← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμμοχώστου ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΕΛ ΜΙΚΑΡΙ, Αρ. Υπόθεσης: 1554/21, 10/1/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμμοχώστου ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΕΛ ΜΙΚΑΡΙ, Αρ. Υπόθεσης: 1554/21, 10/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Μιντή Προσ., Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1554/21 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμμοχώστου ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΕΛ ΜΙΚΑΡΙ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου 2023 Για κατηγορούσα αρχή: κα Α. Χατζήμιχαηλ Για κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικολάου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών κατά παράβαση του άρθρου 11Β του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86. Στο προηγούμενο στάδιο της έκθεσης γεγονότων, η Κατηγορούσα Αρχή έκθεσε συνοπτικά τα ακόλουθα, ως γεγονότα: Στις 17.01.21 σε οδό στο χωριό Αυγόρου ανακόπηκε από την Αστυνομία, το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Του ζητήθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης νάρκοτεστ αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, όπου απάντησε ''ήπια μια σήμερα το πρωί''. Εν συνεχεία και κατόπιν του παραπάνω ελέγχου, διαπιστώθηκε θετική ένδειξη στο νάρκοτεστ, στις ουσίες της κάνναβης και της κοκαΐνης. Η πιο πάνω θετική ένδειξη επιβεβαιώθηκε με εργαστηριακή εξέταση κατόπιν παραχώρησης πρόσθετου δείγματος από τον κατηγορούμενο. Στην γνωστοποίηση του αποτελέσματος απάντησε ''Απολογούμαι''. Ο Κατηγορούμενος, βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην ποινική υπόθεση με αρ. 4381/20 του Ε. Δ. Αμμοχώστου, στην οποία στις 22.04.21 του επιβλήθηκε ποινή 40ημερών φυλάκισης. Η εν λόγω ποινή φυλάκισης αναστάλθηκε για περίοδο 3 ετών από το Δικαστήριο. Ο συνήγορος Υπεράσπισης του, κατά το στάδιο αγόρευσης προς μετριασμό της ποινής του, πέραν από το γραπτό κείμενο το οποίο ετοίμασε και παρέδωσε στο Δικαστήριο, πρόσθεσε τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, αντιθέτως επιβεβαιώθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Κατά τον έλεγχο που διενήργησε η Αστυνομία και οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, ανευρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου επίσης, ναρκωτικές ουσίες τάξεως Α' και Β' και εναντίον του καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση του Ε.Δ. Αμμοχώστου υπ' αρ. 4048/21 στην οποία καταδικάστηκε κατόπιν παραδοχής του στο αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, με 3ετή αναστολή. Κατά το συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, η επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής να προχωρήσει με καταχώρηση 2 ξεχωριστών ποινικών υποθέσεων εναντίον του κατηγορουμένου αντί να συμπεριλάβει το αδίκημα που εξετάζει το παρόν Δικαστήριο, στο κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αρ. 4048/21, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ενώ θέτει τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση, εφόσον το Δικαστήριο καλείται να του επιβάλει ποινή δεύτερη φορά, για αδικήματα που εμπίπτουν στο ίδιο φάσμα γεγονότων που αφορούσε η παραπάνω ποινική υπόθεση. Επιπρόσθετα, κατά τον κ. Νικολάου, ο κατηγορούμενος σήμερα παρουσιάζεται στο Δικαστήριο ότι βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη (αναφερόμενος στην ποιν. Υπ. 4048/21 και όχι στην 4381/20), ενώ εάν οι δύο υποθέσεις εκδικάζονταν μαζί, δεν θα υπήρχε στο προσκήνιο η προηγούμενη καταδίκη. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ζητεί από το Δικαστήριο όπως ουσιαστικά, θεραπεύσει την εγγενή αδικία που υφίσταται ο πελάτης του, διά της καταστολής της κατάχρησης. Παραπέμπει στην απόφαση Connelly ν. Director of Public Prosecutions

(1964)2 All E.R. 401, στην οποία τονίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει γενική και εγγενή εξουσία να προστατεύει την διαδικασία. Ο κ. Νικολάου, κάλεσε το Δικαστήριο όχι να διακόψει την υπόθεση αλλά να λάβει τα πιο πάνω υπόψιν του, ώστε κατά το στάδιο επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα επιείκεια που επιβάλλεται υπό τις πιο πάνω περιστάσεις κατά την άποψη του. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, επ' αυτού αντίτεινε πως ενόψει του ότι στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος κατηγορείται για αδίκημα που προκύπτει από τον περί Οδικής Ασφάλειας Νόμο και όχι από τον Ποινικό Κώδικα, ορθά καταχωρήθηκαν 2 υποθέσεις και όχι μια, ενώ θα μπορούσε να ζητηθεί από την Υπεράσπιση του κατηγορουμένου, όπως η παρούσα υπόθεση ληφθεί υπόψιν προ της επιβολής ποινής στην ποινική υπόθεση με αρ. 4048/21, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Επίσης, η καταδίκη του κατηγορουμένου στην ποιν. Υπόθεση με αρ. 4048/21, δεν λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο εφόσον δεν προϋπήρχε της διάπραξης του αδικήματος στην παρούσα εφόσον η καταδίκη επήλθε στις 19.9.22, το δε αδίκημα που εξετάζεται στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης διαπράχθηκε στις 17.1.21. Τότε, τον κατηγορούμενο δεν βάρυνε οποιαδήποτε καταδίκη. Συμφωνώ, με το δεύτερο σκέλος της εισήγησης της κας. Χατζήμιχαηλ. Σε σχέση με την πρώτη εισήγηση της διαφωνώ εν μέρει, και εξηγώ στη συνέχεια το γιατί. Ενόψει της σοβαρότητας που ενέχει το στοιχείο ενδεχόμενης διαπίστωσης κατάχρησης της διαδικασίας, προχωρώ να το εξετάσω κατά προτεραιότητα, λαμβανομένων σαφώς υπόψιν των όσων επιμέρους ζητημάτων εξέθεσαν οι δύο πλευρές. Ούτως η άλλως, τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται, τουναντίον και οι δύο πλευρές συμφωνούν καθόλα. Με βάση το άρθρο 40
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, οποιοσδήποτε αριθμός κατηγοριών είτε για το ίδιο ποινικό αδίκημα είτε για διαφορετικά ποινικά αδικήματα δύναται να περιληφθεί στο ίδιο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Connelly ν. Director of Public Prosecutions
(1964)2 All E.R. 401, αναγνωρίστηκε διακριτική ευχέρεια στα εκδικάζοντα Δικαστήρια να διατάξουν την αναστολή άλλης εκκρεμούσης ποινικής υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, όταν η ξεχωριστή ακρόαση δύο υποθέσεων θα αποτελούσε κατάχρησης της διαδικασίας. Ένας από τους λόγους που μπορεί, σύμφωνα με την Connelly (πιο πάνω), να οδηγήσει σε κατάχρηση διαδικασίας συνίσταται στη παράλειψη χρήσης από την Κατηγορούσα Αρχή των σχετικών διατάξεων του Περί Κατηγοριών Νόμου (Indictiments Act 1915), ιδιαίτερα του Κανονισμού 3 αυτού, βάσει του οποίου κατηγορίες που έχουν συνάφεια μεταξύ τους και αναφέρονται στο ίδιο πλέγμα γεγονότων, μπορούν να συνενωθούν στο ίδιο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Γιαννάκης Π. Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, με αναφορά μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Connelly, o τότε Δικαστής Πικής, ανάφερε ότι «[.] ένας από τους λόγους ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε κατάχρηση της διαδικασίας, συνίσταται στην παράλειψη χρήσης από την Κατηγορούσα Αρχή των σχετικών διατάξεων του Νόμου «Indictments» του 1915, σύμφωνα με τον οποίο, κατηγορίες οι οποίες έχουν συνάφεια μεταξύ τους και αναφέρονται στο ίδιο πλέγμα γεγονότων, μπορούν να συνενωθούν στο ίδιο κατηγορητήριο. Επισημαίνουμε ότι οι δικοί μας δικονομικοί κανόνες για την διαμόρφωση του κατηγορητηρίου δεν είναι πανομοιότυποι με τους αντίστοιχους Αγγλικούς και ούτε και υπάρχει πρόνοια η οποία να αντιστοιχεί επακριβώς με το r.3. Στην υπόθεση Constantinides[1] αποφασίστηκε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο των διαδικασιών ενώπιον του δικαστηρίων αποτελεί συστατικό στοιχείο της αυτονομίας και της αυτοτέλειας της Δικαστικής Εξουσίας. Έχει συνεπώς το Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει την αναστολή (stay) εκκρεμούσης διαδικασίας όταν η συνέχιση της θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Η άσκηση της εξουσίας αυτής δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο νόμος». Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί σε 4 μήνες φυλακή για αδίκημα (κατοχή ναρκωτικών), το οποίο ουσιαστικά αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία διάπραξης του αδικήματος που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση (οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών). Είναι σαφώς παραδεκτή η διαφορετικότητα των κατηγοριών (α) της κατοχής ναρκωτικών και (β) της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών, τα οποία ενυπάρχουν μεν και προκύπτουν από το ίδιο πλέγμα γεγονότων, πρόκειται δε για δύο διαφορετικά αδικήματα. Ωστόσο, όπως επαναλαμβάνεται πιο πάνω, ως θέμα γενικής αρχής θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο πλαίσιο γεγονότων (βλ. Connelly). Το Δικαστήριο, σε περίπτωση καταχώρισης δεύτερου κατηγορητηρίου για αδίκημα που προέκυψε από τα γεγονότα του αρχικώς καταχωρηθέν κατηγορητηρίου, οφείλει να αναστείλει κάθε περαιτέρω διαδικασία αν διαπιστώσει ότι η κατηγορία που πραγματεύεται το μεταγενέστερο κατηγορητήριο έπρεπε να συμπεριληφθεί εξ' υπαρχής στο αρχικό. Ο λόγος είναι διότι η δεύτερη υπόθεση θεωρείται πλέον καταπιεστική. Παρατίθενται πιο κάτω, σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Connelly που αναφέρεται πιο πάνω꞉ "I consider it to be within this power for the court to declare that the prosecution must as a general rule join in the same indictment charges that "are founded on the same facts, or form or are a part of a series of offences of the same or a similar character" (I quote from the Indictiments Act 1915 which I shall later examine); and power to enforce such a direction (as indeed is already done in the civil process) by staying a second indictment if it is satisfied that its subject-matter ought to have been included in the first. " (σελ. 1347) "But a second trial on the same or similar facts is not always and necessarily oppressive, and there may in a particular case be special circumstances which make it just and convenient in that case. The judge must then, in all the circumstances of the particular case, exercise his discretion as to whether or not he applies the general rule." (σελ. 1360) Όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί, κατάχρηση της διαδικασίας προκύπτει μέσα από διάφορες μορφές. Δεν υπάρχει μια ενιαία κατάσταση πραγμάτων που να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η δε εξουσία για αναστολή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. σχετικά μεταξύ άλλων: Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 , Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Aρ.3)
(2009)1 ΑΑΔ 529, Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Έφ. 223/2014, απόφαση ημερομηνίας 11/11/2015, ECLI:CY:AD:2015:B742). Στην Αγγλική απόφαση Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 A.C. 34 P.C., η κατάχρηση της διαδικασίας χαρακτηρίστηκε ως «something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding." Το βάρος απόδειξης σε περίπτωση επίκλησης κατάχρησης της διαδικασίας, επωμίζεται η πλευρά που το επικαλείται και αποδεικνύεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή ή διακοπή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, ο διάδικος που επικαλείται κατάχρηση, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε τέτοια, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Στην παρούσα υπόθεση, δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι παρά το γεγονός ότι ο συνήγορος Υπεράσπισης του κατηγορουμένου, φαίνεται ως προκύπτει από τα γεγονότα, να γνώριζε την ταυτόχρονη ύπαρξη δύο διαφορετικών ποινικών υποθέσεων στη βάση των ίδιων γεγονότων, εντούτοις δε προέβηκε εγκαίρως σε οποιοδήποτε διάβημα ως όφειλε ώστε να αποτραπεί η σημερινή δυσμένεια που διαπιστώνω μεν ότι προκύπτει, στα δικαιώματα του κατηγορούμενου, πλην όμως σ' αυτήν θεωρώ πως συνέτεινε και ο ίδιος. Μέχρι και την 28.09.22, ο κατηγορούμενος δήλωνε μη παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ουδέποτε μέχρι και το στάδιο έκθεσης γεγονότων (εφόσον άλλαξε δικαιωματικά την απάντηση του) ήγειρε θέμα κατάχρησης ή πολλαπλότητας των διαδικασιών. Παρά το ανορθόδοξο της επιλογής καταχώρησης δύο διαφορετικών ποινικών υποθέσεων από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, την οποία επίσης διαπιστώνω, ουδέποτε δόθηκε η ευκαιρία στην τελευταία όπως προβεί στα ανάλογα διαβήματα ώστε να απαλείψει το λάθος της κατά τρόπο που να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της διαδικασίας αλλά και να αποτρέψει τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, που προκύπτει από την προώθηση δύο διαφορετικών υποθέσεων, στο πλαίσιο των ίδιων γεγονότων. Αντιθέτως, το ζήτημα αποσιωπήθηκε από την Υπεράσπιση για μακρύ χρονικό διάστημα και τέθηκε ενώπιον μου στο στάδιο ουσιαστικά, επιβολής της ποινής. Για τους παραπάνω λόγους, κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι κατάλληλη και ξεκάθαρη περίπτωση κατάχρησης της διαδικασίας έτσι ώστε να πρέπει να διακοπεί ή ανασταλεί, ωστόσο ενόψει της διαπίστωσης μου ότι υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου από την προώθηση δύο ξεχωριστών ποινικών υποθέσεων, αποφασίζω για σκοπούς επιβολής ποινής, όπως επιβάλω στον κατηγορούμενο ως ποινή, 7 βαθμούς στην άδεια οδηγήσεως του με βάση το άρθρο 20Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Έλαβα υπόψιν μου πέραν των όσων αναφέρω πιο πάνω, τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του όπως αυτές εκτέθηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης του, όσο και την παραδοχή του έστω και σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή δυνάμει του άρθρου 11Ζ Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86. Επιδικάζονται ωστόσο έξοδα ύψους €180 πλέον ΦΠΑ ως αντίτιμο του κόστους των εργαστηριακών εξετάσεων που διενεργήθηκαν, δυνάμει του άρθρου 11Θ του Ν. 174/86. Στην παραπάνω απόφαση μου ως προς το είδος και ύψος της ποινής που επέβαλα στον κατηγορούμενο, καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισε το γεγονός ότι εάν η παρούσα υπόθεση, είτε λαμβανόταν υπόψιν της υπόθεσης με αρ. 4048/21 για σκοπούς επιβολής ποινής, είτε η κατηγορία που εδώ αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος προστίθετο σε αυτήν, η ποινή φυλάκισης που θα επιβαλλόταν στον κατηγορούμενο για το σύνολο των αδικημάτων, δεν θα διέφερε ουσιαστικά θεωρώ από αυτήν των 4 μηνών φυλάκισης που του έχει ήδη επιβληθεί για το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών. Αυτό που ενδεχομένως να άλλαζε, είναι η επιπρόσθετη επιβολή βαθμών ποινής και εξόδων που του έχω επιβάλει στην παρούσα δυνάμει των άρθρων 20Α του Ν.86/72 και του άρθρου 11Θ του Ν.174/86. Τέλος, παρατηρώ ότι με την επιβολή 7 βαθμών ποινής στην άδεια οδηγήσεως του κατηγορουμένου, αυτός έχει συσσωρεύσει 13 βαθμούς ποινής. Αυτό εξυπακούει την αποστέρηση του δικαιώματος του να κατέχει άδεια οδηγήσεως για περίοδο που θα αποφασίσει το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 20Α
(7)και
(8)(α) του Ν. 86/72. Δεν έχει καταδειχθεί από μέρους της Υπεράσπισης οποιοσδήποτε λόγος, που να θεωρηθεί ως ειδικός λόγος μη αποστέρησης του εν λόγω δικαιώματος του κατηγορούμενου, συνεπώς, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει άδεια οδηγήσεως για περίοδο 3 μηνών από σήμερα. Οι συσσωρευμένοι βαθμοί στην άδεια οδηγήσεως του να διαγραφούν. (Υπ.).................................................. Ε. Μιντή Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 AAΔ 348 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.