Δημοκρατία ν. SYULEYMAN ABDIEV, Αρ. Υπόθεσης: 6792/2023, 28/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6792/2023 Μεταξύ: Δημοκρατία v. SYULEYMAN ABDIEV Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις πιο κάτω κατηγορίες: 1) Εμπρησμός, κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες, ο κατηγορούμενους στις 12/07/2023, στην Πάφο εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά στο μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], αξίας €1000, ιδιοκτησίας της M. R. από την Βουλγαρία και τώρα στην Πάφο. (1η κατηγορία) 2) Απειλή, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες, ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου του 2023, στην Πάφο, προκάλεσε τρόμο ή ανησυχία στον Y. G. από την Βουλγαρία και τώρα στην Πάφο, απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη, δηλαδή μέσω τηλεφώνου τον απείλησε ότι θα του κάψει τα αυτοκίνητα του και όταν τον βρει στον δρόμο θα τον κτυπήσει με το αυτοκίνητο. (2η κατηγορία) 3) Κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύχτας, χωρίς νόμιμη δικαιολογία, κατά παράβαση του άρθρου 296(γ) του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του τα διαρρηκτικά όργανα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, χωρίς νόμιμη δικαιολογία γι' αυτά. (3η κατηγορία) 4) Απαγόρευση μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας ο κατηγορούμενος, μετέφερε εντός του αυτοκινήτου του ένα ανοιγόμενο μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη και μετατρέπεται σε μαχαίρι με σταθερή λεπίδα, μήκους 10 εκατοστών, εκτός της κατοικίας ή της αυλής του. (4η κατηγορία) 5) Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας Ελεγχόμενα Φάρμακα, Μέρος Ι, Φάρμακα τάξης Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων ουσιών Νόμου 29/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, στις 14/07/2023 στην Πάφο, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α', δηλαδή μεθαμφεταμίνη μεικτού βάρους 0,30, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. (6η κατηγορία) 6) Παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(δ), 30 και 31 Πρώτος Πίνακας μέρος Ι, Φάρμακα τάξεως Α' και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες στις 14/07/2023 στην Πάφο, έκανε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', δηλαδή μεθαμφεταμίνη. (7η κατηγορία) Σημειώνω ότι όσον αφορά την 5η κατηγορία, ήτοι αυτή της παράνομης κατοχής περιουσίας, αυτή διακόπηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν κατατεθεί γραπτώς (έγγραφο 1) από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής είναι τα ακόλουθα: «ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα γεγονότα είναι όπως καταγράφονται στις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας. Επιπλέον, σημειώνονται τα εξής για να αποτελέσουν μέρος των γεγονότων:
- Στις 12/07/2023 προσήλθε στο ΤΑΕ Πάφου η M. R. (1η παραπονούμενη), ΜΚ-1, από τη Βουλγαρία, και κατήγγειλε ότι την ίδια ημέρα 12/07/2023 και περί ώρα 03:30 ξέσπασε φωτιά στο αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής [ ], το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο κάτω από την πολυκατοικία που διαμένει σε παράδρομο της οδού [ ] στην Πάφο. Η φωτιά κατασβέστηκε από τον σύζυγο της 1ης παραπονούμενης, Y. G.(2ο παραπονούμενο), ΜΚ-2, από τη Βουλγαρία και άλλους κατοίκους της πολυκατοικίας.
- Τη σκηνή η οποία αποκλείστηκε επισκέφθηκαν ο Β/Υπεύθυνος και μέλη του ΤΑΕ Πάφου, o Υποπυραγός Ανδρέας Σάββα (ΜΚ-9) μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας όπου διενήργησαν επιτόπιες εξετάσεις. Από τις εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι η φωτιά στο αυτοκίνητο τέθηκε κακόβουλα με την χρήση εύφλεκτης ύλης.
- Η σκηνή αποκλείστηκε από την Αστ 1934 (ΜΚ-5) η οποία δεν επέτρεψε σε οποιοδήποτε αναρμόδιο πρόσωπο να εισέλθει εντός αυτής.
- Ο Αστ 2543 (ΜΚ-4) έλαβε φωτογραφίες του οχήματος [ ] και παρέλαβε δύο δειγματοληψίες από το αυτοκίνητο (Τεκμήρια 1 και 2).
- Ο 2ος παραπονούμενος και ο αδελφός του M. G. (MΚ-3) ανέφεραν σε καταθέσεις τους στην Αστυνομία ότι υποψιάζονται ότι δράστης του εμπρησμού είναι ο S. A. (κατηγορούμενος) και κατάγγειλαν μεταξύ άλλων τα εξής: i. Ο ΜΚ-3 εργοδοτούσε στο παρελθόν τον Κατηγορούμενο στις οικοδομές και πολλές φορές στο παρελθόν πλήρωσε χρήματα στην Αστυνομία για εντάλματα και πρόστιμα που είχε ο ύποπτος με σκοπό να τον βοηθήσει. ii. Πριν από πέντε περίπου μήνες από τη διάπραξη των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος αγόρασε ένα αυτοκίνητο από την Λεμεσό, για την αγορά του οποίου μπήκε εγγυητής ο 2ος παραπονούμενος, ΜΚ-2, (σύζυγος της 1ης παραπονούμενης, ΜΚ-3). Περί τον Μάιο του 2023, ο πωλητής του αυτοκινήτου ενημέρωσε τον 2ο παραπονούμενο, ΜΚ-2, ότι ο Κατηγορούμενος πλήρωσε μόνο μια δόση και αρνείτο να πληρώσει άλλη δόση και έτσι ο πωλητής ήρθε στην Πάφο και παρέλαβε το αυτοκίνητο που πούλησε στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος θεώρησε ότι το πρόσωπο που ευθύνεται για την κατάσχεση του αυτοκινήτου του, ήταν ο 2ος παραπονούμενος, ΜΚ-2, και έτσι ο Κατηγορούμενος άρχισε να του τηλεφωνάει και να τον απειλεί ότι θα του κάψει τα αυτοκίνητα του και όταν τον βρει στον δρόμο θα τον χτυπήσει με το αυτοκίνητο. iii. Στις 12/07/2023 και περί ώρα 15:15 ο ΜΚ-3 τηλεφώνησε του Κατηγορούμενου στο κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης [ ] και τον ρώτησε που βρισκόταν το βράδυ της 11-12/07/2023 και ο κατηγορούμενος του είπε "Ήμουν σπίτι". Τι σε νοιάζει που ήμουν». Τότε ρώτησε ευθέως τον κατηγορούμενο κατά πόσο αυτός έθεσε την φωτιά στο αυτοκίνητο της συζύγου του αδελφού του και ο κατηγορούμενος του απάντησε "Ναι εγώ το έκαψα τί θα μου κάνετε;". Ο ΜΚ-3 τον ενημέρωσε ότι θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία και ο κατηγορούμενος του απάντησε "Όπου θέλεις πήγαινε. Εγώ θα είμαι σπίτι" και έκλεισε το τηλέφωνο. iv. Σύμφωνα με τον 2ο παραπονούμενο, ΜΚ-2, στις 11/07/2023 ενώ βρισκόταν έξω από συγκεκριμένο κατάστημα στον Μούτταλλο, ρυμουλκό όχημα κατέβασε στο μέρος το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, μάρκας PEUGEOT, χρώματος γκρίζου, όπου είχε άσπρη πισινή πόρτα και ταινίες σφράγισης της Αστυνομία.
- Στις 12/07/2023 από έλεγχο κλειστού κυκλώματος το οποίο καλύπτει σημείο δίπλα από τον χώρο που ήταν σταθμευμένο το όχημα [ ], φαίνεται την ώρα του εμπρησμού να προσεγγίζει το μέρος μόνο το όχημα του κατηγορούμενου με αριθμούς εγγραφής [ ], χρώματος γκρίζου, του οποίου η πισινή πόρτα είναι άσπρη, όπως δηλαδή το περιέγραψε ο 2ος παραπονούμενος, ΜΚ-
- Η δε κλήση που έκανε ο ΜΚ-3 προς τον κατηγορούμενο φωτογραφήθηκε από τον ΜΚ-
- Στις 14/7/2023 και ώρα 0355 ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από τον Λοχ 3179 (ΜΚ-7) στην Πέγεια εντός του οχήματος του μάρκας Peugeot 206 χρώματος γκρίζου, με αρ. εγγρ. [ ] και συνελήφθηκε από τον ΜΚ-7 δυνάμει Δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν έκανα τίποτε". Ο Μ-7 παρέλαβα το κινητό τηλεφώνου του Κατηγορούμενου ως τεκμήριο (Τεκμ.3). Το όχημα μεταφέρθηκε με ασφάλεια στην ΑΔΕ Πάφου όπου σφραγίστηκε στην παρουσία του κατηγορούμενου.
- Στις 14/7/2023, ανακρινόμενος προφορικά ο κατηγορούμενος από τον Λοχ 3070 Α. Τσεκούρα (ΜΚ-12), με την βοήθεια της διερμηνέας Μποϊκα Μιχαήλ (ΜΚ-10), αφού του υποδείχθηκε το βίντεο που καταγράφθηκε από το κλειστό κύκλωμα στην σκηνή του εμπρησμού, ανάφερε ότι πήγε εκεί για να συναντηθεί με την φιλενάδα που διαμένει στην ίδια πολυκατοικία με την 1η Παραπονούμενη.
- Στις 14/7/2023 κατόπιν γραπτής του συγκατάθεση ελέγχθηκαν οι κλήσεις του κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου όπου αφού εντοπίστηκε η κλήση που έλαβε από τον ΜΚ-3, στην συνέχεια φωτογραφήθηκε από τον Αστ. 2588 (ΜΚ-8).
- Στις 14/7/2023 ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Ε.Δ Πάφου όπου εναντίον του εξασφαλίστηκε διάταγμα προφυλάκισης.
- Την ίδια ημέρα 14/07/2023 και μεταξύ των ωρών 0850-0920 στην ΑΔΕ Πάφου και στην παρουσία του κατηγορούμενου, διενεργήθηκε έρευνα από τον Α/Αστ. 3854 (ΜΚ-11) στο αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής [ ] (Τεκμ.4). Κατά τη διάρκεια της έρευνας ανευρέθηκε και παραλήφθηκε ως τεκμήριο από τσαντάκι στο κάθισμα συνοδηγού, ένα σακουλάκι το οποίο περιέχει άσπρη κρυσταλλική ουσία ομοιάζουσα με μεταμφεταμίνη. Αμέσως και ώρα 0900 συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Είναι κρύσταλ και είναι δικό μου». Στην συνέχεια στο ίδιο τσαντάκι εντοπίστηκε και παραλήφθηκε ως τεκμήριο ένα ανοιγόμενο μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη με σταθερή λαβή μήκους 10 εκ.. Αμέσως και ώρα 0903, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της μαχαιροφορίας και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Εν δικό μου». Στη συνέχεια κατά την διάρκεια της έρευνας στο καπό του αυτοκινήτου εντοπίστηκαν διάφορα διαρρηκτικά εργαλεία, ήτοι ότι καταγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας και η ώρα 0910 ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε επίσης για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "εν δικά μου τούτα".
- Στις 15/7/2023 και ώρα 0920 ο ΜΚ-11 παρέλαβε από τον τεχνικό Νίκο Νικολάου (ΜΚ-6) ένα USB μάρκας SANDISK, το οποίο περιέχει βίντεο του κλειστού κυκλώματος στην σκηνή του εμπρησμού. (Τεκμ.5)
- Στις 15/7/2023 και μεταξύ των ωρών 10:30 - 11:40 στο ΤΑΕ Πάφου ο ΜΚ-11 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο με τη βοήθεια της ΜΚ-
- Στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με το "Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο".
- Την ίδια ημέρα, 16/07/23 και μεταξύ των ωρών 15.20-15.55, ο ΜΚ-4 με τη βοήθεια της ΜΚ-3, έλαβε ανακριτική κατάθεση εν σχέση με τα αδικήματα των ναρκωτικών υπό την μορφή ερωτοαπαντήσεων από τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνά και του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στον Νόμο. Σε σχέση με την ουσία που ανευρέθηκε, ανέφερε ότι είναι μεθαμφεταμίνη και την αγόρασε από ένα αλλοδαπό από την Λεμεσό για το ποσό των 35 ευρώ. Ακόμη ανέφερε ότι τελευταία φορά που έκανε χρήση ήταν στις 14/07/
- Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά το πρόσωπο που αγόρασε την μεθαμφεταμίνη.
- Στις 16/7/2023 ανακρινόμενος προφορικά ο Κατηγορούμενος από τον ΜΚ-12 με την βοήθεια της ΜΚ-10, ανάφερε και πάλι ότι μετέβηκε στο σημείο του εμπρησμού για να συναντήσει τη «Νικολέτα», φιλενάδα του και δήλωσε ότι ο αριθμός κινητού τηλεφώνου της είναι [ ]. Από έλεγχο που διενεργήθηκε στο μηχανογραφημένο σύστημα της αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι το τηλέφωνο είναι δηλωμένο στο όνομα N. D., η οποία κλήθηκε στο ΤΑΕ Πάφου όπου σε γραπτή κατάθεση που της λήφθηκε ανάφερε ότι δεν είναι φιλενάδα του κατηγορούμενου, δεν έχει τόπο διαμονής και ότι η τελευταία φορά που είδε τον κατηγορούμενο ήταν στις 12/7/2023 και περίπου η ώρα 16:00 - 17:00 στην Χλώρακα. Αυτή ήταν πεζή και αυτός οδηγούσε ένα μικρό γκρίζο αυτοκίνητο. Απλά ρώτησαν ο ένας τον άλλο τι κάνει και χώρισαν.
- Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δυο προηγούμενες καταδίκες.
- Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στην Ποινική Υπόθεση με αρ. 2221/22, Ε.Δ. Πάφου στις 8/8/22 στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύκτας, χωρίς νόμιμη δικαιολογία, κατά παράβαση του άρθρου 296(γ), Κεφ. 154 και του επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 9 μηνών.
- Επίσης, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στην Ποινική Υπόθεση με αρ. 2177/21, Ε.Δ. Πάφου, την 19/05/21 στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός χωρίς νόμιμη δικαιολογία, κατά παράβαση του άρθρου 296(γ) του Π.Κ., Κεφ. 154 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Το Δικαστήριο διέταξε οι ποινές να συντρέχουν». Σε σχέση με τα πιο πάνω γεγονότα που κατέθεσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, αναφέρθηκε επιπλέον ότι στα πλαίσια της προηγούμενης καταδίκης του Κατηγορούμενου στην Ποινική Υπόθεση 2221/22 του Ε.Δ Πάφου, αυτός καταδικάστηκε επιπλέον και για την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας όπου του επιβλήθηκε και ποινή φυλάκισης τριών
(3)μηνών. Ο κατηγορούμενος όμως την 30/09/2022 έλαβε χάρη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τον όρο ότι δεν θα διαπράξει άλλο αδίκημα σε διάστημα τριών
(3)χρόνων. Ανέφερε περαιτέρω ότι έλαβε ενημέρωση από τις Κεντρικές Φυλακές, ότι επειδή παρέβηκε τους όρους της εγγύησης του, με την ποινή που θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, θα ενεργοποιηθεί από την προηγούμενη υπόθεση ποινή φυλάκισης 65 ημερών και κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει τα πιο πάνω υπόψη στον υπολογισμό της ποινής που θα επιβάλει. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, ετοιμάστηκε έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 35 ετών, και κατάγεται από τη Βουλγαρία. Έχει μια αδελφή ενώ οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν 14 ετών. Η μητέρα του τέλεσε δεύτερο γάμο και απέκτησε ένα αδελφό είκοσι ετών. Το 2013 έχασε τον αδελφό του, 25 ετών τότε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Τη φύλαξη του ίδιου ανέλαβε ο πατέρας του μέχρι να φύγει από το σπίτι για να εργαστεί. Φοίτησε σε σχολείο μέχρι την ηλικία των 14 ετών λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος και της ανάγκης να εργαστεί. Απασχολείτο ως ελαιοχρωματιστής, οικοδόμος, τεχνίτης ενώ για κάποιο διάστημα εργάστηκε και σε φούρνο στη Βουλγαρία. Το 2017 που ήρθε στην Κύπρο εργάστηκε αρχικά σε φούρνους για 4 χρόνια και στην συνέχεια σε οικοδομές μέχρι τη σύλληψη του. Από σχέση που διατηρούσε στην ηλικία των 19 ετών, απέκτησε το γιό του Suleyman ο οποίος διαμένει με τη μητέρα του στη Βουλγαρία μετά το χωρισμό τους το 2012. Εδώ και 9 χρόνια είναι παντρεμένος με γυναίκα 27 ετών, η οποία επίσης κατάγεται από τη Βουλγαρία. Το ζεύγος απέκτησε 3 παιδιά, 9, 4 και 3, ενώ η σύζυγος του σήμερα κυοφορεί το 4ο τους παιδί. Εδώ και 6 χρόνια κάνει χρήση ουσιών ενώ ισχυρίζεται ότι τους τελευταίους 4 μήνες είναι «καθαρός» από αυτές. Πριν την κράτηση του διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα δυο υπνοδωματίων, όπου το ενοίκιο καταβάλλεται από τον πεθερό του. Δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία ούτε αναφέρθηκαν αποταμιεύσεις, ενώ έχει στην ιδιοκτησία του ένα αυτοκίνητο. Δεν αναφέρθηκαν ούτε χρέη. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου, αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, αναφέρθηκε στην παραδοχή του και την απολογία του που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παραδοχή του όπως ανέφερε είναι ένδειξη της έμπρακτης μεταμέλειας του, ενώ λόγω της άμεσης του παραδοχής εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ενώ επιπρόσθετα ανέφερε ότι τα παιδιά που έχει στη Βουλγαρία ανέρχονται σε 2 και όχι 1 όπως αναγράφει η έκθεση. Για τα παιδία του, όπως εξηγήθηκε που βρίσκονται στη Βουλγαρία, συνείσφερε οικονομικά πριν την κράτηση του. Όσον αφορά τα τρία
(3)του παιδιά στην Κύπρο που έχει με τη νυν σύζυγο του, ακριβώς λόγω και των ηλικιών τους, η σύζυγος του αδυνατούσε να εργάζεται. Ήταν ο μόνος στην οικογένεια που εργαζόταν λαμβάνοντας εισόδημα για να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειας του καθώς και τις ανάγκες από την εγκυμοσύνη του τέταρτου παιδιού. Αυτή την στιγμή βρίσκονται σε πολύ δυσμενή οικονομική κατάσταση. Ανέφερε επίσης ότι τον τελευταίο καιρό που βρίσκεται κρατούμενος στις κεντρικές φυλακές, δεν κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης τόνισε εκ νέου την άθλια οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η οικογένεια του και την πραγματική αδυναμία για εργασία από τη σύζυγο του έτσι ώστε να καλύψει τις βασικές ανάγκες διαβίωσης. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση από την 19/07/2023 μέχρι και σήμερα. Τέλος εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής της οποιασδήποτε ποινής φυλάκισης προσανατολίζεται να επιβάλει στον κατηγορούμενο, αναγνωρίζοντας όμως προς τιμήν της, ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πολύ σοβαρές κατηγορίες, ενώ απουσιάζει το στοιχείο του λευκού ποινικού μητρώου. Σε κάθε περίπτωση κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει το ενδεχόμενο αυτό, βασιζόμενο ουσιαστικά στην ύπαρξη 6 ανήλικων παιδιών για τα οποία ο ίδιος είναι προστάτης αλλά και την άμεση του παραδοχή. Αναμφίβολα τα αδίκηματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά. Άλλωστε με αυτό το ζήτημα συμφωνεί και η πλευρά της υπεράσπισης. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι κατ' αρχήν η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Από τo γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι τελικώς ενώπιον Κακουργιοδικείου, φαίνεται ότι o Γενικός Εισαγγελέας, προφανώς και θεωρεί, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, αποτελεί επαρκή τιμωρία για τη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών» Όσο αφορά τώρα το αδίκημα του εμπρησμού επισύρει, με βάση το άρθρο 315 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 14 ετών (1η κατηγορία). Το αδίκημα της απειλής επισύρει, με βάση το άρθρο 91Α του Κεφ. 154 ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη (2η κατηγορία). Το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων, κατά τη διάρκεια της νύχτας, χωρίς νόμιμη δικαιολογία, επισύρει, με βάση το άρθρο 296(γ) του Κεφ. 154, ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων (3η κατηγορία). Το αδίκημα της απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριού εκτός κατοικίας, επισύρει με βάση τα άρθρα 82
(2), 85 και 86 του Κεφ. 154, ποινή φυλάκισης ενός χρόνου και ανεξάρτητα οποιασδήποτε αντίθετης διάταξης των άρθρων 29, 32 και 33, υπόκειται σε κατώτατο όριο σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο, λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένων της δοκιμασίας την οποία θα υποστεί ο καταδικασθείς και παρόμοιων ελαφρυντικών περιστατικών που σχετίζονται προσωπικά με τον καταδικασθέντα, ήθελε κρίνει σκόπιμο να επιβάλει μικρότερη ποινή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα (4η κατηγορία). Το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων ουσιών Νόμου 29/77, επισύρει ποινή φυλάκισης 12 χρόνια ή πρόστιμο ή και τις δύο ποινές (6η κατηγορία). Τέλος, το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων ουσιών Νόμου 29/77, επισύρει ποινή φυλάκισης διά βίου ή πρόστιμο ή και τις δύο ποινές (7η κατηγορία). Ειδικότερα σε σχέση με το αδίκημα του εμπρησμού, αυτό θεωρείται ακόμη σοβαρό επειδή η διάπραξη του δημιουργεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες. Το εν λόγω αδίκημα είναι επίσης σοβαρό επειδή εκτός από το ότι προκαλεί ζημιά στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ατόμου για απόλαυση της περιουσίας του, ενέχει μεγάλο κίνδυνο να υπάρξουν ανθρώπινα θύματα μέσα από τέτοια περιστατικά. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται επιπλέον στην ανησυχητικά διαχρονική έξαρση που η διάπραξη του παρουσιάζει προς επίτευξη των παρανόμων στόχων του παραβάτη, πράγμα που αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Μελανίτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: "Η διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού ευρίσκεται σε έξαρση τα τελευταία χρόνια. Σχεδόν καθημερινά διαπράττονται τέτοια αδικήματα εμπρησμού ως μέσο επίτευξης παρανόμων στόχων. Η έξαρση αυτή στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιβάλλει στα Δικαστήρια την υποχρέωση επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια περιορισμού της εγκληματικής δράσης των παρανόμων και για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών." Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125 αναφέρθηκε ότι "δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να μένουν ατιμώρητα". Επίσης, χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Gaprindashvili v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 158/2012, ημερομηνίας 24.05.13, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Όπως πολύ σωστά παρατηρεί και το Κακουργιοδικείο στην απόφαση του, διαχρονικά παρατηρείται έξαρση στην διάπραξη της μορφής αυτής αδικημάτων. Συνακόλουθα των πιο πάνω είναι ότι η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία, ώστε ν' ανακοπεί η έξαρση των εγκληματικών ενεργειών της φύσεως αυτής. Είναι κοινωνικά επιβεβλημένη η προσπάθεια αυτή των δικαστηρίων για αποτροπή μέσω της ποινής που αυτά επιβάλλουν. Πάντοτε βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι κάθε υπόθεση κρίνεται στα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ανάλογα με αυτά θα πρέπει να είναι και η ποινή." Μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε υποθέσεις εμπρησμών, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσης αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, απεναντίας, δυστυχώς, παρουσιάζουν έξαρση. Αποτελεί δικαστική γνώση, η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων που σχετίζονται με το συγκεκριμένο αδίκημα. Με αυτό το δεδομένο, το καθήκον για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό. Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η προαναφερόμενη πολυεπίπεδη μορφή σοβαρότητας του αδικήματος το εντάσσει στην κατηγορία αδικημάτων που χρήζουν αντιμετώπισης με αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα συνήθως επιβάλλονται ποινές φυλάκισης. Στη Fournides ν. Republic
(1986)2 Α.Α.Δ. 73, για τα αδικήματα του εμπρησμού κτιρίου, κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα και του περιεχομένου του, δυνάμει του άρθρου 319 του ίδιου Νόμου, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών που είχαν επιβληθεί, κατ' έφεση μειώθηκαν στα 4 χρόνια, επειδή η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου ήταν πολύ χειρότερη απ' ό,τι είχε τεθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγγέλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 678, ο κατηγορούμενος, ηλικίας 56 ετών παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού καταστήματος που χρησιμοποιούσε ως φωτογραφείο, το οποίο μίσθωνε από τρίτο πρόσωπο. Από το αδίκημα προκλήθηκαν ζημιές στο κτίριο, ύψους £3.500,00 και κίνητρο του κατηγορούμενου ήταν η είσπραξη χρηματικού ποσού από ασφαλιστική εταιρεία στην οποία είχε ασφαλίσει την επιχείρησή του στο εν λόγω κατάστημα. Αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία έλπιζε να επιλύσει μερικώς με την εν λόγω εγκληματική ενέργεια του. Ποινή φυλάκισης 20 μηνών με αναστολή που του είχε επιβληθεί πρωτόδικα, αυξήθηκε σε ποινή άμεσης φυλάκισης 3 ετών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, ο νεαρός κατηγορούμενος, με δική του παραδοχή βρέθηκε ένοχος και στην κατηγορία του εμπρησμού, προκαλώντας ζημιές, ύψους Λ.Κ.1.390.950. Ήταν εθισμένος χρήστης ναρκωτικών και αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Όταν συνελήφθηκε έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, με την οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Κατά τη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου, αρχικά αρνήθηκε ενοχή. Αμφισβήτησε τη θεληματικότητα της κατάθεσής του με την προβολή σχετικής έντασης. Όταν το Δικαστήριο απέρριψε την ένστασή του, άλλαξε απάντηση και παραδέχθηκε τις κατηγορίες. Πρωτόδικα, του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 3 χρόνων, η οποία ωστόσο, κατ' έφεση κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε 5 χρόνια. Δεν διέλαθε της προσοχής μου, ότι οι πιο πάνω υποθέσεις εκδικάστηκαν όταν η προβλεπόμενη από το άρθρο 315(α) του Ποινικού Κώδικα ποινή ήταν φυλάκιση δια βίου, γεγονός το οποίο λαμβάνω υπόψη. Στην Gaprindashvili ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 424, ανωτέρω, ποινή φυλάκισης 7 χρόνων που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα πρωτόδικα, ο οποίος κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση στην κατηγορία του εμπρησμού αυτοκινήτου, κατ' έφεση, στη βάση του σκεπτικού το οποίο εκτίθεται στην απόφαση, μολονότι κρίθηκε αυστηρή, εντούτοις, επικυρώθηκε. Στην Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 628, ο εφεσείων, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ένοχος σε κατηγορία συνωμοσίας με σκοπό τον εμπρησμό αυτοκινήτου (1η κατηγορία), σε κατηγορία εμπρησμού του εν λόγω αυτοκινήτου (2η κατηγορία) και σε κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς, ύψους £1.000,00 στο εν λόγω αυτοκίνητο (3η κατηγορία). Το Δικαστήριο, στις πιο πάνω κατηγορίες, του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, 3 ετών, 4 ετών, και 1 έτους αντίστοιχα. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν από τον εφεσείοντα, ενώ ήταν ελεύθερος με προεδρική χάρη η οποία αφορούσε το υπόλοιπο ποινής φυλάκισης που του είχε επιβληθεί σε σχέση με άλλο αδίκημα. Με τη διάπραξη των νέων αδικημάτων, ενεργοποιήθηκε αυτόματα η ανασταλείσα με την προεδρική χάρη ποινή, με αποτέλεσμα, πέραν της φυλάκισης που θα του επιβαλλόταν για το νέο αδίκημα που διέπραξε, να κληθεί να εκτίσει και το υπόλοιπο της ποινής για το οποίο του είχε δοθεί η χάρη, η οποία κάλυπτε περίοδο 2 ετών, 7 μηνών και 15 ημερών. Δεν τέθηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου τα εν λόγω γεγονότα, με αποτέλεσμα να μην τα γνώριζε κατά το χρόνο επιμέτρησης και επιβολής της ποινής. Παρόλα αυτά, το Εφετείο, στο οποίο ηγέρθη για πρώτη φορά το θέμα, σε εφαρμογή της αρχής της συνολικότητας της ποινής, μείωσε τις επιβληθείσες ποινές, κατ' αντιστοιχία κατηγορίας, σε φυλάκιση 2 ετών, στην 1η κατηγορία, 3 ετών, στη 2η κατηγορία και 6 μηνών, στην 3η κατηγορία. Στην Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 175/2016, ημερ. 23.11.2018, ο εφεσείων, μετά από ακροαματική διαδικασία, κρίθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών, στις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και του εμπρησμού, ως επίσης και 6 μηνών για μεταφορά μάχαιρας λήγουσας σε αιχμηρό άκρο. Ο εφεσείων παρότρυνε δύο πρόσωπα, τα οποία, έναντι ανταλλάγματος, έθεσαν φωτιά σε πρακτορείο στοιχημάτων, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά ύψους €80.750. Ο εφεσείων βαρυνόταν με 2 προηγούμενες καταδίκες. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τόσο την έφεση επί της καταδίκης όσο και την έφεση επί της ποινής. Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχει και το αδίκημα της απειλής. H σοβαρότητα του αδικήματος αυτού, πέραν από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στο κοινό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα ατόμων και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Το αδίκημα αυτό θεωρείται ακόμη σοβαρό για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτό διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεώρηση της νομολογίας που αφορά την απειλή βιαιοπραγίας, η οποία όμως βρίσκει έρεισμα και στη παρούσα περίπτωση αφού πρόκειται για ομοειδές αδίκημα καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης. Στην υπόθεση Ομήρου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 588 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε άτομο που κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας. Επίσης, στην υπόθεση Βασιλειάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 άτομο που κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα απειλής βιαιοπραγίας καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκισης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 σε άτομο ηλικίας 19 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και που είχε συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Σε σχέση με το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων, κατά τη διάρκεια της νύχτας, κατά την επιβολή ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του, ως επιβαρυντικούς παράγοντες, που προσμετρούν στην κατηγοριοποίηση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου ως σοβαρής, αν ο κατηγορούμενος διέπραξε, με το εν λόγω όργανο, διάρρηξη ή διαρρήξεις ή συνελήφθη ενώ επιχειρούσε διάρρηξη. Η ποινική ευθύνη κατηγορούμενου που εντοπίζεται να κατέχει όργανο με σκοπό να προβεί σε διάρρηξη, γενικά, χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένη διάρρηξη ή επιχειρούμενη διάρρηξη, θα πρέπει να κατηγοριοποιείται ως η πιο ήπια μορφή διάπραξης του αδικήματος. Όπου το αδίκημα επομένως, συνδυάζεται με την διάπραξη διάρρηξης ή κλοπής η ποινή φυλάκισης είναι η ενδεδειγμένη (βλ. ενδεικτικά, MICHAL BUKOWSKI ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2011)2 ΑΑΔ 92 και Glodan Andrian Petrica ν. Αστυνομίας
(2013)2 A.A.Δ.278). Στην υπόθεση MICHAL BUKOWSKI ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2011)2 ΑΑΔ 92, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός την οποία οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν μαζί με κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, απόπειρας κλοπής, κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία και εγκληματικής επέμβασης. Οι εφεσείοντες οι οποίοι ήταν Πολωνοί υπήκοοι, ζούσαν και εργάζονταν στην Κύπρο ως οικοδόμοι. Ο κατηγορούμενος 1, ήταν ηλικίας 23 ετών και ο κατηγορούμενος 2 ηλικίας 32 ετών και ήταν παιδί διαλυμένης οικογένειας. Και οι δυο κατηγορούμενοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Το Εφετείο επεσήμανε, ότι αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός που επιβάλλει τη, διά μέσου και των ποινών, αποτροπή τους. Το Δικαστήριο θεώρησε τη συμπεριφορά των εφεσειόντων να στρέφεται εναντίον όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας αλλά και της έννομης τάξης, γενικά. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: επτά, πέντε, εννέα, τριών και τριών μηνών αντίστοιχα ― Η ποινή φυλάκισης των εννέα μηνών, χαρακτηρίστηκε αυστηρή, όμως δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική, ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου για μείωσή της. Στην υπόθεση Glodan Andrian Petrica ν. Αστυνομίας (ΠΕ 159/2012, ημερ. 28.3.2013) όπου ο εφεσείων, μετά από δική του παραδοχή, βρέθηκε ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε δύο κατηγορίες, μια για το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής καταστήματος χρυσαφικών αξίας 500 ευρώ εν καιρώ νυκτός και μια για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύκτας, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ποινικού Κώδικα το Ανώτατο Δικαστήριο ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών της υπόθεσης (ο εφεσείοντας είχε καταδικαστεί προηγουμένως σε άλλες υποθέσεις παρόμοιας φύσης όπου η υπό κρίση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη) με μεγάλο δισταγμό όπως ανέφερε μείωσε την επιβληθείσα στην κατηγορία της διάρρηξης ποινή φυλάκισης των 2 χρόνων σε 15 μήνες αφήνοντας την επιβληθείσα ποινή του ενός χρόνου στην κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων. Στην υπόθεση Μιχαήλ κ.α. v. Αστυνομία Ποινικές Εφέσεις Αρ. 145/2014 και 146/2014 ημερ. 15.04.2016, ποινή φυλάκισης τριών μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο επικυρώθηκε από το Εφετείο. To αδίκημα αφορούσε κατοχή εργαλείων εν καιρώ νύχτας, εντούτοις το σκεπτικό που διέπει τη διάπραξή του ταυτίζεται με το αδίκημα της δικής μας περίπτωσης. Όσον αφορά τα αδικήματα της μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας, είναι σοβαρά καθότι από την φύση τους και μόνο περικλείουν κίνδυνο επειδή εμπλέκουν ενέργειες ανθρώπων οι οποίες είναι απρόβλεπτες. Είναι δηλαδή αδικήματα που εκ φύσεως ενέχουν στοιχείο επικινδυνότητας ακριβώς επειδή ουδείς μπορεί να ελέγξει το βαθμό και την έκταση των ανθρώπινων ενεργειών που ενδεχομένως να εκδηλωθούν μέσα από την παράνομη χρήση τους. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300 η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων είναι πρόδηλη ενόψει της απειλής της οποίαν συνεπάγονται προς την έννομη τάξη. Σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αναφορικά με τις κατηγορίες κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών, και η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, μέσω της ποινής, από τα Δικαστήρια, έχει επισημανθεί από το Ανώτατο σε πάρα πολλές αποφάσεις του. Η εξάπλωση των ναρκωτικών στην Κύπρο είναι διαχρονική και έλαβε τρομακτικές διαστάσεις. Η συχνότητα διάπραξης αυτών των αποτρόπαιων εγκλημάτων έχει ξεφύγει από τα όρια της λογικής, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου. Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Η χρήση ναρκωτικών έχει, όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6162 και 6162/15.7.96. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή.» Είναι γεγονός όμως ότι τόσο ο σχετικός Νόμος όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προβαίνουν σε μια διαφοροποίηση ως προς την μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Στην υπόθεση Beyki ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 52/07 ημερ. 23.1.2008 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.» Περαιτέρω στην Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 λέχθηκε ότι: «Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει επανειλημμένα την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Μάλιστα έχει τονισθεί ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας ναρκωτικών. (Βλ. Kablawi & Others v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 494). Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι, όπως φαίνεται από τη σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών. (Βλ. μεταξύ άλλων Hassan v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 210, Abdullah v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 323, Esper v. Δημοκρατίας
(1972)2 C.L.R. 73 και Moussa v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 320). Η χρήση και διάδοση των ναρκωτικών έχει επανειλημμένα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα που υπονομεύει το θεμέλιο της κοινωνίας. Η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της κατηγορίας δεν μπορεί παρά να καταστήσει το στοιχείο της αποτροπής στον καθορισμό της τιμωρίας των παραβατών πιο έντονο». Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών, ο σκοπός για τον οποίον τα ναρκωτικά κατέχονται και η ηλικία του κατηγορουμένου είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής, χωρίς αυτό σε καμία περίπτωση να εξουδετερώνει το στοιχείο αποτρεπτικότητας που χαρακτηρίζει την αντιμετώπιση που οι υποθέσεις ναρκωτικών τυγχάνουν από τα δικαστήρια. Βέβαια εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η μικρή ποσότητα ναρκωτικών λαμβάνεται υπόψη, πλην όμως από μόνο του το γεγονός αυτό δεν έχει αναγκαστικά αποφασιστική σημασία (Σελλής ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 215). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδικήμα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Σε σχέση τώρα με την ύπαρξη των προηγούμενων καταδικών, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αναμένει την επιείκεια που δικαιούται πρόσωπο λευκού μητρώου. Βεβαίως, αυτός δεν θα τιμωρηθεί ξανά για αδικήματα, για τα οποία του έχει ήδη επιβληθεί ποινή. Η σημασία της προηγούμενης καταδίκης έγκειται στο ότι είναι ενδεικτική της στάσης του έναντι της νομιμότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος όχι μόνο έδειξε να μη σωφρονίζεται, αλλά επανήλθε σε παράνομη συμπεριφορά. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι ο κατηγορούμενος αφού είχε καταδικαστεί και ενώ του δόθηκε Προεδρική χάρη με τον όρο να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα εντός τριετίας, μετά την αποφυλάκιση του με την απονομή χάριτος υπέπεσε, και πάλι στη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Γενικά όμως λαμβανομένων υπόψη των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, καταδεικνύει ότι ουδόλως επηρεάστηκε από την προσαγωγή του ενώπιον Δικαστηρίων, ούτε και την επιβολή ποινών. Επιβλήθηκαν σε αυτόν ποινές άμεσης φυλάκισης για τις οποίες ουσιαστικά έλαβε προεδρική χάρη, φαίνεται όμως ότι τίποτε από αυτά δεν τον έχει επηρεάσει σε βαθμό ώστε να νιώθει την υποχρέωση για οποιουσδήποτε λόγους να τηρεί τους Νόμους. Ο κατηγορούμενος δεν εκμεταλλεύτηκε την πιο πάνω ευκαιρία που του δόθηκε και διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα. Σε κάθε περίπτωση προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). Η παραδοχή του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο φανερώνει αναγνώριση των σοβαρών σφαλμάτων που διέπραξε και παράλληλα αποτελεί μορφή έμπρακτης μεταμέλειας. (β) Την απολογία του. (γ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από τη συνήγορο υπεράσπισης και όσα αναφέρονται στην Έκθεση του γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι νυμφευμένος και πατέρας τριών
(3)ανήλικων παιδιών, ενώ αναμένεται η γέννηση και του τέταρτου τέκνου του. · Ταυτόχρονα έχει ακόμα δυο
(2)παιδιά τα οποία ζουν στη Βουλγαρία και τα οποία έχει αποκτήσει από προηγούμενες του σχέσεις. · Είναι ο μόνος που συντηρούσε οικονομικά τη σύζυγο και τα παιδιά του. · Τα δύσκολα προφανώς παιδικά χρόνια αφού οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν στην ηλικία των 14 ετών. · Διέκοψε τη φοίτηση του στο σχολείο ένεκα της ανάγκης να εργαστεί. · Τη δυσμενή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Στέκομαι ιδιαίτερα και στις επιπτώσεις που τα τέκνα του αλλά και η σύζυγος του θα έχουν από την απουσία του από το σπίτι, εάν επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το θέμα αυτό, όμως ταυτόχρονα προκύπτει ότι οι επιπτώσεις στην οικογένεια του οφείλονται στις δικές του ενέργειες και με όλο το σεβασμό προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου, αυτός όφειλε να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεων του και όχι να επικαλείται αργότερα τα πιο πάνω για επιείκεια, ιδιαίτερα από την στιγμή που διέπραξε πολύ σοβαρά αδικήματα. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι ποινή φυλάκισης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, είναι λογικό και αναμενόμενο να έχει συνέπειες στη σύζυγο του και τα παιδία τα οποία έχει. (βλέπε Sefik Yusuf v Δημοκρατίας , Ποιν. Έφεση 46/2014, ημερ. 18.2.2016, Ιωάννης Κιλιγκαρίδης ν Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B275, Ποιν. Έφεση 233/2013 ημερ. 22/04/2015). Την ίδια όμως στιγμή πρέπει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 και Μιχαήλ. Ψύλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Βεβαίως σημειώνεται επιπλέον ότι οι επιπτώσεις από φυλάκιση σε μέλη της οικογένειας κατηγορουμένου συνιστούν, σύμφωνα με τη νομολογία, ελαφρυντικό παράγοντα όχι, όμως, αποφασιστικής σημασίας (βλ. Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492). Λέγοντας αυτά σημειώνω εν κατακλείδι ότι το Δικαστήριο θα δώσει στον παράγοντα αυτό την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βαρύτητα. (δ) Το γεγονός ότι τελεί υπό κράτηση από τις 19/07/2023. (ε) Το ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών, ενώ τον τελευταίο καιρό που βρίσκεται υπό κράτηση δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε χρήση, προσπαθώντας ουσιαστικά να απεξαρτηθεί. (ζ) Δεν παραβλέπω επίσης ότι μέσα από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες 3 και 4 είναι προφανές πως η παρούσα δεν συγκαταλέγεται στις σοβαρότερες μορφές αφού από τα γεγονότα δεν διαφαίνεται ότι τα όργανα που είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος χρησιμοποιήθηκαν για τη διενέργεια διάρρηξης ή οποιουδήποτε άλλου αδικήματος. Περαιτέρω δεν προέκυψε ότι το ένα μαχαίρι που είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος , είχε πρόθεση να το χρησιμοποιήσει για εγκληματική ενέργεια πλην όμως αυτό δεν μειώνει τη σοβαρότητα της αξιόποινης πράξης του λόγω της επικινδυνότητας που έχει η μεταφορά τέτοιων αντικειμένων σε περίπτωση χρήσης τους. Προς τούτο σημειώνω εδώ ότι στην υπόθεση Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.333 λέχθηκε ότι: «οι ευρύτερες παράμετροι της παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών λαμβάνονται βεβαίως υπόψη. Η κατοχή όπλων και πυρομαχικών χωρίς ιδιαίτερο κίνητρο για εγκληματική ενέργεια, όπως και η συναισθηματική φόρτιση κάτω από την οποία επιτελείται εγκληματική πράξη αποτελούν στοιχεία μετριαστικά της παράνομης ενέργειας, (Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 169 και R. v. Julia Ann French
(1994)15 Cr. App. R. 194).». (η) Σε σχέση με την κατηγορία 6, λαμβάνω υπόψη μου ότι δεν πρόκειται για κατηγορία που αφορά κατοχή με σκοπό την προμήθεια, ενώ πρόκειται για μικρή ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου. (θ) Την αξία της ζημιάς που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο μετά τον εμπρησμό. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι ο κατηγορούμενος σε περίπου ένα χρόνο μετά την αποφυλάκιση του (έλαβε χάρη την 30/09/2022) με την απονομή χάριτος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας υπέπεσε, μεταξύ άλλων, στα αδικήματα της παρούσα υπόθεσης. Η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, καταδεικνύει ότι ουδόλως επηρεάστηκε από την προσαγωγή του ενώπιον Δικαστηρίων, ούτε και την επιβολή ποινών. Επιβλήθηκαν σε αυτόν ποινές άμεσης φυλάκισης, πλην όμως, όπως φαίνεται τίποτε από αυτά δεν τον έχει επηρεάσει σε βαθμό ώστε να νοιώθει την υποχρέωση για οποιουσδήποτε λόγους να τηρεί τους Νόμους. Ο κατηγορούμενος δεν εκμεταλλεύτηκε τη χάρη που του δόθηκε και διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα κατά την περίοδο της αναστολής. Τέλος λαμβάνω επίσης υπόψη και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος θα εκτίσει επιπρόσθετα ποινή φυλάκισης 65 ημερών, σε προηγούμενη καταδίκη του, η οποία ανεστάλη, λόγω Προεδρικής χάρης. Στην υπόθεση Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 327 στην οποία εγέρθηκε παρόμοιο ζήτημα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων μας παρέπεμψε και σε δική μας απόφαση στην Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.62, η οποία αφορούσε παρόμοια γεγονότα και την οποία εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε να ακολουθήσουμε. Στην υπόθεση εκείνη 14 περίπου μήνες ανασταλείσας ποινής φυλάκισης ενεργοποιήθηκαν και ο εφεσείων θα υποχρεωνόταν να υπηρετήσει την περίοδο αυτή μετά τη νέα φυλάκιση 2 μηνών που του είχε επιβληθεί. Το Εφετείο έκρινε ότι τόσο η Κατηγορούσα Αρχή όσο και η υπεράσπιση είχαν καθήκον να θέσουν τα γεγονότα αυτά ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου καθόσον αυτά ήταν γεγονότα ουσιαστικά, που δυνατόν να επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου στη φύση και την έκταση της επιβληθησόμενης ποινής. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αρχές επιβολής ποινών σε τέτοιες περιπτώσεις: «Είναι θεμελιωμένη αρχή της επιβολής ποινών ότι όταν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς την δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, το καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή είναι να βεβαιωθεί πως το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (Δέστε: Bocskei [1970] 54 Cr. App. R. 519). Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται το σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed., p.255)." Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές, κρίνουμε ότι η επιβληθείσα ποινή υπό τις περιστάσεις ήταν υπερβολική ένεκα του γεγονότος της αυτόματης ενεργοποίησης της ανασταλείσας ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις ενώπιον μας συνθήκες, εν όψει του γεγονότος ότι ενεργοποιείται περίοδος 9 μηνών και 23 ημερών φυλάκισης, μειώνουμε την επιβληθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή από 15 σε 9 μήνες φυλάκιση.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν μεταξύ άλλων και στις Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.243, Balampanidis νΔημοκρατίας , Ποιν. Έφεση 210/2018, ημερ. 10.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και Ζαχαρία ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 179/2019, ημερ. 20.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:D158. Συνοψίζοντας, τονίζω ότι όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρθηκαν πιο πάνω και ό, τι σχετικό αναφέρθηκε από τη συνήγορο του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη, αλλά μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σ' αυτού του είδους τις υποθέσεις, κρίνω πως η ενδεικνυόμενη, υπό τις περιστάσεις ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης. Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι εξ αντικειμένου πολύ σοβαρά και λαμβανομένου υπόψη ότι καθημερινά φιλήσυχοι, ανυποψίαστοι πολίτες γίνονται θύματα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, ιδιαίτερα όσο αφορά τις κατηγορίες 1 και 2, αλλά και της έξαρσης που υπάρχει σε σχέση με όλες τις κατηγορίες τις οποίες παραδέχθηκε, η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης είναι αναπόφευκτη. Διαφορετικά το Δικαστήριο θα έδινε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά την ποινική μεταχείριση επίδοξων παραβατών και ταυτόχρονα θα έπληττε την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου και θα αποδυνάμωνε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των ποινών που θα πρέπει να επιβάλλονται σε τέτοιας φύσης αδικήματα. Κατά συνέπεια το σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων που έχουν αναφερθεί θα επηρεάσει το ύψος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Ως προς το ύψος της ποινής του κατηγορουμένου, σταθμίζω τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, τις προσωπικές του περιστάσεις, και όλους τους μετριαστικούς παράγοντες προς όφελος του, ως έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Έχοντας δε υπόψη ότι βαρύνετε με δύο προηγούμενες καταδίκες, κάτι που του αποστερεί της επιείκειας που θα ήταν διαφορετικά διατεθειμένο το Δικαστήριο να επιδείξει (βλ. Νίκη Τσιάκκα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282), αλλά και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να εκτίσει ποινή φυλάκισης 65 ημερών, η οποία είχε ανασταλεί λόγω Προεδρικής χάρης, επιπρόσθετα με την ποινή που θα επιβληθεί στην παρούσα, και έχοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2,5 ετών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 10 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση της ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από το βαθμό και έκταση της παράνομης δράσης του Κατηγορουμένου μέσα από τη διάπραξη αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που της επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Συνεπώς το αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται. Η έκτιση των ποινών να αρχίζει από τις 19/07/2023 ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο