ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ PAVEL MESHALKIN, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ' Αρ.: 08/2023, 22/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε. Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ' Αρ.: 08/2023 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004, ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ PAVEL MESHALKIN ------------------- Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Εκζητούμενος Παρών Για τον Εκζητούμενο: κα. Ε. Γεωργιάδου Για την Κεντρική Αρχή: κα Ν. Παπούτσα , εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Την 23/11/2023, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως (βλ. Τεκμήριο 2), που αφορά το πρόσωπο του Pavel Meshalkin (στο εξής καλούμενος ως «ο Εκζητούμενος»), το οποίο φαίνεται να εκδόθηκε, την 06/09/2021, από την Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας της Λετονίας, (βλ. σελίδα 7 του Τεκμηρίου 2). Ο Εκζητούμενος, είχε ήδη, από την 23/11/2017 και ώρα 0720, συλληφθεί από την Αστυνομία, προφανώς δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 17
(1)του σχετικού περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου, Νόμος 133(I)/2004 όπως προκύπτει και από την οπισθογράφηση του τεκμηρίου 2 και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα. Την ημέρα εκείνη επιβεβαιώθηκε η ταυτότητα του εκζητούμενου και περαιτέρω,σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 17 του Νόμου 133(I)/2004, ο Εκζητούμενος ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του εντάλματος, καθώς επίσης και για τα δικαιώματά του. Σημειώνεται επιπλέον ότι, ο εκζητούμενος, κατά την εν λόγω παρουσίαση του ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αμφισβήτησε ότι ταυτίζεται με το πρόσωπο σε σχέση με το οποίο έχει εκδοθεί το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ούτε τέθηκε κάτι τέτοιο από την ευπαίδευτη συνήγορος του κατά την πορεία της ακρόασης της υπόθεσης. (Βλ. Ανδρέας Γεωργίου ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 154/2017, 06/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A245). Ο εκζητούμενος τελικώς δεν συγκατατέθηκε στην έκδοση του και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο αφού άκουσε τις θέσεις των μερών διέταξε την κράτηση του εκζητούμενου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι από τη σύλληψη του εκζητούμενου και μέχρι και την παρουσίαση του ενώπιον του Δικαστηρίου, του έχει επεξηγηθεί στη Ρωσική γλώσσα το περιεχόμενου του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, όσο και τα δικαιώματα του, και ότι γινόταν σε όλα τα στάδια αυτά πιστή μετάφραση της διαδικασίας στη Ρωσική γλώσσα, η οποία του είναι αντιληπτή από την κυρία Ίννα Κούρους. Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ο εκζητούμενος, παραμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Πρώτος μάρτυρας, κατέθεσε ο Αστυφύλακας 3699, Μάριος Ιωάννου ο οποίος υπηρετεί στο τμήμα ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Πάφου. Υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του Τεκμήριο 1 . Σε αυτήν αναφέρει ότι διαβιβάστηκε μήνυμα από τις Λετονικές Αρχές, ότι εναντίον του Pavel Meshalkin, με ημερομηνία γέννησης [ ] και αριθμό διαβατηρίου [ ], από τη Ρωσία, κάτοικο Πάφου, εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και προέβη στις πιο κάτω ενέργειες. Στις 23/11/2023 και ώρα 0720, στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου συνέλαβε το πιο πάνω πρόσωπο, δυνάμει του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του. Με τη βοήθεια της διερμηνέως Ρωσικής Γλώσσας Ίνας Κούρους, του επέδειξε το εν λόγω Ευρωπαϊκό Ένταλμα, του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και το περιεχόμενο του Εντάλματος στη μητρική του γλώσσα και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε, «Δεν έχω καμία σχέση». Ακολούθως του επέδωσε στη Ρωσική γλώσσα, το έγγραφο δικαιωμάτων για συλληφθέντες βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και αντίγραφο του Ευρωπαϊκού σύλληψης. Αναγνώρισε περαιτέρω το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο εκτέλεσε όπως και την χειρόγραφη σημείωση επί αυτού που βρίσκεται στην τελευταία σελίδα αυτού, μεταφρασμένο στην αγγλική γλώσσα το οποίο κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 2. Κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 3, τα δικαιώματα που δόθηκαν στον εκζητούμενο και τα οποία αυτός υπέγραψε. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι έγιναν εξετάσεις για εντοπισμό του εκζητούμενου, όχι μόνο στη διεύθυνση που αναφέρεται στο ένταλμα, αλλά έγιναν εξετάσεις κατ' επανάληψη και εντοπίστηκαν και άλλες διευθύνσεις τις οποίες διέμενε, όμως τελικά κατά τον εντοπισμό και τη σύλληψη του, διαπιστώθηκε ότι ήταν άστεγος και διέμενε εντός του αυτοκινήτου του. Οι εξετάσεις έγιναν από τον ίδιο κατ' επανάληψη. Όσον αφορά τη διεύθυνση που αναγράφεται επί του εντάλματος, τεκμήριο 2, εξήγησε ότι δεν υφίσταται, αφού από έλεγχο που έγινε δεν υπάρχει πουθενά. Δεν μπορεί όπως εξήγησε να γνωρίζει από που οι Αρχές της Λετονίας εξασφάλισαν την εν λόγω διεύθυνση. Υποβλήθηκε περαιτέρω από τη συνήγορο του εκζητούμενου, ότι μια από τις βασικές προϋποθέσεις του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι να υπάρχει πάνω στο ένταλμα διεύθυνση του εκζητούμενου προσώπου. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να απαντήσει οτιδήποτε αφορά το σώμα του εντάλματος . Ο ίδιος εκτέλεσε το ένταλμα αλλά σε σχέση με το ένταλμα δεν είναι ο αρμόδιος να απαντήσει. Ερωτώμενος γιατί καθυστέρησαν, ως η θέση της συνηγόρου του εκζητούμενου, να εκτελέσουν το εν λόγω ένταλμα, δήλωσε ότι γίνονταν εξετάσεις για εντοπισμό του και εφόσον εντοπιζόταν θα συλλαμβανόταν. Ερωτήθηκε επίσης πόσες σελίδες ήταν το ένταλμα που πήγε να εκτελέσει, και απάντησε μετρώντας το ότι ήταν δέκα
(10)σελίδες. Υποδεικνύοντας του η συνήγορος ότι αναγράφεται στην αρχική σελίδα ο αριθμό 19 σελίδες, εξήγησε ότι σε αυτές τις 19 σελίδες περιλαμβάνεται το ένταλμα στην Λετονική γλώσσα. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι το εν λόγω έγγραφο είναι ελλιπές και αυτός απάντησε ότι αυτός παρουσίασε τη μετάφραση στα αγγλικά στον εκζητούμενο, ενώ του εξηγήθηκε μέσω της διερμηνέως το περιεχόμενο . Σημειώνω ότι στο μεσοδιάστημα, ήτοι μέχρι την επόμενη δικάσιμο που θα κατέθετε ο δεύτερος μάρτυρας η πλευρά του εκζητούμενου ζήτησε συγκεκριμένες διευκρινήσεις από την Κεντρική Αρχή με διάφορα ερωτήματα τα οποία μέχρι την επόμενη δικάσιμο θα ήταν σε θέση να απαντήσει ο δεύτερος μάρτυρας, μέσω των διευκρινήσεων που θα λάμβανε από τις αρμόδιες Λετονικές αρχές. Οι εν λόγω διευκρινήσεις όπως αυτές ζητήθηκαν βρίσκονται καταγεγραμμένες στο πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 27/11/
- Έτσι την επόμενη δικάσιμο, κατέθεσε ο δεύτερος μάρτυρας Προκόπης Χίντικος. Ο εν λόγω μάρτυρας, εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Εξήγησε ότι το Υπουργείο, ως Κεντρική Αρχή, επιτελεί ρόλο επικουρικό, τόσο κατά την παραλαβή, αλλά και κατά τη διαβίβαση σχετικής αλληλογραφίας που αφορούν ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το τεκμήριο 2 ως το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο φέρει ημερομηνία 06 Σεπτεμβρίου 2021, το οποίο έχει εκδοθεί από τις Αρχές της Λετονίας εναντίον του εκζητούμενου. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διαβιβάστηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο αρχείο του Υπουργείου στις 06/10/2021 και στις 08/10/21 διαβιβάστηκε στο προσωπικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του μάρτυρα. Οι Λετονικές αρχές όπως ανέφερε, διαβίβασαν την επιστολή τους ημερομηνίας 06/10/2021 και επισύναψαν το ΕΕΣ στα λετονικά καθώς και πιστή μετάφραση του στα αγγλικά. Κατέθεσε το τεκμήριο 4 το οποίο αποτελείται από δέσμη εγγράφων στην οποία περιλαμβάνονται το ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο του διαβιβάστηκαν συνημμένα η επιστολή της Αρχής της Λετονίας, το ΕΕΣ στα λετονικά, αντίγραφο του διαβατηρίου του εκζητούμενου και αγγλική μετάφραση του ΕΕΣ. Ανέφερε ότι το πρωτότυπο ΕΕΣ δεν είναι στη διάθεση των Κυπριακών Αρχών. Όταν το ΕΕΣ ληφθεί απευθείας στο υπουργείο, είτε ηλεκτρονικά, είτε μέσω ταχυδρομείου ή με φαξ, τότε το υπουργείο αποστέλλει αυτό στην Αστυνομία Κύπρου, και οι ενέργειες της αστυνομίας είναι ο εντοπισμός και σύλληψη του εκζητούμενου. Στον Αρχηγό Αστυνομίας, φαίνεται όπως ανέφερε να διαβιβάστηκε στις 12 Οκτωβρίου 2021 και προς τούτο κατέθεσε ως τεκμήριο 5 σχετική επιστολή. Αφού διαβιβαστεί όπως εξήγησε το ΕΕΣ στον Αρχηγό Αστυνομίας, το υπουργείο δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Σε κάθε περίπτωση όπως ανέφερε για την παρούσα περίπτωση, διαβίβασε διευκρινήσεις τις οποίες ζήτησε από τις Αρχές της Λετονίας και προς τούτο ετοίμασε σχετική επιστολή. Η επιστολή με την οποία απευθύνθηκε στις Λετονικές Αρχές, αφορούσε διευκρινήσεις σε σχέση με τα όσα αναφέρονταν ή δεν αναφέρονταν στο ΕΕΣ, τις οποίες ζήτησε η συνήγορος του εκζητούμενου και την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στην εν λόγω επιστολή οι Λετονικές Αρχές, απάντησαν και την σχετική απάντηση τους, ο μάρτυρας, την κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στο τεκμήριο 7 αναφέρει ότι επισυνάπτεται η απόφαση για έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης στην Λετονική και αγγλική γλώσσα και κάποιες διευκρινήσεις στα ερωτήματα που έθεσε. Επειδή όμως χρειάστηκαν περαιτέρω λεπτομέρειες επί των εν λόγω διευκρινήσεων, ο ίδιος ο μάρτυρας τις ζήτησε και με αυτό συμφώνησε και η συνήγορος του εκζητούμενου. Σχετική επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Την 01/12/23 έλαβε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μια απαντητική επιστολή των Λετονικών Αρχών στην οποία απαντήθηκαν πλήρως τα ερωτήματα του και την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος, διαφώνησε ότι στο σώμα του ΕΕΣ πρέπει να αναγράφεται η διεύθυνση του Εκζητούμενου προσώπου, αφού όπως εξήγησε αν δεν υπάρχει διεύθυνση διαμονής, δεν μπορεί να αναφερθεί πάνω σε αυτό. Το ΕΕΣ διοχετεύεται όπως εξήγησε σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απέρριψε υποβολή ότι το ΕΕΣ πρέπει να φέρει επακριβώς διεύθυνση του Εκζητούμενου προσώπου. Επίσης διαφώνησε ότι η διεύθυνση στο ΕΕΣ είναι τόσο σημαντική και μάλιστα καίριας σημασίας ως η θέση της συνηγόρου του Εκζητούμενου. Σε σχέση με την διεύθυνση που αναφέρεται στο ΕΕΣ, ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν υπάρχει, όμως στο μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας φαίνεται να υπάρχει μια διεύθυνση. Η συγκεκριμένη διεύθυνση του μηχανογραφημένου συστήματος όμως όπως παραδέχθηκε δεν εντοπίζεται πάνω στο ΕΕΣ. Ερωτώμενος κατά πόσο οι Λετονικές Αρχές προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή μαζί με τον εκζητούμενο, αυτός υποστήριξε ότι αυτό έγινε, παραπέμποντας στην αγγλική μετάφραση της απόφασης που υπάρχει επί του τεκμηρίου 7 και τα όσα περιέχονται σε αυτή σε σχέση με τις προσπάθειες που έκαναν οι Λετονικές Αρχές. Εξήγησε περαιτέρω ότι οι Λετονικές Αρχές, έστειλαν τρία αιτήματα ευρωπαϊκής εντολής έρευνας , τα οποία εκτέλεσαν οι Κυπριακές Αρχές και ο εκζητούμενος αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με την υπόθεση για την οποία το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε. Ο εκζητούμενος είχε τότε εντοπιστεί, ανακρίθηκε αλλά δεν θέλησε να απαντήσει. Ερωτώμενος κατά πόσο το ΕΕΣ έπρεπε να εκτελεστεί ως το Τεκμήριο 4 και όχι ως το τεκμήριο 2, απάντησε ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα για αυτό και διαφώνησε ότι έπρεπε να εκτελεστεί το τεκμήριο 4 και όχι το τεκμήριο 2 καθώς το τεκμήριο 2 όπως εξήγησε παραδόθηκε μεταφρασμένο. Παραδέχθηκε ότι στο ΕΕΣ δεν αναγράφεται ακριβώς ο τόπος διάπραξης του αδικήματος, όμως αυτό ξεκαθαρίζεται όπως ανέφερε στις διευκρινήσεις που ζητήθηκαν και λήφθηκαν από την Λετονία (τεκμήριο 9), όπως και τα βασικά στοιχεία του ΕΕΣ και ξεκάθαρη περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος , τόπος και μορφή συμμετοχής. Σε σχέση με το εάν υπάρχουν παρόμοια αδικήματα στον Κυπριακό Νόμο, ανέφερε ότι υπάρχουν όμως η εξέταση του διττού αξιόποινου στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται καθώς στο σημείο Ε σελίδα 7 της αγγλικής μετάφρασης του ΕΕΣ υπάρχουν σημειωμένα δυο αδικήματα , αυτό της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και απάτη με αδικήματα με ηλεκτρονικό υπολογιστή τα οποία είναι σημειωμένα. Σε σχέση με την μετάφραση του Τεκμηρίου 7 , ανέφερε ότι αυτή στάλθηκε μέσω ασφαλών καναλιών διαβίβασης και αυτό αποτελεί πιστή μετάφραση της απόφασης την οποία ζήτησαν να αποσταλεί στις Κυπριακές Αρχές. Είναι έγγραφο όπως υποστήριξε το οποίο έχει σταλεί από τις Αρμόδιες Αρχές της Λετονίας. Ο Εκζητούμενος είναι το μοναδικό άτομο που κατάθεσε από την πλευρά του. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, ότι η τελευταία φορά που πήγε στην Λετονία ήταν τον Απρίλιο του 2017 και πρώτη φορά πήγε το
- Το 2011 άνοιξε εταιρεία εκεί. Μετά τον Απρίλιο του 2017 υποστήριξε ότι δεν πήγε ξανά στην Λετονία. Την περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου 2017 και Οκτώβρη 2017 βρισκόταν στην Πάφο. Κατέθεσε σχετικά το διαβατήριο του ως Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι είναι λάθος η διεύθυνση που αναφέρεται στο ένταλμα και από τον Νοέμβριο ζει στο αυτοκίνητο του, διότι έφυγε από το σπίτι του λόγω οικογενειακών προβλημάτων. Επίσης, όπως υποστήριξε, ο ίδιος δεν διαθέτει οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό στην Λετονία, παρά μόνο της εταιρείας του τον οποίο χρησιμοποίησε τελευταία φορά όταν πήγε στην Λετονία και έκτοτε δεν τον είχε χρησιμοποιήσει ξανά. Όμως όπως ανέφερε συγκεκριμένο πρόσωπο, μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτό το λογαριασμό για να πληρώσει οτιδήποτε είχε σχέση με φόρους σε σχέση πάντα με τα λογιστικά θέματα της εταιρείας του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν έχει μπει ποτέ στη φυλακή. Ο χειρισμός του λογαριασμού της εταιρείας του όπως παραδέχθηκε μπορούσε να γίνει από το διαδίκτυο. Όσον αφορά τις κινήσεις που αναφέρονται στο ΕΕΣ υποστήριξε ότι δεν τις έχει κάνει ο ίδιος. Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μέρους της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Τα όσα έχουν αμφότεροι οι συνήγοροι αναφέρει, έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη ομοίως μετά της νομολογίας εις την οποία με παρέπεμψαν και δεν κρίνω απαραίτητο να παραθέσω αυτούσιες τις θέσεις τους πλην όπου κατωτέρω κριθεί απαραίτητο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της διαδικασίας, και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους, έχοντας κατά νου τις διάφορες παραμέτρους που έχει καθορίσει η Νομολογία σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, (βλ. (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η μαρτυρία του Αστυφύλακα 3699, Μάριου Ιωάννου, κρίνω ότι ήταν διαφωτιστική ως προς τις ενέργειες τις οποίες έπραξε σε σχέση με τη σύλληψη του εκζητούμενου. Κρίνω ότι ήταν ένας ειλικρινής μάρτυρας σε σχέση με τις ενέργειες τις οποίες έκανε και σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του, δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια να αποκρύψει οποιαδήποτε ενέργεια την οποία έκανε, ούτε διαπίστωσα να έχει πρόθεση να αποκρύψει από το Δικαστήριο όσα ο ίδιος διαπίστωσε κατά την εκτέλεση του εντάλματος αλλά και τις προσπάθειες που έγιναν για εκτέλεση του σε προγενέστερους χρόνους. Ο μάρτυρας όπου δεν μπορούσε να απαντήσει, δεν δίστασε να το αναφέρει στο Δικαστήριο και να εξηγήσει τους λόγους που αυτό έγινε, ειδικά εάν αυτό δεν ενέπιπτε μέσα στο πεδίο των γνώσεων του. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Η μαρτυρία του μάρτυρα Προκόπη Χίντικου, ήταν τυπική. Ο μάρτυρας αυτός διαδραμάτισε επικουρικό ρόλο ανάμεσα στις δικαστικές αρχές έκδοσης και εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του εκζητούμενου. Ειδικότερα, σαν αρμόδιος λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, που είναι η Κεντρική Αρχή με βάση το Ν.113(Ι)/2004, ενέργησε και ενεργεί βασικά ως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των αρμόδιων Αρχών. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβηκε όπως η προώθηση του αιτήματος των Λετονικών Αρχών για εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του εκζητούμενου, η παρουσίαση σχετική αλληλογραφίας σε σχέση με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και σχετικής αλληλογραφίας που ανταλλάχτηκε μεταξύ των Κυπριακών και Λετονικών Αρχών επί συγκεκριμένων ερωτημάτων και διευκρινίσεων μαζί με τις απαντήσεις και τα στοιχεία που αποστάληκαν από τις Λετονικές Αρχές ανταποκρινόμενοι στα εν λόγω αίτηματα. Ο ίδιος απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν με ευθύτητα και σαφήνεια και πάντοτε περιοριζόμενος στον προαναφερόμενο βοηθητικό ρόλο του χωρίς προσχεδιασμό και δίχως υπεκφυγή. Τα διάφορα έγγραφα που προσκόμισε ενισχύουν τις ενέργειες και θέσεις του . Η όλη στάση του μάρτυρα κρίνεται θετική και πειστική. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Παράλληλα, η αξιοπιστία του στην πραγματικότητα δεν αμφισβητήθηκε και ουσιαστικά η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα της. Από τη μαρτυρία του εκζητούμενου έχω εισπράξει μια προσπάθεια να δημιουργήσει μια παραπλανητική εικόνα ως προς τη θέση και το ρόλο του σε όσα του καταλογίζουν οι Λετονικές Αρχές. Εν πάση περιπτώσει τα ζητήματα αυτά στα οποία αναφέρθηκε, δεν είναι ζητήματα τα οποία το παρόν Δικαστήριο θα εξετάσει, ως προς την πραγματική και τελική σχέση που είχε με τα εμπλεκόμενα φυσικά και νομικά πρόσωπα που περιγράφονται στο ΕΕΣ, αντίθετα είναι θέματα και θέσεις τις οποίες ο εκζητούμενος προφανώς θα θέσει στις εν λόγω Αρχές εάν και εφόσον η κατάληξη του παρόντος Δικαστηρίου θα είναι τελικώς η έκδοση του. Με τον τρόπο που ο εκζητούμενος απαντούσε στις ερωτήσεις αλλά και το περιεχόμενο των απαντήσεων του σαφώς προκύπτει ότι ο ίδιος γνωρίζει περισσότερα από όσα κατάθεσε στο Δικαστήριο. Όσον αφορά τη θέση του ότι δεν ταξίδεψε στην Λετονία κατά τον επίδικο χρόνο, καταθέτοντας ταυτόχρονα και το διαβατήριο του, επίσης κρίνω ότι είναι ζήτημα το οποίο θα πρέπει να θέσει στις Αρχές της Λετονίας, οι οποίες όμως φυσικά όπως εξηγείται και στις διευκρινήσεις που έθεσαν, θεωρούν ότι τα αδικήματα φαίνεται να έγιναν στην Λετονία. Παράλληλα, για τη διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων, φαίνεται να έγινε χρήση συσκευών, ηλεκτρονικής πλατφόρμας και του διαδικτύου. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αντεξέταση του εκζητούμενου, η χρήση του λογαριασμού της εταιρείας και ο χειρισμός αυτού μπορούσε να γίνει και από το διαδίκτυο. (σελ. 10 των πρακτικών ημερομηνίας 07/12/2023). Ο εκζητούμενος δεν φαίνεται να αρνείται ότι διατηρεί εταιρεία στην Λετονία, ούτε ότι έχει συναλλαγές και δοσοληψίες με συγκεκριμένα πρόσωπα που περιγράφονται τόσο στο ΕΕΣ τεκμήριο 2, ούτε και στα όσα διευκρινιστικά προκύπτουν από τις Λετονικές Αρχές (Τεκμήριο 9). Η μαρτυρία του δεν μπορεί να υποστηρίξει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να μην επιτρέψει την εκτέλεση του ΕΕΣ, ενώ όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω δεν με έχει πείσει από τον τρόπο και το ύφος που απαντούσε ότι ανέφερε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Συνεπώς δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Τέλος σε σχέση με το εάν γνώριζε ή όχι ότι εκκρεμούσαν οι εν λόγω διαδικασίες στη Λετονία και τη θέση ότι δεν γνώριζε, σημειώνω ότι αυτό καταρρίπτεται από τα όσα ο μάρτυρας 2 υποστήριξε, αλλά και από το ιστορικό που φαίνεται επί του Τεκμηρίου 7, ήτοι την απόφαση που οδήγησε στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προβώ σε εξέταση των λόγων μη συγκατάθεσης του εκζητούμενου στην εκτέλεση του Ε.Ε.Σ., θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω επιγραμματικά τους βασικούς στόχους και τις παραμέτρους που διέπουν το Ε.Ε.Σ. Με τον Νόμο 133(I)/2004, έχει εναρμονιστεί η εθνική μας νομοθεσία, με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τις διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών , όπως αυτή τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (στο εξής καλούμενη «η απόφαση-πλαίσιο 2002/584»). Η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, που αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας, συνεπάγεται, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατ' αρχήν, να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως. Πράγματι, η δικαστική αρχή εκτελέσεως δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος μόνο στις εξαντλητικώς απαριθμούμενες στο άρθρο 3 της αποφάσεως-πλαισίου περιπτώσεις υποχρεωτικής μη εκτελέσεως ή στις περιπτώσεις προαιρετικής μη εκτελέσεως των άρθρων 4 και 4α της αποφάσεως-πλαισίου. Εξάλλου, η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να εξαρτηθεί μόνον από τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 5 της αποφάσεως-πλαισίου . Το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τις πάγιες αρχές που διέπουν την διαδικασία εξέτασης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στην υπόθεση Αναφορικά με την Susan Ayre, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/2016, 16/01/2017, ECLI:CY:AD:2017:A5: «Στην απόφαση Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2013)1 Α.Α.Δ. 1764, έγινε εκτενής αναφορά στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης με ιστορική αναδρομή στην ανάγκη που επικράτησε με σκοπό τη δημιουργία μιας απλουστευμένης διαδικασίας μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτως ώστε να εκδίδονται προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης άτομα τα οποία διέφυγαν από τη χώρα στην οποία είτε είχαν καταδικαστεί από αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο ή αναζητούνταν ενόψει εκκρεμουσών ποινικών διώξεων εναντίον τους. Επιλέγηκε η χρήση της μεθόδου της Απόφασης-Πλαίσιο, («Framework Decision»), δίνοντας την κατευθυντήρια γραμμή και φιλοσοφία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφήνοντας τα κράτη μέλη να προχωρήσουν στην εφαρμογή της, ανάλογα με το εθνικό τους δίκαιο, στη βάση του Άρθρου 31(α) και (β) και του Άρθρου 34
(2)(β) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υιοθετήθηκε, επομένως, η Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου του 2002, η οποία τέθηκε το πρώτο σε ισχύ την 1.2.2004, από οκτώ χώρες μέλη και τροποποιήθηκε αργότερα το
- Στη Δημοκρατία, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Απόφαση-Πλαίσιο τέθηκε σε ισχύ με τη ψήφιση του Νόμου. Έχει τονισθεί στην απόφαση Μιχαηλίδης - ανωτέρω - με αναφορά σε προηγούμενες αποφάσεις, ότι το προεξάρχον στοιχείο είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, δηλαδή, μια ιδιότυπη διαδικασία ώστε να υπάρχει αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των χωρών μελών και προς τούτο η Απόφαση-Πλαίσιο, καθώς και η εθνική νομοθεσία, περιλαμβάνουν και την υπόδειξη κεντρικής αρχής («central authority») κάτω από το άρθρο 7 της Απόφασης, προς διοικητική υποβοήθηση των αντίστοιχων δικαστικών αρχών τόσο στη χώρα που εκδίδει το ένταλμα, όσο και στη χώρα που το εκτελεί. Αυτό, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον ευρωπαϊκό χώρο. Ο σκοπός της όλης διαδικασίας, η οποία αρχίζει με ένταλμα σύλληψης σε εθνικό επίπεδο, το οποίο μετά μετατρέπεται ή ακολουθείται από ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι η διαμεταγωγή του εκζητούμενου προσώπου πίσω στη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την οποία έχει διαφύγει και στην οποία καλείται να αντιμετωπίσει ποινικές κατηγορίες. Προς το σκοπό αυτό, προνοούνται στενά χρονικά περιθώρια, ενώ η παροχή της δικαστικής συνδρομής επιτυγχάνεται στη βάση απλουστευμένων διαδικασιών χωρίς αχρείαστες καθυστερήσεις. Η διαδικασία δεν στοχεύει στη θεμελίωση τυχόν ποινικών ευθυνών του εκζητούμενου, ούτε αποτελεί ή ισοδυναμεί με ποινική δίωξη. Μόνο οι δικαστικές αρχές της χώρας που εξέδωσαν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση ποινικών ευθυνών. Πέραν από ορισμένες τυπικές διατάξεις, που στοχεύουν στην αναγνώριση του συλληφθέντος ως του προσώπου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα, υπάρχουν στην Απόφαση-Πλαίσιο και στο Νόμο, πιο ουσιαστικές διατάξεις. Σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου, υπάρχουν διάφορες ασφαλιστικές δικλείδες που το Δικαστήριο μπορεί να χρησιμοποιήσει ώστε να μην εκδώσει το εκζητούμενο πρόσωπο. Έτσι στη βάση του άρθρου 13, καταγράφονται υποχρεωτικοί λόγοι μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 14 καταγράφονται προαιρετικοί λόγοι μη εκτέλεσης του εντάλματος αυτού.». Μέσο πραγματοποίησης, λοιπόν, των πιο πάνω σκοπών της απόφασης-πλαίσιο 2002/584, είναι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο, ως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με αυτήν, σκοπό έχει την παράδοση προσώπου στην χώρα έκδοσης του εντάλματος, για άσκηση ποινικής δίωξης, ή εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας (βλ. Άρθρο 3 του Νόμου 133(I)/2004). Οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθορίζονται από το Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004 , οι διατάξεις του οποίου εξετάζονται παράλληλα, με τις διατάξεις των Άρθρων 13, 14 και 15 του ίδιου νόμου, που απαριθμούν τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο, ως η αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος, υποχρεούται ή έχει διακριτική ευχέρεια να το εκτελέσει ή να μην το εκτελέσει αντίστοιχα. Τέλος, τόσο ο τύπος, όσο και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, επίσης προσδιορίζονται στο σχετικό Νόμο 133(I)/
- Δέστε σχετικά το Άρθρο 4 του Νόμου 133(I)/2004, καθώς και το Παράρτημα Α του ιδίου. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ Στη βάση της πιο πάνω αποδεκτής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και στη βάση των όσων προκύπτουν από αυτή προχωρώ στην εξέταση του αιτήματος. Από την εξέταση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, προκύπτουν ακόλουθα: Ο τύπος του εντάλματος, συνάδει, στο βαθμό που απαιτείται, με τον τύπο του Παραρτήματος Α του Νόμου 133(I)/
- Ο τύπος του εντάλματος υιοθετήθηκε κοινός για όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα Κράτη μέλη υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τον ίδιο τύπο ΕΕΣ, το οποίο εκδίδεται από τη δικαστική αρχή ενός κράτους μέλους και εκτελείται από τη δικαστική αρχή ενός άλλου κράτους μέλους. Διασφαλίζεται, έτσι η αμιγής δικαστική φύση του εντάλματος, ήτοι ως δικαστική πράξη σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, υποκείμενου, σε όλα τα στάδια, από την έκδοση μέχρι την εκτέλεση του σε Δικαστικό έλεγχο. Επιτυγχάνεται, έτσι, ομοιομορφία ως προς τον τύπο και το περιεχόμενο του ΕΕΣ, ώστε να καθίσταται, πλέον, ευχερής η προώθηση και εκτέλεσή του, προς όφελος τόσο της εκδίδουσας δικαστικής αρχής όσο και της δικαστικής αρχής η οποία καλείται να προβεί στην εκτέλεσή του. (Βλ. John Constantinides ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, ημερομηνίας 05/03/2015). Περαιτέρω, διαπιστώνεται, ότι, σε ότι αφορά το περιεχόμενο του, το ένταλμα ικανοποιεί τις πρόνοιες του Άρθρου 4 του Νόμου 133(I)/2004, αφού παρέχει τα αναγκαία, δυνάμει αυτού, και στον απαιτούμενο βαθμό, στοιχεία . Πιο συγκεκριμένα φαίνεται ότι το ένταλμα περιέχει τα πιο κάτω: 1) Το ένταλμα, έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας της Λετονίας, δηλαδή από τη Γενική Εισαγγελία της Λετονίας. Σχετική είναι η παράγραφος («i»), του εντάλματος, κάτω από τον τίτλο «The judicial authority which issued the warrant». Ως έχει αναφερθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Hadwen James ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση Αρ. 184/2014, ημερομηνίας 17/07/2014, από την στιγμή που η διαδικασία παράδοσης εκζητούμενων προσώπων, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ως θεσπίστηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ κρατών μελών της ευρωπαϊκής ένωσης, είναι πλέον μια διαδικασία που διεξάγεται εξολοκλήρου μεταξύ δικαστικών αρχών, η νομιμότητα ή και η κανονικότητα της έκδοσης, κοινοποίησης και διαβίβασης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή και διευκρινήσεων σε σχέση με αυτό, τεκμαίρεται. Τεκμήριο το οποίο, σημειώνεται, πολύ δύσκολα και για πολύ πειστικούς λόγους μπορεί να ανατραπεί (βλ. επίσης Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519). 2) Το αίτημα του Κράτους έκδοσης του εντάλματος, εδράζεται σε ένα από τους δυο λόγους που εξυπηρετεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, δηλαδή, την άσκηση εναντίον του Εκζητουμένου ποινικής δίωξης. Σχετική είναι η παράγραφος («b») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 2, που τιτλοφορείται «Decision on which the warrant is based». Όπως εκεί καταγράφεται, ο λόγος για τον οποίο οι Λετονικές αρχές ζητούν την παράδοση του εκζητούμενου, είναι «By Riga City Pardaugava Court decision of 29 July 2021 to Pavel Meshalkin is applied the security measure - arrest». Ζήτημα, που, έχει επιβεβαιωθεί και με τις διευκρινήσεις που δόθηκαν στο Δικαστήριο και έχουν κατατεθεί ως τεκμήριο 7, στο οποίο επισυνάπτεται η εν λόγω απόφαση για ένταλμα σύλληψης. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στην επιστολή ημερομηνίας 29/11/2023 η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 7 και αφορά τις πρώτες διευκρινήσεις που οι Λετονικές Αρχές έδωσαν , φαίνεται ότι , τον Νοέμβριο του 2017 , ξεκίνησε μια πολύπλοκη ποινική διαδικασία η οποία κράτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η απόφαση για δίωξη του εκζητούμενου λήφθηκε την 06/06/2021, όμως με δεδομένο ότι ο εκζητούμενος δεν εμφανίστηκε, η ποινική διαδικασία ανεστάλη και εκδόθηκε το παρόν ΕΕΣ. Επίσης σύμφωνα με την απόφαση ημερομηνίας 29/07/2021 (μέρος του τεκμηρίου 7) φαίνεται να αποφασίστηκε η σύλληψη του εκζητούμενου για να προχωρήσει η έρευνα εναντίον του. Οι εν λόγω διευκρινήσεις δόθηκαν μετά την αποστολή διευκρινήσεων τις οποίες ζήτησε η συνήγορος του εκζητούμενου και έτυχαν απάντησης σύμφωνα με το περιεχόμενο ως αυτό προκύπτει από το Τεκμήριο 7. Tο Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Eva Karina Andersson v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1092, ανέφερε ότι: «Με τον πρώτο λόγο έφεσης η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο Σουηδός Δημόσιος Κατήγορος που υπάγεται στο Γραφείο Οικονομικού Εγκλήματος (Economic Crimes Bureau) δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο και/ή η αρμόδια αρχή για να προβεί στην έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η εισήγηση έχει εξεταστεί και έχει απορριφθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, από τη μετάφραση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στην αγγλική γλώσσα (Παράρτημα 2) φαίνεται καθαρά ότι δεν είχε εκδοθεί εναντίον της εφεσείουσας προηγούμενη καταδικαστική απόφαση και ότι δεν εζητείτο η παράδοση της εφεσείουσας στις Σουηδικές Αρχές για να εκτίσει οποιαδήποτε ποινή, αλλά η παράδοση της εζητείτο ως ύποπτης για τη διάπραξη των ισχυριζόμενων ποινικών αδικημάτων με σκοπό την ποινική της δίωξη. Για τον πιο πάνω λόγο υιοθετούμε την πρωτόδικη απόφαση.» Είναι σαφές κατά την γνώμη μου από τα πιο πάνω ότι ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνατό να εκδοθεί σε σχέση με πρόσωπο ύποπτο για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, με σκοπό την ποινική του δίωξη. Για τους πιο πάνω λόγους, το ΕΕΣ εκδόθηκε για σκοπό που περιλαμβάνεται στους σκοπούς για τους οποίους ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δύναται να εκδοθεί. 3) Σύμφωνα δε με την παράγραφο («c») υπό τον τίτλο «Ιndications on the length of the sentence: maximum length of the custodial sentence or detention order which may be imposed for the offence» του εντάλματος, οι ποινές που προβλέπονται και δύναται να επιβληθούν στον Εκζητούμενο, σε περίπτωση καταδίκης του για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις , είναι ποινές φυλάκισης που κυμαίνονται από τρία έως δώδεκα έτη. Τα πιο πάνω άλλωστε δεν αμφισβητήθηκαν ουσιαστικώς από τη συνήγορο του εκζητούμενου. Κρίνω συνεπώς ότι τα πλαίσια ποινής που προβλέπονται για τις αξιόποινες πράξεις από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος (άρθρο 4
(1)(στ) του Νόμου), περιλαμβάνονται στο περιεχόμενο του ΕΕΣ. 4) Σε ότι αφορά τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις, πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι, η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, θεωρεί ότι, αυτές, κατατάσσονται στις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες χωρεί εκτέλεση του εντάλματος χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, δεν απαιτείται, να εξετάσει κατά πόσο, στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά πράξη αξιόποινη και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Σύμφωνα με το άρθρο 12
(2)του Νόμου 133(I)/2004 η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται στον εν λόγω άρθρο, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών
(3)ετών. Στην προκειμένη η αρχή έκδοσης του εντάλματος θεωρεί φαίνεται να έχει σημειώσει συγκεκριμένα την επιλογή «νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος» (laundering of the proceed of crime) και την επιλογή «εγκλήματα στον κυβερνοχώρο» (computer related crimes), αδικήματα για τα οποία όπως προκύπτει από το εν λόγω άρθρο δεν απαιτείται ο έλεγχος του διττού αξιόποινου. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό που μπορεί να λεχθεί είναι ότι για τις πράξεις τις οποίες έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, αυτές είναι αξιόποινες σύμφωνα και με τους Κυπριακούς Ποινικούς Νόμους, ήτοι τον Περί της παρεμπόδισης και καταπολέμηση της Νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες νόμο (Ν.188(Ι)/2007). 5) Οι αξιόποινες πράξεις που καταλογίζονται στον Εκζητούμενο (βλ. σε κάθε περίπτωση, Ιωάννου (Ρωσίδης) ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1 Α.Α.Δ. 1606)-, καταγράφονται στην παράγραφο («Ε») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κάτω από την ενότητα «Offences» «Description of the circumstances in which the offences were committed, including the time, place and degree of participation in the offences by requested person». Σε κάθε όμως περίπτωση ο εκζητούμενος , κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δια της συνηγόρου του, έχει εγείρει ως θέμα το οποίο δεν δικαιολογεί εκτέλεση του υπό εξέταση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 2 ότι τα αναφερόμενα στην παράγραφό («e») του εντάλματος, δεν ικανοποιούσαν ουσιαστικά τη νομοθετική απαίτηση βάσει του Άρθρου 4
(1)(ε) του Νόμου 133(I)/2004, σε σχέση με την περιγραφή που απαιτείται, ειδικότερα ως προς τον μη καθορισμό του τόπου τέλεσης των αδικημάτων και/ή ότι ουσιαστικά αυτός δεν προκύπτει ξεκάθαρα. Προς τούτο ζητήθηκαν επιπλέον του περιεχομένου του εντάλματος και διευκρινήσεις από την αρχή έκδοσης του εντάλματος οι οποίες φαίνονται στα τεκμήρια τα οποία καταχώρησε ως 2ος μάρτυρας Προκόπης Χίντικος στο Δικαστήριο ως τεκμήρια 6, 7, 8 και 9. Σύμφωνα με το Άρθρο 4
(1)(ε) του Νόμου 133(Ι)/2004: «4.
(1)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: ........ (ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη· Οι ακριβείς πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται, εξαρτώνται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία, η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να συνίσταται μόνο σε σύντομη περίληψη και όχι σε μεταγραφή ολόκληρων σελίδων της δικογραφίας που προφανώς υπάρχει στην χώρα έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Κατ' ελάχιστο, στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, πρέπει να περιλαμβάνεται περιγραφή των απαραίτητων πραγματικών περιστατικών για τον συγκεκριμένο σκοπό (υπεύθυνο πρόσωπο, βαθμός συμμετοχής ή εκτέλεσης, τόπος, χρόνος, ποσότητα, τρόπος, επακόλουθη ζημία ή σωματική βλάβη, πρόθεση ή σκοπός, όφελος κ.λπ.). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα καταγεγραμμένα στην παράγραφό («e») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, σε συνδυασμό με τις απαντήσεις που λήφθηκαν από τις Λετονικές Αρχές, φαίνεται να ικανοποιούν τις απαιτήσεις του νόμου και συνεπώς δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση της συνηγόρου του εκζητούμενου για τους λόγους που θα εξηγήσω. Διαπιστώνεται δηλαδή, προς ικανοποίηση των προνοιών του Άρθρου 4
(1)(ε) του Νόμου 133(Ι)/2004, ότι στο Ένταλμα, δίδεται η απαιτούμενη περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των καταλογιζόμενων στον Εκζητούμενο αδικημάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου σε αυτά (βλ. John Constantinides v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας , Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015). Σχετική είναι η παράγραφος («Ε») του Εντάλματος, με τον τίτλο «Offences», κάτω από την αναφορά «Description of the circumstances in which the offence(
- s)was (were) committed, including the time, place and degree of participation in the offence(
- s)by the requested person». Επίσης, σημειώνω και τις διευκρινήσεις που δόθηκαν στο Δικαστήριο από τις Λετονικές αρχές μέσω της αρμόδια Αρχής της Δημοκρατίας με το Τεκμήριο 7 που απέστειλαν οι Λετονικές αρχές στις διευκρινήσεις που ζητήθηκαν όπως και δια της επιστολής ημερομηνίας 01/12/2023 (Τεκμήριο 9), στην οποία αναφέρεται: «
- a)As it was stated in previous letter, in the pre-trial criminal proceeding it was not possible to establish the exact place where the accused Pavel Meshalkin committed the offences, however, the commission of criminal offences was detected and investigated in the Republic of Latvia. In addition to the above mentioned, please, be informed that the commission of the offences is linked in Republic of Latvia also due to the fact that a victim in the criminal proceedings, the natural and legal persons and the bank accounts involved in the commission of criminal offences are located in the Republic of Latvia.» Σε σχέση με το για ποιο λόγο ξεκίνησαν τη διαδικασία εναντίον του εκζητούμενου απάντησαν: «Commission of criminal offences was detected and investigated in the republic of Latvia. The victim in the criminal proceedings, also as various natural and legal persons and the bank accounts involved in the commission of criminal offences are located in the Republic of Latvia». Επίσης σε σχέση με τον τραπεζικό λογαριασμό που περιγράφεται στο σημειο «Ε» του εντάλματος διευκρινίστηκαν τα ακόλουθα : «The AS Swedbank bank accounts mentioned in the section E of the European Arrest Warrant are located in the Republic of Latvia» Άλλωστε σύμφωνα με το άρθρο 21
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004 προνοείται η ευχέρεια του Δικαστηρίου που εξετάζει κατά πόσο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί ή δύναται να εκτελεστεί, να ζητήσει από την αρμόδια αρχή έκδοσης του την προσκόμιση τυχόν απαραίτητων κατά την κρίση του συμπληρωματικών στοιχείων, έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 519. Όπως σχετικά λέχθηκε στην εν λόγω υπόθεση «Αν «κρίνει», τονίζεται στο Άρθρο 21
(2)του Νόμου, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν «δεν αρκούν» ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση ζητεί ...». Είναι συνεπώς προστακτική ανάγκη για τη δικαστική αρχή να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, «ιδίως σε σχέση με τα Άρθρα 4 και 13 έως 15.» Σε κάθε περίπτωση στην παρούσα περίπτωση ζητήθηκαν μέσω των αρμόδιων Αρχών οι διευκρινήσεις που ζήτησε η συνήγορος του εκζητούμενου και έχουν προς τούτο κατατεθεί ως σχετικά τεκμήρια. Από τα πιο πάνω λοιπόν, προκύπτει ότι: (α) Οι ισχυριζόμενες αξιόποινες πράξεις, διαπράχθηκαν από τον Εκζητούμενο σε διάφορες χρονικές περιόδους που περιλαμβάνονται στο περιεχόμενο του εντάλματος, γίνεται δηλαδή αναφορά, στον χρόνο τέλεσης τους. (β) Ότι, οι αξιόποινες πράξεις διαπράχθηκαν στην Λετονία αφού σύμφωνα τόσο με το περιεχόμενο του ΕΕΣ, όσο και με τις διευκρινήσεις που ζητήθηκαν, παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο τόπος τέλεσης των αδικημάτων, όπως αναφέρθηκε, η διάπραξη των ποινικών αδικημάτων εντοπίστηκε και διερευνήθηκε στη Δημοκρατία της Λετονίας. Πέραν των προαναφερθέντων, η διάπραξη των αδικημάτων συνδέεται με τη Δημοκρατία της Λετονίας και λόγω του γεγονότος ότι τα θύματα, φυσικά και νομικά πρόσωπα και οι τραπεζικοί λογαριασμοί που εμπλέκονται στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων βρίσκονται στη Δημοκρατία της Λετονίας. Γίνεται δηλαδή αναφορά, στο τόπο τέλεσης της. Μπορεί όπως φαίνεται στην παρούσα χρονική στιγμή να μην προκύπτει ο ακριβής τόπος τέλεσης των αδικημάτων, όμως αυτό που προκύπτει με βεβαιότητα είναι ότι τα εν λόγω αδικήματα διαπιστώθηκαν και διερευνήθηκαν στην Λετονία. Περαιτέρω, ο Εκζητούμενος, όπως προκύπτει από το ένταλμα και τις διευκρινήσεις που στάλθηκαν , μεταξύ 12/09/2017 - 05/10/2017, φαίνεται να εξασφάλισε 202 φορές, δεδομένα παράνομης χρήσης μέσων πληρωμής, δηλαδή του αποδίδεται ότι απέκτησε τα στοιχεία μέσων πληρωμής άλλων προσώπων (τραπεζικές κάρτες) και τη δυνατότητα να τις χρησιμοποιήσει. Περαιτέρω φαίνεται ότι πριν από τις 12/07/2017 ο εκζητούμενος συμφώνησε με το πρόσωπο Νο.1 και Νο.2 να ιδρύσουν την εταιρεία «inteross». Την 12/07/17 το πρόσωπο Νο1 υπό την ιδιότητα του ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της «inteross» η οποία ήταν συνδεδεμένη με την «Νets» , στην Λετονία, ενοικίασε τερματικό πληρωμών (μηχανή ηλεκτρονικών πληρωμών) . Την 21/07/17 το πρόσωπο 1 , έλαβε από την Νετ η οποία συνδέεται με την «Kortaceept Nordic AB», στη Λετονία το τερματικό πληρωμών το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για μέσω κάρτας SIM της εταιρείας LMT, για την διενέργεια πληρωμών χρησιμοποιώντας τον αριθμό της πιστωτικής κάρτας και την ημερομηνία λήξης. Ακολούθως το πρόσωπο 1 έδωσε το τερματικό και την κάρτα SIM στο πρόσωπο αριθμός 2 και το οποίο την έδωσε στον εκζητούμενο. Ο εκζητούμενος καθοδηγούμενος από τα δικά του κίνητρα σύμφωνα με το ένταλμα, και με σκοπό να εξασφαλίσει παράνομο οικονομικό όφελος χρησιμοποιώντας τα στοιχεία τρίτων κατά την περίοδο 12/09/17-05/10/2017 προχώρησε σε πληρωμές μέσω του τερματικού το οποίο ενοικιάστηκε από την «inteross» και χρησιμοποιώντας επιτυχώς τα δεδομένα των διαφόρων καρτών που εξασφάλισε παράνομα σε ηλεκτρονική πλατφόρμα εισήγαγε το ποσό των συναλλαγών. Κατά συνέπεια ως αναφέρεται στο περιεχόμενο του εντάλματος, ο εκζητούμενος χρησιμοποίησε τα παρανόμως κτηθέντα στοιχεία 346 φορές διενεργώντας πληρωμές για το συνολικό ποσό των €769.827,25 ευρώ. Περαιτέρω αποδίδεται στον εκζητούμενο σύμφωνα με το ένταλμα, ότι μεταξύ 12/09/17 - 05/10/2017, παράνομα, χρησιμοποιώντας όλα τα δεδομένα, εξασφάλισε χρήματα. Ως αποτέλεσμα αυτών των πράξεων ο εκζητούμενος εξασφάλισε στη διάθεση του μέσω του τραπεζικού λογαριασμό που διατηρούσε η «inteross» στην Swedbank, το συνολικό ποσό των €565.625 ή μεγαλύτερο. Ο εκζητούμενος με δόλιο σκοπό και με πρόθεση να διαπράξει το αδίκημα του ξεπλύματος χρήματος, γνωρίζοντας ότι τα χρήματα εξασφαλίστηκαν παράνομα, τους άλλαξε τοποθεσία και ιδιοκτησία και απέκρυψε την προέλευση τους . Συγκεκριμένα μεταξύ 13/09/17 - 10/10/2017, ο εκζητούμενος μετέφερε τα χρήματα από το λογαριασμό της «inteross» σε εταιρείες που εγγράφηκαν στην Λετονία, περιλαμβανομένης της «ΙΒWT», και σε εταιρείες εκτός Λετονίας, σε φυσικά πρόσωπα και στον εαυτό του. Ακολούθως ο εκζητούμενος μετέφερε μέρος από τα παράνομα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στην «inteross» , ήτοι το ποσό των €8111,37 στην «ΙΒWT» και ακολούθως σε εταιρείες στην Λετονία και μη, σε φυσικά πρόσωπα, στον εαυτό του και διενήργησε πληρωμές στο φόρο. Ο εκζητούμενος περαιτέρω διέπραξε το αδίκημα χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό της «inteross» ο οποίος ήταν κάτω από τον έλεγχο του, εξουσιοδοτώντας τον εαυτό του να διαχειρίζεται το «ιντερνετ banking» της συγκεκριμένης εταιρείας διενεργώντας μεταφορές ύψους €121.827.
- Περαιτέρω ο εκζητούμενος φαίνεται ότι διέπραξε αδίκημα χρησιμοποιώντας το λογαριασμό της «inteross» χρησιμοποιώντας την κάρτα της εταιρείας που ήταν συνδεδεμένη με τον λογαριασμό που διατηρούσε η «inteross» στην Swedbank, εξασφαλίζοντας το ποσό τον €13.533,
- Ο εκζητούμενος περαιτέρω διέπραξε αδίκημα χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό της εταιρείας «inteross» που διατηρούσε στη Swedbank, και διενήργησε αναλήψεις από ΑΤΜ για το συνολικό ποσό των €33820 μέσω πιστωτικής κάρτας που ήταν συνδεδεμένη με την Swedbank. Ακολούθως χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό της «ΙΒWT» η οποία ήταν υπό τον έλεγχο του και στον οποίο προηγουμένως είχε μεταφέρει €20180 από την«inteross» και συγκεκριμένα χρησιμοποιώντας διαδικτυακές υπηρεσίες την «ΙΒWT» έκαμε μεταφορές €8111,
- Τέλος την 12/09/17 - 10/10/17 γνωρίζοντας ότι τα χρήματα εξασφαλίστηκαν παράνομα και με πρόθεση να αποκρύψει την προέλευση τους τα άλλαξέ τοποθεσία και κατοχή. Αποδίδεται τέλος στον εκζητούμενο ότι «ξέπλυνέ» στον λογαριασμό της «inteross» που διατηρούσε στην Swedbank το ποσό των €169.180,69 καθώς και στον λογαριασμό της «ΙΒWT» το ποσό των €8111,
- Οι πιο πάνω πράξεις αποτελούν σύμφωνα με το ένταλμα, ποινικά αδικήματα. Από τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με τις διευκρινήσεις που δόθηκαν μέσω της επίσημης αλληλογραφίας που υπήρξε μεταξύ των αρχών, κρίνω ότι γίνεται αναφορά και στην συμμετοχή του Εκζητούμενου στις κατ' ισχυρισμό αξιόποινες πράξεις. Σημειώνω στα πιο πάνω ότι δεν αναμένεται ασφαλώς να δοθούν πλήρεις λεπτομέρειες για το κάθε ένα από τα αδικήματα ή ο ακριβής τόπος και ο χρόνος που διαπράχθηκαν. Δόθηκαν με το ΕΕΣ εκείνες οι πληροφορίες που κρίθηκαν απαραίτητες για σκοπούς εξασφάλισης του ΕΕΣ. Τα αδικήματα μάλιστα φαίνεται από τις προβλεπόμενες ποινές στο ΕΕΣ να είναι σοβαρά. Σε σχέση με τα όσα υποστήριξε ενόρκως ο εκζητούμενος, το παρών Δικαστήριο, είναι αναρμόδιο να εξετάσει ισχυρισμούς που αγγίζουν την ουσία της υπόθεσης που ο Εκζητούμενος αντιμετωπίζει στην Λετονία. Ο ρόλος του Δικαστηρίου, σε ότι αφορά την διαδικασία έκδοσης και παράδοσης εκζητούμενων προσώπων μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει του Νόμου 133(I)/2004, είναι πολύ συγκεκριμένος. Καλείται, ουσιαστικά, να διαπιστώσει συγκεκριμένα ζητήματα που ο εν λόγω νόμος προϋποθέτει ότι πρέπει να πληρούνται ώστε να δύναται να εκτελεστεί το ένταλμα. Σε κάποιες περιπτώσεις, το ένταλμα επιβάλλεται να εκτελεστεί, ενώ υπό συγκριμένες περιστάσεις, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσο θα αρνηθεί την εκτέλεση του. Στην προκείμενη περίπτωση, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο το ένταλμα πρέπει να μην εκτελεστεί, ή που θα μπορούσε να μην εκτελεστεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επανέλαβε την προαναφερόμενη αρχή, στην απόφαση του στην υπόθεση Αναφορικά με την Susan Ayre, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/2016, 16/01/2017, ECLI:CY:AD:2017:A5, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ αναφέρθηκε ότι, «η διαδικασία δεν στοχεύει στη θεμελίωση τυχόν ποινικών ευθυνών του εκζητούμενου, ούτε αποτελεί ή ισοδυναμεί με ποινική δίωξη. Μόνο οι δικαστικές αρχές της χώρας που εξέδωσαν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση ποινικών ευθυνών.». 6) Περαιτέρω τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου (τα οποία τιτλοφορούνται «Λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης» και «Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης»), απαριθμούν τις περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, υποχρεούται (άρθρο 13) ή δύναται (άρθρο 14) να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Στρεφόμενος στους λόγους για τους οποίους η πλευρά του εκζητούμενου υποστηρίζει ότι η εκτέλεση του επίδικου εντάλματος δεν θα πρέπει να επιτραπεί, διαπιστώνω ότι σε αυτούς δεν περιέχεται κάποιος από τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που αναφέρονται στο άρθρο 13 του Νόμου. Από την εξέταση δε των όσων αναφέρονται στο άρθρο 13 σε συνάρτηση με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι δεν συντρέχει εν πάση περιπτώσει οποιοσδήποτε λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του υπό αναφορά εντάλματος σύλληψης. Παράλληλα, δεν βρίσκω να προκύπτει, οποιοσδήποτε λόγος στη βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ενεργήσει προς απόρριψη του αιτήματος, δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 14 και 15 του Νόμου 133(I)/
- Άλλωστε όπως διαφαίνεται και καταληκτικά στις αγορεύσεις της συνηγόρου του εκζητούμενου, ο λόγος που ουσιαστικά ζητείται η μη εκτέλεση του ΕΕΣ αφορά τις ισχυριζόμενης παραβάσεις των προνοιών του άρθρου 4
(1)(ε) του Νόμου , ζήτημα το οποίο σε κάθε περίπτωση αναλύθηκε ανωτέρω. Σε σχέση ειδικότερα με την θέση του εκζητούμενου, ότι ουδέποτε του επιδόθηκε οποιαδήποτε κλήση ή ενημέρωση για την ποινική του δίωξη, έτσι ώστε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη Λετονία, και ότι ουδέποτε του παρουσιάστηκαν έγγραφα ή Ευρωπαϊκές Εντολές προς ενημέρωση του για την ποινική δίωξη εναντίον του ή για την διερεύνηση αδικημάτων που διαπράχθηκαν από αυτόν, σημειώνω ότι οι θέσεις αυτές διαψεύδονται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και στάλθηκε από τις Λετονικές Αρχές αλλά και τα όσα υποστήριξε ο μάρτυρας 2. Οι Αρχές της Λετονίας φαίνεται ότι διερευνούν υποθέσεις σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 εναντίον του εκζητούμενου ως ύποπτου, όπου φαίνεται ότι έγιναν αρκετές προσπάθειες για εντοπισμό του έτσι ώστε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, πράγμα που όπως φαίνεται ο εκζητούμενος δεν έπραξε, εξ' ου και ζητήθηκε η έκδοση του εντάλματος σύλληψης του. Τα πιο πάνω, τα οποία προκύπτουν από έγγραφα που στάλθηκαν επίσημα μέσω των αρμόδιων Αρχών, διαψεύδουν πλήρως τα όσα ο εκζητούμενος ανέφερε κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Σημειώνω άλλωστε ότι δεν έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση εναντίον του, ούτε φαίνεται να του έχει επιβληθεί η οποιαδήποτε ποινή. 7) Επιπλέον η ευπαίδευτη συνήγορος του εκζητούμενου υποστήριξε ότι η μετάφραση των εγγράφων, ουσιαστικά δεν συνάδει με το άρθρο 4
(3)του Νόμου, και ότι το Τεκμήριο 2, είναι ελλιπές αφού ήταν μόνο στα αγγλικά. Σύμφωνα με το Άρθρο 4
(3)του Νόμου 133(Ι)/2004: «4.
(3)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος. Όταν υποβάλλεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στις κυπριακές αρχές θα πρέπει να είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην αγγλική γλώσσα. Στην παρούσα περίπτωση, το ΕΕΣ τεκμήριο 2 είναι στην αγγλική γλώσσα. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, οι θέσεις που προβλήθηκαν για μη έγκυρη μετάφραση, κρίνω ότι είναι γενικές και αόριστες . Το άρθρο 4
(3)του Νόμου 133(Ι)/2004 επιτρέπει όπως το ΕΕΣ είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην αγγλική γλώσσα. Από την άλλη δεν υπάρχει καμιά πρόνοια στο Νόμο 133
(1)/2004 ή σε άλλη νομοθεσία περί αναγκαιότητας βεβαίωσης της ορθότητας της μετάφρασης από εγκεκριμένους μεταφραστές. Στην περίπτωσή μας, διατυπώθηκε στην αγγλική γλώσσα και επομένως συνάδει με την αναφερθείσα πρόνοια (βλ. υπόθεση David Scattergood ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142) και Anthony Joannides ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση Αρ. 226/2017, ημερομηνίας 5 Οκτωβρίου, 2017 ) . Τα ίδια κρίνω ισχύουν σε σχέση και με τα όσα υποστηρίχθηκαν σε σχέση με το περιεχόμενου του μέρους του Τεκμηρίου 7 και τη μετάφραση της απόφασης ημερομηνίας 29/07/2021. Οι θέσεις της πλευράς του εκζητούμενου ήταν αόριστες και δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν. Άλλωστε όπως φαίνεται από το ίδιο το Τεκμήριο 7, αυτό διαβιβάστηκε μεταξύ των Κεντρικών Αρχών των δυο χωρών και συνεπώς τεκμαίρεται ότι η μετάφραση δεν αντιμετώπιζε κάποιο ουσιαστικό ζήτημα. Επαναλαμβάνω, ότι δεν υπάρχει καμιά πρόνοια στο Νόμο 133
(1)/2004 ή σε άλλη νομοθεσία περί αναγκαιότητας βεβαίωσης της ορθότητας της μετάφρασης από εγκεκριμένους μεταφραστές, ούτε τέτοιο ζήτημα τίθεται ως λόγος μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, δυνάμει των άρθρων 13 και 14 του Νόμου. H νομιμότητα ή και η κανονικότητα της έκδοσης, κοινοποίησης και διαβίβασης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή και διευκρινήσεων σε σχέση με αυτό, τεκμαίρεται. Περαιτέρω σημειώνω ότι ανεξάρτητα των πιο πάνω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενο του εντάλματος που έχει εκτελεστεί, έχει εξηγηθεί στον εκζητούμενο στη μητρική του γλώσσα όπως και τα δικαιώματα του. 8) Σε σχέση τώρα με το θέμα της λανθασμένης διεύθυνση του εκζητούμενου στο ΕΕΣ , το οποίο έθεσε η συνήγορος του εκζητούμενου, κρίνω ότι, το ζήτημα αυτό είναι τυπικό και δεν φαίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου να αποτελεί ουσιώδες στοιχείο το οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται σε αυτό, ούτε αποτελεί επίσης λόγο, δυνάμει των άρθρων 13 και 14 του Νόμου για μη εκτέλεση του ΕΕΣ. Είναι θεωρώ χωρίς καμία ουσιαστική σημασία και δεν έχει παραβλάψει καθόλου τα δικαιώματα του εκζητούμενου. Στο Ένταλμα όπως προκύπτει από το άρθρο 4
(1)(β) του νόμου, προνοείται όπως αναγράφεται η διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος. 9) Υποστηρίχθηκε περαιτέρω ότι εάν ο εκζητούμενος εκδοθεί στην Λετονία, θα υποστεί βασανιστική και εξευτελιστική μεταχείριση αν κριθεί ένοχος. Επί του επιχειρήματος αυτού, σημειώνω ότι δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία ο κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια και απάνθρωπη και εξευτελιστική συμπεριφορά ο εκζητούμενος σε περίπτωση έκδοσης του. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ή να εισηγείται ότι ο εκζητούμενος θα εκτεθεί σε κινδύνους αυτής της φύσης σε περίπτωση διαμεταγωγής του στην Λετονία. Η Λετονία είναι και παραμένει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κανένα υπόβαθρο υπάρχει για να καταλήξω σε εύρημα ότι δεν εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. 10) Τέλος με τη θέση ότι καθυστέρησε η εκτέλεση του ΕΕΔ, σημειώνω ότι δεν τέθηκε από τον εκζητούμενο οποιοδήποτε στοιχείο που να φανερώνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του εντάλματος, θα είναι καταπιεστική. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο Ν.133(Ι)/2004 για παραβίαση δικαιώματος δίκης εντός εύλογου χρόνου ή κάποια κύρωση ή συνέπεια σε περίπτωση καθυστέρησης προώθησης του αιτήματος ως προς αυτό το ζήτημα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εκτέλεση του ΕΕΣ και παράδοση του εκζητούμενου στις αρχές της Λετονίας. Συνεπώς διατάσσω την εκτέλεση του υπό αναφορά Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση και να παραδοθεί στις αρχές της Λετονίας σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του Νόμου. Δίδονται οδηγίες στην Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου να κοινοποιήσει αμέσως στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος την παρούσα απόφαση. (Υπ.) ______________ Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο