← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΣΕΡΓΙΟΥ, Αρ. Υποθ.: 4893/20, 15/2/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΣΕΡΓΙΟΥ, Αρ. Υποθ.: 4893/20, 15/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αρ. Υποθ.: 4893/20 Ενώπιον: Ε. Μιντή Προσ. Ε.Δ. ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΣΕΡΓΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορ. Αρχή. κ. Α. Χ''Μιχαήλ Για Κατηγορούμενο: κ. Κυρμίτσης (Κατηγορούμενος παρών) ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις συνολικά κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου. Στις κατηγορίες 2 και 3, ο κατηγορούμενος έχει δηλώσει παραδοχή στο πρώιμο στάδιο της απάντησης επ' αυτών. Ό,τι πραγματεύεται η παρούσα υπόθεση είναι δύο κατηγορίες. Αυτές αφορούν (1η κατηγορία) το αδίκημα της αμελούς οδήγησης[1] και (4η κατηγορία) το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης[2]. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών, παρουσίασε ως μάρτυρες τον Αστ. 2084, Κ.Μ. (ΜΚ1) και τον παραπονούμενο, (ΜΚ2). Κατατέθηκε επίσης με τη σύμφωνη γνώμη της Υπεράσπισης, η γραπτή κατάθεση του κ. Α.Μ. ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Με ενδιάμεση απόφαση μου ημερ. 15.11.22 έκρινα ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κατ' επιλογή του κατέθεσε ενόρκως. Κατέθεσε επίσης ως μάρτυρας υπεράσπισης η κα. [.] (ΜΥ1). Κατατέθηκαν στη διαδικασία συνολικά 11 τεκμήρια. 10 από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και 1 τεκμήριο από τον κατηγορούμενο. Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος, περί ώρα 22:30, χωρίς να επιδείξει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή συγκρούστηκε με το όχημα του ΜΚ2 το οποίο προπορευόταν της μοτοσυκλέτας του, χωρίς δηλαδή προηγουμένως να αντιληφθεί την πρόθεση του ΜΚ2 να στρίψει δεξιά, χωρίς να σταματήσει και χωρίς να τηρεί την ενδεδειγμένη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα. Η εκδοχή της Υπεράσπισης είναι ότι το δυστύχημα προκλήθηκε αποκλειστικά λόγω της αμελούς οδήγησης του ΜΚ

  1. Η προβληθείσα θέση του ήταν ότι ενώ αρχικά το όχημα του ΜΚ2 κινείτο στην αριστερή πλευρά της Λεωφ. Πρωταρά, ξαφνικά εισήλθε εντός της δεξιάς λωρίδας, πέρασε πάνω από τη νησίδα με πρόθεση είτε να στρίψει δεξιά είτε να κάνει επαναστροφή, ανακόπτοντας καθ' αυτό τον τρόπο, την πορεία της μοτοσυκλέτας του κατηγορούμενου, ο οποίος αιφνιδιαζόμενος από την απότομη στροφή προς τα δεξιά του οχήματος του ΜΚ2 και στην προσπάθεια του να το προσπεράσει, συγκρούστηκε με το δεξί πισινό μέρος του εν λόγω οχήματος. Παραθέτω πιο κάτω, σύνοψη και αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε. ΜΚ1-Αστ. 2084 Κ. Μ., εξεταστής της υπόθεσης: Κατέθεσε τις καταθέσεις που έδωσε ο ίδιος ως εξεταστής, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε (Τεκμήρια 1 και 2). Σύμφωνα με το τεκμ. 1, στις 12.08.20 και ώρα 2240 έλαβε πληροφορία ότι συνέβηκε τροχαίο ατύχημα στην Λεωφ. Πρωταρά με ενεχόμενα οχήματα μια μοτοσυκλέτα και ένα σαλούν αυτοκίνητο. Μετέβηκε στη σκηνή περί ώρα 2300 μαζί με τον Αστ. 4604 και από εξετάσεις που διενήργησε διαπίστωσε ότι το ενεχόμενο σαλούν δεν βρισκόταν στη σκηνή ενώ η μοτοσυκλέτα μετακινήθηκε σε παρακείμενο χώρο. Πληροφορήθηκε πως ο οδηγός της μοτοσυκλέτας μεταφέρθηκε από διερχόμενο όχημα στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή ο οδηγός του σαλούν ήταν άγνωστο πρόσωπο. Με τη βοήθεια του Αστ. 2604 έλαβε τα αναγκαία μέτρα στη σκηνή ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα και σε μεταγενέστερο στάδιο με βάση το πρόχειρο σχεδιαγράφημα ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήρια 3 και 4). Στη σκηνή εντοπίστηκαν σπασμένα γυαλιά και πλαστικά της μοτοσυκλέτας. Με βάση εκείνες τις ενδείξεις τοποθέτησε στο Τεκμήριο 3 και 4 την ένδειξη Χ ως το σημείο σύγκρουσης το οποίο υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο μεταγενέστερα ο οποίος συμφώνησε και υπέγραψε το σχεδιαγράφημα σχετικά. Από τα ευρήματα επίσης της σκηνής εξήγαγε το συμπέρασμα πως οι δύο οδηγοί κατευθύνονταν από τη Λεωφ. Πρωταρά προς Αγ. Τριάδα και βρίσκονταν στην ίδια κατεύθυνση. Ο δρόμος είναι ευθύς, ελαφρύς κατηφορικός, καλής επιφάνειας συνολικού πλάτους 11,40 μέτρα ο οποίος περιλαμβάνει διαχωριστική νησίδα πλάτους 4,10μ. Βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής με ανώτατο όριο 50χλμ ανά ώρα. Στην αριστερή πλευρά υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 3,30 μ, ποδηλατόδρομος πλάτους 3,40 μ και ανθώνας πλάτους 1,90μ. Στη δεξιά πλευρά υπάρχει μόνο πεζοδρόμιο πλάτους 3,30μ. Εντοπίστηκαν στη σκηνή ίχνη τροχοπέδησης κατά μήκος της νησίδας μήκους 6,80 το οποίο οδηγούσε στο σημείο σύγκρουσης. Το ίχνος αυτό ανήκει στη μοτοσυκλέτα. Σε σχέση με τις καιρικές συνθήκες, αναφέρει ο ΜΚ1 στο Τεκμ. 1 ότι ήταν νύχτα, η άσφαλτος ξηρή, ο καιρός αίθριος, και ο δρόμος φωτισμένος με καλή ορατότητα. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε σοβαρά ο κατηγορούμενος. Επίσης η μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου υπέστη εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό της μέρος. Την 13.08.20 και ώρα 0015 μετέβηκε στο Γ.Ν. Αμμοχώστου όπου διενήργησε προκαταρκτικό έλεγχο άλκοτεστ στον κατηγορούμενο με μηδενική ένδειξη ενώ την ίδια ημέρα περί ώρα 0030-0040 έλαβε από αυτόν ανοικτή κατάθεση (Τεκμήριο 5). Ο κατηγορούμενος τον ενημέρωσε για τις πινακίδες εγγραφής του ενεχόμενου οχήματος. Περί ώρα 0610, παρουσιάστηκε στον Αστ. Σταθμό Παραλιμνίου ο παραπονούμενος, ο οποίος ανέφερε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το ατύχημα. Ο ΜΚ1 διενήργησε προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλ στον παραπονούμενο με μηδενική ένδειξη. Επιθεώρησε επίσης το όχημα του και διαπίστωσε ότι έφερε ελαφριές ζημιές (βούλωμα) στο δεξιό μέρος του προφυλαχτήρα καθώς επίσης και σπάσιμο στο πισινό φτερό. Την ίδια ημέρα με τη βοήθεια διερμηνέα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο, αφού τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του καθώς και τα αδικήματα τα οποία διερευνά. Ο παραπονούμενος υπέγραψε την κατάθεση του και στη συνέχεια αφού του υποδείχθηκε το σχεδιάγραμμα του ατυχήματος και εξέφρασε τη διαφωνία του σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, τοποθέτησε στο σχεδιάγραμμα ως ένδειξη Χ1, το σημείο που του υπέδειξε ο παραπονούμενος. Την 25.08.20, με τη βοήθεια διερμηνέα, έλαβε κατάθεση από τον B. K. ο οποίος ήταν συνοδηγός στο σαλούν όχημα κατά την στιγμή του δυστυχήματος. Την 31.08.20 έλαβε κατάθεση από τον κ. Α.Μ., μάρτυρα της σκηνής του δυστυχήματος. Την 01.09.20 έλαβε κατάθεση από την ΜΥ1-W. R., η οποία ήταν συνεπιβάτιδα στη μοτοσυκλέτα. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 1950, πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του τα οποία δεν υπέγραψε και μεταξύ των ωρών 2000-2030 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 6). Αργότερα, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα το οποίο διερευνούσε (Τεκμήριο 7). Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε πως έλαβε ανακριτική και όχι ανοικτή κατάθεση από τον παραπονούμενο αρχικά, τον οποίο εν τέλει δεν κατηγόρησε, διότι ήταν ύποπτος-εμπλεκόμενος στο ατύχημα και επιθυμούσε να του υποβάλει ερωτήσεις ενώ αντιθέτως, από τον κατηγορούμενο έλαβε ανοικτή κατάθεση αρχικά στις 13.08.20 καθότι ο κατηγορούμενος παραπονέθηκε ότι του ανακόπηκε η πορεία της μοτοσυκλέτας του από τον εδώ παραπονούμενο. Μετέπειτα διαπίστωσε με βάση το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε, πως ο κατηγορούμενος ήταν πίσω από το ενεχόμενο όχημα και το ενεχόμενο όχημα προπορευόταν της μοτοσυκλέτας οπότε αποφάσισε να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο. Σε ερώτηση που του τέθηκε κατά την κυρίως εξέταση ως προς το γιατί έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 01.09.20 και όχι στις 13.08.20, ο μάρτυρας απάντησε πως ήθελε να αφήσει τελευταίο τον κατηγορούμενο ώστε ο ίδιος να βεβαιωθεί για τα αρχικά ευρήματα που εξήγαγε, καθώς και για το εάν όντως προπορευόταν το όχημα του παραπονούμενου της μοτοσυκλέτας του κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αμέσως μετά το δυστύχημα, τα στοιχεία του παραπονουμένου τοποθετήθηκαν στο alert list ώστε να εντοπιστεί, πλην όμως όπως ακριβώς ο ίδιος ανέφερε, όταν εμφανίστηκε ο παραπονούμενος στον Αστυνομικό Σταθμό δεν προέβηκε σε σύλληψη του για εγκατάλειψη σκηνής διότι όπως του ανέφερε ο παραπονούμενος ''δεν εγκατέλειψα, σταμάτησα, κατέβηκα κάτω και επειδή ο κατηγορούμενος ήταν επιθετικός και λόγω της καταγωγής μου, ότι είμαι Αιγύπτιος, εμένα θα φταίξουν, μπήκα στο αυτοκίνητο και έφυγα για να μην προβώ σε χειρότερη πράξη και ενώ έχω το δίκαιο με το μέρος μου να..'' Σταμάτησε ανέφερε ο ΜΚ1 ο παραπονούμενος ''για να παρέχει τη βοήθεια που πρέπει και ο κατηγορούμενος δεν την ήθελε, του επιτέθηκε και έφυγε. Δεν είναι ότι έφυγε αμέσως και υπάρχει μαρτυρία ανεξάρτητη που λέει ότι το αυτοκίνητο έφυγε με πολύ αργή ταχύτητα, ενώ ο κατηγορούμενος λέει ότι έφυγε, τον κτύπησε και έφυγε με ιλιγγειώδη ταχύτητα. Άρα δεν νομίζω να έτρεξε να φύγει ο .. '' Κατέληξε στο συμπέρασμα πως την ευθύνη για το δυστύχημα την είχε ο κατηγορούμενος από το γεγονός ότι το όχημα του παραπονουμένου προπορευόταν της μοτοσυκλέτας και από το γεγονός ότι εάν ο κατηγορούμενος τηρούσε ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, τότε θα μπορούσε να αποφύγει το δυστύχημα. Στις 13.08.20 δεν έλαβε γραπτή κατάθεση από τον παραπονούμενο, παρά μόνο το έπραξε στις 20.08.20 που υπήρχε διαθέσιμος διερμηνέας. Παρόλα αυτά στις 13.08.20 συνεννοήθηκαν με τον παραπονούμενο διότι γνώριζε μερικώς την ελληνική γλώσσα. Κατάθεση πήρε μόνο από τον ένα εκ των δύο συνεπιβαινόντων του παραπονουμένου διότι θεώρησε ότι δεν υπήρχε λόγος να ξαναπούν τα ίδια, μια μαρτυρία επιπλέον ήταν αρκετή για τον ίδιο παρότι προσήλθαν και οι δύο στον Αστυνομικό Σταθμό με τους οποίους μίλησε προφορικά. Τα περί άλλου οδηγού που οδηγούσε εκείνη την ώρα ανέφερε ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του είναι ιστορίες φαντασίας. Δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο παραπονούμενος I.H.-MK
  2. Ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία στις 20.8.
  3. Σύμφωνα με αυτήν, καθώς οδηγούσε στην Λεωφ. Πρωταρά μαζί με δύο φίλους του, και πήγαινε με χαμηλή ταχύτητα, ελάττωσε, έβαλε τον δείκτη κατεύθυνσης του για να στρίψει στα δεξιά από το εργοστάσιο ΜΟΤ και ενώ περίμενε τα αυτοκίνητα από την αντίθετη κατεύθυνση να περάσουν για να μπει δεξιά, ενώ το όχημα βρισκόταν πάνω στη νησίδα, άκουσε ένα μεγάλο χτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και είδε μια μοτοσυκλέτα από το καθρεφτάκι να είναι πεσμένη στο έδαφος και ένα νεαρό πρόσωπο να είναι εξαγριωμένο και να χτυπά με γροθιές το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και να του σπάζει με το χέρι το πίσω φτερό του αυτοκινήτου. Αμέσως άνοιξε την πόρτα, κατέβηκε και ο νεαρός του φώναζε και κουνούσε τα χέρια του και συνέχισε να χτυπά το αυτοκίνητο. Αυτός φοβήθηκε ότι ο νεαρός θα τον κτυπούσε, μπήκε στο αυτοκίνητο του και έφυγε και πήρε τους φίλους του στο σπίτι τους. Δεν ήθελε να φύγει αλλά επειδή είναι ξένος στην Κύπρο φοβήθηκε μήπως συμβεί κάτι χειρότερο και γι' αυτό εγκατέλειψε τον χώρο του δυστυχήματος. Στη συνέχεια σκέφτηκε το λάθος του και αποφάσισε να μεταβεί μόνος του στην Αστυνομία για να καταγγείλει το δυστύχημα και να αναφέρει ότι είναι αυτός που οδηγούσε. Το σχέδιο της σκηνής του υποδείχθηκε, συμφωνεί πλήρως με αυτό πλην του σημείου σύγκρουσης. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα. Ανέφερε προφορικά πως όταν άκουσε το κτύπημα, είδε τον κατηγορούμενο να κατεβαίνει από τη μοτοσυκλέτα του και να τον βρίζει και να χτυπά το αυτοκίνητο σε εξαγριωμένη κατάσταση. Από τα εν λόγω χτυπήματα έσπασε το φτερό του αυτοκινήτου στο πίσω δεξί μέρος. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 18 έτη και τα τελευταία 2 έτη είναι παντρεμένος με Κύπρια υπήκοο. Σε ερώτηση και σε υποβολή του κ. Κυρμίτση, ότι είναι άλλο πρόσωπο που οδηγούσε το αυτοκίνητο και ότι αυτός ήταν ο λόγος που εγκατέλειψε τη σκηνή, ο μάρτυρας ήταν κάθετος ότι αυτός είναι που οδηγούσε το αυτοκίνητο και κανείς άλλος διότι οι υπόλοιποι επιβαίνοντες δεν οδηγούν. Σε περαιτέρω υποβολή της Υπεράσπισης ότι δεν κατέβηκε καθόλου από το αυτοκίνητο και ότι μετά το δυστύχημα έφυγε κατευθείαν, ο ΜΚ2 αρχικά ανέφερε πως κατέβηκε πράγματι από το όχημα του, είδε τον κατηγορούμενο να χτυπά το όχημα και ακολούθως μπήκε στο αυτοκίνητο του και έφυγε. Σε δεύτερη διευκρινιστική ερώτηση που του τέθηκε επί του ίδιου θέματος, απάντησε πως άνοιξε την πόρτα, κατέβασε το ένα πόδι του αλλά δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο διότι συνειδητοποίησε πως ο κατηγορούμενος ήταν εξαγριωμένος και έτσι αποφάσισε να φύγει για να μην συμβεί ο,τιδήποτε χειρότερο. Όταν του υποβλήθηκε ότι αλλάζει συνεχώς την εκδοχή του ως προς το εάν κατέβηκε εν τέλει ή όχι, ο ΜΚ2 ανέφερε πως από τον φόβο του δεν μπορεί να περιγράψει εάν όντως κατέβηκε ή στάθηκε διότι μεταξύ άλλων πέρασαν 3 χρόνια από το δυστύχημα. Αφότου πήρε τους φίλους του στο σπίτι του, επέστρεψε στη σκηνή του δυστυχήματος και δεν εντόπισε κανένα. Προσδιόρισε την ώρα επιστροφής του στη σκηνή 30-40 λεπτά μετά το δυστύχημα. Σε υποβολή του κ. Κυρμίτση ότι λέει ψέματα σε σχέση με το εάν επέστρεψε διότι στον χρόνο που προσδιορίσει ήταν εκεί η Αστυνομία και επιπλέον δεν το αναφέρει στην κατάθεση του, ο ΜΚ2 περιορίστηκε στην εκδοχή του ότι δεν υπήρχε κανείς εκεί την ώρα που επέστρεψε. Μετά το δυστύχημα και αφού επέστρεψε στο σπίτι του, από το άγχος και τον φόβο του κοιμήθηκε και ξύπνησε στις 04:00 να πάει στη δουλειά του. Μετά από παρότρυνση της πρώην συμβίας του μετέβηκε στις 06:00 στον Αστυνομικό Σταθμό για να καταγγείλει το δυστύχημα και να αναφέρει πως ήταν αυτός ο οδηγός του ενεχόμενου οχήματος. Αρνήθηκε ότι η ζημιά στο όχημα του έγινε από το δυστύχημα καθώς και ότι η συνεπιβάτιδα του κατηγορουμένου προσγειώθηκε στο δεξί μέρος του καπό του αυτοκινήτου του και στη συνέχεια έπεσε στο έδαφος. Κατατέθηκε από κοινού ως αποδεκτή για τη λήψη και την αλήθεια του περιεχομένου της, η γραπτή κατάθεση του κ. Α.Μ. ημερ. 31.08.20-ΜΚ3, μάρτυρα της σκηνής του δυστυχήματος. Αξίζει να αναφερθεί πως σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του ΜΚ3, ο ίδιος μόλις άκουσε τον κρότο από το δυστύχημα, βγήκε έξω στο δρόμο και είδε τη μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου να είναι πεσμένη στο έδαφος, τον ίδιο και τη συνεπιβάτιδα του να βρίσκονται δίπλα της και παράλληλα ένα αυτοκίνητο να κινείται αργά και να φεύγει. Άκουσε τον κατηγορούμενο να βρίζει και πιστεύει ότι ο οδηγός έφυγε διότι φοβήθηκε από τις φωνές του νεαρού. Ο κατηγορούμενος όπως προαναφέρεται, κατά την κλήση του σε απολογία επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, τα όσα ανέφερε στις καταθέσεις του στην Αστυνομία (Τεκμ. 5, 6 και 7). Στην κατάθεση του ανέφερε επί της ουσίας είναι ότι καθώς οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στην οδό Πρωταρά, το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε ο παραπονούμενος, φρέναρε απότομα επιχειρώντας δεξιόστροφη επαναστροφή, και στην προσπάθεια του να τον αποφύγει φρέναρε με αποτέλεσμα να χτυπήσει το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας του στην δεξιά πισινή πλευρά του οχήματος του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί. Σηκώθηκε και φώναξε στον παραπονούμενο να σταματήσει αλλά αυτός έφυγε από τη σκηνή αγνοώντας τον και αναπτύσσοντας ταχύτητα. Πρόλαβε και φωτογράφησε τους αρ. εγγραφής του οχήματος του παραπονουμένου, τους οποίους στη συνέχεια έδωσε στην Αστυνομία για εντοπισμό του οδηγού. Η συνεπιβάτιδα της μοτοσυκλέτας του, από τη σύγκρουση βρέθηκε στην καμπίνα του οχήματος του παραπονουμένου και στη συνέχεια με το που προχώρησε να φύγει το εν λόγω όχημα, έπεσε στο έδαφος με τα πόδια χωρίς να τραυματιστεί. Κινείτο με ταχύτητα 50km και το προπορευόμενο όχημα του κατηγορουμένου είχε απόσταση από τον ίδιο περίπου 5-6 μέτρων. Κατά την κυρίως εξέταση του περιγράφοντας το δυστύχημα ανέφερε πως ο παραπονούμενος ο οποίος προπορευόταν της μοτοσικλέτας του, ενόσω κινείτο στην αριστερή πλευρά προς το πεζοδρόμιο του δρόμου, χωρίς να χρησιμοποιήσει τον δείκτη του έστριψε με απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, κατευθύνθηκε δεξιότερα προς τη νησίδα, ενόσω ο ίδιος επιχειρούσε προσπέραση του επί της νησίδας, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Δεν γνωρίζει εάν είναι ο παραπονούμενος που οδηγούσε το όχημα διότι δεν είδε το πρόσωπο που οδηγούσε το όχημα να κατεβαίνει από αυτό την ώρα του δυστυχήματος, είχε αναπτύξει ταχύτητα και έφυγε. Ουδέποτε επίσης χτύπησε το εν λόγω όχημα με το χέρι του διότι ουδέποτε αυτό σταμάτησε στη σκηνή, τουναντίον έφυγε αμέσως μετά τη σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση του, αρνήθηκε ότι χρησιμοποίησε φρένα για να αποφύγει τη σύγκρουση και ανέφερε πως ενδεχομένως τα ίχνη τροχοπέδης που εντοπίστηκαν να μην ήταν δικά του. Επίσης, σε σχετική υποβολή της κας. Χατζήμιχαηλ ότι δεν υπάρχει πεζοδρόμιο αριστερά του δρόμου αλλά ανθώνας και πως ο ίδιος έπλασε αυτή την ιστορία για να δικαιολογήσει τη θέση του, ο κατηγορούμενος αρκέστηκε να αναφέρει πως απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό. Κατά την επανεξέταση του επί του σημείου αυτού, ανέφερε πως με τη φράση ''πεζοδρόμιο'', εννοούσε την αριστερή πλευρά που τελειώνει ο δρόμος. Βρέθηκε δεξιά του δρόμου επί της νησίδας διότι προσπάθησε να προσπεράσει από τα δεξιά το όχημα του παραπονούμενου, το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή, κινείτο στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Αντανακλαστικά, επειδή η προσπέραση επιτρέπεται από την δεξιά πλευρά του δρόμου, κινήθηκε και αυτός δεξιότερα για να αποφύγει τη σύγκρουση με αποτέλεσμα να εισέλθει εντός της νησίδας, αλλά δεν πρόλαβε. Παραδέχθηκε πως δεν ξεκαθάρισε την πρόθεση του οχήματος του παραπονουμένου, επειδή ο τελευταίος κινήθηκε απότομα εξ' ου και προσπάθησε να τον προσπεράσει. Προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου, μαρτυρία επίσης έδωσε η κα. W.R. (ΜΥ1) η οποία επενέβαινε μαζί με τον κατηγορούμενο στη μοτοσυκλέτα. Η ΜΥ1, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, το περιεχόμενο της οποίας είναι ουσιαστικά το ίδιο με αυτά που κατέθεσε ο κατηγορούμενος. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή κατά τη διάρκεια της δίκης, τους πιο πάνω μάρτυρες και προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. μεταξύ άλλων Ζαβρού v.Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά και μόνο, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση αυτή είναι συμπέρασμα συσχέτισης, αντιπαράθεσης και διερεύνησης της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Ο ΜΚ1 δεν μου έχει προκαλέσει οποιαδήποτε αρνητική εντύπωση. Ούτε η ιδιότητα του ως εξεταστής της υπόθεσης, ούτε τα προσόντα, ως επίσης οι μετρήσεις του και τα ευρήματα του στη σκηνή αμφισβητήθηκαν και δεν καταδείχθηκε εν πάση περιπτώσει να είναι εσφαλμένα. Άλλωστε, ο κατηγορούμενος φαίνεται να συμφώνησε με αυτά υπογράφοντας τόσο το πρόχειρο όσο και το τελικό σχεδιαγράφημα. Δέχομαι τα προσόντα του μάρτυρα, και τον μάρτυρα ως αξιόπιστο. Δέχομαι τη μαρτυρία του, δηλαδή τις μετρήσεις του, την περιγραφή των δρόμων και ορατότητας - με βάση τις συνθήκες που περιέγραψε-, το εύρος των ζημιών του οχήματος και της μοτοσυκλέτας από το ατύχημα, στην ολότητα της. Δέχομαι επίσης ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε τα όσα ο ΜΚ 1 κατέγραψε στην ανακριτική κατάθεση, Τεκμήριο 6, και ότι όταν κατηγόρησε τον κατηγορούμενο γραπτώς δόθηκε η απάντηση που καταγράφηκε στο Τεκμήριο
  1. Δεν αποδέχομαι ωστόσο (παρότι δεν σχετίζεται με την απόδειξη του υπό κρίση αδικήματος), το ότι αφ' ης στιγμής ο παραπονούμενος εμφανίστηκε εντός 24 ωρών στον Αστυνομικό Σταθμό, δεν θα μπορούσε να τον κατηγορήσει για εγκατάλειψη σκηνής δυστυχήματος καθώς και όσα παρεμφερή με τα παραπάνω ανέφερε, για λόγους που θα γίνουν κατανοητοί στη συνέχεια. To μέρος εκείνο της μαρτυρίας που έχω αποδεχτεί από τον ΜΚ1, το ανάγω για σκοπούς αποφυγής επανάληψης και σε δικά μου ευρήματα. Εν αντιθέσει με τον ΜΚ1, ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων δημιουργώντας μου την εντύπωση ότι δεν ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τα όσα ανέφερε. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ2: (α) ενώ στην κατάθεση του ανέφερε πως κατέβηκε από το όχημα, είδε τον κατηγορούμενο να χτυπά το όχημα του και επειδή φοβήθηκε μπήκε ξανά πίσω στο όχημα του και έφυγε, κατά την αντεξέταση του έδωσε τουλάχιστον 2 διαφορετικές εκδοχές επί τούτου. Πρώτα ανέφερε πως προσπάθησε να κατεβεί ανοίγοντας την πόρτα του αυτοκινήτου αλλά βλέποντας εξαγριωμένο τον κατηγορούμενο ξαναμπήκε στο όχημα του και έφυγε και μετέπειτα ανέφερε πως όταν άκουσε το θόρυβο του χτυπήματος, είδε από το καθρεφτάκι τον κατηγορούμενο να κατεβαίνει από τη μοτοσυκλέτα και να φωνάζει και να χτυπά το όχημα του. Αυτά όμως, πέραν από το ότι δεν συνάδουν μεταξύ τους, δεν συνάδουν ούτε με την κατάθεση του κ. Α.Μ., η οποία κατατέθηκε από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου της, στην οποία αναφέρεται πως η μοτοσυκλέτα αμέσως μετά τη σύγκρουση ήταν κάτω στο έδαφος. Το ότι η μοτοσυκλέτα ήταν πεσμένη στο έδαφος το είχε επίσης αναφέρει ο ΜΚ2 στην γραπτή κατάθεση του. Πως ο παραπονούμενος επομένως μετά τη σύγκρουση είδε τον κατηγορούμενο να κατεβαίνει από τη μοτοσυκλέτα και να χτυπά το όχημα του; (β) ενώ από την μια ανέφερε πως μετέβηκε στην Αστυνομία για να αποκαλύψει πως αυτός ήταν ο οδηγός του οχήματος, έχοντας σκεφτεί το λάθος του, σε κατοπινό στάδιο της μαρτυρίας του ανέφερε πως αφότου κοιμήθηκε, ξύπνησε και με παρότρυνση της συντρόφου του, μετάβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό. (γ) Επέστρεψε στη σκηνή του δυστυχήματος, το οποίο επεσυνέβηκε γύρω στις 22:30, έπειτα από 30-40λεπτά αφότου αποβίβασε στο σπίτι τους, τους φίλους του αλλά δεν εντόπισε κανένα εκεί. Αυτά βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος ανέφερε και του οποίου την μαρτυρία αποδέχτηκα πως μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος γύρω στις 23:00 και αποχώρησε από εκεί για να μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος γύρω στις 00:
  2. Ο ΜΚ2 μου έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι έχει αποκρύψει γεγονότα από το Δικαστήριο και έχει παραθέσει τη μαρτυρία του κατά τρόπο που να βόλευε τον ίδιο. Δεν αποκόμισα την εντύπωση περί μαρτύρα που προσήλθε με σκοπό να παραθέσει αληθή και ακριβή εικόνα των γεγονότων. Η γενικότερη δε στάση του από τη στιγμή που συνέβηκε το ατύχημα μέχρι τη στιγμή που παρουσιάστηκε στην Αστυνομία, ενισχύει τις παραπάνω διαπιστώσεις μου περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι τα όσα ανέφερε ΜΚ2 και απορρίπτω και την μαρτυρία αυτού στην ολότητα της ως αναξιόπιστη, εφόσον επαναλαμβάνω, διέκρινα σκοπιμότητα και αντιφάσεις επί των όσων κατέθεσε και δεν δύναμαι συνακόλουθα να εξάγω από αυτήν οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Σε αντιφάσεις ωστόσο, περιέπεσε και ο κατηγορούμενος καθώς διαπιστώνω πως στην αρχική κατάθεση του ανέφερε πως στην προσπάθεια του να αποφύγει το όχημα του παραπονούμενου φρέναρε με αποτέλεσμα να χτυπήσει το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας του το πίσω μέρος του οχήματος του, κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε ότι πάτησε φρένα και προέβαλε επιπρόσθετα τον ισχυρισμό ότι ίσως ανήκουν σε κάποιο άλλο τα ίχνη τροχοπέδης που διαπιστώθηκαν στο δρόμο από τον ΜΚ
  3. Η αντίφαση του αυτή ωστόσο δεν είναι ικανή να κλονίσει την γενικότερη εικόνα που αποκόμισα ότι πρόκειται περί αξιόπιστου μάρτυρα. Απαντούσε αυθόρμητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, τα όσα δε είχε απαντήσει κατά την αντεξέταση του συνάδουν λογικά με τα ευρήματα του ΜΚ1 αλλά και με το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία ενώ η ειλικρίνεια του διαφάνηκε και από το γεγονός ότι παρά το ότι ο παραπονούμενος ανέφερε ο ίδιος στην Αστυνομία ότι ήταν ο οδηγός του ενεχόμενου οχήματος, στο εδώλιο του μάρτυρα ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει διότι όπως είπε, δεν είδε το πρόσωπο του εκείνη τη στιγμή μιας και δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Δέχομαι επομένως το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του κατηγορουμένου ως αληθές, συνεπεία της διαπίστωσης μου περί αξιόπιστου μάρτυρα. Το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του το οποίο δεν αποδέχομαι, είναι ότι ο ίδιος δεν πάτησε φρένα για να αποφύγει τη σύγκρουση εφόσον αυτό δε συνάδει με τα ευρήματα της σκηνής αλλά και τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 και έχω αποδεχτεί. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, το ανάγω για σκοπούς αποφυγής επανάληψης και σε δικά μου ευρήματα. Δεν ισχύουν τα ίδια ωστόσο για την ΜΥ
  4. Η μαρτυρία της δεν προσέφερε τίποτα απολύτως στο Δικαστήριο. Η εν λόγω μάρτυρας δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση, οι δε απαντήσεις της ήταν μονολεκτικές και περιορίζονταν σε ένα ''όχι'' ή ''δεν κατάλαβα'' σε ό,τι ρωτήθηκε και επί του ό,τιδήποτε της ζητήθηκε να διευκρινίσει. Δεν απαντούσε αυθόρμητα στις ερωτήσεις που της τέθηκαν και καθ' όλη τη διάρκεια που έδιδε μαρτυρία, ενώ ήταν συνεχώς συγχυσμένη και απέφευγε να δώσει απαντήσεις επί της ουσίας των όσων είχε ρωτηθεί. Απορρίπτω συνεπώς τη μαρτυρία της, για όποια σημασία έχει αυτό. Συνεπεία της παραπάνω αξιολόγησης και εξαγωγής σχετικών ευρημάτων, καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα:
  5. Στις 12/08/20 και περί ώρα 22:30 το όχημα με αρ. εγγραφής [.] προπορευόταν της μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής [..] η οποία οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και αμφότερα τα οχήματα κατευθύνονταν από την Λεωφ. Πρωταρά προς την Αγ. Τριάδα και το όχημα προπορευόταν της μοτοσυκλέτας.
  6. Σε κάποια στιγμή το όχημα με αρ. εγγραφής [..], ως η απεικόνιση του Τεκμ. 3 ενώ κινείτο προπορευόμενο, στην αριστερότερη πλευρά του δρόμου, εισήλθε δεξιά, χωρίς να χρησιμοποιήσει το δείκτη του, και στη συνέχεια προχώρησε επί της διαχωριστικής νησίδας με πρόθεση να στρίψει δεξιά προς την οδό Αγγέλων. Την ώρα που το όχημα κινήθηκε από την αριστερότερη προς την δεξιά πλευρά του δρόμου και προτού εισέλθει επί της διαχωριστικής νησίδας, ο κατηγορούμενος το είχε αντιληφθεί και επιχείρησε να το προσπεράσει από τα δεξιά, οδηγώντας επί της διαχωριστικής νησίδας. Ο κατηγορούμενος ωστόσο δεν αντιλήφθηκε την πρόθεση του οχήματος να κινηθεί ακόμη δεξιότερα επί της διαχωριστικής νησίδας για να στρίψει στην οδό Αγγέλων και καθώς επιχειρούσε την προσπέραση επί της νησίδας του δρόμου, το όχημα ανέκοψε την πορεία της μοτοσυκλέτας του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πατήσει φρένα για να αποφύγει τη σύγκρουση αλλά δεν πρόλαβε καθώς τα δύο παραπάνω οχήματα, συγκρούστηκαν στο σημείο με την ένδειξη Χ, επί του τεκμηρίου
  7. Τα ίχνη τροχοπέδης, μήκους 6,80μ. που βρέθηκαν στην σκηνή και αποτυπώνονται στο τεκμήριο 4, προέρχονται από τη μοτοσυκλέτα του κατηγορουμένου.
  8. Από τη σύγκρουση, ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε σοβαρά, η δε μοτοσυκλέτα του υπέστη εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό της μέρος ενώ ελαφριές ζημιές υπέστη και το όχημα με αρ. εγγραφής [..] στο πίσω δεξιό μέρος του προφυλαχτήρα και σπάσιμο στο πισινό φτερό.
  9. Ο κατηγορούμενος μετά τη σύγκρουση, φώναζε στον παραπονούμενο ο οποίος εκείνη την ώρα εγκατέλειψε τη σκηνή του ατυχήματος και παρουσιάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό την επόμενη ημέρα. Ως προς την 1η κατηγορία το Δικαστήριο για να καταλήξει σε ευρήματα ενοχής θα πρέπει να διαπιστώσει:
(1)Ποιο ήταν το καθήκον επιμέλειας που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις και τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή (βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392), και
(2)Αν ο κατηγορούμενος, έχοντας ως μέτρο το επίπεδο του μέσου συνετού και προσεκτικού οδηγού και όχι του ενεχόμενου ή τέλειου οδηγού, το παρέβη (βλ. Markantonis, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, 4, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 AAΔ 68, 73, και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 202). Ζητούμενο επομένως είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αμέλειας από πλευράς του κατηγορουμένου. Σε σχέση με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας το άρθρου 324
(1)του Κεφ.154 θα πρέπει να αποδειχθεί: (α) ότι ο κατηγορούμενος κατέστρεψε ή προκάλεσε ζημιά σε περιουσία και (β) ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου ήταν εσκεμμένη και παράνομη. Το άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 ορίζει ως «περιουσία» κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Το ύψος της ζημιάς δεν είναι συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος. Ούτε η ιδιοκτησία της περιουσίας που καταστρέφεται ή ζημιώνεται αποτελεί μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κακόβουλης βλάβης (Θωμά v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255). Θα πρέπει όμως να αποδειχτεί ότι η περιουσία στην οποία προκλήθηκε ζημιά δεν ανήκε στον κατηγορούμενο (Δρουσιώτης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 189). Η έννοια του όρου «εσκεμμένη» εξηγείται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold έκδοσης 2000 όπου στην παράγραφο 17-47 σημειώνονται πως σημαίνει το να πράττεις κάτι οικειοθελώς γνωρίζοντας ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος να προκληθεί ζημιά ή το να πράττεις κάτι οικειοθελώς χωρίς να σε νοιάζει αν θα επέλθει ζημιά ή όχι. Ακόμη απαιτείται απόδειξη ότι η πρόκληση έγινε χωρίς νόμιμη αιτία (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). Στρεφόμενη στην 1η κατηγορία, διαπιστώνω πως το καθήκον επιμέλειας του κατηγορουμένου στο δρόμο, ήταν η προσεκτική και συνετή οδήγηση, η τήρηση απόστασης ασφαλείας από τα προπορευόμενα οχήματα καθώς και η τήρηση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας. Ότι ο κατηγορούμενος παραβίασε μέρος των εν λόγω κανόνων είναι δεδομένο. Εξ' ου και η κατηγορία που προέκυψε και έχει παραδεχτεί σε σχέση με την οδήγηση επί χαραγμένης νησίδας. Αυτό που υπό τις περιστάσεις κρίνω περαιτέρω ότι έπρεπε να πράξει ο κατηγορούμενος, ως ο μέσος συνετός οδηγός, αφ' ης στιγμής (ως η πιο πάνω διαπίστωση μου) αντιλήφθηκε ότι ο παραπονούμενος κινείτο δεξιότερα του δρόμου, ήταν να παραμείνει σε ασφαλή απόσταση πίσω από το όχημα, ώστε να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του προπορευόμενου οχήματος και να διαφυλάξει την σωματική ακεραιότητα τόσο του ιδίου όσο και της συνεπιβάτιδας του, όσο και οποιονδήποτε άλλων οδηγών χρησιμοποιούσαν εκείνη την ώρα το οδικό δίκτυο. Αντ' αυτού, επέλεξε να προσπεράσει το όχημα παρότι αντιλήφθηκε ότι αυτό, δεν είχε -κακώς- ξεκαθαρίσει την πορεία του. Αυτό από μόνο του συνιστά αμέλεια. Το γεγονός ότι και ο παραπονούμενος κατά την άποψη μου ενήργησε αμελώς αποφράσσοντας την πορεία της μοτοσυκλέτας στη συνέχεια, δεν αποτελεί παράγοντα που από μόνος του να εξουδετερώνει την υπόθεση. Όπως υποδεικνύεται από σχετική επί του θέματος νομολογία, ενδεχόμενη αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφεαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου (βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145 και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1, 3). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου και όχι του οδηγού που ενέχεται (βλ. Markantonis v Demakis
(1989)1 CLR 387, 392). Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός (βλ. Σωκράτης Σωκράτους, ανωτέρω). Ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή (βλ. Markantonis, ανωτέρω). Το καθήκον για τη λήψη μέτρων προφύλαξης μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης v Νεοφύτου
(1990)1 ΑΑΔ 345, 350). Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια (βλ. Σωκράτης Σωκράτους, ανωτέρω). Στην Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, 483, κρίθηκε ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou ν. Katsouris
(1975)1 CLR 188, 192). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Nicolaides ν. Economides
(1963)2 CLR 78, 84). Κρίνω επομένως πως σε ό,τι αφορά την 1η κατηγορία, η κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν. Δεν ισχύει το ίδιο βεβαίως σε ό,τι αφορά την 4η κατηγορία. Συνεπεία της απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΚ2, επί της οποίας στηρίχθηκε η 2η κατηγορία και ελλείψει οποιασδήποτε άλλης άμεσης ή περιστατικής μαρτυρίας που να αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δεν υπάρχουν περιθώρια καταδίκης του εφόσον δε στοιχειοθετούνται με θετική ή άλλως πως μαρτυρία, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 4η κατηγορία. Κλείνοντας, δεν μπορώ να μην σχολιάσω το γεγονός ότι ως προκύπτει από τα παραπάνω ευρήματα μου αλλά και από επιμέρους μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ο παραπονούμενος φαίνεται όχι μόνο να φέρει κάποιο βαθμό υπαιτιότητας για το ατύχημα, αλλά επιπλέον να έχει εγκαταλείψει τη σκηνή του δυστυχήματος όπου βρισκόταν τραυματισμένο πρόσωπο. Εναντίον του, ουδεμία ποινική δίωξη ασκήθηκε, παρά την υποβολή παραπόνου εκ μέρους του εδώ κατηγορούμενου. Συνεπώς, δίδω οδηγίες στην Πρωτοκολλητή όπως κοινοποιήσει αντίγραφο της παρούσας στον Γενικό Εισαγγελέα, για τις δικές του ενδεχομένως ενέργειες. (Υπ.).................................................. Πιστό Αντίγραφο Ε. Μιντή Προσ. Ε.Δ. Πρωτοκολλητής [1] οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής [..], στις 12.08.20 και περί ώρα 22:30, στη Λεωφ. Πρωταρά στο Παραλίμνι, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή Κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72 («Ν. 86/72»), όπως τροποποιήθηκε. [2] ότι δηλαδή στις 12.08.20 και περί ώρα 22:30-22:45 στον ίδιο τόπο προξένησε εσκεμμένα και παράνομα προξένησε ζημιά στο όχημα με αρ. εγγραφής [..] περιουσία του Ι.Η, σπάζοντας το πίσω φτερό, ζημιά άγνωστης αξίας κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.