Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέας Πάπαδος, Αρ. Υπόθεσης: 3956/2018, 6/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3956/2018 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Ανδρέας Πάπαδος Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 06/06/2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κος Α. Ανδρέου Κατηγορούμενος : Παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε συνολικά 124 κατηγορίες εκ των οποίων 31 κατηγορίες κυκλοφορίας ακυρωμένου εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 340 και 336 του Κεφ. 154, 31 κατηγορίες πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 341 και 336 του Κεφ. 154, 31 κατηγορίες καταρτισμού εγγράφου χωρίς εξουσία, κατά παράβαση των άρθρων 331 και 343 (α) του Κεφ. 154 και τέλος 31 κατηγορίες εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.
- Σημειώνεται ότι για τα πιο πάνω αδικήματα φαίνεται να υπάρχουν 31 ξεχωριστοί ανακριτικοί φάκελοι αφού σύμφωνα με τα γεγονότα και τις λεπτομέρειες των αδικημάτων , αυτά έγιναν σε διαφορετικούς χρόνους μεταξύ των ετών 2013 και
- Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων αναφέρονται στο Κατηγορητήριο και δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Περαιτέρω σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, λήφθηκε πληροφορία από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι διαπιστώθηκε ότι κάποιος κος Φειδίας Πάπαδος, ο πατέρας του Κατηγορούμενου, ο οποίος ήταν δικαιούχος σύνταξης, είχε πεθάνει στις 09.01.2011 και ότι ο γιός του δεν είχε δηλώσει τον θάνατο του, με αποτέλεσμα μεταξύ διάφορων ημερομηνιών μεταξύ των ετών 2013 και 2014 να γίνονται αναλήψεις από το γιο του αποβιώσαντα μέσω συγκεκριμένης Τράπεζας , όπου ο θανών διατηρούσε λογαριασμό και αντιπρόσωπος του ήταν ο γιος του και συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος. Ο θανών , Φειδίας Πάπαδος, είχε προσέλθει στην τράπεζα πριν αποβιώσει και συμπλήρωσε σχετικό έντυπο της τράπεζας , με το οποίο εξουσιοδότησε ως αντιπρόσωπο του τον κατηγορούμενο να διαχειρίζεται τον λογαριασμό του, όπου σύμφωνα με το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, η ισχύς του ήταν μέχρι να ανακληθεί από τον ίδιο ή με τον θάνατο του. Στις 29/07/2015 λήφθηκαν διάφορες καταθέσεις για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Περαιτέρω, φαίνεται ότι τον Απρίλιο του 2014, σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία ανέφερε η κα Περγαντή, η Τράπεζα Κύπρου ενημερώθηκε σχετικά από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι ο πατέρας του Κατηγορούμενου είχε πεθάνει στις 09/01/2011 και επιστράφηκε χρηματικό ποσό. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 07/01/2015 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και όταν του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε «Δεν παραδεχομαι». Σύμφωνα με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, φαίνεται να εξασφαλίστηκε το ποσό που συνολικά προκύπτει από τις κατηγορίες μέσω των παράνομων ενεργειών του και τα ποσά αυτά αποτελούσαν μέρος των συντάξεων που εμβάζονταν στον λογαριασμό του αποβιώσαντα πατέρα του. Για το ποσό αυτό, πλέον τόκους όπως αυτοί προέκυψαν, ο Κατηγορούμενος έχει αποδεχθεί την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον του στις 08/03/2023 στα πλαίσια της πολιτικής αγωγής 1680/16, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποία ενάγοντας είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και εναγόμενος στην πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή, έχει αποδεχθεί να πληρώσει στην Κυπριακή Δημοκρατία, το ποσό των €35.416,37, πλέον τόκο προς 4% το χρόνο από 29/11/2016 μέχρι 31/12/16 πλέον τόκους και έξοδα ως περιγράφονται στην απόφαση. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να σημειωθεί ότι μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τα πιο κάτω : 1) Υπήρξε καθυστέρηση στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου, αφού είχε συλληφθεί στις 07.01.2015 για αυτά τα αδικήματα και η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε το 2018, δηλαδή μετά την πάροδο πέραν των τριών χρόνων. 2) Ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Το τελευταίο αδίκημα, όπως ανέφερε, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, έγινε Φεβρουάριο του 2014 και έχουν περάσει περίπου εννιά μισή χρόνια από τη διάπραξη του τελευταίου αδικήματος. 3) Υπήρξε παραδοχή του Κατηγορουμένου, έστω και σε αυτό το στάδιο, εννοώντας ουσιαστικά πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. 4) Πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. 5) Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας σήμερα 55 χρονών και είναι λευκού ποινικού μητρώου. 6) Υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου Ευημερίας (Τεκμήριο Α) στην οποία συνοπτικά αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος προέρχεται από οικογένεια υψηλού βιοτικού επιπέδου. Είναι το μικρότερο παιδί της οικογένειας του. Η μητέρα του εργαζόταν ως δασκάλα και ο πατέρας του εργαζόταν ως καθηγητής. Μεγάλωσε σε οργανωμένη οικογένεια και μέχρι σήμερα συνδέεται στενά με τον αδελφό του. Είναι παντρεμένος και πατέρας δυο παιδιών 31 και 25 ετών αντίστοιχα. Από το 2019 διαγνώστηκε με σακχαρώδη διαβήτη και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Είναι απόφοιτος ιδιωτικής σχολής στο κλάδο διοίκησης ξενοδοχειακών μονάδων . Για 10 χρόνια διατηρούσε κατάστημα ένδυσης και στη συνέχεια, γραφείο μεταπώλησης αυτοκινήτων μέχρι και σήμερα. Η σύζυγος του δεν εργάζεται τα τελευταία 12 χρόνια και στο παρόν στάδιο παρέχει φροντίδα στη μητέρα της η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Τα εισοδήματα του κυμαίνονται ανάλογα με τον κύκλο εργασιών του. Αντιμετωπίζει όπως ανέφερε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Η σύζυγος του δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα. Έχει συνάψει δάνειο το οποίο σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €350.000= το οποίο δεν αποπληρώνεται και υποστατικό του θα τεθεί σε πλειστηριασμό . Διαμένει μαζί με τη σύζυγο του σε κατοικία ιδιοκτησίας του αδελφού του. Η κατοικία αποτελείται από δυο υπνοδωμάτια και έχει τον απαραίτητο οικιακό εξοπλισμό , ωστόσο στην κατοικία δεν υπάρχει παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού και ως εκ τούτου χρησιμοποιείται μόνο για σκοπούς διανυκτέρευσης. 7) Εκδόθηκε δικαστική απόφαση στα πλαίσια αγωγής εναντίον του και την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο Β στο οποίο ενάγοντες είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, για το ποσό των €35.416,37= πλέον τόκοι και έξοδα προς εξόφληση ουσιαστικά των ποσών τα οποία εξασφάλισε και σχετίζονται με τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης. Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Για την κατηγορία της κυκλοφορίας ακυρωμένου εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 340 και 336 του Κεφ. 154, ο κατηγορούμενος υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων. Για την κατηγορία της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 341 και 336 του Κεφ. 154, ο κατηγορούμενος υπόκειται επίσης σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων. Σε σχέση με τον καταρτισμό εγγράφου χωρίς εξουσία, κατά παράβαση των άρθρων 331 και 343(α) του Κεφ. 154, ο κατηγορούμενος υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Τέλος σε σχέση με την εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154 υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης της προαναφερόμενης νομοθεσίας καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι όπως είναι σαφώς νομολογημένο, κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται συνοπτικά ύστερα από γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα, όπως είναι και η παρούσα, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη ως ανώτατη ποινή, την ποινή που προβλέπεται από το νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει με αποτέλεσμα να μπορεί, αν τα γεγονότα και οι περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν να επιβάλει ακόμα και το ανώτατο όριο ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία (βλ. Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, Chikh v. Police
(1984)2 CLR, Attorney General of the Repuplic v. Vasiliotis Alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20). Κατά κανόνα, αδικήματα κυκλοφορίας ακυρωμένων ή πλαστών εγγράφων συνυπάρχουν και με αδικήματα εξασφάλισης χρημάτων ή εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, όπως δηλαδή συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση. Στις περιπτώσεις αυτές, προκύπτει άμεσα η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών με δεδομένο ότι πρόκειται για αδικήματα που εμπεριέχουν το στοιχείο της απάτης και πλήττουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Διασαλεύουν, επίσης, την εμπορική πίστη και την πίστη στις συναλλαγές, οι οποίες είναι απαραίτητες για την λειτουργία της κοινωνίας μας (Βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Ειδικότερα το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις θεωρείται σοβαρό για τον λόγο ότι ενέχει το στοιχείο της παρανομίας και του δόλου. Είναι αδίκημα που η διάπραξη του αποσκοπεί στην εξαπάτηση οργανισμών και ατόμων. Πρόκειται για αδίκημα που υπονομεύει τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών και γενικότερα διασαλεύει την εμπορική πίστη. Είναι αδίκημα που κλονίζει την εμπιστοσύνη των εμπορευομένων στα διαθέσιμα μέσα συναλλαγής, τα οποία τυγχάνουν κατάχρησης από επιτήδειους με αποτέλεσμα αντίς να διευκολύνονται οι δοσοληψίες ανάμεσα στους πολίτες να μετατρέπονται σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά κατατάσσουν το εν λόγω αδίκημα ανάμεσα σ' αυτά που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Η συνεχιζόμενη έξαρση που δυστυχώς παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο του δόλου και της εξαπάτησης, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι ένα επιπλέον στοιχείο που ενισχύει τη σοβαρότητα τους και την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών. Στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής." Η σοβαρότητα που χαρακτηρίζει τα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και η ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα καθιστούν την ποινή της στερητικής της ελευθερίας του παραβάτη ως το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για αδικήματα που εμπεριέχουν το στοιχείο του δόλου και της εξαπάτησης ευρύτερα αλλά και αυτών που άπτονται οικονομικών συναλλαγών, η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Δρουσιώτης v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 505, Μενελάου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248, Ηρακλέους v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 174, Καρανίκκη v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 118, και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 397. Εν πάση περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου αφορά τη διάπραξη σοβαρής φύσεως αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει εξηγηθεί προηγουμένως ενισχύεται και από την παρατηρούμενη έξαρση στη διάπραξη τους, παράγοντες που επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Εν γνώση του προφανώς ότι ο πατέρας του είχε αποβιώσει, συνέχισε σε διάφορες ημερομηνίες να διαπράττει τα αδικήματα του κατηγορητηρίου και να εξασφαλίζει χρήματα από τον λογαριασμό του αποβιώσαντα πατέρα του με ψευδείς παραστάσεις και μάλιστα σε πολλές διαφορετικές ημερομηνίες. Αυτά είναι δεδομένα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας για τον κατηγορούμενο είναι ότι από τις παράνομες ενέργειες του, με την παράνομη εξασφάλιση των χρημάτων από τον λογαριασμό του πατέρα του και ουσιαστικά τα χρήματα τα οποία το κράτος κατέβαλλε στον λογαριασμό αυτό ενώ ο πατέρας του είχε αποβιώσει, προκλήθηκε οικονομική ζημιά στην παραπονούμενη Κυπριακή Δημοκρατία, έστω προσωρινά για το χρονικό διάστημα μέχρι της αποπληρωμής τους δυνάμει της δικαστικής απόφασης στην αγωγή 1680/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 08/03/2023. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του σε συνάρτηση με την ηλικία του ο οποίος σήμερα είναι 55 ετών. (β) Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου πριν από την έναρξη της ακρόασης και την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. (γ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκαν και από τον ίδιο. Κατανοώ τα οικονομικά προβλήματα που ο κατηγορούμενος φαίνεται να αντιμετωπίζει. Ευρύτερα οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου δεν αφήνουν απαθή το Δικαστήριο, αλλά αντίθετα λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Την ίδια στιγμή όμως πρέπει να λεχθεί ότι σε περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Η δε επίκληση οικονομικών προβλημάτων δεν δικαιολογούν παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών (Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερ. 26.03.13). (δ) Όσον αφορά το χρονικό διάστημα πού έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, κρίνω ότι σίγουρα αυτό είναι μεγάλο αφού έχουν περάσει τουλαχιστον 9 χρόνια από τη διάπραξη των τελευταίων αδικημάτων, πλην όμως για να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, σαν μετριαστικός παράγοντας δεν αρκεί από μόνο του. Όπως δια της νομολογίας έχει διασαφηνιστεί εκτός από τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει από τη διάπραξη ενός αδικήματος μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης και την επιβολή ποινής σε ένα κατηγορούμενο, θα πρέπει για να θεωρηθεί ο παράγοντας αυτός ως ελαφρυντικός, να εξετάζονται και άλλοι παράμετροι και στοιχεία και συγκεκριμένα: · η συμπεριφορά των διωκτικών αρχών πριν και μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, · η πολυπλοκότητα των διαφόρων θεμάτων πριν την καταχώρηση της υπόθεσης αλλά και της ίδιας της υπόθεσης μετά την καταχώρηση της, · επίσης τυχόν καθυστέρηση που οφείλεται στη δικαστική διαδικασία και το δικαστηριακό πρόγραμμα, και · ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του ίδιου του κατηγορούμενου και τούτο διότι δεν μπορεί κάποιος να προκαλεί καθυστέρηση στην διεκπεραίωση και εκδίκαση της υπόθεσης του και στην συνέχεια να επικαλείται σαν μετριαστικό παράγοντα το συγκεκριμένο αυτό στοιχείο. Όπως λοιπόν αναφέρθηκε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623) και M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε, ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Κρίνω λοιπόν σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω την πορεία της υπόθεσης τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση της. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ του 2013 και του 2014 και ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε την 07/01/
- Οι υπηρεσίες κοινωνικών ασφαλίσεων φαίνεται ότι σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης , γνώριζαν για το θέμα από τον Απρίλη του 2014 και είχαν ενημερώσει σχετικά την Τράπεζα Κύπρου και έλαβαν πίσω χρηματικά ποσά που προφανώς είχαν εμβαστεί από αυτές στον λογαριασμό του πατέρα του Κατηγορούμενου, ενώ αυτός είχε ήδη αποβιώσει. Το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε την 16/07/2018 ήτοι 3,5 χρόνια μετά τη σύλληψη του και 4 και πλέον χρόνια μετά την διαπίστωση ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου είχε αποβιώσει. Για την καθυστέρηση δε αυτή η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής δεν έχει αναφέρει οτιδήποτε που να την δικαιολογεί. Αδυνατώ φυσικά να προσδώσω οποιαδήποτε σκοπιμότητα για την παρατηρούμενη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης, στις αρμόδιες αρχές. Δεν μπορώ όμως από την άλλη να μην εκφράσω την έντονη ανησυχία και απογοήτευση του Δικαστηρίου για το γεγονός αυτό. Μία προφανώς απλή υπόθεση αφού τα δεδομένα του θανάτου του πατέρα του κατηγορούμενου όπως και οι δεδομένες προφανώς αναλήψεις των χρηματικών ποσών από τον κατηγορούμενο, αφέθηκε σε εκκρεμότητα για τόσο χρονικό διάστημα χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία, ειδικά από την στιγμή που φαίνεται με βάση τα γεγονότα ότι ήταν εν γνώση των αρμόδιων υπηρεσιών του Κράτους ο θάνατος του πατέρα του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε την 07/01/2015 και εφόσον είχαν ληφθεί και διάφορες καταθέσεις από την 29/09/
- Όσον αφορά την παρατηρούμενη καθυστέρηση μετά την καταχώρηση της παρούσας, φαίνεται ότι το κατηγορητήριο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και αυτός απάντησε στις κατηγορίες μη παραδοχή ως είχε δικαίωμα κατά την πρώτη δικάσιμο ήτοι την 17/09/2018, αναβλήθηκε μετά από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, στις 15/02/2019, 19/06/2019 , 02/12/2019 υπήρξαν αναβολές λόγω του προγράμματος του Δικαστηρίου αλλά και αναβολές με αίτημα της υπεράσπισης με σκοπό όπως είχε αναφερθεί μεταξύ άλλων την αλλαγή απάντησης, όπως και τελικά έπραξε την 19/12/
- Όπως λοιπόν συνάγεται από τα πιο πάνω, ένα μεγάλο μέρος της καθυστέρησης οφείλεται τόσο στην Κατηγορούσα Αρχή αλλά και επίσης και ένα μέρος της καθυστέρησης οφείλεται και στον κατηγορούμενο χωρίς φυσικά να διαβλέπω ότι ο κατηγορούμενος, προκάλεσε το μεγαλύτερο μέρος της καθυστέρησης που παρατηρείται μετά την καταχώρηση της υπόθεσης. Σίγουρα δεν μπορεί ένας κατηγορούμενος να οικοδομεί επί των δικών του ενεργειών και στη συνέχεια να απολαμβάνει το στοιχείο του παράγοντα του χρόνου και καθυστέρησης, για σκοπούς μετριασμού της ποινής (βλ. απόφαση στην υπόθεση Νίκος Πολυβίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 11 ). Σχετική επί του ιδίου ζητήματος είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σωτήρης Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 365, στην οποία στις σελίδες 369 μέχρι 371 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι γεγονός ότι υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Αβρααμίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617) με βάση την οποία η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου και/ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αποτελούν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής, αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση. Για παράδειγμα ενώ η ποινή φυλάκισης κάτω από κανονικές συνθήκες θα ήταν η αρμόζουσα, ενόψει της καθυστέρησης αυτή δε θα έπρεπε να επιβληθεί ούτως ώστε να ήταν κατάλληλη και επαρκής άλλη ποινή, για παράδειγμα η χρηματική. Καταλήγει η νομολογία ότι εκτός όπου είναι απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολής ποινής φυλάκισης. Βασικός λόγος είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη μπορεί να έχουν αλλάξει. Αναφορικά με τις περιπτώσεις εκείνες που υπαίτιος για την καθυστέρηση είναι ο κατηγορούμενος, στην προαναφερθείσα υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτης κ.ά., σελ. 626 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην παρούσα υπόθεση για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνονται οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι και σε τέτοια περίπτωση οι τελευταίοι δεν μπορούν να την επικαλούνται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). .................................................................................... Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην Αρέστη (πιο πάνω) ο Πικής, Π. υπέδειξε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του.» Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται για να κριθεί αν η δίκη ήταν δίκαιη, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Στην παρούσα υπόθεση η μεταβολή των συνθηκών των εφεσιβλήτων ήταν ιδιάζουσα.» Εξετάσαμε τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με τη μέγιστη δυνατή προσοχή. Λαμβάνοντας υπόψη ότι για την όλη καθυστέρηση φαίνεται να ευθύνεται βασικά ο ίδιος ο εφεσείων, αρχικά με την αλλαγή τόπου διαμονής και εργασίας και μεταγενέστερα με τη στάση του να αρνηθεί σε πρώτο στάδιο την κατηγορία με αποτέλεσμα η υπόθεση να ακουστεί μερικώς, καθώς και την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή που ειδικά όσον αφορά την παρούσα υπόθεση που η επίθεση στρέφεται εναντίον μέλους της οικογένειας του εφεσείοντος από 7 χρόνια που ήταν το μέγιστο της ποινής με βάση τον Ποινικό Κώδικα, αυτή να αυξάνεται σε 10 χρόνια, έχουμε καταλήξει ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου για να επιβάλει ποινή φυλάκισης ήταν ορθή. Βέβαια δεν αγνοούμε ότι υπήρξε καθυστέρηση ενός έτους για καταχώρηση της πρώτης υπόθεσης για την οποία δεν εξηγείται γιατί, αλλά η περίοδος αυτή δεν κρίνεται τέτοια που να θεωρείται από μόνη της ως ουσιώδης καθυστέρηση. Σημειώνουμε επίσης ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε υπόψη του και διατύπωσε το γεγονός ότι παρά την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή εφόσον η υπόθεση δικαζόταν συνοπτικά το μέγιστο που θα μπορούσε να επιβληθεί ήταν φυλάκιση μέχρι 5 έτη. Δεν υπήρχαν τέτοια γεγονότα ως προς τη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσείοντος που να επήλθε στο μεταξύ, ούτως ώστε να καθιστά την επιβολή φυλάκισης ως εσφαλμένη.» Ακόμη όπως λέχθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παντελάκης Μεταξάς ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 560: «Ως προς το θέμα της παρέλευσης χρόνου μεταξύ της διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρησης ή εκδίκασης της υπόθεσης παρατηρούμε τα εξής: Το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε ο εφεσίβλητος είχε διαπραχθεί στις 19.7.2006, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 2.2.2007 και η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε στις 13.10.2008. Το πρωτόδικο ποινικό Δικαστήριο στην απόφασή του ασχολείται εμπεριστατωμένα με το θέμα της κατ' ισχυρισμό παραβίασης του δικαιώματος του εφεσείοντα να τύγχανε διάγνωσης ποινικής ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, όπως επιτάσσει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Με αναφορά στη σχετική με το θέμα νομολογία, το πρωτόδικο Δικαστήριο συνόψισε τις καθιερωθείσες αρχές τις οποίες και εφάρμοσε στην υπό εξέταση περίπτωση. (Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Κρίνος Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 22). Κατέληξε δε το πρωτόδικο Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε στη συγκεκριμένη περίπτωση μέχρι την περάτωση της υπόθεσης, κρινόμενο ως αντικειμενικό γεγονός, αλλά και εφαρμοζομένων των παραγόντων που εκτίθενται στη νομολογία, δεν εκφεύγει της έννοιας του εύλογου χρόνου. Με λεπτομερείς δε παραπομπές στα τηρηθέντα πρακτικά, το Δικαστήριο ορθά εντόπισε και αριθμό δικάσιμων ημερομηνιών που δόθηκαν ή θα εδίδοντο, πλην όμως δεν τηρήθηκαν ή έγιναν δεκτές, λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος-εφεσείων, ο οποίος τότε εκπροσωπείτο από δικηγόρο, ή κατά τις οποίες αυτός συγκατατέθηκε σε αιτήματα αναβολής από την κατηγορούσα αρχή. Εντόπισε περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο και το γεγονός ότι εν πάση περιπτώσει, δεν είχε καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε στην υπεράσπισή του λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου». Εν πάση περιπτώσει αναντίλεκτο παραμένει το γεγονός ότι καλούμαι να επιβάλω ποινή στον κατηγορούμενο, στην παρούσα υπόθεση, 9 και πλέον χρόνια μετά την διάπραξη του τελευταίου αδικήματος που διέπραξε ο κατηγορούμενος στα οποία βρέθηκε ένοχος μετά την παραδοχή του. Το στοιχείο αυτό επί τη βάσει των όσων η νομολογία καθορίζει, κρίνω πώς δεν μπορώ να το αγνοήσω παντελώς. Επισημαίνω όμως ταυτόχρονα πώς στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν έχουν διαφοροποιηθεί οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, σε τέτοιο βαθμό και φύση που να καθιστούν σε συνάρτηση με όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, την επιλογή της ποινής της φυλάκισης αποφευκτέα. (ε) Σε σχέση τώρα με το μετριαστικό παράγοντα τον οποίο επικαλέστηκε η πλευρά της υπεράσπισης που αφορά την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον του κατηγορουμένου και υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας σχετικά με τα ποσά τα οποία έλαβε από τον λογαριασμό του πατέρα του o κατηγορούμενος, σημειώνω τα πιο κάτω. Περισσότερη βαρύτητα θα είχε η πλήρης και άμεση αποζημίωση των παραπονούμενων από τον κατηγορούμενο, στο βαθμό που αυτό το στοιχείο μπορεί να παίξει ρόλο στην επιβαλλόμενη ποινή. Η πρόθεση του κατηγορούμενου να αποζημιώσει με βάση τα όσα αναφέρθηκαν με την έκδοση της δικαστικής απόφασης εναντίον του προσμετρά για να καταδείξει την μεταμέλεια του κατηγορουμένου, την οποία εν πάση περιπτώσει λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα υπόθεση. Φυσικά στην Καραμανλής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248 λέχθηκε ότι η αποζημίωση του θύματος δεν είναι βαρυσήμαντο στοιχείο, σε κάθε περίπτωση αυτό λαμβάνεται υπόψη στο βαθμό που αυτό επιτρέπεται. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικοί παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες της κυκλοφορίας ακυρωμένου εγγράφου (ήτοι κατηγορίες 1, 5, 9, 13, 17, 21, 25, 29, 33, 37, 41, 45, 49, 53, 57, 61, 65, 69, 73, 77, 81, 85, 89, 93, 97, 101, 105, 109, 113, 117, 121) ποινή φυλάκισης 15 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις (ήτοι κατηγορίες 2, 6, 10, 14, 18, 22, 26, 30, 34, 38, 42, 46, 50, 54, 58, 62, 66, 70, 74, 78, 82, 86, 90, 94, 98, 102, 106, 110, 114, 118, 122), ποινή φυλάκισης 15 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες του καταρτισμού εγγράφου χωρίς εξουσία (ήτοι κατηγορίες 3, 7, 11, 15, 19, 23, 27, 31, 35, 39, 43, 47, 51, 55, 59, 63, 67, 71, 75, 79, 83, 87, 91, 95, 99, 103, 107, 111, 115, 119, 123, και ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες της Εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις (ήτοι κατηγορίες 4, 8, 12, 16, 20, 24, 28, 32, 36, 40, 44, 48, 52, 56, 60, 64, 68, 72, 76, 80, 84, 88, 92, 96, 100, 104, 108, 112, 116, 120, 124. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή τους, ως η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον κατηγορούμενο. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303. Στη δε Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» Προτού παραθέσω την τελική μου κρίση για το συγκεκριμένο ζήτημα, παραπέμπτω επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Οδυσσέα Κανάρη (Αριθμ.2)
(2005)2 Α.Α.Δ 327, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο κατηγορούμενος είχε αθωωθεί και αφού τον έκρινε ένοχο στις κατηγορίες 1 και 3 στα αδικήματα για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου και στην κατηγορία υπ' αρ. 2 για προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου σε άλλο πρόσωπο, αναφέρει τα εξής στις σελίδες 329 και 330: «Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρισε έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης, η οποία συζητήθηκε ενώπιον της Ολομέλειας, ενόψει του σημαντικού νομικού σημείου που εγειρόταν στην υπόθεση. Με την απόφαση της Ολομέλειας, που εκδόθηκε από το δικαστή Κωνσταντινίδη η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος και στις τρεις κατηγορίες. (Δες: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Οδυσσέα Κανάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 105). Ως συνέπεια της πιο πάνω εξέλιξης η Ολομέλεια συζήτησε το θέμα της ποινής που θα επιβαλλόταν στον εφεσίβλητο. Σήμερα, 23.5.2005, αγόρευσε ενώπιον μας ο δικηγόρος του. Στο φάκελο της υπόθεσης κατατέθηκε επίσης έκθεση κοινωνικής έρευνας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο δικηγόρος του εφεσίβλητου. .................................................................................... Η εξέλιξη της πορείας της υπόθεσης, την οποία περιγράφουμε πιο πάνω, καθυστέρησε το χρόνο τελικής κρίσης του Δικαστηρίου. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν το Σεπτέμβριο του 2003. Κρίνουμε, επομένως, πως όλα τα πιο πάνω στοιχεία, συνιστούν μια υπόθεση με απολύτως ιδιαίτερα περιστατικά, στη βάση των οποίων ανάλογη θα πρέπει να είναι και η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την πρέπουσα ποινή που θα επιβληθεί στον εφεσίβλητο. Η αρμόζουσα βέβαια ποινή, σύμφωνα με τη νομολογία μας, σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η φυλάκιση. Και τέτοια ποινή θα επιβληθεί. Ενόψει όμως των όλως ιδιαιτέρων περιστατικών της υπόθεσης, που συνοψίζουμε πιο πάνω, κρίνουμε δίκαιο όπως οι ποινές της φυλάκισης ανασταλούν. Με τις πιο πάνω σκέψεις επιβάλλουμε στον εφεσίβλητο στη 2η κατηγορία 12 μήνες φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Στην 3η κατηγορία 3 μήνες φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Οι ποινές θα συντρέχουν. Δεν επιβάλλεται ποινή στην 1η κατηγορία. Επεξηγείται στον εφεσίβλητο η έννοια και λειτουργία της φυλάκισης με αναστολή.» Επανερχόμενος στην υπό εξέταση περίπτωση και μετά από προβληματισμό κρίνω, ότι συντρέχουν τέτοια περιστατικά που δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Αυτός είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, έχει αποδεχθεί την έκδοση απόφασης εναντίον του στα πλαίσια της αγωγής 1680/16 του Ε.Δ Πάφου για αποζημίωση των παραπονουμένων, στοιχεία που επιβεβαιώθηκαν και από την κατηγορούσα αρχή και τα οποία κρίνω πώς καταδεικνύουν και την έμπρακτη μεταμέλεια του, τις προσωπικές και οικονομικές του περιστάσεις ως φαίνονται από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, αλλά και της ημερομηνίας που έχει επιβληθεί ποινή στον κατηγορούμενο, ήτοι συνολικά 9 και πλέον χρόνια, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι για τον μέχρι της καταχώρησης της υπόθεσης χρόνο ουδεμία ευθύνη φέρει και ότι στο μεσοδιάστημα δεν διέπραξε άλλο αδίκημα, με έχουν οδηγήσει στο να καταλήξω πως θα μπορούσα να δώσω στον κατηγορούμενο, μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τώρα και στο εξής θα διάγει μια νόμιμη ζωή. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αδράξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται ώστε να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο, το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης). Οι όροι που του είχαν επιβληθεί στον κατηγορούμενο για να εξασφαλιστεί η παρουσία του στο Δικαστήριο, ακυρώνονται. (Υπ.) ...................................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο