Μ.Π. ν. Α. Π. & Υιοί ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2272/20, 1/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Μιντή, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2272/20 Μ.Π. Παραπονούμενος ν.
- Α. Π. & Υιοί ΛΤΔ
- Γ. Π. Α.Δ.Τ. [.]
- Α.Π. Α.Δ.Τ [.] Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 01 Μαρτίου, 2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Πολυχρόνης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Χριστοφή Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων) Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού 19 συνολικά κατηγορίες (κατηγ. 3-21), ήτοι ότι δεν κατέβαλαν στον παραπονούμενο, ενώ βρισκόταν στην απασχόληση τους ως μισθωτός σε ετήσια βάση, τους μισθούς του για την περίοδο Ιανουάριος 2018- Ιούλιος 2019, ο οποίος ανερχόταν σε €4.554 μηνιαίως. Οι κατηγορίες αφορούν ένα προς ένα μήνα, για την παραπάνω περίοδο κατά παράβαση των άρθρων 3,5,8,9,10, 20
(1)και 20
(2)του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2012 Ν. 200(Ι)/2012 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε προηγούμενο στάδιο, οι κατηγορίες 1 και 2 αποσύρθηκαν και οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν από αυτές. Ακολούθησε τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη των κατηγοριών 3-
- Ακολούθησε εκ νέου τροποποίηση των κατηγοριών 3-12, με την τροποποίηση του ποσού του μισθού στις λεπτομέρειες των κατηγοριών, που ο παραπονούμενος θεωρεί ότι δεν του καταβλήθηκαν. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως ακριβώς αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο: «Οι κατηγορούμενοι 1,2 και 3 περί το μήνα Ιανουάριο του 2018 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου, ενώ απασχολούσαν τον παραπονούμενο ως μισθωτό και ήταν μηνιαία αμειβόμενος στην επιχείρηση τους στο Παραλίμνι, δεν του κατέβαλαν το μισθό για τον μήνα Ιανουάριο του 2018 ύψους €4.554 ως όφειλαν να το πράξουν» Το ίδιο ακριβώς λεκτικό ακολουθείται και στις υπόλοιπες κατηγορίες, για διαφορετικό μήνα η κάθε κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τον παραπονούμενο. Δεν θα επαναλάβω το τι ακριβώς λέχθηκε από το μάρτυρα. Η μαρτυρία του βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας. Συνοψίζω απλά τη θέση του ιδίου: H κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη η οποία συστήθηκε περί το έτος 1980 από τον πατέρα του παραπονουμένου. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι ο αδελφός και αδελφότεχνος του αντίστοιχα. Με την ίδρυση της κατηγορούμενης 1, ο παραπονούμενος είχε καταστεί μέτοχος καθώς και εργοδοτούμενος της. Μέχρι τις 31/12/2019 κατείχε το 30% των μετοχών της. Ήταν επίσης ένας εκ των διευθυντών της μέχρι και τις 28/06/2019 οπότε και παύθηκε από την εν λόγω θέση με Σύνηθες Ψήφισμα των μετόχων σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση, μεταξύ των οποίων ήταν και οι κατηγορούμενοι 2 και
- Στις δε 09/09/2019 παύθηκε και από εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 1, με απόφαση των κατηγορουμένων 2 και
- Στην υπηρεσία της κατηγορούμενης 1 εργαζόταν επίσης και η πρώην σύζυγος του καθώς και η συμβία του για περίοδο 19 ½ ετών. Πλην των κατηγορουμένων 2 και 3 που είναι επίσης μέτοχοι της 1ης κατηγορούμενης καθώς και διευθυντές (και γραμματέας ο 2ος κατηγορούμενος), μέτοχοι είναι και τα άλλα δύο αδέλφια του.[1] Κατά το έτος 2018 αναφέρει ο παραπονούμενος μετά την εκπόνηση Έκθεσης Ελέγχου της κατηγορούμενης 1, προέκυψαν σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των μετόχων, συμπεριλαμβανομένων των κατηγορούμενων 2 και 3 σε σχέση με τη λειτουργία της εταιρείας. Ακολούθησαν έντονες συζητήσεις και απειλές προς τον ίδιο από τους προαναφερομένους, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να αποταθεί με τη Γενική Αίτηση υπ' αρ. 1/2019 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις 24/01/2019 ώστε να αποτρέψει τους μετόχους από του να διεξάγουν Έκτακτη Γενική Συνέλευση με σκοπό την παύση του. Πέτυχε μονομερώς ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο στη συνέχεια και αφού επιδόθηκε στην άλλη πλευρά και ακροάστηκε, ακυρώθηκε με αποτέλεσμα η εν λόγω Έκτακτη Γενική Συνέλευση να διεξαχθεί και εν τέλει ο παραπονούμενος να παυθεί από τα καθήκοντα του στις 28/06/
- Στο μεταξύ και εκκρεμούσης της παραπάνω περιόδου από το έτος 2018 μέχρι και το έτος 2019, η κατηγορούμενη 1, ενώ ήταν εργαζόμενος της, αρνήθηκε και παρέλειψε να του καταβάλει τους μισθούς που του όφειλε κάτι το οποίο έγινε κατά τον παραπονούμενο «κατόπιν συνεννόησης και/ή οδηγιών των μετόχων και/ή των κατηγορουμένων 1 και 2» όπως και της πρώην συζύγου του και της συμβίας του «κατόπιν συνεννόησης και/ή οδηγιών των μετόχων και/ή των κατηγορουμένων 2 και 3» με σκοπό την οικονομική εξαθλίωση του και/ή εκφοβισμού του με απώτερο σκοπό να αναγκαστεί να αποχωρήσει από την κατηγορούμενη
- Περιγράφει ο παραπονούμενος στη συνέχεια, διάφορες προτάσεις εξαγοράς των μετοχών του που ακολούθησαν την περίοδο Απριλίου-Μαίου του 2019 καθώς και διάφορες επιστολές που οι δικηγόροι των μερών ή τα ίδια τα μέρη αντάλλαξαν και αφορούν τις εταιρικές διαφορές τους. Ένεκα αναφέρεται, της οικονομικής εξαθλίωσης που επήλθε στον ίδιο, στην πρώην σύζυγο και τη συμβία του εφόσον δεν τους καταβάλλονταν μισθοί, δεν είχε καθόλου εισοδήματα προκειμένου να ανταποκριθεί στις καθημερινές ανάγκες και υποχρεώσεις του μεταξύ των οποίων και οι καθημερινές ανάγκες του για διαβίωση, περιλαμβανομένης της σίτισης, παροχής ειδών πρώτης ανάγκης όπως νερό, ρεύμα κτλ. Ο μηνιαίος μισθός του για τα έτη 2018 και 2019 ανερχόταν στις €4.554, πλέον 13ο μισθό. Αναγκάστηκε ένεκα των πιο πάνω, να λάβει δάνειο από την κατηγορούμενη 1 στις 08/08/2019 ύψους €100.000 για το οποίο σύνηψε σχετική σύμβαση δανείου με τους όρους που σε αυτήν προβλέπονται. Στις 09/09/2019 έλαβε επιστολή από τους κατηγορούμενους 2 και 3 με την οποία ενημερωνόταν για τον τερματισμό της απασχόλησης του, για τους λόγους που εκεί αναφέρονται, χωρίς να του καταβληθούν ωστόσο οι μισθοί του για τα έτη 2018 και 2019 που του οφείλονταν. Στη συνέχεια και περί τα τέλη του 2019, κατόπιν πρότασης των μετόχων της κατηγορούμενης 1 μεταξύ των οποίων και οι κατηγορούμενοι 2 και 3, ο παραπονούμενος πώλησε τις μετοχές του έναντι του ποσού των €1.670.000, ποσό το οποίο θα του καταβαλλόταν σε μετρητά, σε είδος και με διαγραφή χρεών. Η συμφωνία υπογράφτηκε στις 31/12/2019 και έκτοτε έπαψε να είναι μέτοχος της κατηγορούμενης
- Την εν λόγω συμφωνία αναφέρει την υπέγραψε βρισκόμενος υπό το καθεστώς ψυχικής και ψυχολογικής πίεσης, ανεργίας και οικονομικού αδιεξόδου, μη έχοντας εναλλακτική λύση και κατόπιν παρότρυνσης των τότε δικηγόρων του για να μην «πεινά». Σε καμιά περίπτωση, είτε δυνάμει της παραπάνω συμφωνίας, είτε άλλως πως, οι κατηγορούμενοι του κατέβαλαν τα δεδουλευμένα των ετών 2018-
- Από νομική συμβουλή που έλαβε μετέπειτα, προχώρησε σε τερματισμό με άμεση ισχύ της συμφωνίας στις 17/02/2021 και συναφώς προς αυτό καταχώρησε την αγωγή με αρ. 4/2022 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου με την οποία επιζητεί μεταξύ άλλων την ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας. Κατά την αντεξέταση προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς σε θέσεις της Υπεράσπισης ότι όχι μόνο του καταβλήθηκαν οι μισθοί του, αλλά και ότι είναι καταχρηστικά που προέβηκε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης θέλοντας να εκδικηθεί τον αδελφό και αδελφότεχνο του, εφόσον τρέφει συναισθήματα πικρίας προς αυτούς. Από τη μαρτυρία και αντεξέταση, προέκυψαν τα ακόλουθα μη αμφισβητούμενα γεγονότα:
- H κατηγορούμενη 1 είναι εργοδότρια του παραπονουμένου και ο παραπονούμενος ήταν επίσης μέτοχος της κατά την επίδικη περίοδο
- Η κατηγορούμενη 1 συστήθηκε περί το έτος 1980 από τον πατέρα του παραπονουμένου. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι ο αδελφός και αδελφότεχνος του αντίστοιχα και είναι επίσης αντίστοιχα μέτοχοι και εργοδοτούμενοι της κατηγορούμενης
- Ο παραπονούμενος ήταν επίσης καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής της κατηγορούμενης 1 και στις 28/06/2019 παύθηκε από την εν λόγω θέση με Σύνηθες Ψήφισμα των μετόχων σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση, μεταξύ των οποίων ήταν και οι κατηγορούμενοι 2 και
- Η μετοχική ιδιότητα του παραπονουμένου διήρκησε μέχρι τις 31/12/2019 οπότε και υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία πώλησης των μετοχών του παραπονουμένου.
- Από τη θέση του εργοδοτουμένου της κατηγορούμενης 1 παύθηκε στις 09/09/2019, με απόφαση των κατηγορουμένων 2 και
- Επιπρόσθετα με τους κατηγορούμενους 2 και 3, είναι επίσης μέτοχοι και τα άλλα δύο αδέλφια του παραπονουμένου.[2]
- Κατά το έτος 2018 μετά την εκπόνηση Έκθεσης Ελέγχου της κατηγορούμενης 1, προέκυψαν σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των μετόχων, συμπεριλαμβανομένων των κατηγορούμενων 2 και 3 σε σχέση με τη λειτουργία της εταιρείας.
- Οι πιο πάνω διαφωνίες οδήγησαν στην καταχώρηση από μέρους του παραπονουμένου, της Γενικής Αίτησης υπ' αρ. 1/2019 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις 24/01/2019 όπου ζητούσε διάταγμα ώστε να αποτρέψει τους μετόχους από του να διεξάγουν Έκτακτη Γενική Συνέλευση με σκοπό την παύση του από διευθυντή της κατηγορούμενης
- Πέτυχε μονομερώς ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο στη συνέχεια και αφού επιδόθηκε στην άλλη πλευρά και ακροάστηκε, ακυρώθηκε με αποτέλεσμα η εν λόγω Έκτακτη Γενική Συνέλευση να διεξαχθεί και εν τέλει ο παραπονούμενος να παυθεί από τα καθήκοντα του στις 28/06/
- Πριν τον καταρτισμό της συμφωνίας πώλησης μετοχών του παραπονουμένου είχαν προηγηθεί, διάφορες προτάσεις εξαγοράς των μετοχών που οδήγησαν στον καταρτισμό της συμφωνίας ημερ. 31/12/
- Στην συμφωνία ημερ. 31/12/2019, συμπεριλαμβανόταν όρος, τον οποίο ο παραπονούμενος αποδέχθηκε, πως δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της εταιρείας και των υπόλοιπων μετόχων μεταξύ άλλων σε σχέση με τον τερματισμός της εργασίας του (όρος 6.1 της συμφωνίας).
- Τον Ιούνιο του 2020 ο παραπονούμενος καταχώρησε εναντίον της κατηγορούμενης 1 αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών την οποία δεν επέδωσε και η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της.
- Το κατηγορητήριο της παρούσας καταχωρήθηκε τον Ιούνιο του 2020 και επιδόθηκε μετά τις 25/01/
- Οι μετοχές του παραπονουμένου πωλήθηκαν έναντι του συνολικού ποσού των €1.670.000, ποσό το οποίο θα του καταβαλλόταν σε μετρητά, σε είδος και με διαγραφή χρεών και το οποίο εισέπραξε με αποκοπές.
- Η τελευταία δόση καταβολής του ποσού του τιμήματος πώλησης των μετοχών του παραπονουμένου με βάση τη συμφωνία ημερ. 31/12/2019 καθορίστηκε την 10/01/
- Καθ' όσο χρόνο ο παραπονούμενος διαπραγματευόταν την πώληση των μετοχών του εκπροσωπείτο από δικηγόρο και η συμφωνία έγινε δια μέσω των δικηγόρων των πλευρών, όπως και οι πληρωμές τις οποίες εισέπραξε δυνάμει της συμφωνίας ο παραπονούμενος μετά ορισμένων αποκοπών.
- Στις 17/02/2021 και αφότου ο παραπονούμενος εισέπραξε το τίμημα πώλησης των μετοχών του μετά αποκοπών κάποιων ποσών καταχώρησε την αγωγή με αρ. 4/2022 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου με την οποία επιζητεί μεταξύ άλλων την ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας.
- Στην Γενική αίτηση με αρ. 1/2019 που καταχωρήθηκε κατά τον επίδικο χρόνο, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, ο παραπονούμενος δεν ανέφερε ο,τιδήποτε περί απλήρωτων μισθών όπως επίσης το ζήτημα των κατ' ισχυρισμών απλήρωτων μισθών προέκυψε με την καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών την οποία δεν προώθησε και απορρίφθηκε.
- Ο παραπονούμενος δεν διαμαρτυρήθηκε σε οποιοδήποτε χρόνο προ της καταχώρησης της παρούσας, για απλήρωτους μισθούς προς οποιονδήποτε εκ των κατηγορουμένων.
- Ο παραπονούμενος, τρέφει αισθήματα αδικίας και πικρίας προς τους κατηγορούμενους καθότι πιστεύει ότι συνομώτησαν μεταξύ τους για να τον εκδιώξουν από την κατηγορούμενη
- Η υπ' αριθμό αγωγή 4/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, εξακολουθεί να υφίσταται και είναι εν εξελίξει. Οι Εισηγήσεις των συνηγόρων Μετά το τέλος της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους ώστε αυτοί να κληθούν σε απολογία, εστιαζόμενος βασικά στα ακόλουθα:
- Από την αντεξέταση διαφάνηκε ότι οι μισθοί έχουν καταβληθεί πλήρως και άρα η κατηγορούμενη 1 έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που της εναποθέτει ο σχετικός Νόμος, από αυτό το στάδιο
- ο παραπονούμενος, υπογράφοντας τη συμφωνία πώλησης των μετοχών του, αποποιήθηκε ρητά οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της κατηγορούμενης
- η μαρτυρία του παραπονουμένου είναι τόσο αντινομική και στερείται τέτοιας πειστικότητας κατά τρόπο που να οδηγεί στη δίχως άλλο απόρριψη της υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων
- η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας υπόθεσης, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας
- ειδικότερα σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και 3, δεν έχει αποδειχθεί ότι πρόκειται για εργοδότες του παραπονουμένου ως είναι διατυπωμένη η κατηγορία και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα που περιλαμβάνεται στην κατηγορία, δεν μπορεί να τους προσδώσει σχετική ποινική ευθύνη με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη η κατηγορία. Από την πλευρά του, ο συνήγορος του παραπονουμένου εισηγήθηκε ότι είναι πολύ πρώιμο το παρόν στάδιο για το Δικαστήριο ώστε να προβεί σε οποιαδήποτε συμπεράσματα και οι εισηγήσεις της Υπεράσπισης άπτονται στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, όταν θα αξιολογηθεί η μαρτυρία και σε ό,τι αφορά τη μη στοιχειοθετήσει του συστατικού στοιχείου της ιδιότητας του εργοδότη, σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και 3, ότι είναι δυνατή η καταδίκη τους με βάση τη συμπερίληψη στην κατηγορία του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον διαφάνηκε από τη μαρτυρία, ότι εκείνο που τους καταλογίζεται είναι ότι ήταν ο ιθύνων νους και τα χέρια της κατηγορούμενης
- Μπορεί ναι μεν, ως είναι διατυπωμένη η κατηγορία να αναφέρεται σε απασχόληση του παραπονουμένου από τους κατηγορούμενους, αλλά από τη μαρτυρία είναι ξεκάθαρο το τι τους καταλογίζεται. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133,145. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. (βλ. επίσης Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9) Σαφής διατύπωση των αρχών που διέπουν το κατά πόσο έχει ή όχι αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εντοπίζεται στην απόφαση R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060 στη σελ. 1062, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριακή Νομολογία από σωρεία άλλων δικαστικών αποφάσεων. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα σε ελεύθερη μετάφραση: «Πως λοιπόν πρέπει ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση;
(1)Αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το κατ' ισχυρισμόν αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν υπάρχει δυσκολία. Ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία προκύπτει όπου υπάρχει κάποια μαρτυρία, δεν είναι όμως αρκετά ισχυρή, επειδή π.χ. είναι εν γένει αδύνατη ή ασαφής ή επειδή είναι ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία, (α) Όπου ο δικαστής συμπεραίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που οι ένορκοι ορθά καθοδηγούμενοι, δεν θα μπορούσαν να καταδικάσουν με βάση αυτή, αποτελεί υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση, να σταματήσει την υπόθεση, (β) Όπου όμως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της εξαρτάται από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και από μια πιθανή θεώρηση των γεγονότων υπάρχει μαρτυρία με βάση την οποία οι ένορκοι θα μπορούσαν να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους.» Οι εισηγήσεις που έχουν τεθεί από την Υπεράσπιση, πλην της εισήγησης ότι ο παραπονούμενος αποποιήθηκε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των κατηγορουμένων με βάση τη συμφωνία πώλησης μετοχών ημερ. 31/12/2019 (γεγονός το οποίο είναι παραδεκτό, ασχέτως των λόγων που προέβαλε ο παραπονούμενος για αυτή του την αποποίηση), δεν θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν σε αυτό το στάδιο εφόσον για να κατέληγα σε οποιοδήποτε συμπέρασμα με βάση τις παραπάνω εισηγήσεις, θα πρέπει να αξιολογήσω τη μαρτυρία και να προβώ σε ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα επί των ευρημάτων. Αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο, παρά το ότι διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του παραπονουμένου, παρουσιάζει στην όψη της διάφορες αντιφάσεις. Αυτές όμως οι αντιφάσεις καθώς και τα επιμέρους λεχθέντα του, θα πρέπει να τύχουν αξιολόγησης σε συσχετισμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχω ενώπιον μου ώστε να καταλήξω σε σχετικά συμπεράσματα περί της αξιοπιστίας του ή ακόμα και της εισήγησης της Υπεράσπισης ότι όλοι οι μισθοί που αφορούν το κατηγορητήριο έχουν καταβληθεί στον παραπονούμενο. Δεν είναι αυτό ωστόσο όπως προαναφέρω, αυτό το κατάλληλο στάδιο. Σύμφωνα με τον Ν.35(Ι)/2007, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργοδοτούμενο του μισθό τοις μετρητοίς, σε νόμιμο χρήμα (άρθρο 3), απευθείας (άρθρο 5) και σε τακτά χρονικά διαστήματα, εβδομαδιαίως ή μηνιαίως (άρθρο 9). Η εκ μέρους του εργοδότη παραβίαση υποχρεώσεων του έναντι του εργοδοτουμένου, θεσπισμένων δια του Νόμου, δυνατόν να συνιστά και ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο,σε περίπτωση καταδίκης, με ποινή φυλάκισης έως και 6 μήνες και/ή με χρηματική ποινή έως και €15.000 (άρθρο 20). Η ερμηνεία που επέλεξε να δώσει ο νομοθέτης στη έννοια μισθός, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου είναι, η ακόλουθη: "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές· Σε ό,τι αφορά τα τυπικά γνωρίσματα των κατηγοριών, ήτοι ότι ο παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 1, ότι ήταν μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό με συγκεκριμένο μισθό, κρίνω ότι υφίστανται με βάση τη μαρτυρία. Υπάρχει επίσης ισχυρισμός ότι δεν καταβλήθηκαν συγκεκριμένοι μισθοί. Το βάρος απόδειξης ότι έχουν καταβληθεί οι μισθοί βαραίνει τον εργοδότη με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 12
(3)του σχετικού Νόμου. Παρότι έχουν προσκομιστεί διάφορα έγγραφα που τείνουν κατά την Υπεράσπιση να καταδείξουν ότι έχουν καταβληθεί οι μισθοί, κρίνω ότι αυτή η διαπίστωση θα μπορούσε να προκύψει αφότου αξιολογηθεί η μαρτυρία στο σύνολο της. Συνεπώς, σε αυτό το στάδιο και με βάση τα παραπάνω, θα καλούσα την κατηγορούμενη 1 σε απολογία. Σε ό,τι αφορά τους κατηγορούμενους 2 και 3 και με βάση την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι αυτοί είναι εργοδότες του παραπονουμένου και δεν είναι δυνατή η καταδίκη του με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα που περιλαμβάνεται στις κατηγορίες, διατυπώνω τα ακόλουθα: Το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 αναδείχθηκε μέσα από την μαρτυρία του παραπονουμένου. Αποτελεί εξάλλου μη αμφισβητούμενο γεγονός. Η ιδιότητα τους αυτή δεν δημιουργεί από μόνη της ποινική ευθύνη για τους Κατηγορούμενους 2 και
- Στην νομική βάση ωστόσο των κατηγοριών έχει προστεθεί το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 με βάση την εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, κατηγορούνται ως συνεργοί της 1ης κατηγορουμένης. Aπό τις 16/12/2022 ο Περί της Προστασίας των Μισθών Νόμος του 2007, τροποποποιήθηκε και προστέθηκε στον Νόμο το άρθρο 20(1Α) το οποίο καθιστά ρητά υπεύθυνους για την διάπραξη αδικήματος και τους διευθύνοντες συμβούλους, προέδρους, διευθυντές, γραμματείς ή άλλους αξιωματούχους του νομικού προσώπου, εάν ήθελε αποδειχθεί. Καθώς όμως ο τροποποιητικός νόμος δεν πραγματεύεται οποιαδήποτε αναδρομικότητα του άρθρου που προστέθηκε, θεωρώ πως δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε προ της προσθήκης του. Συνεπώς, αυτό που οφείλω να εξετάσω επί της προκείμενης υπόθεσης, είναι εάν με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 θα μπορούσαν να κατηγορηθούν ως συνεργοί. Το ζήτημα αυτό επιλύθηκε ουσιαστικά στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 200/2019, Στυλιανίδης ν. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, ημερ. 12/04/2021, όπου η πλειοψηφία της σύνθεσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εξέτασε την εν λόγω Έφεση αποφάσισε με αναφορά μεταξύ άλλων στην απόφαση Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016, ότι υφίσταται η δυνατότητα ποινικής ευθύνης διευθυντή της εργοδότριας εταιρείας ως συνεργού με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.
- Το Ανώτατο Δικαστήριο (η πλειοψηφία της σύνθεσης) εξέφρασε την άποψη ότι το Εφετείο στην απόφαση Peppis Company Ltd κ.α. Vs Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 272 (επίκληση της οποίας γίνεται και στην παρούσα) δεν διατύπωσε οποιοδήποτε κανόνα πέραν του πλαισίου που κάλυπταν τα δεδομένα της υπόθεσης αυτής. Τα δε δεδομένα της υπόθεση Peppis συνίσταντο στο ότι η νομοθεσία Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου που η υπόθεση πραγματεύετο, προνοούσε κατά ειδικό τρόπο την ευθύνη διευθυντή ή άλλου υπευθύνου προσώπου της εργοδότριας εταιρείας, κάτι το οποίο δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση, υπό τα δεδομένα που η υφιστάμενη υπόθεση εξετάζεται. Το Εφετείο ανέφερε επιπρόσθετα πως δεν θα μπορούσε στην απουσία ρητής ή εξυπακουόμενης έστω προς τούτο εξαίρεσης από τον ίδιο το Νόμο, να αποκλεισθεί, νομολογιακά, η δυνατότητα ποινικού καταλογισμού σε αξιωματούχους εταιρείας, στη βάση ενεργοποίησης του άρθρου 20, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις συνέργειάς τους στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος. Συνεπώς και με βάση τα παραπάνω, θα καλούσα σε απολογία και τους κατηγορούμενους 2 και 3 καθότι θεωρώ, πως υπό τα δεδομένα, το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή την καταδίκη τους, από άποψη νομικής υπόστασης της κατηγορίας. Σαφώς ωστόσο, η κατηγορία θα μπορούσε να ήταν καλύτερα διατυπωμένη, έτσι ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε ενδεχόμενη σύγχυση στην Υπεράσπιση ως προς το τι καταλογίζεται σε ένα κατηγορούμενο. Δεν έχει όμως αναφερθεί ο,τιδήποτε επ' αυτού από την Υπεράσπιση, πλην της θέσης της ότι δεν είναι νομικά δυνατή η καταδίκη των κατηγορουμένων 2 και 3 με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, συνεπώς το ζήτημα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Θα προχωρήσω ωστόσο να εξετάσω, με υπόβαθρο και μόνο τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα που καταγράφονται πιο πάνω, κατά πόσο θα μπορούσε σε αυτό το στάδιο να διαπιστωθεί ενδεχόμενη κατάχρηση της διαδικασίας, εφόσον λόγω της σπουδαιότητας της ύπαρξης της, τυχόν διαπίστωση της οδηγεί αυτόματα στον τερματισμό και διακοπή της διαδικασίας ως εκ της φύσεως της. Με βάση σχετική νομολογία, κατάχρηση της διαδικασίας προκύπτει μέσα από διάφορες μορφές. Δεν υπάρχει μια ενιαία κατάσταση πραγμάτων που να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η δε εξουσία για αναστολή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. σχετικά μεταξύ άλλων: Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 , Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Aρ.3)
(2009)1 ΑΑΔ 529, Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Έφ. 223/2014, απόφαση ημερομηνίας 11/11/2015, ECLI:CY:AD:2015:B742). Στην Αγγλική απόφαση Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 A.C. 34 P.C., η κατάχρηση της διαδικασίας χαρακτηρίστηκε ως «something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding." Το βάρος απόδειξης σε περίπτωση επίκλησης κατάχρησης της διαδικασίας, επωμίζεται η πλευρά που το επικαλείται και αποδεικνύεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή ή διακοπή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, ο διάδικος που επικαλείται κατάχρηση, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε τέτοια, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Διαπιστώνω, με βάση πάντοτε τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα πως η όλη διαφορά του παραπονουμένου με τους κατηγορούμενους, δεν είναι μια γνήσια εργατική διαφορά αλλά προέκυψε από τις μεταξύ τους εταιρικές διαφορές. Υπάρχει μάλιστα εν εξελίξει πολιτικής φύσεως διαδικασία κατά τον επίδικο χρόνο (Γεν. Αίτηση 1/2019 του Ε.Δ. Αμμοχώστου για καταπίεσης μειοψηφούντα μετόχου-του ιδίου) και απαίτηση του παραπονουμένου εναντίον των κατηγορουμένων, στην οποία θα ανέμενε κανείς εύλογα να αντικρίσει και το παράπονο του ότι ενώ εργαζόταν στην κατηγορούμενη 1 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2019 που απολύθηκε, ήταν απλήρωτος τους τελευταίους 18 τουλάχιστον μήνες. Από τη μια ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν του κατέβαλλαν μισθούς με σκοπό να την καταπίεση και εκ διωγμό του από μέτοχο της κατηγορούμενης 1 και από την άλλη ενώ ζήτησε δικαστική προστασία ως προς τούτο, ουδέποτε ανέφερε ένα τόσο σπουδαίο γεγονός που εάν υφίστατο, από μόνο του συνιστούσε είδος καταπίεσης, πέραν από την ποινική πτυχή του ζητήματος. Το ζήτημα απλήρωτων μισθών προέκυψε μόλις τον Ιούνιο του 2020 που ο παραπονούμενος καταχώρησε αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, την οποία επέλεξε όπως μη προωθήσει και τουναντίον προχώρησε ταυτόχρονα και στην καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής υπόθεσης. Ούτε και εντοπίζω οπουδήποτε να θέτει ζήτημα απλήρωτων μισθών, όταν με την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης των μετοχών του, αποποιήθηκε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των κατηγορουμένων. Ούτε όμως και στις διάφορες επιστολές που ανταλλάσσονταν μεταξύ των διαδίκων υπάρχει το παραμικρό ίχνος ισχυρισμού περί απλήρωτων μισθών. Διαπιστώνω επίσης και το εξής το οποίο δεν αμφισβητήθηκε. Η πικρία του παραπονουμένου από τους κατηγορούμενους έγκειται στο γεγονός ότι το €1.670.000 που εισέπραξε (με τον τρόπο που το επωφελήθηκε) τον αδικεί και θα έπρεπε να λάβει περισσότερα χρήματα. Δεν είναι λίγες οι φορές που τόνισε πως η αξία της κατηγορούμενης 1 ξεπερνά τα €30.000.
- Όλα τα πιο πάνω, μου δημιουργούν εντόνως την αμφιβολία κατά πόσο οι προθέσεις του παραπονουμένου είναι γνήσιες και σκοπό έχουν την τιμωρία των κατηγορουμένων για τα αδικήματα που ισχυρίζεται ότι διέπραξαν. Αυτά ενισχύονται και από το εξής: ο παραπονούμενος καταχώρησε την παρούσα υπόθεση τον Ιούνιο του 2020, όπως και την αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών η οποία στη συνέχεια απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της. Κατά τον Ιούνιο του 2020 εκκρεμούσε ακόμη η πλήρης εξόφληση του τιμήματος πώλησης των μετοχών του με βάση τη συμφωνία ημερ. 31/12/
- Η αποπληρωμή του εν λόγω τιμήματος ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του
- Ο παραπονούμενος, παρέλειπε να επιδώσει την παρούσα ποινική υπόθεση από τον Ιούνιο του 2020 που την είχε καταχωρήσει και προχώρησε στην επίδοση της αμέσως μετά που έλαβε ολόκληρο το τίμημα πώλησης των μετοχών του, ήτοι μετά τον Ιανουάριο του
- Προώθησε δηλαδή με λίγα λόγια την υπόθεση του, ουσιαστικά 3 χρόνια μετέπειτα από τον αρχικό χρόνο των κατ' ισχυρισμό διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ κατά τη διάρκεια αυτών των 3 ετών και ενόσω η μη πληρωμή των μισθών του, ήταν τόσο μεγάλης σπουδαιότητας για τον ίδιο όπως ανέφερε, εφόσον εκείνη την περίοδο «πεινούσε» κατά τα λεγόμενα του. Προς αποφυγή οποιασδήποτε παρερμηνείας, η μη πληρωμή οποιουδήποτε μισθού, είναι εκ των πραγμάτων μεγάλης σπουδαιότητας αδίκημα. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Πόλυς Πολυκάρπου ν. Κωνσταντίνος Τελεβάντου Ποιν. Εφ. 69/2021, ημερ. 07/12/2022, ECLI:CY:AD:2022:B468 με αναφορά στην Μ & Μ Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ v. Αθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερ. 3/7/2020, η χωρίς επαρκή ή, για την ακρίβεια, καθόλου επεξήγηση καθυστέρηση στην προώθηση της δίωξης, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, συνιστά αυτοτελή λόγο και μπορούσε να θεωρηθεί η προώθηση της -εκεί- υπόθεσης ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τέτοια είναι κατά την άποψη μου και η παρούσα περίπτωση λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ουδέποτε όπως αναφέρω πιο πάνω ο παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε ότι μέρος ή όλοι οι μισθοί του, ήταν απλήρωτοι. Σε μια περίοδο μάλιστα, που ως ο ίδιος ανέφερε όχι μόνο εργαζόταν πριν την απόλυση του στην υπηρεσία της κατηγορούμενης 1, αλλά είχε ξεκινήσει ήδη να έχει σοβαρές διαφωνίες με τους υπόλοιπους μετόχους. Ούτε και όταν οι διαφορές τους οδηγήθηκαν φαινομενικά τουλάχιστον σε επίλυση, με τη συμφωνία ημερ. 31/12/2019, τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα. Το επιπρόσθετο γεγονός δε, ότι ενώ (και αφού) έλαβε το τίμημα πώλησης των μετοχών του, αποφάσισε να προχωρήσει σε καταχώρηση (και) αγωγής εναντίον των κατηγορουμένων, ζητώντας την ακύρωση μεταξύ άλλων, της παραπάνω συμφωνίας, μου δημιουργεί σοβαρά την πεποίθηση ότι αυτό που αποσκοπεί ο παραπονούμενος να αποκομίσει από την παρούσα διαδικασία, είναι η άσκηση πίεσης προς τους κατηγορούμενους, με ενδεχόμενο σκοπό την αποκόμιση οφέλους από τις αστικές διαδικασίες που εκκρεμούν μεταξύ τους ή ακόμη και ο εκβιασμός και εκφοβισμός των κατηγορουμένων υποβάλλοντας τους στην ταλαιπωρία που εξυπακούει μια ποινική δίκη αποζητώντας μεταξύ άλλων σε δικηγορικές υπηρεσίες για την εκπροσώπηση τους. Υφίσταται, όπως επιτάσσει σχετική επί του θέματος νομολογία, κατάχρηση διαδικασίας όταν γίνεται χρήση της διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται, χάριν εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους, καθώς και η χρήση της διαδικασίας για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου (Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133). Η διαπίστωση μου επομένως ότι το ενδιαφέρον του παραπονουμένου δεν είναι γνήσιο ενδιαφέρον για την τιμωρία των κατηγορουμένων καθώς και του ότι ο ίδιος διέπετε από αλλότρια κίνητρα που σκοπό έχουν τον επηρεασμό ενδεχομένως των αστικών διαδικασιών που εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων, καθώς και η υπέρμετρη καθυστέρηση από μέρους του στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης σε συνδυασμό με τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας από μέρους του. Γι' αυτό το λόγο προχωρώ σε διακοπή της διαδικασίας και επιδικάζω τα έξοδα που προέκυψαν μέχρι σήμερα, εναντίον του παραπονουμένου και προς όφελος των κατηγορουμένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Υπ.).................................................. Ε. Μιντή Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Εναντίον των οποίων επίσης είχε ασκηθεί η παρούσα δίωξη, πλην όμως αποσύρθηκε σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας [2] Εναντίον των οποίων επίσης είχε ασκηθεί η παρούσα δίωξη, πλην όμως αποσύρθηκε σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο