Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λευτέρης Χάμπιαουρης, Αρ. Υπόθεσης: 4587/23, 22/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4587/23 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Λευτέρης Χάμπιαουρης Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για Κατηγορούμενο: κα Ρ. Ξιναρή Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις ακόλουθες κατηγορίες: - Κατοχή πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Γ8 χωρίς άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας κατά παράβαση του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004. (Κατηγορία 1) - Μεταφορά πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Γ8 χωρίς άδεια κατοχής από τον Αρχηγό Αστυνομίας κατά παράβαση του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/
- (Κατηγορία 2) - Κατοχή εκρηκτικών Υλών χωρίς άδεια του επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ.
- (Κατηγορία 3) - Μεταφορά εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ.
- (Κατηγορία 4) - Χρήση εκρηκτικών Υλών, χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση του περί Εκρηκτικών υλών Νόμου Κεφ.
- (Κατηγορία 5) - Πυροβολισμός με πυροβόλο όπλο μέσα σε κατοικημένη περιοχή, κατά παράβαση του άρθρου 374(η) του Κεφ. 154 (Κατηγορία 6) - Τραυματισμός Ζώου, κατά παράβαση του άρθρου 323 του Κεφ. 154 (Κατηγορία 7) - Κατηγορία Απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.
- (Κατηγορία 8) Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/08/2023, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δυο προηγούμενες καταδίκες. Συγκεκριμένα στην ποινική υπόθεση 5945/18 του Ε.Δ Πάφου, με ημερομηνία καταδίκης 27/10/22, καταδικάστηκε για κλοπή σε ποινή προστίμου 150 ευρώ, στην κατηγορία της ανησυχίας σε ποινή προστίμου 150 ευρώ, σε κατηγορία εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος σε ποινή προστίμου 100 ευρώ και στην κατηγορία της απειλής σε ποινή προστίμου 200 ευρώ. Επίσης στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 2041/19 του Ε.Δ Πάφου , καταδικάστηκε στα πλαίσια του Νόμου περί Ταχύπλοων Σκαφών σε ποινές προστίμου 150 ευρώ και 80 ευρώ. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας ημερομηνίας 05/09/2023 και την οποία η συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος γεννήθηκε το 1965 και είναι ηλικίας 58 ετών σήμερα. Έχει δυο αδελφές και έναν αδελφό. Ο πατέρας του απεβίωσε πριν πολλά χρόνια. Η μητέρα του είναι 83 ετών και είναι οικοκυρά. Φοίτησε μέχρι την Γ' Γυμνασίου και στη συνέχεια υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά. Μετά την εκπαίδευση του ως καπετάνιος σε Σχολή του Τμήματος Αλιείας, εργάστηκε ως ψαράς για 10 χρόνια. Λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας, αναγκάστηκε να σταματήσει να εργάζεται. Περιστασιακά εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος και μηχανικός. Λάμβανε μηνιαίο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα το οποίο διακόπηκε πριν 2 χρόνια. Από τον πρώτο του γάμο απέκτησε τρία παιδιά. Ο μεγαλύτερος γιος του είναι 33 ετών, παρουσιάζει προβλήματα με ουσίες, ενώ τα άλλα δυο του ενήλικα παιδία είναι άνεργοι. Με την πρώτη του σύζυγο χώρισε, ενώ ο ίδιος διατηρεί επικοινωνία με τα παιδιά του. Στη συνέχεια γνώρισε γυναίκα 50 ετών από την Σρι Λάνκα η οποία τον εγκατέλειψε λίγο μετά την κράτηση του. Δεν είναι χρήστης ουσιών, αλλά παρουσιάζει προβλήματα ψυχικής υγείας. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζει πρόβλημα διαχείρισης θυμού και συχνά απομονώνεται. Πριν τη σύλληψη του διέμενε με την εν διαστάσει σύζυγο του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα για το οποίο καταβάλλεται το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως, εκ των οποίων 162 ευρώ καλύπτεται από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Διαθέτει το ½ μερίδιο από ιδιόκτητη κατοικία με την πρώτη σύζυγο του, ενώ δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με κινητή περιουσία ή αποταμιεύσεις ή χρέη. Περαιτέρω η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από διαταραχή ελέγχου των παρορμήσεων, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, πράγμα που σημαίνει ότι θυμώνει και «λέει λόγια» όπως επίσης χαρακτηριστικά ανέφερε χωρίς οποιοδήποτε αντίκτυπο και χωρίς οποιοδήποτε ουσιαστικό περιεχόμενο. Επειδή έχει αυτή τη διαταραχή, είναι θύμα κοινωνικού ρατσισμού. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος έμενε στο σπίτι της μητέρας του , αφού κανένας δεν του ενοικίαζε κάποιο σπίτι, ένεκα των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Το συγκεκριμένο όμως σπίτι, ιδιοκτησιακά άνηκε στην αδελφή του και ο γαμπρός του ήθελε να τον διώξει ένεκα των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Συνεπεία ουσιαστικά αυτών των διαφορών καταχωρήθηκαν και διάφορες ποινικές υποθέσεις, αλλά ο γαμπρός του στη συνέχεια απέσυρε το παράπονο του. Στη συνέχεια αναγκάστηκε να ενοικιάσει σπίτι από την ΜΚ
- Στην αρχή δεν είχε προβλήματα μαζί της, αφού έπαιρνε κανονικά το ενοίκιο από το Γραφείο Ευημερίας. Όταν όμως κάποιοι ανέφεραν στο πιο πάνω πρόσωπο, ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συγκεκριμένα προβλήματα, προέβη σε διαδικασίες για να τον διώξει, καταλήγοντας στα Δικαστήρια με σχετική αγωγή, και τον ενοχλούσε. Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε πήγε στο σπίτι της συγκεκριμένης κυρίας για να την ενοχλήσει, αντίθετα αυτό γινόταν από την σπιτονοικοκυρά του. Ουδέποτε της έκανε οποιοδήποτε κακό, αλλά «περιοριζόταν μόνο στα λόγια», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Το βασικό πρόβλημα που γενικά αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος, είναι ο κοινωνικός ρατσισμός. Επιπλέον ανέφερε ότι βρίσκεται στις φυλακές από τον Ιούνιο του 2023 και το διάστημα αυτό του έκλεψαν τον σκύλο, του έκλεψαν ένα αυτοκίνητο και του έκαναν ζημιά σε άλλο αυτοκίνητο και δεν άφησαν τίποτα στο σπίτι του. Δεν έχει κανένα για να τον βοηθήσει, ενώ η μητέρα του που τον βοηθούσε είναι κλινήρης και την οποία βοηθούσε ο κατηγορούμενος μεταφέροντας την στο γιατρό. Σε σχέση με την δεύτερη του σύζυγο, έχει φύγει για άγνωστο λόγο από το σπίτι και σε επικοινωνία που είχε με την συνήγορος υπεράσπισης, δεν επιθυμεί να είναι μαζί με τον κατηγορούμενο και επιθυμεί να μεταβεί πίσω στη χώρα της. Κάλεσε τέλος το Δικαστήριο όπως τον κρίνει με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια και ταυτόχρονα να αναστείλει την οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος βρέθηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Ενδεικτικό δε της σοβαρότητας τους είναι οι προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στον νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλων όπλων της Κατηγορίας Γ8 εντός της Δημοκρατίας, χωρίς άδεια κατά παράβαση του άρθρου 5
(1)και 28
(1)του Ν.113(Ι)/04 τιμωρούνται, με βάση το άρθρο 51
(1)του ίδιου νόμου με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €42.715= ή και στις δύο αυτές ποινές. (Κατηγορία 1 και 2) Επίσης, τα αδικήματα της κατοχής, μεταφοράς και χρήσης εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή εκρηκτικών υλών επισύρουν, σύμφωνα με το άρθρο 4
(4)(δ) και 4
(4)(ζ) του Κεφ.54, ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €5.000= ή και τις δύο αυτές ποινές. (Κατηγορίες 3, 4 και 5) Σε σχέση με την κατηγορία του πυροβολισμού με πυροβόλο όπλο μέσα σε κατοικημένη περιοχή, ο κατηγορούμενος, υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 374(η) του Κεφ. 154 σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι πέντε λίρες. (Κατηγορία 6) Σε σχέση με την κατηγορία του τραυματισμού ζώου, κατά παράβαση του άρθρου 323 του Κεφ. 154, ο κατηγορούμενος υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου. (Κατηγορία 7) Τέλος όσον αφορά την κατηγορία της Απειλής, ο κατηγορούμενος, υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 91Α του Κεφ. 154 υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη. (Κατηγορία 8) Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, όλα σχεδόν τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε εμπίπτουν στην κατηγορία των σοβαρών αδικημάτων του Ποινικού Κώδικα με τον νομοθέτη να δείχνει τη σοβαρότητα που τους αποδίδει μέσω της θέσπισης των προβλεπομένων ποινών στην κείμενη νομοθεσία. Μέρος των αδικημάτων αυτών, ήτοι οι κατηγορίες 1 έως 5, είναι κακουργηματικού χαρακτήρα και με βάση το Άρθρο 24
(1)του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 δεν εκδικάζονται συνοπτικά. Ωστόσο, σύμφωνα με συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αποφασίστηκε και εκδικάζονται από το Δικαστήριο συνοπτικά, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 24
(2)του Νόμου 14/
- Αυτό σημαίνει ότι, το Δικαστήριο, δεν μπορεί να επιβάλει στον Κατηγορούμενο, για οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, ποινή φυλάκισης που να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια ή χρηματική ποινή που να υπερβαίνει τις €85.
- Είναι ζήτημα δικαιοδοτικό. Δηλαδή, εξουσίας την οποία το Δικαστήριο αντλεί από τον Νόμο. Εντούτοις, αυτό, ως δεδομένο, δεν καθιστά το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, λιγότερο σοβαρό. Για σκοπούς ταξινόμησης της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, για σκοπούς τιμωρίας, το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του, τη σοβαρότητα που δίδεται στα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορουμένου και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της . Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν την παράνομη μεταφορά και κατοχή όπλων έγκειται στο γεγονός ότι η διάπραξη τους όταν η χρήση τους συνοδεύεται με παράνομη πράξη υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία, καταρρακώνει την προσωπικότητα ατόμων, δημιουργεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους νομιμόφρονες πολίτες και γενικότερα διασαλεύει την ειρηνική διαβίωση πολιτών, στοιχεία που δεν έχουν θέση σε μια δημοκρατική κοινωνία. Οι οδυνηρές συνέπειες αυτών των αδικημάτων είναι γνωστές και πρέπει να αρχίσει μια γενική επαγρύπνηση και εκτός αν εξαπολυθεί ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον όσων εμπλέκονται σε αυτού του είδους αδικήματα, η προστασία των φιλήσυχων και νομοταγών πολιτών και οι δημοκρατικές διαδικασίες σε αυτή την πολιτεία θα βρίσκονται σε συνεχή κίνδυνο (Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646 και Θεοδούλου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει τέτοιας φύσεως αδικήματα με αυστηρότητα επιβάλλοντας ποινές αποτρεπτικής φύσεως για προστασία των νομοταγών πολιτών. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει ακόμη στις υποθέσεις Θεοδούλου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206, Γενικός Εισαγγελέας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Γρηγορίου v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 158, Ψωμάς v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α. Δ. 312. Θα πρέπει φυσικά να σημειωθεί ότι η πιο πάνω νομολογία αναφέρεται σε πυροβόλα όπλα, άλλα από κυνηγετικά και συγκεκριμένα σε πιστόλια και στρατιωτικά τυφέκια. Στην απόφαση Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 212/13, απόφαση ημερ. 5.2.15, τονίστηκε ότι η προηγηθείσα νομολογιακή προσέγγιση είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Παραπομπή σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιανδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα. Στην Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 171 ο εφεσείων στην Έφεση 7043 παραδέχθηκε κατηγορίες που αφορούσαν στα αδικήματα της παράνομης μεταφοράς όπλου και εκρηκτικών υλών. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών
(3)ετών για την παράνομη μεταφορά όπλου και ενός
(1)έτους αντίστοιχα για την κατηγορία της μεταφοράς εκρηκτικών υλών. Στόχος της μεταφοράς ήταν η ληστεία Τράπεζας. Σε έφεση που καταχώρισε κατά της εν λόγω ποινής το Εφετείο στη σελίδα 189 στης απόφασης ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων παραπονείται ότι η ποινή των τριών χρόνων φυλάκισης για τη μεταφορά όπλου είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Το παράπονο δεν ευσταθεί. Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης μεταφοράς όπλου συνεκτιμήθηκε με τους άλλους σχετικούς παράγοντες. Το Κακουργιοδικείο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής έλαβε υπόψη την παραδοχή του εφεσείοντα, το λευκό ποινικό μητρώο του (τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν προτού καταδικαστεί για τα αδικήματα που είχαν σχέση με τα ναρκωτικά), τις προσωπικές του περιστάσεις με έμφαση στο γεγονός ότι είναι πατέρας ανήλικου παιδιού, τον περιορισμένο ρόλο που διαδραμάτισε στην κατοχή/μεταφορά των όπλων και πυρομαχικών, ότι ενήργησε κάτω από την πίεση άλλων και ότι ο ίδιος επέστρεψε £7.000, μέρος του προϊόντος της ληστείας. Ούτε εδώ υπάρχουν περιθώρια παρέμβασης για μείωση της ποινής και συνεπώς η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.» Στην Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 AAΔ.333, ο κατηγορούμενος λευκού ποινικού μητρώου παραδέχθηκε τις κατηγορίες κατοχής δύο πυροβόλων όπλων κατηγορίας Β, ήτοι δύο πιστολιών, το ένα έμφορτο με ένα πλήρες φυσίγγιο, και της κατοχής εκρηκτικών υλών, 5 φυσίγγια, όπως και κάποιες άλλες που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες ενώ σε κάποιες άλλες που αφορούσαν άλλα αδικήματα δεν παραδέχθηκε. Τελικά επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών για τα αδικήματα της κατοχής πιστολιών και 6 μηνών για την κατοχή ναρκωτικών, οι οποίες διατάχθηκαν να είναι διαδοχικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού τόνισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων της κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών έκρινε ότι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, οι λόγοι που τον ώθησαν να εφοδιαστεί με τα πιστόλια και τα πυρομαχικά, το γεγονός της διαταραγμένης ψυχικής υγείας του, η γενικότερη πιστοποιημένη καλή προσωπικότητα και ήθος του, η μεταγενέστερη της φυλάκισης του τέλεση γάμου, δικαιολογούσαν την επίδειξη επιείκειας έτσι ώστε η ποινή να ταιριάζει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δράστη και μείωσε την ποινή από 2 ½ σε 1 ½ χρόνο για την κατοχή πυροβόλου όπλου που διαδοχικά με την επιβληθείσα ποινή των έξι μηνών στις κατηγορίες της κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, η συνολική ποινή να μειωθεί στα 2 χρόνια. Φαίνεται πως εδώ διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα. Συγκεκριμένα, κατά τον κρίσιμο χρόνο διάπραξης τους έπασχε από παραληρητικές ιδέες διωκτικού και παρανοϊκού περιεχομένου και ιδέες αυτοαναφοράς και συσχετίσεως. Στα πλαίσια των πιο πάνω ιδεών ο κατηγορούμενος προμηθεύτηκε τα πιστόλια θεωρώντας, εσφαλμένα, ότι κάποιοι συζητούσαν για την επιχείρηση περιπτέρου που διατηρούσε πιστεύοντας πως τρίτα πρόσωπα τον παρακολουθούσαν. Διέπραξε τα αδικήματα στα πλαίσια ψυχωτικού επεισοδίου ώστε να πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ψυχικά ασθενές άτομο που χρήζει παρακολούθησης και θεραπείας. Στην υπόθεση Γιώργος Στεφάνου Προδρόμου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 6925, ημερ. 23.3.01 το πρωτόδικο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ' όψιν τα περιστατικά της υπόθεσης, επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή δώδεκα μηνών φυλάκισης στην κατηγορία του τραυματισμού ενός ατόμου, δεκαοκτώ μηνών στην κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου και δυόμιση ετών στην κατηγορία της χρήσης κυνηγετικού όπλου. Στην κατηγορία της μεταφοράς κυνηγετικού δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή. Το Εφετείο μείωσε ποινή φυλάκισης στους 18 μήνες για παράνομη κατοχή και χρήση κυνηγετικού όπλου σε περίπτωση προσώπου που δεν είχε εγκληματικό παρελθόν και ενήργησε επιπόλαια λόγω συναισθηματικής φόρτισης κατά την χρήση του όπλου. Επίσης λέχθηκε ότι «η νομολογία από την οποία το Δικαστήριο φαίνεται να άντλησε καθοδήγηση αναφέρεται σε παράνομη κατοχή πυροβόλων όπλων, άλλων από κυνηγετικών. Το είδος του πυροβόλου όπλου έχει σημασία. Κι αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα της παράνομης χρήσης, ακόμα και κυνηγετικού». Στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε χρήση κυνηγετικού όπλου και προέκυψε ο τραυματισμός ενός ατόμου. Ο εφεσείων έριξε δύο πυροβολισμούς εναντίον του οχήματός των παραπονουμένων. Ο πρώτος πυροβολισμός κτύπησε τη δεξιά πισινή πόρτα σπάζοντας το τζάμι και ο δεύτερος τη δεξιά μπροστινή. Ο εφεσείων έριξε άλλους τρεις πυροβολισμούς που κτύπησαν δύο σταθμευμένα οχήματα. Ένας από τους παραπονούμενους, τραυματίστηκε από δύο σφαιρίδια στο δεξιό αντιβράχιο. Λέχθηκε επίσης ότι είναι μικρής σημασίας το ότι οι επιβαίνοντες πρόφτασαν να απομακρυνθούν και ότι ο τραυματισμός ενός από αυτούς ήταν ελαφρύς ή αποτέλεσμα εξοστρακισμού. Το πόσο επικίνδυνη είναι μια ενέργεια δεν συναρτάται μόνο από το τελικό αποτέλεσμα, αλλά και από τα αντικειμενικά στοιχεία που την περιβάλλουν. Και τα αντικειμενικά στοιχεία στην παρούσα υπόθεση ήταν ότι ο εφεσείων έστρεψε το όπλο του και πυροβόλησε προς την κατεύθυνση αριθμού ατόμων, παραγνωρίζοντας τον κίνδυνο τραυματισμού τους. Η σοβαρότητα των αδικημάτων παράνομης κατοχής και μεταφοράς όπλων και πυρομαχικών έχει από πολύ παλιά τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Gasteratos v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 170,175-176, αναφέρονται τα εξής: «Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα και επίμονα τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη και χωρίς εξουσιοδότηση κατοχή, μεταφορά και χρησιμοποίηση πυροβόλων όπλων. Οι οδυνηρές συνέπειες αυτών των αδικημάτων είναι γνωστές και πρέπει να αρχίσει μια γενική επαγρύπνηση και εκτός αν εξαπολυθεί ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον κατηγορουμένων που εμπλέκονται σε αυτού του είδους τα αδικήματα, η προστασία των νομοταγών πολιτών και οι δημοκρατικές διαδικασίες σε αυτή την πολιτεία θα βρίσκονται σε συνεχή κίνδυνο.» Όπως αναφέρεται στην Ποιν. Έφ. 159/2014, Παναγή ν. Δημοκρατίας, ημερ. 16 Δεκεμβρίου 2016: « . η νομολογία θεωρεί την κατοχή και τη μεταφορά πυροβόλων όπλων άνευ αδείας ως εμπίπτουσες στα ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα. Διαχρονική είναι επίσης η θέση της νομολογίας ότι η παράνομη κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων υπονομεύουν την έννομη τάξη, ανοίγουν το δρόμο για την αναρχία, θέτουν σε κίνδυνο ανυποψίαστους κυρίως πολίτες και εκθέτουν ολόκληρη την κοινωνία στο αίσθημα ανασφάλειας. Το Κακουργιοδικείο σημείωσε επίσης τη δικαστική του γνώση ότι το φαινόμενο της παράνομης οπλοκατοχής και οπλοχρησίας δεν έχει υποχωρήσει με αποτέλεσμα να υπάρχει έξαρση στη διάπραξη παρομοίων αδικημάτων, με αντίστοιχη την υποχρέωση των Δικαστηρίων να επιβάλλουν αυστηρές και ταυτόχρονα αποτρεπτικές ποινές». Όπως έχει καθιερωθεί από τη νομολογία, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά, όμως, αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.(Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, 544 και Dorianin Vero κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 168/2013 και 169/2013, ημερ. 14 Μαΐου 2015).» Στο Ηνωμένο Βασίλειο, αυθεντία στο θέμα της επιβολής ποινής για αδικήματα περί πυροβόλων όπλων, αποτελεί η απόφαση Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R v Avis, a. o., [1998] 1 Cr App Rep
- Ο δικαστικός της λόγος, επεξηγήθηκε και ενισχύθηκε από Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση R v Wilkinson, a. o., [2009] EWCA Crim
- Από τις αποφάσεις αυτές, μπορεί να αντληθεί σημαντική καθοδήγηση. Στην προαναφερόμενη υπόθεση R v Wilkinson, a. o., [2009] EWCA Crim 1925, αναφέρονται τα εξής, που αφορούν στην σοβαρότητα των αδικημάτων περί πυροβόλων όπλων και στα κριτήρια καθορισμού της υπαιτιότητας κατηγορουμένου γι' αυτά, για σκοπούς επιβολής ποινής: Η βαρύτητα των εγκλημάτων σχετικά με όπλα δεν αποτελεί υπερβολή. Τα όπλα σκοτώνουν και απειλούν, τρομοκρατούν και εκφοβίζουν. Γι' αυτό τα θέλουν οι εγκληματίες, γι' αυτό τα χρησιμοποιούν και γι' αυτό οργανώνουν την εισαγωγή και την κατασκευή, την προμήθεια και τη διανομή τους. Τα Δικαστήρια πρέπει να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι πάρα πολλά όπλα που προκαλούν τον θάνατο είναι πολύ εύκολα διαθέσιμα και χρησιμοποιούνται με καταστροφικές επιπτώσεις σε μεμονωμένα θύματα και με ύπουλες διαβρωτικές επιπτώσεις στην ευημερία της κοινωνίας. Όποτε ένα όπλο διατίθεται για χρήση καθώς και όταν χρησιμοποιείται ένα όπλο, πρωταρχική σημασία έχει η προστασία του δημοσίου. Απαιτούνται αποτρεπτικές και τιμωρητικές ποινές και τέτοιες ποινές πρέπει να επιβάλλονται. Προτάθηκε ότι, με την αντιμετώπιση μιας σειράς ερωτήσεων, το δικαστήριο θα έδινε στον εαυτό του τις κατάλληλες ενδείξεις για την πραγματική έκταση της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα: "
(1)Τι είδους όπλο εμπλέκεται; Τα γνήσια πυροβόλα όπλα είναι πιο επικίνδυνα από ό,τι τα πυροβόλα όπλα απομίμηση. Τα έμφορτα πυροβόλα όπλα είναι πιο επικίνδυνα από τα άδεια. Τα άδεια πυροβόλα όπλα για τα οποία υπάρχουν πυρομαχικά διαθέσιμα είναι πιο επικίνδυνα από τα πυροβόλα όπλα για τα οποία δεν υπάρχουν πυρομαχικά διαθέσιμα. Η κατοχή ενός πυροβόλου όπλου που δεν έχει νόμιμη χρήση (όπως ένα πυροβόλο όπλο που έχει πριονιστεί) θα εξεταστεί ακόμη πιο σοβαρά από την κατοχή ενός πυροβόλου όπλου ικανού για νόμιμη χρήση.
(2)Τι χρήση (εάν υπήρξε) έγινε του πυροβόλου όπλου; Είναι απαραίτητο για το δικαστήριο, όπως και για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα, να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που σχετίζονται με οποιαδήποτε χρήση του πυροβόλου όπλου; όσο πιο παρατεταμένη και προμελετημένη και βίαιη η χρήση του, τόσο πιο σοβαρό είναι το αδίκημα.
(3)Με ποια πρόθεση (εάν υπήρξε) ο κατηγορούμενος κατείχε ή χρησιμοποίησε το πυροβόλο όπλο; Σε γενικές γραμμές, τα πιο σοβαρά αδικήματα βάσει του Νόμου είναι εκείνα που απαιτούν απόδειξη συγκεκριμένης εγκληματικής πρόθεσης (να θέσει ο κατηγορούμενος σε κίνδυνο ζωή, να προκαλέσει φόβο πρόκλησης βίας, να αντισταθεί στη σύλληψη, να διαπράξει ένα σοβαρό ποινικό αδίκημα). Όσο πιο σοβαρή είναι η πράξη για την οποία προορίζεται, τόσο πιο σοβαρό είναι το αδίκημα.
(4)Ποιο είναι το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου; Η σοβαρότητα οποιουδήποτε αδικήματος περί πυροβόλων όπλων αυξάνεται αναπόφευκτα εάν ο δράστης έχει καθιερωμένο ιστορικό για διάπραξη αδικημάτων περί πυροβόλων όπλων ή εγκλημάτων βίας."» Σε σχέση με το αδίκημα πρόκλησης βλάβης σε ζώα είναι ένα αδίκημα που παρόλο ότι με βάση τον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα κατατάσσεται ως πλημμέλημα εντούτοις λόγω της φύσης του περιλαμβάνει στοιχείο σοβαρότητας που δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Το γεγονός ότι η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος σε σκύλο επισύρει, με βάση το άρθρο 323 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης ενός έτους καταδεικνύει τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης του αποδίδει. Αυτός είναι ένας παράγοντας που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Πρόκειται για ένα αδίκημα που ενέχει πράξεις, οι οποίες προκαλούν βία και πόνο στο εμπλεκόμενο ζώο. Είναι ένα αδίκημα που μέσα από παράνομες ενέργειες προκαλούνται τραύματα στο κατοικίδιο ζώο ή ακόμη χειρότερα του αφαιρείται η ζωή. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μυλωνά κ.α. v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384: "Τα κατοικίδια ζώα στην πρωτογενή τους φύση ήσαν ελεύθερα. Ο άνθρωπος τα εξημέρωσε καθιστώντας τα κατοικίδια για καθαρά δικούς του σκοπούς, που δεν χρειάζεται να περιγράψουμε. Ως έμβια δικαιούνται στη βιολογική τους ύπαρξη. Η θανάτωση τους δικαιολογείται μόνο όταν και όπως προβλέπει ο νόμος. Η θέα, ακόμη και η περιγραφή κακομεταχείρισης ή θανάτωσης τους προκαλεί τρόμο στο συνετό άνθρωπο..." Η αύξηση κρουσμάτων διάπραξης τέτοιας φύσης αδικημάτων που διαπιστώνεται με την ολοένα συχνότερη εμφάνιση υποθέσεων αυτού του είδους στα δικαστήρια, ενισχύει τη σοβαρότητα που πρέπει να αποδίδεται στην αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων, όπως την παρούσα. Σχετική επί του θέματος νομολογία επιβεβαιώνει την πιο πάνω αναφορά. Είναι γεγονός ότι η αύξηση περιπτώσεων όπου είτε ένα ζώο τυγχάνει κακομεταχείρισης ή βασανισμού είτε παράνομα και αδικαιολόγητα εκτίθεται σε πόνο, ταλαιπωρία, τραυματισμό ή θάνατο υποχρεώνει τα δικαστήρια να προσεγγίζουν τέτοιες υποθέσεις με περισσότερη αυστηρότητα από τη μία σε μία προσπάθεια να προστατέψουν την ευημερία των κατοικίδιων ζώων και από την άλλη να διαβιβάσουν το μήνυμα σε επίδοξους παραβάτες ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές στην κοινωνία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 147/2017 ημερ. 13.05.18, ECLI:CY:AD:2018:B112, σε άτομο ηλικίας 72 ετών με λευκό ποινικό μητρώο που κρίθηκε ένοχο στη θανάτωση σκύλου για ανεπίτρεπτο σκοπό δυνάμει του Ν.46(Ι)/94 για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκισης 12 μηνών ή χρηματική ποινή €1.708 ή και οι δύο ποινές, όταν μπροστά στα μάτια του ιδιοκτήτη του ζώου και της ανιψιάς του μαχαίρωσε σκύλο που ήταν καθοδηγητής, φύλακας κωφάλαλης οικογένειας και εκπαιδευμένος για την προστασία της, αδίκημα για το οποίο δεν επέδειξε έμπρακτη μεταμέλεια, επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 3 μηνών κατ' έφεση ανατρέποντας την ποινή του πρωτόδικου δικαστηρίου που ήταν 45 ημέρες φυλάκιση με αναστολή. Αντίθετα στην υπόθεση Αντωνίου v. Αλκιβιάδου
(2004)όπου την τότε περίοδο απουσίαζαν τα στοιχεία της έξαρσης και της συχνότητας και είχε κριθεί ότι ο θάνατος των δύο σκύλων με δηλητηρίαση φυτοφαρμάκου «Λανέϊτ» κατά παράβαση των προνοιών του Ν.46(Ι)/94 δεν οφείλεται σε ηθελημένη ή εσκεμμένη πράξη ή παράλειψη της εφεσίβλητης αλλά στην προσπάθεια της κατηγορουμένης να διασώσει τις φυτείες της από τα τρωκτικά αφού ως αγρότισσα που ήταν αποκλειστικό εισόδημα της ήταν οι αγροτικές καλλιέργειες, επιβλήθηκε χρηματική ποινή Λ.Κ.£200, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω στην υπόθεση Μυλωνά κ.α. v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384 σε εθνοφρουρούς σε στρατόπεδο όπου κατά παράβαση των διατάξεων των προνοιών του Ν.46(Ι)/94 περιέλουσαν με πετρέλαιο γάτο και τον έκαψαν, πράξη για την οποίαν τιμωρήθηκαν πειθαρχικά με φυλάκιση 30 ημερών και την ανάλογη επιμήκυνση της στρατιωτικής τους θητείας, έφερε τη δυσμενή μετάθεση τους, την απόταξη τους από το επίλεκτο σώμα της στρατονομίας και την ανατροπή των όποιων σχεδίων είχαν για σπουδές το ερχόμενο ακαδημαϊκό έτος, ενέργεια για την οποίαν είχαν αντιληφθεί αμέσως το αποτρόπαιο της πράξης τους και προσπάθησαν, μάταια δυστυχώς, να σβήσουν τη φωτιά από το γάτο και αφού απολογήθηκαν ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου και ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδικάζοντας και οι ίδιοι την πράξη τους και δηλώνοντας πως αισθάνονταν την ταπείνωση που τους μεταδιδόταν από τη γενική καταδίκη του κοινού, η οποία πράξη τους και η γενική καταδίκη της είχε συνέπειες ακόμη και στα μέλη των οικογενειών τους, ποινή φυλάκισης τριών μηνών που είχε επιβληθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο μειώθηκε σε 45 ημέρες από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Παναγιώτου, Ποινική Έφεση Αρ. 3/2016 ημερ. 23.01.18, σε άτομο που υπέβαλε σκύλο σε βάναυση κακομεταχείριση παραμέληση και άσκοπη υπερκαταπόνηση τοποθετώντας τον μέσα σε ένα κουβά και εγκαταλείποντας τον στο συμπιεστή σκυβάλων κάτω από τη βασανιστική ζέστη του κυπριακού καλοκαιριού τη στιγμή που βρισκόταν σε άθλια κατάσταση αφού ήταν γεμάτο ψύλλους, έβγαζε αφρούς από το στόμα του, ήταν αφρόντιστο, φαινόταν νηστικό και διψασμένο, πολύ άρρωστο και ταλαιπωρημένο, με αποτέλεσμα το θάνατό του κατά παράβαση των προνοιών του Ν.46(Ι)/94, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το στοιχείο της τιμωρίας και της αποτροπής προέβαλλε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, έντονα. Παρά το χρόνο που διέρρευσε και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου αλλά και τις βεβαιώσεις για τον καλό του χαρακτήρα που παρουσιάστηκαν, του επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 4 μηνών με το ενδεχόμενο αναστολής να είχε απορριφθεί επειδή κρίθηκαν βαρύνουσες και συνάμα υπερείχαν η αρχή της αποτρεπτικότητας και η σημαντική ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του νόμου χάριν της προστασίας των ζώων. Κυρίαρχο στοιχείο αποτελούν οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Οι πιο κάτω υποθέσεις είναι ενδεικτικές της προσέγγισης των δικαστηρίων σε τέτοιου είδους περιπτώσεις. Παρόλο ότι η εν λόγω νομολογία πραγματεύεται παραβίαση του περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμου (Ν.46(Ι)/94), εντούτοις το σκεπτικό που αναλύεται σε κάθε μία από τις ακόλουθες υποθέσεις βρίσκει εφαρμογή και σε περιπτώσεις που εδράζονται στο άρθρο 323 του Κεφ.154 επειδή και εδώ αντικείμενο είναι η πρόκληση θανάτου ή βλάβης σε κατοικίδιο ζώο μέσα από την εκτέλεση παράνομων και εσκεμμένων ενεργειών. Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχει και το αδίκημα της απειλής. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Σύμφωνα με το άρθρο 91Α του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, διάπραξη του ποινικού αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας επισύρει ποινή φυλάκιση 3 ετών. Επίσης, η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στο κοινό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα ατόμων και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Το αδίκημα αυτό θεωρείται ακόμη σοβαρό για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτό διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεώρηση της νομολογίας που αφορά την απειλή βιαιοπραγίας, η οποία όμως βρίσκει έρεισμα και στη δική μας περίπτωση αφού πρόκειται για ομοειδές αδίκημα καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης. Στην υπόθεση Ομήρου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 588 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε άτομο που κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας. Επίσης, στην υπόθεση Βασιλειάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 άτομο που κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα απειλής βιαιοπραγίας καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκισης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 σε άτομο ηλικίας 19 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και που είχε συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Χωρίς αμφιβολία, όπως προαναφέρθηκε, τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά, ιδίως αυτά που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 έως 5, όπως προκύπτει και από την ανώτατη ποινή που ο Νόμος προβλέπει γι' αυτά. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια αδικήματα που αφορούν σε παράνομη κατοχή, μεταφορά και χρήσης πυροβόλων όπλων και εκρηκτικών υλών, παρουσιάζουν έξαρση και σε τέτοια περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής υπερτερεί έντονα. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Δεν μπορώ παρά να στηλιτεύσω τέτοιες συμπεριφορές και νοοτροπίες όπως αυτή που εκδήλωσε ο Κατηγορούμενος. Η ουσία του όλου ζητήματος είναι πως οι νομοταγείς πολίτες χρήζουν προστασίας από τέτοιου είδους ενέργειες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να επικροτήσει την παράνομη χρήση, κατοχή και μεταφορά όπλων και εκρηκτικών υλών κατά τη βούληση ή τα ένστικτα του καθενός. Αποτελεί κοινό τόπο ότι σε μια ευνομούμενη κοινωνία η χρήση βίας δεν έχει καμιά θέση και ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Επίσης η πρόκληση βλάβης σε ζώα, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ένα αδίκημα που παρόλο ότι με βάση τον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα κατατάσσεται ως πλημμέλημα εντούτοις λόγω της φύσης του περιλαμβάνει στοιχείο σοβαρότητας που δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Πρόκειται για ένα αδίκημα που ενέχει πράξεις, οι οποίες προκαλούν βία και πόνο στο εμπλεκόμενο ζώο. Είναι ένα αδίκημα που μέσα από παράνομες ενέργειες προκαλούνται τραύματα στο κατοικίδιο ζώο ή ακόμη χειρότερα του αφαιρείται η ζωή. Η αύξηση κρουσμάτων διάπραξης τέτοιας φύσης αδικημάτων που διαπιστώνεται με την ολοένα συχνότερη εμφάνιση υποθέσεων αυτού του είδους στα δικαστήρια, ενισχύει τη σοβαρότητα που πρέπει να αποδίδεται στην αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων, όπως την παρούσα. Είναι γεγονός ότι η αύξηση περιπτώσεων όπου είτε ένα ζώο τυγχάνει κακομεταχείρισης ή βασανισμού είτε παράνομα και αδικαιολόγητα εκτίθεται σε πόνο, ταλαιπωρία, τραυματισμό ή θάνατο υποχρεώνει τα δικαστήρια να προσεγγίζουν τέτοιες υποθέσεις με περισσότερη αυστηρότητα από τη μία σε μία προσπάθεια να προστατέψουν την ευημερία των κατοικίδιων ζώων και από την άλλη να διαβιβάσουν το μήνυμα σε επίδοξους παραβάτες ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές στην κοινωνία. Στρεφόμενος στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνω στη βάση των ευρημάτων και συμπερασμάτων μου ότι ο κατηγορούμενος μεταφέροντας παράνομα πυροβόλο όπλο και εκρηκτική ύλη, ενέργησε βίαια και απάνθρωπα, πυροβολώντας τον σκύλο του παραπονούμενου, τραυματίζοντας τον σοβαρά. Παρά το γεγονός ότι από το τραύμα από πυροβόλο όπλο το οποίο δέχτηκε ο σκύλος του παραπονούμενου, ευτυχώς, δεν επήλθε ο θάνατος του σκύλου, η ενέργεια αυτή του Κατηγορουμένου ήταν απαράδεκτη και καταδικαστέα. Ο κατηγορούμενος δεν φαίνεται να αντέδρασε με τον τρόπο που έπραξε επειδή απειλήθηκε από την παρουσία του σκύλου ή λόγω του ότι προσπάθησε να προστατέψει την περιουσία του από το εν λόγω ζώο. Εντελώς αψυχολόγητα πυροβόλησε τον σκύλο, τραυματίζοντας τον σοβαρά, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεων του και μάλιστα, πράξεις οι οποίες έγιναν εντός κατοικημένης περιοχής. Όλα αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό που κάτω από τις πιο πάνω περιγραφόμενες συνθήκες διάπραξης και γεγονότα καθιστούν την παρούσα υπόθεση σοβαρή, κάτι που σαφώς επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου. Μέσα από τις πιο πάνω ενέργειες του ο κατηγορούμενος έδωσε την εικόνα του ατόμου που δεν είχε δισταγμό να ενεργήσει με τον τρόπο που ενέργησε αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις τους. Αυτό είναι ένα δεδομένο που προσμετρά εις βάρος του κατηγορουμένου. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε πόνο στο συγκεκριμένο ζώο, από το κτυπήματα που δέχθηκε με πυροβόλο όπλο από τον κατηγορούμενο. Χωρίς αμφιβολία στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση καθώς και των συνθηκών κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου κρίνεται καθ' όλα καταδικαστέα, αδικαιολόγητη και ασυγχώρητη. Η κατοχή και η μεταφορά του κυνηγετικού όπλου από τον κατηγορούμενο όσο και η κατοχή και χρήση της εκρηκτικής ύλης που χρησιμοποίησε, ήτοι ένα κυνηγετικό φυσίγγιο, δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμιά των περιπτώσεων ότι ήταν για καλό σκοπό, ένεκα του πυροβολισμού του σκύλου, στοιχείο που επίσης θεωρείται επιβαρυντικό για τον κατηγορούμενο. Παρά τα πιο πάνω, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά και να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής όμως δεν πρέπει να συνυπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Παράλληλα δεν μου διαφεύγει ότι οι προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή τέτοιας ποινής που να δημιουργεί την εντύπωση πως ο παραβάτης τιμωρείται για δεύτερη φορά (Βλ. Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138). Κάτι τέτοιο αντίκειται και στο άρθρο 12.3 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17 λέχθηκε ότι η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο κυρίως διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων επισημαίνοντας κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1). Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το ότι το όπλο που είχε στην κατοχή του ήταν κυνηγετικό πυροβόλο όπλο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γιώργος Στεφάνου Προδρόμου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 6925, ημερ. 23.3.01 (ανωτέρω), «η νομολογία από την οποία το Δικαστήριο φαίνεται να άντλησε καθοδήγηση αναφέρεται σε παράνομη κατοχή πυροβόλων όπλων, άλλων από κυνηγετικών. Το είδος του πυροβόλου όπλου έχει σημασία. Κι αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα της παράνομης χρήσης, ακόμα και κυνηγετικού». (β) Το ότι η ποσότητα των εκρηκτικών υλών που κατείχε και χρησιμοποίησε, με βάση την μαρτυρία που το Δικαστήριο είχε ενώπιον του, περιορίστηκε σε 1 κυνηγετικό φυσίγγιο. (γ) Το γεγονός ότι παρά την ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης, αυτή δεν έχει σχέση με τα υπό εκδίκαση αδικήματα ενώ ταυτόχρονα είχαν επιβληθεί ποινές προστίμου σε αυτές. (δ) Οι συνέπειες των παράνομων πράξεων του, περιορίστηκαν στον τραυματισμό του σκύλου ο οποίος σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία είναι εκτός κινδύνου, ενώ δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τέθηκε σε κίνδυνο η ζωή ή σωματική ακεραιότητα οποιουδήποτε προσώπου. (ε) Δεν υπήρχε παρατεταμένη παράνομη πράξη, αφού μόνο ένας πυροβολισμός υπήρξε. Παρά το γεγονός ότι και αυτό είναι καταδικαστέο, λαμβάνεται το γεγονός αυτός υπόψη προς μετριασμό της ποινής του. (ζ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Δεν εργάζεται αφού αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα. · Είναι πατέρας τριών ενήλικων παιδιών από τον πρώτο του γάμο με τα οποία διατηρεί επικοινωνία. · Η δεύτερη του σύζυγος από την Σρι Λάνκα, τον έχει εγκαταλείψει μετά την κράτηση του. · Την αναντίλεκτη θέση του παρουσιάζει προβλήματα ψυχικής υγείας, όπου αντιμετωπίζει προβλήματα διαχείρισης θυμού και συχνά απομονώνεται. Σύμφωνα επίσης με την αναντίλεκτη θέση της συνηγόρου υπεράσπισης πάσχει από διαταραχή ελέγχου των παρορμήσεων που τον οδηγεί σε θυμό. · Διαμένει σε ενοικιαζόμενο υποστατικό με μηνιαίο ενοίκιο στα €400= μέρος του οποίου καλύπτεται από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. · Δεν διαθέτει εισοδήματα , ενώ διατηρεί το ½ μερίδιο από ιδιόκτητη κατοικία με την πρώτη του σύζυγο. Δεν διαθέτει όπως αναφέρεται ούτε κινητή περιουσία ούτε αποταμιεύσεις., όπως ούτε και χρέη. (η) Τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει ως θύμα κοινωνικού ρατσισμού λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει. (θ) Το ότι βρίσκεται κρατούμενος στις φυλακές από την 21/06/
- (ι) Το ότι δεν έχει κανένα πρόσωπο κοντά του για να τον βοηθήσει εκτός από τη μητέρα του, η οποία εν πάση περιπτώσει αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Καθοδηγούμενος από την σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητική της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης τέτοιων αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Ο κατηγορούμενος, και άλλοι σαν αυτόν, πρέπει να γνωρίζουν ότι στην περίπτωση που κλιμακώσουν τέτοιου είδους επιθετική συμπεριφορά, θα αντιμετωπιστούν με την ανάλογη ποινή από τα Δικαστήρια. Η συμπεριφορά αυτή είναι ανησυχητική και ξεπερνά τα όρια αποδεκτής συμπεριφοράς. Το όπλο είναι σύμβολο της βίας και του τρόμου και έτσι γίνεται αντιληπτό από όλους. Επειδή ο κατηγορούμενος έχει ξεπεράσει κάθε όριο κοινωνικά αποδεκτό με τη συμπεριφορά του, το Δικαστήριο, έχει πρωτίστως καθήκον να διαφυλάξει την ασφάλεια των πολιτών με την εφαρμογή του νόμου με τρόπο που να αρμόζει στην εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Μέσα από τις πιο πάνω ενέργειες του ο κατηγορούμενος έδωσε την εικόνα του ατόμου που δεν είχε δισταγμό να ενεργήσει με τον τρόπο που ενέργησε αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις τους. Αυτό είναι ένα δεδομένο που προσμετρά εις βάρος του κατηγορουμένου. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 10 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 10 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 6η κατηγορία - καμία ποινή 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Στην παρούσα περίπτωση δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα με στοιχείο βίας που προκάλεσε πόνο σε κατοικίδιο ζώο. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από την παράνομη δράση του κατηγορουμένου μέσα από τη διάπραξη επικίνδυνων αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς της νομοθεσίας. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Νοείται ότι στην έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε στην παρούσα ποινική υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η περίοδος που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 21/06/23. (Υπ.) ...................................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο