ΔΗΜΟΥ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ ν. ELMEK ELLAS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9511/23, 11/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9511/23 Μεταξύ: ΔΗΜΟΥ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ εναντίον
- ELMEK ELLAS LTD (ΗΕ 33723), εκ Πάφου, Νεαπόλεως 1, 8020
- ΚΟΥΡΙΔΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 203411), εκ Πάφου Αλεξανδρουπόλεως 23, 8027
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΡΙΔΗΣ, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης αρ.2 Κατηγορούμενοι Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 30.11.2023 Ημερομηνία: 11.12.2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή / Αιτητές: κος Καραγιαννίδης (για να ακούσει απόφαση ο κος Πελιβανίδης) Για τους Κατηγορούμενους / Καθ' ων η αίτηση: κα Πουλλά Ε. (για να ακούσει απόφαση η κα Ικος) Κατηγορούμενος αρ.3: Απών Ενδιάμεση Απόφαση H υπό τον άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε και εκκρεμεί εναντίον των κατηγορουμένων για Απάντηση στις κατηγορίες την 12.03.
- Στην πρώτη κατηγορούμενη αποδίδεται ότι στη Γεροσκήπου εξουσιοδότησε και/ή επέτρεψε και/ή ανέχθηκε την εκτέλεση εργασιών ανέγερσης οικοδομής και συγκεκριμένα την ανέγερση επιπρόσθετου (τέταρτου) ορόφου επί ανεγειρόμενης τριώροφης οικοδομής (ισόγειο και τρεις όροφοι), εντός του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/[ ], τεμάχιο [ ], Φ/Σχ. 51/12 στη Γεροσκήπου, κατά παράβαση των όρων και εγκεκριμένων σχεδίων της άδειας οικοδομής με αρ. Γ1693 που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή ήτοι το Δήμο Γεροσκήπου. Η δεύτερη κατηγορούμενη κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο και εντός του υπό αναφορά τεμαχίου, ως εργοληπτική εταιρεία, παράνομα εκτέλεσε εργασίες ανέγερσης οικοδομής, ήτοι την ανέγερση του πρόσθετου (τέταρτου) ορόφου. Τέλος ο τρίτος κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος της δεύτερης κατηγορούμενης παράνομα επέτρεψε και/ή της παρείχε συνδρομή για την εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης της οικοδομής δηλαδή του πρόσθετου (τέταρτου) ορόφου. Με μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 30.10.2023, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο συγκεκριμένα διατάσσονται οι κατηγορούμενοι - καθ' ων η αίτηση αρ.1 έως και 3 καθώς και οι διευθυντές, υπάλληλοι ή νόμιμοι αντιπρόσωποι τους όπως αναστείλουν πάσης φύσεως οικοδομικές και/ή κατασκευαστικές εργασίες, ήτοι την ανέγερση επιπρόσθετου (4ου ορόφου) επί ανεγειρόμενης τριώροφης οικοδομής εντός του υπό αναφορά τεμαχίου Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 2,3, 4, 7 - 9, 10 και 20 του Κεφ. 96, στον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο του 1972 στα άρθρα 2 - 4, 21, 25 και 37, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 2,4,5,7 και 9, και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Η αίτηση υποστηρίζεται από την επισυνημμένη ένορκο δήλωση της Χρίστιας Πιστέντη, εκτελεστικής μηχανικού στον Δήμο Γεροσκήπου η οποία είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από το Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου να προβεί στην ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται η κα Πιστέντη, η κατηγορούμενη αρ.1 εξασφάλισε πολεοδομική άδεια για ανέγερση τριώροφης πολυκατοικίας 6 διαμερισμάτων με περίφραξη, ενώ στις 15.05.2023 εξασφάλισε για την εν λόγω οικοδομή άδεια οικοδομής βάση όρων και στη βάση σχεδίων της εκδοθείσας πολεοδομικής άδειας. Το ακίνητο, ως προκύπτει από το φάκ. υπ' αρ. Β17/2022 για το οποίο δόθηκαν οι σχετικές άδειες είναι ιδιοκτησίας της 1ης κατηγορούμενης. Στις 23.10.2023 μετά από επιτόπια επίσκεψη της μαζί με άλλους λειτουργούς του Δήμου Γεροσκήπου, διαπίστωσαν ότι οι κατηγορούμενοι - καθ' ων η αίτηση προβαίνουν στην εκτέλεση οικοδομικών εργασιών προς ανέγερση και επιπρόσθετου 4ου ορόφου επί της ανεγειρόμενης και αδειοδοτημένης τριώροφης οικοδομής. Ο επιπρόσθετος όροφος συνιστά υπέρβαση του επιτρεπόμενου ύψους και αριθμού ορόφων στην περιοχή ενώ υφίστανται και άλλες αποκλίσεις σε σχέση με τα εγκεκριμένα σχέδια. Βρισκόταν στο στάδιο κατασκευής του σκελετού. Κατά τη θέση της οι κατηγορούμενοι σκοπεύουν να συνεχίζουν της εργασίες ανέγερσης τους και σε περίπτωση που δεν εκδοθεί διάταγμα τότε θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον σε περίπτωση που κατοικηθεί η οικοδομή οι τυχόν παρατυπίες θα είναι αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο να διορθωθούν. Επιπλέον υφίστανται κίνδυνοι για την ασφάλεια και υγεία των εκεί εργαζόμενων αλλά και των προσώπων που θα διαμένουν μελλοντικά και σε περίπτωση ολοκλήρωσης των εργασιών η οικοδομή θα λειτουργεί χωρίς να έχει ελεγχθεί από πλευράς κανόνων ασφαλείας. Ένεκα του ότι οι εργασίες εκτελούνται κατά παράβαση των εγκεκριμένων σχεδίων είναι επικίνδυνες και η έκδοση του διατάγματος καθίσταται αναγκαία προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν ατύχημα. Τέλος, αναφέρει ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως προβλέπεται από τον Νόμο Μετά την επίδοση του προσωρινού διατάγματος οι κατηγορούμενοι - καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν Eιδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης προβάλλοντας επτά λόγους ένστασης στην έκδοση και διατήρηση του προσωρινού διατάγματος. Αυτοί συνίστανται στο ότι δεν νομιμοποιούνται οι Αιτητές στην έκδοση των διαταγμάτων και ενεργούν κατά παράβαση του Νόμου και των Κανονισμών, δεν συντρέχουν λόγοι για την έκδοση των διαταγμάτων καθότι το ζήτημα έχει πλέον εκλείψει, στο ότι δεν υφίσταται το κατεπείγον, οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία, δεν υπάρχει κατεπείγον ζήτημα, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπερ των κατηγορούμενων και τέλος ότι οι Αιτητές διαπνέονται από εκδικητικότητα και ενεργούν με κακή πίστη. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κ. Σασάκαρου διευθυντή της πρώτης κατηγορούμενης. Η ένσταση των Κατηγορούμενων εστιάζεται ουσιαστικά στα ακόλουθα: Η τοποθέτηση κολώνων στην οροφή του τρίτου ορόφου αποτελούν διακοσμητική ενέργεια του μελετητή του έργου και όχι πρόθεση ανέγερσης επιπρόσθετου ορόφου. Θα προβούν δε σε κατάθεση αίτησης για έκδοση καλυπτικής άδειας. Είναι δυνατόν να αλλάξει η οικοδομική ζώνη καθώς και οι συντελεστές δόμησης, κάλυψης και αριθμοί ορόφων και έχουν την πεποίθηση πως αυτό θα συμβεί. Σε τέτοια περίπτωση αν και εφόσον το κρίνουν σκόπιμο και αφού εξασφαλίσουν άδειες θα προβούν σε αλλαγή χρήσης. Ο ενόρκως δηλών για τους κατηγορούμενους αναφέρεται στην Εντολή 1/2020 που εξεδόθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών δυνάμει του άρθρου 4.1 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου η οποία καθιστά εφικτή την κατασκευή επιπρόσθετου ορόφου με στόχο τη βελτίωση της αισθητικής εικόνας της όλης οικοδομής. Παραπέμπει επίσης στην παράγραφο 4.1.θ της Εντολής 1/
- Ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αποφυγή της οικονομικής τους καταστροφής καθότι δεν θα μπορέσουν να ολοκληρώσουν το κτήριο. Η ζημιά που θα υποστούν δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί σε μελλοντικό στάδιο σε αντίθεση με τους Αιτητές που καμία ζημιά δεν θα πάθουν. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για την έκδοση των διαταγμάτων ενώ δεν συντρέχει ούτε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Είναι δε δυνατή η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι Αιτητές σκόπιμα απέκρυψαν από το Δικαστήριο το περιεχόμενο των εντολών 1/2017 και 1/2020 και των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το περιεχόμενο τους. Προσθέτουν ότι τα τεκμήρια που κατατέθηκαν από τους Αιτητές έγινα κατά παράβαση των σχετικών διαδικαστικών κανονισμών. Στην ένορκη δήλωση των κατηγορούμενων κατατίθενται ως τεκμήρια Χ1 - Χ4 την αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας, την αίτηση για έκδοση οικοδομικής άδειας, την άδεια οικοδομής και τέλος την αίτηση για καλυπτική άδεια. Αγορεύσεις Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης και οι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου τις θέσεις των διαδίκων τις οποίες και έχει μελετήσει επισταμένα. Ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει κατωτέρω στο βαθμό που θα κριθεί αναγκαίο. Νομική Πτυχή Το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε στη βάση του άρθρου 20
(3)(α) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ.96). Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του άρθρου αυτού η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επομένως ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση οι πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Έχουν κατ' επανάληψιν ερμηνευθεί και τεθεί οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος (Βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237 και Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λιμιτεδ κ.α ν. Λοϊζίδου Πολ.Εφ. Ε7/2018 ημερ. 21/03/2019). Σύμφωνα με την νομολογία, οι βασικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι: · Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. · Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. · Η πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά ή βλάβη εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί ότι κατά το στάδιο εξέτασης της συνδρομής των προϋποθέσεων το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς, υπό την έννοια ότι δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της εκατέρωθεν μαρτυρίας ούτε και καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό την διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα[1]. Περαιτέρω στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση το κατά πόσον δηλαδή αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση αυτό διαπιστώνεται μέσα από τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωριστεί και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου ή όπου δεν υπάρχουν δικόγραφα μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση[2]. Θα πρέπει το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο Ενάγοντας να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο είτε από το δίκαιο της επιείκειας. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, είναι αρκετό για τον Αιτητή να καταδείξει μια πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[3]. Ό,τι εξετάζεται κατά την προϋπόθεση αυτή είναι η αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας του Αιτητή. Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο». Η απλή παράθεση των δυο εκδοχών δεν επαρκεί ενώ η εκτίμηση της προοπτικής επιτυχίας της πλευράς του Ενάγοντα - Αιτητή θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με την εκδοχή της άλλης πλευράς[4]. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα που την καταδεικνύουν[5]. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αυτή συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον Αιτητή της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το Δικαστήριο θα κρίνει ότι συντρέχει η συγκεκριμένη προϋπόθεση στις περιπτώσεις όπου ο υπολογισμός της ζημιάς που θα υποστεί ο Αιτητής θα είναι δύσκολος ή αδύνατος και κατ' επέκταση το ίδιο δύσκολη και αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης Στις περιπτώσεις όπου η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί, για να κριθεί ότι ο Αιτητής έχει ικανοποιήσει τη συγκεκριμένη προϋπόθεση, αυτός δεν θα πρέπει να αρκεστεί σε παράθεση γενικών και αόριστων ισχυρισμών αλλά να παραθέσει σαφή και θετική μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα[6]. Έχει επίσης επανειλημμένα νομολογηθεί ότι το κατά πόσο θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη δεν συναρτάται μόνο με την στενή αντίληψη της έννοιας της υλικής ζημιάς, αλλά όπως λέχθηκε στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λιμιτεδ κ.α ν. Λοϊζίδου (ανωτέρω) «με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία». Συνεπώς δεν μπορεί η οικονομική επιφάνεια του ισχυρού μέρους να δικαιολογεί την πρόκληση αδικίας επί του αιτούμενου δικαστική προστασία (βλ. Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317. Ακόμα όμως και να συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις δεν εξυπακούεται η αυτόματη έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, αλλά το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή, όπως εν προκειμένω, να το διατηρήσει. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), όπως είναι γνωστό, ή των αναγκών της δικαιοσύνης αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους πρόκλησης αδικίας στο ένα ή στο άλλο μέρος[7]. Το ποιους παράγοντες μπορεί να λάβει υπόψιν του το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, γιατί περί αυτής πρόκειται, δεν είναι προκαθορισμένοι αλλά εξαρτώνται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης[8]. Εκεί όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τα μέτρα εκείνα που σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante bellum[9] Είναι το μέρος που έχει εξασφαλίσει υπερ του το προσωρινό διάταγμα που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι αυτό πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παραμέτροι: α) Ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και β) Ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον Καθ' ου η Αίτηση. Εκτίμηση Δικαστηρίου Προτού εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης του διατάγματος θα εξετάσω τον πρώτο, τρίτο και πέμπτο λόγους ένστασης που εγείρουν οι κατηγορούμενοι δια των οποίων εισηγούνται ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος και ότι οι Αιτητές αφενός δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση του Διατάγματος και αφετέρου ότι απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο. Το στοιχείο του κατεπείγοντος Επιβάλλεται από τις πρόνοιες του άρθρου 9.1 του Κεφ.6 όπως εξετάσω πρώτα τον λόγο που αφορά την μη κατάδειξη εκ μέρους των Εναγόντων του στοιχείου του κατεπείγοντος. Είναι νομολογημένο ότι αυτό αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς[10]. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward
(2013)1(A) A.A.Δ. 79, το κατεπείγον πρέπει να εξετάζεται πριν την εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 προκειμένου να αποφασίσει το Δικαστήριο αν θα το οριστικοποιήσει, στην περίπτωση που έχει εκδοθεί μονομερώς ή αν θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να το εκδώσει. Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Αντώνης και Φούλης Μιχαήλ Λτδ ν. ΧΧΧ Ιωαννίδη, Πολ. Εφ. Ε44/14, ημερ.16.7.19: «Το άρθρο του 9 περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, προβλέπει για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο, χωρίς ειδοποίηση της αντίδικης πλευράς, στη βάση της διαδικασίας του κατεπείγοντος. Το κατεπείγον συνιστά σημαντικό δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δεδομένου ότι η διαδικασία προχωρά στην παρουσία της μιας πλευράς, με επιπτώσεις όμως στα δικαιώματα προσώπου το οποίο δεν έχει κληθεί να παρουσιαστεί και κατά παρέκκλιση της αρχής φυσικής δικαιοσύνης να ακούγονται και τα δύο μέρη της διαφοράς. Κατ' ακολουθία της νομολογίας (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598), παρέχεται στο Δικαστήριο το δικαιοδοτικό πλαίσιο στις περιπτώσεις εκείνες που καταδεικνύεται το κατεπείγον της αξίωσης. Υπό το πρίσμα αυτό, εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται εφόσον δεν αποδειχθεί η προϋπόθεση του κατεπείγοντος, στοιχείο που συνιστά ανεξάρτητο λόγο προς ακύρωση. Είναι πάγια γραμμή της νομολογίας ότι η δυνατότητα έγερσης του ζητήματος στο στάδιο της έφεσης υφίσταται, ασχέτως της έκδοσης μονομερώς διατάγματος (Κούππας ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) ΑΑΔ 1665).» Όπως υποδείχθηκε και στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 203, κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Η καθυστέρηση στην επιδίωξη της θεραπείας είναι βεβαίως σχετική και μπορεί να οδηγήσει στην μη έκδοση ή στην ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος όμως ο χρόνος στον οποίο αποτείνεται ο αιτών τη θεραπεία δεν είναι στατικός, και λαμβάνονται υπόψιν διάφοροι παράγοντες όπως το είδος της επιδιωκόμενης θεραπείας, το πολύπλοκο της υπόθεσης, η συλλογή του απαραίτητου μαρτυρικού υλικού κ.α[11]. Τέλος όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση CommerzBank AuslandsBanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Π.Ε. Ε6/2014, ημερ. 27.2.2015, όταν τίθεται θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, «το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς». Ο λόγος αυτός θα πρέπει να πω ότι εγείρεται με πολύ γενικότητα και αοριστία από πλευράς κατηγορούμενων. Δεν έχουν συσχετίσει με οποιοδήποτε συγκεκριμένο λόγο την ανυπαρξία κατεπείγοντος, όπως φερ' ειπείν την καθυστερημένη επιδίωξη της ενδιάμεσης θεραπείας, ή ότι προβλήθηκαν παραπλανητικοί ισχυρισμοί προς το Δικαστήριο οι οποίοι να επέδρασαν στην κρίση του και, πεπλανημένα, να θεωρήσει την περίπτωση ως επείγουσα. Αντιθέτως μέσα από τη μαρτυρία που προσέφεραν οι Αιτητές, φαίνεται ότι έδρασαν το συντομότερο δυνατό αφότου έλαβαν γνώση των, κατ' ισχυρισμό, παράνομων ενεργειών των κατηγορούμενων. Αυτό έγινε ουσιαστικά σε περίοδο μιας μόλις εβδομάδας και συνυπολογιζόμενου του χρόνου που χρειάστηκε για ετοιμασία και καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι ολιγώρησαν. Πέραν τούτου υφίσταται μαρτυρία ότι οι εργασίες που εκτελούνταν αφενός ήταν παράνομες και αφετέρου τίθετο σε κίνδυνο η ασφάλεια και υγεία των εργαζόμενων. Από πλευράς Αιτητών προσκομίστηκε μαρτυρία που καταδεικνύει πως οι εν λόγω εργασίες προχωρούσαν προς ολοκλήρωση του παράνομου ορόφου, κάτι που ενισχύεται και από τις φωτογραφίες που επισυνάφθηκαν ως τεκμήριο 8. Αξίζει να σημειωθεί πως ο ισχυρισμός ότι η ανέγερση του πρόσθετου ορόφου δεν καλύπτεται από τις απαραίτητες άδειες έχει ουσιαστικά παραμείνει αδιαμφησβήτητος. Τα πιο πάνω θεωρώ ότι στοιχειοθετούν επαρκώς το στοιχείο του κατεπείγοντος και συνακόλουθα ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης κρίνεται ως αβάσιμος. Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και έλλειψη νομιμοποίησης Στην CommerzBank AuslandsBanken Holding A.G. κ.α. (ανωτέρω) επαναλαμβάνονται οι γνωστές αρχές της νομολογίας επί του θέματος και απόλυτα σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα (υπογραμμίσεις δικές μου): «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping &; Travel Ltd
(1989)1 AAΔ.607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 AAΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 AAΔ 598 και Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ. α.
(2004)1Γ AAΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd's Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd's Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping &; Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος...» Περαιτέρω στην M. & CH. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. THE TIMBERLAND CO OF USA
(1997)1 ΑΑΔ 1791 αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα τους, τις οποίες αμφισβητεί. Γεγονότα τα οποία υποχρεούται ο αιτητής να αποκαλύψει σχετίζονται με α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, και γ) την πιθανότητα επιτυχίας. Δεν αποκλείεται και το ίδιο το Δικαστήριο να εξετάσει αυτόβουλα ζήτημα απόκρυψης γεγονότων, όταν αυτό δικαιολογείται από την προσκομισθείσα μαρτυρία (βλ. Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd, Πολ. Έφ. 181/2007 ημερομηνίας 19.6.2009). Τέλος Όπως λέχθηκε στην απόφαση Βασιλική Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004), 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953 «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι ότι οι Αιτητές εσκεμμένα απέκρυψαν από το Δικαστήριο τις υπό του Υπουργού Εσωτερικών εκδοθείσες εντολές 1/2017 και 1/2020 και ειδικότερα το δικαίωμα τους σε προσφυγή εις περίπτωση που η αρμόδια αρχή, ήτοι οι Αιτητές, αρνηθούν να τους παραχωρήσουν καλυπτική άδεια. Η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατ' αρχήν οι εν λόγω εντολές εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 6 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου στις περιπτώσεις που ο Υπουργός τις θεωρεί αναγκαίες για επίτευξη των σκοπών του εν λόγω νόμου. Οι κατηγορίες που αφορούν τους κατηγορούμενους σχετίζονται με τα αδικήματα της ανέγερσης ή ανοχής ανέγερσης οικοδομής χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση άδειας οικοδομής, η οποία έπεται της έκδοσης της πολεοδομικής άδειας, και διέπεται αποκλειστικά από τον περί οδών και οικοδομών Νόμο Κεφ.96. Η εμβέλειά της τελευταίας περιορίζεται στην εκτέλεση της ανάπτυξης που εξουσιοδοτείται με την πολεοδομική άδεια και τον καθορισμό λεπτομερειών που δεν προσδιορίζονται σ' αυτή (βλ. Ζαντής ν. Έπαρχου Λευκωσίας
(1992)4 Α.Α.Δ 4841. Εν προκειμένω, οι κατηγορούμενοι εξασφάλισαν άδεια πολεοδομική και οικοδομική άδεια για ανέγερση τριώροφης πολυκατοικίας, όχι όμως και για την κατασκευή τέταρτου, ως ισχυρίζονται οι αιτητές, ορόφου. Πέραν των πιο πάνω παρατηρώ τα εξής. Οι υπό αναφορά εντολές περιέχουν πρόνοιες που υπό προϋποθέσεις και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσουν την αρμόδια πολεοδομική αρχή στην παραχώρηση είτε επιπρόσθετου συντελεστή δόμησης κατά 5% (ως η περίπτωση της Εντολής 1/2020) είτε την αναπροσαρμογή του ύψους ή και των ορόφων μιας οικοδομής (ως η περίπτωση της Εντολής 1/2017). Θα πρέπει να τονιστεί ότι η παραχώρηση των σχετικών «παρεκκλίσεων», ως προκύπτει και τη χρήση της λέξης «δύναται» ή «είναι δυνατό», γίνεται κατά την διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι κατηγορούμενοι, όχι μόνο δεν έχουν προσκομίσει ίχνος μαρτυρίας ότι η επίδικη οικοδομή εντάσσεται στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που απαριθμούνται στις υπό αναφορά εντολές, αλλά το κυριότερο παραδέχονται ότι δεν έχουν λάβει σχετική άδεια από την αρμόδια πολεοδομική αρχή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο κος Σασάκαρος στην παράγραφο 13 της ένορκης του δήλωσης «θα μπορούσα να κάνω χρήση της Εντολής 1 του 2020», ενώ όσον αφορά την Εντολή 1 του 2017 παραθέτει απλώς συγκεκριμένο εδάφιο αυτής χωρίς οποιαδήποτε άλλα στοιχεία. Επομένως δεν τίθεται θέμα απόκρυψης δεδομένων που εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, η μη αποκάλυψη των υπό αναφορά Εντολών ουδόλως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ουσιώδης, καθότι δεν σχετίζεται ούτε σχετίζονται με το βάσιμο των κατηγοριών που αποδίδονται στους κατηγορούμενους, ούτε επηρεάζει τη σοβαρότητα του ζητήματος που εγείρεται, αλλά ούτε και την πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης. Συνεπώς θεωρώ ότι ακόμα και σε περίπτωση αποκάλυψης των σχετικών εντολών τούτο δεν θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος. Όσον αφορά την έλλειψη νομιμοποίησης των Αιτητών να αναφέρω ότι η υποχρέωση προσώπου να εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή προτού ανεγείρει οικοδομή αναγνωρίζεται και καθορίζεται από το άρθρο 3
(1)του Κεφ.96, ενώ το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου προνοεί ότι αρμόδια αρχή αποτελεί σε περίπτωση περιοχής Δήμου, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου αυτού. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η αίτηση προωθείται από και εκ μέρους του Δημάρχου και Δημοτικού Συμβουλίου Γεροσκήπου, ως αναφέρει σχετικά στην πρώτη παράγραφο η ομνύουσα Πιστέντη. Αποτελεί δε αντιφατικότητα από τη μια να ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση ότι δεν νομιμοποιούνται οι Αιτητές και την ίδια ώρα να αναγνωρίζουν ότι αφενός εκδόθηκε από πλευράς τους οικοδομική άδεια για το αδειοδοτημένο τμήμα της οικοδομής και αφετέρου ότι αποτάθηκαν σε αυτούς για έκδοση καλυπτικής πολεοδομικής άδειας. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να επεκταθώ για να καταδειχθεί το αβάσιμο του σχετικού λόγου. Επομένως ο πρώτος και ο πέμπτος λόγος έντασης απορρίπτονται. Κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 Υπό το φως των πιο πάνω αρχών και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται οι προυποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Την ίδια ώρα θα εξετάσω και τους λόγους ένστασης οι οποίοι έχουν προβληθεί, πάντοτε με γνώμονα και καθήκον όπως σε αυτό το Δικαστήριο αποφευχθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε επίπεδο αξιοπιστίας και την εξαγωγή συμπερασμάτων που αυτό ανάγεται στα καθήκοντα του Δικαστηρίου όταν εκδικάσει την κυρίως υπόθεση. (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Το εν λόγω κριτήριο, όπως λέχθηκε, δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. Με βάση λοιπόν τις εκθέσεις αδικημάτων των κατηγοριών και τις λεπτομέρειες αδικημάτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αιτητές απέδειξαν ότι πληρούται αυτή η προϋπόθεση. Υπάρχει μαρτυρία ότι η καθ' ης η αίτηση αρ.1 είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/8830, τεμάχιο 506, Φ/Σχ. 51/12 που βρίσκεται στην τοποθεσία «Σύρματα» εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου η οποία και έχει εξασφαλίσει πολεοδομική και οικοδομική άδεια για ανέγερση τριώροφης οικοδομής. Υπάρχει επίσης μαρτυρία η οποία φέρει την κατηγορούμενη αρ.2 να εκτελεί κατασκευαστικές εργασίες προς ανέγερση επιπρόσθετου τέταρτου ορόφου στο ως άνω ακίνητο χωρίς να έχει εξασφαλίσει οικοδομική άδεια από την αρμόδια αρχή ήτοι τους αιτητές. Επιπλέον υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος αρ.3 είναι ο διευθυντής της δεύτερης κατηγορούμενης. Πρόκειται για αδικήματα γνωστά στο Νόμο και συγκεκριμένα καλύπτονται από τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Κεφ.96 για την παράβαση των οποίων προβλέπεται ποινή στο άρθρο 20
(1)του ίδιου νόμου. Η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας για τους Αιτητές αποτελούν εικασίες και υποκειμενικές διαπιστώσεις δεν ευσταθεί, καθότι και οι ίδιοι παραδέχονται ότι προβαίνουν σε κατασκευή κολώνων πέραν του τρίτου ορόφου ασχέτως αν αυτές, κατά τη θέση τους είναι το τελικό στάδιο των εργασιών. Επιπλέον τα όσα αναφέρει ενισχύονται και από τις φωτογραφίες τεκμήριο
- (β) Ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας. Αναμένεται από τους αιτητές να δείξουν ότι έχουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αρκεί ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Με βάση την τεθείσα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από τους αιτητές, το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρείται και αυτή η πιθανότητα, διότι έχοντας κατά νου την φύση των αδικημάτων των κατηγοριών, δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από τους καθ' ων η αίτηση ότι είχε εκδοθεί ή κατείχαν άδεια οικοδομής κατά τον ουσιώδη χρόνο, εν τη εννοία του νόμου, για τις εργασίες κατασκευής που διενεργούνταν άνωθεν του τρίτου ορόφου της ήδη αδειοδοτημένης οικοδομής. Αποτελεί κοινό έδαφος, πάντα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, πως το υπό αναφορά ακίνητο εντός του οποίου εκτελούνται οι επίδικες κατασκευαστικές εργασίες ανήκει στην 1η κατηγορούμενη και η οποία δεν αρνείται τη γνώση της για τη διενέργεια τους, ότι η 2η κατηγορούμενη είναι εργοληπτική εταιρεία η οποία ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών και τέλος ότι ο 3ος κατηγορούμενος είναι ο μοναδικός διευθυντής της δεύτερης κατηγορούμενης ήτοι το πρόσωπο που λαμβάνει αποκλειστικά τις αποφάσεις για λογαριασμό της και δύναται να έχει ευθύνη ως συνεργός (βλ. Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016). Ο ισχυρισμός που τέθηκε εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση ότι δηλαδή οι κολώνες που εντοπίστηκαν δεν αποτελούν προπαρασκευαστικές εργασίες για δημιουργία τέταρτου ορόφου, ενισχύει τις θέσεις των αιτητών, εφόσον δεν αρνούνται ότι πράγματι εκτελούνταν κατασκευαστικές εργασίες οι οποίες δεν προνοούνται στα εγκριθέντα σχέδια της εκδοθείσας άδειας οικοδομής με αρ. Γ
- Ο ίδιος ο ομνύων στην παράγραφο 18 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι «Έχομε ήδη δώσει οδηγίες στον μελετητή να καταθέσει αίτηση για καλυπτικές άδειες με την τροποποίηση των σχεδίων και την προσθήκη των διακοσμητικών κολώνων αφού αυτός μας της (sic) είχε εισηγηθεί». Εκτός όμως αυτού, ο εν λόγω ισχυρισμός φαίνεται ότι δεν συνάδει με το τεκμήριο Χ4 το οποίο επισυνάφθηκε επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση τους. Αυτό αποτελεί αίτηση εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης για έκδοση πολεοδομικής άδειας όπου στην πρώτη σελίδα στο πεδίο «Περιγραφή Προτεινόμενης Ανάπτυξης» αναφέρεται «Προσθήκη δυο κολυμβητικών δεξαμενών στην οροφή του κτηρίου, μηχανοστάσια και δυο αποχωρητήρια». Η αίτηση φέρει την υπογραφή του κου Σασάκαρου που προβαίνει στην ένορκη δήλωση για υποστήριξη της ένστασης των καθ' ων η αίτηση καθώς και του μελετητή (αρχιτέκτονα) τους, ενώ συνοδεύεται και από σχετικά αρχιτεκτονικά σχέδια. Η δε αναφορά του στις Εντολές 1 του 2020 και 1 του 2017 δεν ωφελεί σε οτιδήποτε τους καθ' ων η αίτηση εφόσον, όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω ,αυτές αφορούν το στάδιο της έκδοσης πολεοδομικής άδειας και όχι της άδειας οικοδομής ενώ την ίδια ώρα δεν δεσμεύουν κατά υποχρεωτικό τρόπο την πολεοδομική αρχή στην έκδοση των εν λόγω αδειών σύμφωνα με τις προβλεπόμενες παρεκκλίσεις. Πρόκειται, σε συνδυασμό με άλλες αναφορές του ομνύοντα για τους καθ' ων η αίτηση, περί αλλαγής του συντελεστή δόμησης ή κάλυψης ή και της πολεοδομικής ζώνης, για προβλέψεις, εικασίες και υποθετικά σενάρια χωρίς οποιοδήποτε στέρεο υπόβαθρο. Σε κάθε περίπτωση δεν αναιρείται η υποχρέωση εξασφάλισης άδειας από την αρμόδια οικοδομική αρχή. Στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι η εισήγηση στη γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση περί πλήρους άρνησης των ισχυρισμών των αιτητών και συνακόλουθη αποτυχία τους να αποσείδουν το βάρος απόδειξης για διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος, είναι τουλάχιστον ανακριβής εφόσον πλείστοι των ισχυρισμών των Αιτητών είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί ή δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία που να τους αποδυναμώνει, για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας. Η μόνη ουσιαστικά διαφορά είναι το σκοπός της κατασκευής των κολόνων που ο ομνύων για τους καθ' ων η αίτηση ισχυρίζεται πως είναι καθαρά διακοσμητικές ενώ οι αιτητές εργασίες για κατασκευή ορόφου. Το στοιχείο αυτό, πέραν των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, είναι μη ουσιώδες για την κατάδειξη ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, εφόσον η έννοια της λέξης «οικοδομή» σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 96 αποτελεί οποιαδήποτε κατασκευή είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε τοίχο ή φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή και όχι μόνο την προσθήκη ορόφου επί ανεγειρόμενης οικοδομής. Το γεγονός ότι οι κατασκευαστικές εργασίες δεν έχουν περατωθεί, όπως συμφωνούν οι δυο πλευρές, καταδεικνύει ως ενδεχόμενο την συνέχιση αυτών χωρίς να έχει εκδοθεί οποιαδήποτε άδεια από την αρμόδια αρχή. (γ) Δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση επαναλαμβάνω ότι αυτή δεν πρέπει να διασυνδέεται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Με άλλα λόγια η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240. Όπου υπάρχουν ισχυρισμοί για παραβιάσεις δικαιωμάτων, ή όπως εν προκειμένω νομοθετικών προνοιών, όσο ισχυρή και να είναι η οικονομική κατάσταση της άλλης πλευράς, δεν μπορεί να δικαιολογεί την πρόκληση αδικίας επί του αιτούμενου δικαστική προστασία ή τη συνέχιση της παραβίασης του νόμου. Η παρούσα υπόθεση δεν αφορά την εκδίκαση χρηματικής διαφοράς, αλλά με αυτή επιζητείται η αποκατάσταση της νομιμότητας, την οποία για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας οι Αιτητές κατέδειξαν ότι πιθανόν να διαρρήχθηκε μέσα από πράξεις ή και παραλείψεις των κατηγορούμενων. Υπενθυμίζω πως οι καθ' ων η αίτηση δεν αρνούνται αλλά αποδέχονται ότι διενεργούσαν οικοδομικές εργασίες πριν την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και σύμφωνα με τα γεγονότα ως διατυπώνονται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις προκύπτει ότι η κατηγορούμενη 2 η οποία διευθύνεται αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο αρ.3 σε ακίνητο που ανήκει στην κατηγορούμενη αρ.1 η οποία δεν αρνείται ότι επιτρέπει την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, ανεγείρουν κολώνες επί του τρίτου ορόφου κατά παράβαση των εγκεκριμένων σχεδίων και χωρίς άδεια οικοδομής. Από δε τις φωτογραφίες που επισυνάπτονται ως τεκμήριο 8 φαίνονται περιμετρικά του τρίτου ορόφου οι κολώνες από τις οποίες προεξέχει σίδηρος (προφανώς οικοδομικού τύπου) καθώς επίσης και σκαλωσιές. Τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό με το τεκμήριο Χ4 που προσκόμισαν οι καθ' ων η αίτηση (αίτηση για καλυπτική άδεια) αποδίδουν μεγαλύτερη δυναμική στις θέσεις των Αιτητών πως πρόκειται για κατασκευή ορόφου και όχι απλώς τοποθέτηση διακοσμητικών και μόνο, ως τις χαρακτηρίζουν οι καθ' ων η αίτηση, κολώνων. Φανερώνουν επίσης την ετοιμότητα των καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν στην ολοκλήρωση της κατασκευής του χωρίς να έχουν εκ των προτέρων εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες. Πέραν τούτου ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά από την συνέχιση της ισχύος του διατάγματος, είναι ασυμβίβαστος με τον ισχυρισμό πως πρόκειται περί κατασκευής διακοσμητικών κολώνων και όχι οτιδήποτε άλλο. Συν τοις άλλοις καθόλου δεν συγκεκριμενοποιούν την όποια ζημιά ισχυρίζονται θα υποστούν. Την ίδια ώρα, το γεγονός ότι εκτελούνται οι ισχυριζόμενες παράνομες κατασκευές, οι οποίες ακόμα να ολοκληρωθούν και χωρίς οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου να μπορούν να ελέγξουν την εν λόγω οικοδομή για θέματα ασφάλειας και υγείας, καθιστούν επιβεβλημένη τη μονιμοποίηση του διατάγματος μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση της υπόθεσης. Συνεπώς, σε περίπτωση ακύρωσης του διατάγματος ελλοχεύει ο κίνδυνος οι καθ' ων οι αίτηση 2 και 3 να αφεθούν ελεύθεροι να συνεχίσουν ανενόχλητοι την ολοκλήρωση των εργασιών τους προς όφελος της κατηγορούμενης αρ.1 χωρίς άδεια, εν τη εννοία του νόμου, από τους αιτητές και παράλληλα να υπάρξουν ατυχήματα των εργαζόμενων. Άλλωστε ο σκοπός της πρόνοιας του νομοθέτη στο Άρθρο 20
(3)του Κεφ.96 για μονομερή έκδοση διατάγματος αναστολής εργασιών, δεν είναι άλλος από του να αποτρέψει τη συνέχιση εκτέλεσης τους, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ η προβλεπόμενη εκ του νόμου άδεια. Η δε δυνατότητα έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης της όποιας παράνομης οικοδομής δεν απαμβλύνει την αναγκαιότητα έκδοσης του υπό κρίση διατάγματος. Τέτοια προσέγγιση θα καταστρατηγούσε θεωρώ την πρόνοια για προσωρινό διάταγμα αφού θα έδιδε το δικαίωμα σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να προβαίνει ανεξέλεγκτα σε παράνομες οικοδομικές εργασίες επικαλούμενο την προβλεπόμενη δυνατότητα έκδοσης εναντίον του τέτοιου διατάγματος στο τέλος της υπόθεσης. Συνακόλουθα πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης του υπό κρίση διατάγματος και οι λόγοι ένστασης αρ.2 και αρ.4 απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Ισοζύγιο της ευχέρειας Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο η έκδοση των υπο εξέταση θεραπειών δικαιολογείται ή όχι κατά το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο, ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και επιλέγει να ακολουθήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Με άλλα λόγια κατά πόσο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθούν ή να παραμείνουν σε ισχύ ή όχι τα αιτούμενα διατάγματα, ασκώντας προς τούτο, και πάντοτε δικαστικά, τη διακριτική του ευχέρεια. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση / συνέχιση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως το θέμα τέθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για την χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω νομικές αρχές κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο η συνέχιση της ισχύος του εν λόγω διατάγματος διότι σε αντίθετη περίπτωση θα υφίσταται ο κίνδυνος συνέχισης κατασκευαστικών εργασιών που δεν καλύπτονται από οικοδομική άδεια και την ίδια ώρα θα ελλοχεύουν κίνδυνοι για την ασφάλεια και υγεία των εργαζόμενων από τη διενέργεια μη εγκεκριμένων εργασιών. Από την άλλη δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να πλαισιώνει με πειστικό ή επαρκή τρόπο την όποια οικονομική ζημιά θα υποστούν οι κατηγορούμενοι, η οποία θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι δεν μπορεί να υπερτερεί έναντι της τήρησης του νόμου. Θα πρέπει λοιπόν να συνεχιστεί η ισχύς του εν λόγω διατάγματος για να εξακολουθήσει να ισχύει το status quo που δεν είναι άλλο από την διατήρηση της νομιμότητας και της προστασίας της ασφάλειας των εργαζόμενων. Επομένως για όλους τους πιο πάνω αναφερθέντες λόγους κρίνω επίσης ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Αιτητών. Συνακόλουθα και ο έκτος λόγος ένστασης απορρίπτεται Τέλος σε σχέση με τον έβδομο και τελευταίο λόγο ένστασης αρκεί να αναφέρω ότι καμία μαρτυρία ή ισχυρισμούς έχουν προσφερθεί από πλευράς κατηγορούμενων που να υποστηρίζουν την ύπαρξη κακοπιστίας ή εκδικητικότητας από πλευράς Αιτητών, παρά μόνο μια φραστική διατύπωση. Είναι επίσης άξιο απορίας να εγείρεται τέτοιος λόγος ένστασης ενώ στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης Σασάκαρου να γίνεται λόγος περί «παρεξήγησης». Ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Κατάληξη Για τους λόγους που προανέφερα κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν πετύχει να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους τους για την οριστικοποίηση του διατάγματος. Οι λόγοι ένστασης, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών αλλά και της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, κρίνονται αβάσιμοι. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επαρκής, λεπτομερής και ικανοποιητική μαρτυρία, για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, η οποία δικαιολογεί την έκδοση και διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος. Επαναλαμβάνεται ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει ούτε έχει προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας αυτής ή στην εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων σε αυτό το στάδιο. Συνακόλουθα, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 31.10.23 καθίσταται απόλυτο μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Τα έξοδα της αίτησης αυτής επιδικάζονται υπέρ του Κατήγορου - Αιτητών και εναντίον των κατηγορουμένων - καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. μεταξύ άλλων Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799 αλλά και Κυρίλου ν. Λαμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528. [2] Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598 [3] Βλ. Πουργουρίδη κ.α ν. Μέζου κ.α
(1994)1 Α.Α.Δ [4] Βλ. Κωνσταντίνου Λόρδου κ.α ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α Πολ. Εφ. Ε143/2015 ημερ. 23.03.2017 [5] Βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ 253 [6] βλ. Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Αρ.2)
(2008)1A ΑΑΔ 626, 630 και M.Ch. Mitsingas Trading Ltd and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1791 [7] Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, 570, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, 258, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154 και Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, 1424 [8] Βλ. American Cyanamid v. Ethicon [1975] AC 396, όπου στη σελ. 408 αναφέρθηκε από το Λόρδο Diplock: «It would be unwise to attempt even to list all various matters which may need to be taken into consideration in deciding where the balance lies, let alone to suggest the relative weight to be attached to them.». [9] Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015 και Κοσμα ν. Χατζηκυπρή κ.α
(2000)1 ΑΑΔ 169, όπου αναφέρθηκε ότι η κατοχή ή όχι διαμερίσματος θεωρήθηκε θεμελιακής σημασίας για διατήρηση του status quo ante. [10] Βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 A.A.Δ. 1475, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 [11] Βλ. Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο