή εγγύησης αποτελεί προϋπόθεση για την έγκυρη έκδοση διατάγματος μετά από μονομερή αίτηση και στην προκείμενη περίπτωση η εν λόγω προϋπόθεση δεν τηρήθηκε. Επομένως το Διάταγμα ακυρώνεται και για αυτό το λόγο. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης που επικαλείται η Καθ' ης η Αίτηση αλλά και των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Κατάληξη Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται και το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 08.9.23 ακυρώνεται. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση αρ.3. Καμία διαταγή αναφορικά με τους καθ' ων η αίτηση αρ.1 και αρ.2 εφόσον δεν καταχώρησαν ένσταση. (Υπ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. μεταξύ άλλων Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799 αλλά και Κυρίλου ν. Λαμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528. [2] Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598 [3] Βλ. Πουργουρίδη κ.α ν. Μέζου κ.α
(1994)1 Α.Α.Δ [4] Βλ. Κωνσταντίνου Λόρδου κ.α ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α Πολ. Εφ. Ε143/2015 ημερ. 23.03.2017 [5] Βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ 253 [6] βλ. Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Αρ.2)
(2008)1A ΑΑΔ 626, 630 και M.Ch. Mitsingas Trading Ltd and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1791 [7] Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, 570, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, 258, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154 και Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, 1424 [8] Βλ. American Cyanamid v. Ethicon [1975] AC 396, όπου στη σελ. 408 αναφέρθηκε από το Λόρδο Diplock: «It would be unwise to attempt even to list all various matters which may need to be taken into consideration in deciding where the balance lies, let alone to suggest the relative weight to be attached to them.». [9] Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015 και Κοσμα ν. Χατζηκυπρή κ.α
(2000)1 ΑΑΔ 169, όπου αναφέρθηκε ότι η κατοχή ή όχι διαμερίσματος θεωρήθηκε θεμελιακής σημασίας για διατήρηση του status quo ante. [10] Βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 A.A.Δ. 1475, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 [11] Βλ. Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162. [12] Βλ. Evans & Sons Ltd v. Ιωάννου κ.α
(2001)1Γ ΑΑΔ 2092, και Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1B ΑΑΔ 1121 [13] Χατζιηγαβριήλ κ.α v. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1Α ΑΑΔ 606 [14] Βλ. Σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη Προσωρινα Διατάγματα σελ. 190 - 191. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.