ΕΠΑΡΧΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5466/2021, 15/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5466/2021 Μεταξύ: ΕΠΑΡΧΟΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον
- ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑ ΦΑΤΤΑΛ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ηλιάδης Η. Για τους Κατηγορουμένους: κος Αλεξάνδρου Α (για να ακούσει απόφαση ο κος Λεοντίου) Κατηγορούμενοι παρόντες Ενδιάμεση Απόφαση Οι Κατηγορούμενοι, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ποινικής υπόθεσης, αντιμετωπίζουν την κατηγορία της ανυπακοής σε δικαστικό διάταγμα κατά παράβαση του Άρθρου του άρθρου 20
(5)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, ως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι από τις 10.11.2010 και μέχρι σήμερα παραλείπει α) να κατεδαφίσει α) την οικοδομή (κατοικία) και β) το μηχανοστάσιο, την περίφραξη, και δυο πέργολες όλα ευρισκόμενα εντός του τεμαχίου αρ. [ ] Φ/Σχ. 46/37 στη Σαλαμιού της επαρχίας Πάφου κατά παράβαση σχετικού διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 1794/2010 του Ε.Δ Πάφου την 10.11.
- Περαιτέρω δεν έχει συμμορφωθεί με το εν λόγω διάταγμα ως προς την αναστολή της λειτουργίας της πισίνας που βρίσκεται εντός του υπό αναφορά τεμαχίου. Στις 14.11.2023, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση το Δικαστήριο εξέφρασε τον προβληματισμό του στο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής περί ύπαρξης πολλαπλότητας στην κατηγορία. Από πλευράς υπεράσπισης αναφέρθηκε ότι θα εγειρόταν και ζήτημα δεδικασμένου, για το οποίο όμως ο συνήγορος δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί. Η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις ως προς το κατά πόσο υφίστατο πολλαπλότητα και να εξεταστεί από πλευράς υπεράσπισης αν θα εγειρόταν ένσταση περί δεδικασμένου. Πράγματι στις 27.11.2023 ο κος Αλεξάνδρου ανέφερε ότι θα προωθούσε τη σχετική ένσταση, μετά που ο κος Ηλιάδης κατέθεσε για σκοπούς προώθησης αιτήματος τροποποίησης έγγραφο με υπό προσθήκη κατηγορίες. Για σκοπούς θεμελίωσης του αναγκαίου υποβάθρου κατατέθηκαν από κοινού και ως παραδεκτά τα ακόλουθα: Α) Αντίγραφο της ποινής που επιβλήθηκε από το Ε.Δ Πάφου στους κατηγορούμενους την 10.11.2010 περιλαμβανομένου και του διατάγματος κατεδάφισης και αναστολής λειτουργίας πισίνας, στα πλαίσια της ποιν. υπόθεσης 1794/10 μεταξύ του Έπαρχου Πάφου και των κατηγορούμενων (τεκμήριο Α1) Β) Αντίγραφο του κατηγορητηρίου της ποιν. υπόθεσης 12707/12 του Ε.Δ Πάφου που καταχωρήθηκε από τον Έπαρχο Πάφου εναντίον των κατηγορούμενων και που αφορά την κατηγορία της παρακοής δικαστικού διατάγματος σε σχέση με τα όσα περιλαμβάνονταν στην ποινική υπόθεση 1794/2010 του Ε.Δ Πάφου (και που του καταλογίζονται και στην υπό κρίση υπόθεση (Τεκμήριο Β1)) και Γ) Αντίγραφο της ποινής που επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους στα πλαίσια της υπόθεσης 12707/12 την 28.08.13 Οι Αγορεύσεις των συνηγόρων Αγορεύοντας για το υπό εξέταση ζήτημα ο κος Αλεξάνδρου ανέφερε ότι η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης αντιστρατεύεται το Άρθρο 2 και 12.2 του Συντάγματος καθώς και το Άρθρο 4.1 της Ε.Σ.Δ.Α. Αναλύοντας το αξίωμα «ουδείς δικάζεται εκ δευτέρου για την ίδια πράξη» (ne bis in idem) ανέφερε ότι μοναδική εξαίρεση είναι η περίπτωση που συνεπεία της πράξεως - σε μεταγενέστερο χρόνο - επέρχεται θάνατος προσώπου. Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν υπόλογοι για ακριβώς τα ίδια γεγονότα και για ακριβώς το ίδιο Διάταγμα, στον ίδιο χρόνο, στα πλαίσια της υπόθεσης 12707/12 στην οποία και τους επιβλήθηκε ποινή. Ό,τι επιδιώκεται με την υπό κρίση υπόθεση είναι «δεύτερη τιμωρία» ως τη χαρακτήρισε, για τα ίδια ακριβώς γεγονότα. Συνεπώς και η δίωξη τους έρχεται σε αντίθεση με τα υπό αναφορά άρθρα του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α. Παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας 2001 2 ΑΑΔ
- Ανέφερε στη συνέχεια τις προϋποθέσεις ύπαρξης δεδικασμένου, οι οποίες εισηγήθηκε συντρέχουν στην ολότητα τους. Από την άλλη πλευρά ο κος Ηλιάδης εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να απορριφθεί η ένσταση του συναδέλφου του καθότι πρόκειται για συνεχιζόμενο αδίκημα. Τόνισε ότι παρά την ύπαρξη τιμωρίας των κατηγορούμενων για παρακοή του Διατάγματος, δεν έχει υπάρξει οποιαδήποτε συμμόρφωση παρά την παρέλευση δώδεκα και πλέον χρόνων από της έκδοσης του σε οτιδήποτε από τα όσα διατάχθηκαν να πράξουν. Πρόσθεσε ότι οι κατηγορούμενοι προέβηκαν σε αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας στην αρμόδια αρχή για νομιμοποίηση των παράνομων κατασκευών η οποία όμως έχει απορριφθεί. Ανέφερε ακόμα ότι ο βασικός λόγος που δεν μπορεί να εκδοθεί οποιαδήποτε άδεια είναι ότι το ακίνητο είναι απροσπέλαστο. Εκ τούτου ως ήταν η θέση του η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγηθεί σε ακρόαση. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 20
(5)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96: «
(5)Οποιοδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(3)ή (3Α), το οποίο δεν υπακούει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος ανεξάρτητα από το αν η αρμόδια αρχή προχώρησε στην εκτέλεση ή εκτέλεσε το διάταγμα αυτό, και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό πενήντα λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.» Το άρθρο 12.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας προνοεί τα ακόλουθα:
- Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου διά το αυτό αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου διά την αυτήν πράξιν ή παράλειψιν, εκτός εάν συνεπεία ταύτης προεκλήθη θάνατος. Στο άρθρο 4.1 του έβδομου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α αναφέρεται ότι:
- Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού. Στην υπόθεση Πουλλαούας ν. Αστυνομίας 2001 2 ΑΑΔ 494, που με παρέπεμψε ο συνήγορος των κατηγορούμενων λέχθηκαν τα ακόλουθα: Δεν χρειάζεται να προβούμε σε εκτεταμένη ανάλυση των αρχών που διέπουν την εφαρμογή του δεδικασμένου σε ποινικές υποθέσεις. Συνοψίζονται ως εξής στον Archbold 1995, παραγ. 4-149: ..... Σε μετάφραση: «Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - 'κανένας δεν μπορεί να τίθεται δύο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα' (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου). Οι αρχές του autrefois convict and acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων». Το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου αδικήματος είναι κάπως διαφορετικές από εκείνες της αρχικής - πρώτης κατηγορίας - δεν εμποδίζει την επίκληση του δόγματος autrefois acquit . Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata", 2nd ed., σελ. 272: ........ Σε μετάφραση: «Όχι μόνο το δόγμα είναι διαθέσιμο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες οι ένορκοι θα μπορούσαν να τον καταδικάσουν στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν είχε τύχει τυπικής αθώωσης.» Στο σύγγραμμα του Πική Ποινική Δικονομία Στην Κύπρο, 2η αναθεωρημένη έκδοση αναφέρεται στη σελίδα 156 ότι για να υπάρχει επιτυχής επίκληση του Autrefois Acquit θα πρέπει όχι μόνο τα γεγονότα να είναι τα ίδια αλλά και το αδίκημα. Εάν τα συστατικά στοιχεία είναι διαφορετικά ή οι διάδικοι, τότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της ειδικής αυτής απολογίας, ως αναφέρεται στις σελίδες 158 κ.ε Εκτίμηση Δικαστηρίου Εξετάζω κατ' αρχήν κατά πόσο το αποδιδόμενο αδίκημα στον κατηγορούμενο είναι συνεχιζόμενης ή όχι φύσεως, για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια. Για το κατά πόσο το υπό εξέταση αδίκημα της ισχυριζόμενης παρακοής του διατάγματος που εξεδόθη την 10/11/2010 (Τεκμήριο Α1), συνιστά συνεχιζόμενο αδίκημα ή όχι, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει μέσα από το λεκτικό του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96 και του εκδοθέντος συμφώνως τούτου Δικαστικού Διατάγματος το είδος της υποχρέωσης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Διαφορετική θα είναι η απάντηση στο προβαλλόμενο ερώτημα στην περίπτωση που ένα διάταγμα απαγορεύει σε ένα πρόσωπο να πράξει κάτι από την περίπτωση που τον διατάζει να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια. Με άλλα λόγια αν είναι απαγορευτικής ή προστακτικής φύσεως. Τούτο καθότι σε απαγορευτικής φύσεως διατάγματα το αδίκημα τελείται και διαπράττεται καθ' ολοκληρίαν τη δεδομένη χρονική στιγμή της παραβίασης και συγκεκριμένα όταν το κατηγορούμενο πρόσωπο προβαίνει σε ενέργεια κατά παράβαση του απαγορευτικού όρου που περιέχεται σε αυτά. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα δεν τίθεται θέμα «συνεχούς παραβίασης» του Διατάγματος. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, αναμφίβολα το υπό αναφορά Διάταγμα είναι προστακτικής φύσεως, εφόσον επιβάλλει στον κατηγορούμενο να προβεί σε θετική ενέργεια για την επέλευση συγκεκριμένων γεγονότων. Κατέστη, συνεπώς, υπόχρεος ο διατασσόμενος να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως με το περιεχόμενο του. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Δήμος Έγκωμης v. Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70 η οποία αξίζει να σημειωθεί αφορούσε αδίκημα ίδια με αυτό που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση. Το λεκτικό του διατάγματος είναι ξεκάθαρο. Ο κατηγορούμενος διατάχθηκε από το Δικαστήριο να προβεί στην κατεδάφιση συγκεκριμένων υποστατικών καθώς και να αναστείλει τη λειτουργία πισίνας εντός του ίδιου τεμαχίου. Του δόθηκε μάλιστα, ως προκύπτει από το λεκτικό του, περίοδος 2 μηνών για να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωσή του, και συγκεκριμένα μέχρι και την 10.01.2011. Επομένως, με την ισχυριζόμενη παράλειψή του να συμμορφωθεί με τις ρητές πρόνοιες του διατάγματος, από την 10.01.2011, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να βρίσκεται σε παρακοή διατάγματος η οποία και συνεχίζει να υφίσταται και το αδίκημα να διαπράττεται μέχρις ότου υπάρξει συμμόρφωσή του με αυτό. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι με βάση το λεκτικό του Άρθρο 20
(5)του Κεφ.96, το αδίκημα διαπράττεται ακόμα και στην περίπτωση που το διάταγμα εκτελείται από την αρμόδια αρχή Υπό το φως των πιο πάνω, και χωρίς ασφαλώς να καταλήγω σε οποιαδήποτε συμπεράσματα, αποδέχομαι την εισήγηση του κου Ηλιάδη ότι πρόκειται περί συνεχιζόμενης φύσεως αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Έχοντας αποφασίσει τη φύση του αδικήματος έρχομαι τώρα να εξετάσω την εισήγηση του κου Αλεξάνδρου περί παραβίασης της αρχής του δεδικασμένου και του αξιώματος Ne bis in idem. Το κατά πόσο μπορεί να κατηγορηθεί εκ νέου πρόσωπο για αδίκημα παρακοής δικαστικού διατάγματος έτυχε θετικής θεώρησης από παλαιά, και συγκεκριμένα στην υπόθεση The District Officer as Chairman for the Appropriate Authority for Morphou v. Eleni Michael Pittordi
(1967)2 CLR 131. Σε εκείνη την υπόθεση η εκεί κατηγορούμενη αν και είχε καταδικαστεί για το αδίκημα της παρακοής διατάγματος με το οποίο διατάττετο να κατεδαφίσει κάποιο υποστατικό εν τούτοις δεν συμμορφώθηκε με αποτέλεσμα να καταχωριστεί εκ νέου υπόθεση εναντίον της για το ίδιο αδίκημα στο οποίο καταδικάστηκε και της επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή χρηματικής ποινής από το πρωτόδικο δικαστήριο, στη δεύτερη υπόθεση ήταν έκδηλα ανεπαρκής και την αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης. Στην Πολιτική Αίτηση 90/2003 Αναφορικά με την Αίτηση του Άγγελου Μαυρομμάτη,
(2003)1 ΑΑΔ 1313, ημερ. 03.10.2003, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην ποινική υπόθεση 23565/2002 είχε απορρίψει την εκ μέρους του αιτητή ειδική απάντηση προηγούμενης αθωωτικής απόφασης (autrefois acquit) στην Ποινική Υπόθεση 5966/2001 αναφορικά με τα αδικήματα (α) της κατοχής οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης και (β) της χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης, τα οποία κρίθηκαν ως συνεχιζόμενα αδικήματα. Η απόφαση αυτή προσβλήθηκε με προνομιακό ένταλμα certiorari στο οποίο αποφασίστηκε ότι: Τα "συνεχιζόμενα αδικήματα" μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας κατηγορίας, ως ένα αδίκημα, που διαπράχθηκε μέσα σε ορισμένη χρονική περίοδο, χωρίς η κατηγορία να πάσχει λόγω πολλαπλότητας. Τα ίδια "συνεχιζόμενα αδικήματα" μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο περισσοτέρων της μίας κατηγοριών, ως περισσότερα του ενός αδικήματα, που διαπράχθηκαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα ή διάφορες ημερομηνίες χωρίς, σε τέτοια περίπτωση, να παραβιάζεται το Άρθρο 12.2 του Συντάγματος και/ή το Άρθρο 19 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 Δεν έγινε αποδεκτή εισήγηση του συνηγόρου του Αιτητή ότι με την προσαγωγή μαρτυρίας στη νέα υπόθεση θα ισοδυναμούσε με ανατροπή της αθωωτικής απόφασης στην προγενέστερη εφόσον αφορούσαν την ίδια «οικοδομή» και την ίδια ακριβώς κατοχή και χρήση «χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, γεγονότα τα οποία έπαυσαν πλέον να υπάρχουν, ως εκ της αθώωσης. Λέχθηκε ότι τα γεγονότα αυτά έπαυσαν μεν να υπάρχουν μόνον όμως ως προς το χρόνο στον οποίο, σύμφωνα με την προγενέστερη απόφαση, φέρονταν να διαπράχθηκαν, και όχι μεταγενέστερα. Αναφέρθηκε ακόμα, με παραπομπή στην αγγλική απόφαση της Βουλής των Λόρδων Chiltern D.C. v. Hodgetts and another [1983] A.C. 120, H.L. ότι (υπογράμμιση δική μου): .. Η καλύτερη πρακτική θα ήταν όπως τα "συνεχιζόμενα αδικήματα" αποτελούν το αντικείμενο μιας κατηγορίας, ως ένα αδίκημα, που διαπράχθηκε μεταξύ της ημερομηνίας που άρχισε η παράβαση και της ημερομηνίας καταχώρησης του κατηγορητηρίου ή της ημερομηνίας συμμόρφωσης, οποιαδήποτε προηγείται χρονικά. Δεν προκύπτει ότι ένα "συνεχιζόμενο αδίκημα" δεν μπορεί, νομικά, να αποτελέσει και το αντικείμενο περισσοτέρων της μίας κατηγοριών, ως περισσότερα του ενός αδικήματα, που διαπράχθηκαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα ή διάφορες ημερομηνίες. Ούτε προκύπτει ότι, σ΄αυτή την περίπτωση, εγείρεται ζήτημα autrefois convict ή acquit. Περαιτέρω στην υπόθεση Clare County Council, Prosecutor v Derek Floyd [2007] 2 IR 671, του Ιρλανδικού High Court, η οποία αφορούσε το αδίκημα της ανάπτυξης γης χωρίς να έχει εξασφαλιστεί προηγούμενη άδεια, ο κατηγορούμενος είχε αθωωθεί στην πρώτη διαδικασία όμως η αρμόδια αρχή άσκησε νέα ποινική δίωξη εναντίον του κατόπιν επίδοσης σε αυτόν νέας επιστολής επιβολής (enforcement notice). Αφού κρίθηκε ότι το εν λόγω αδίκημα ήταν συνεχιζόμενο, όπως εν προκειμένω, λέχθηκαν τα εξής στις σελίδες 680 και 681 (υπογράμμιση και έμφαση δική μου): It follows that once a conviction occurs a prosecution may be brought on each and every day on which the unauthorised development continues in existence. An unauthorised development therefore is a continuing offence in itself. It happens every day the accused opens for business, in a change of use case, or every day the development continues, in the case of buildings or land. Because the prosecutor chose a different date for the second enforcement notice on which to focus its proofs in respect of the continuation of the alleged unauthorised development by the accused, this does not constitute a trial for the same offence in respect of which the accused has been acquitted by the District Court Judge on the 19th June,
- Nor could it be the case that the evidence to be heard in respect of the summons currently before the District Court Judge would be the same as the two previously issued in respect of the other enforcement notice. Of necessity, that evidence will be different. It will deal, as to the material part, with proof that the unauthorised development continued after the day specified in the enforcement notice for its cessation. Once the dates as between the two enforcement notices are different, two separate offences are alleged and the principle of autrefois acquit can have no application. Echoing the words of Henchy J, I would regard it as wrong to construe an Act in such a way as would allow an offender to maintain an unauthorised development merely by reason of his acquittal in respect of a summons issued for an offence on one particular day, or a continuation thereafter on one particular occasion. That is not the law. Υπό το φως των πιο πάνω αυθεντιών προκύπτει πως είναι δυνατή η εκ νέου δίωξη προσώπου για συνεχιζόμενο αδίκημα, και εν προκειμένω για παρακοή διατάγματος, ασχέτως του αν έχει καταδικαστεί ή ακόμα αθωωθεί σε προγενέστερη δικαστική διαδικασία, δεδομένου ότι ο προσδιορισμός του χρόνου του αποδιδόμενου αδικήματος διαφέρει από αυτόν που ήδη υφίσταται καταδίκη ή αθώωση. Αντιπαραβάλλοντας τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας με αυτές της Ποιν. Υπόθεσης 12707/12 παρατηρώ τα πιο κάτω: Στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο ποινική υπόθεση το αδίκημα αποδίδεται ως διαπραχθέν «από τις 10.11.2010 και μέχρι σήμερον» ενώ στην υπόθεση 12707/12 (Τεκμήριο Β1) «από τις 10.01.2011 και μέχρι σήμερα». Ασφαλώς η λέξη «σήμερα» θεωρείται η ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου όπου στην μεν πρώτη περίπτωση είναι η 30.11.2021 και στην άλλη η 28.08.
- Σύμφωνα με το λεκτικό της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποιν. υπόθεσης 1794/10 τα εκδοθέντα διατάγματα «θα φέρουν αναστολή εκτέλεσης μέχρι τις 10.1.2011 και θα ενεργοποιούνται μετά τις 10.01.2011 εκτός αν μέχρι τότε οι κατηγορούμενοι εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες από το Νόμο άδειες από τις Αρμόδιες Αρχές.». Ως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο κατήγορος στην παρούσα περίπτωση προσάπτει την κατηγορία της ανυπακοής διατάγματος εν μέρει σε χρονικό διάστημα που καλύπτεται από το δόγμα του δεδικασμένου και εν μέρει σε διαφορετικό χρονικό διάστημα εκτός του δόγματος (όπως εφαρμόζεται στις ποινικές διαδικασίες). Αυτό καθότι σύμφωνα με το Τεκμήριο Γ1, η επιβολή ποινής στην 12707/12 έλαβε χώρα την 28.08.2013, και αφορούσε την περίοδο από 10.01.2011 μέχρι και 28.08.2012, ως ήταν οι λεπτομέρειες της αρχικής κατηγορίας, που είναι και η καλυπτόμενη από το προαναφερόμενο δόγμα. Πέραν των πιο πάνω προκύπτει ότι στην υπό κρίση περίπτωση περιλήφθηκε στην κατηγορία χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα εκδοθέντα διατάγματα τελούσαν υπό αναστολή (περίοδος 10.11.2010 έως και 10.01.2011) και συνεπώς δεν μπορεί να τίθεται θέμα αξιόποινης συμπεριφοράς των κατηγορούμενων στην υπό αναφορά περίοδο. Γεννάται συνεπώς το ερώτημα τι δέον γενέσθαι; Απόρριψη του κατηγορητηρίου και συνακόλουθη απαλλαγή των κατηγορούμενων θα παραγνώριζε το δικαίωμα της κατηγορούσας αρχής να διώξει εκ νέου τους κατηγορούμενους ως έχει εξηγηθεί πιο πάνω, τουλάχιστον για την χρονική περίοδο από την 29.08.2012 (ημερομηνία μετά την χρονική περίοδο της αρχικής κατηγορίας) και μέχρι την 30.11.2021 (ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης), ενώ διατήρηση του ως έχει θα αντέβαινε στην αρχή της απαγόρευσης του διπλού κινδύνου. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι κατάλληλη οδός είναι η ενεργοποίηση των εξουσιών του Δικαστηρίου προς τροποποίηση του κατηγορητηρίου στη βάση του άρθρου 83
(1)του Κεφ.155 και συγκεκριμένα του αποδιδόμενου χρόνου διάπραξης του καταλογιζόμενου αδικήματος. Στη βάση των όσων έχω διαπιστώσει προκύπτει αναμφίβολα ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό. Σημειώνεται πως η εξουσία του Δικαστηρίου για μεταβολή του κατηγορητηρίου είναι ευρεία[1], και μπορεί να ασκηθεί ακόμα και αυτεπάγγελτα σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης[2], νοουμένου ότι δεν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία στην Υπεράσπιση. Με δεδομένο ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα[3]. Ούτε θεωρώ πως η τροποποίηση στην ημερομηνία καταλογισμού του αδικήματος συνιστά ουσιώδη αλλαγή της κατηγορίας, εφόσον δεν αλλοιώνεται η νομική πτυχή ή τα συστατικά στοιχεία του καταλογιζόμενου αδικήματος επομένως και για αυτό το λόγο, από την εν λόγω τροποποίηση, δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των κατηγορούμενων. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω επισημάνσεών και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει το άρθρο 83
(1)του Κεφ.155, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου με τη διαγραφή της ημερομηνίας «10.11.2010» στην πρώτη γραμμή των λεπτομερειών της μοναδικής κατηγορίας που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, με την ημερομηνία «29.08.2012». Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο καλεί τους Κατηγορουμένους 1 και 2, δεδομένης της γενόμενης τροποποίησης και των προνοιών του Άρθρου 84 του Κεφ. 155, να απαντήσουν, αφού κατηγορηθούν από τον Κατήγορο, στο τροποποιημένο κατηγορητήριο, κατά πόσο παραδέχονται την τροποποιημένη κατηγορία ή όχι. Νοείται ότι η πιο πάνω τροποποίηση που επήλθε εκ μέρους του Δικαστηρίου δεν αποστερεί το δικαίωμα της κατηγορούσας αρχής να προωθήσει το αίτημα της για εκ νέου τροποποίηση, υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων. Τα έξοδα της διαδικασίας αυτής να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως υπόθεσης, όμως σε καμιά περίπτωση δεν θα είναι σε βάρος των κατηγορούμενων. (Υπ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού, άλλος «Αβισσινός»
(1993)2 Α.Α.Δ. 104, 109 [2] βλ. Lanitis Bros Ltd v. Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266, 271, Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96, 107 [3] Βλ. Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 65, 69 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο