← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΜΑΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 1270/2020, 15/2/2023

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΜΑΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 1270/2020, 15/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Μιντή, Προσ. Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 1270/2020 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν

  1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΜΑΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΛΤΔ
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΜΑΣ Κατηγορούμενοι 15 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κ. Προδρόμου Για κατηγορούμενους: κ. Κ. Κουτσόφτας για Γ.Φ. ΠΙΤΤΑΤΖΙΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΠΟΙΝΗ Oι Κατηγορούμενοι έχουν κριθεί ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Οι κατηγορίες αυτές αφορούν παραλείψεις εκ μέρους τους, κατά παράβαση του περί Ασφάλειας και Υγείας Νόμου 1996, των περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές για Προσωρινά και Κινητά Εργοτάξια) Κανονισμούς του 2015 και των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία (γνωστοποίηση ατυχημάτων και Επικίνδυνων Συμβάντων) Κανονισμών του 2007 μέχρι 2017, οι οποίες προκάλεσαν το σοβαρό τραυματισμό του εργοδοτούμενου της Κατηγορούμενης 1, [.]. Τα γεγονότα από τα οποία προέκυψε η καταδίκη τους, περιλαμβάνονται στην προηγούμενη απόφαση μου ημερ. 14/12/
  3. Δεν υφίσταται λόγος επανάληψης τους. Η υπόθεση ήταν ορισμένη στις 20/12/2022 για σκοπούς αγορεύσεων από μέρους των κατηγορουμένων προς μετριασμό της ποινής τους. Ζητήθηκε και εγκρίθηκε χρόνος μέχρι τις 18.01.23, ώστε να προσκομίσει η πλευρά των κατηγορουμένων σχετικά έγγραφα που δείκνυαν κατά τη θέση τους, αποζημίωση που έλαβε ο παθών του ατυχήματος. Σχετικός σχολιασμός του εγγράφου που προσκομίστηκε εν τέλει, γίνεται στη συνέχεια. Ως αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, οι κατηγορούμενοι δε βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης τους, στη δια ζώσης προφορική αγόρευση του προς μετριασμό της ποινής τους, περιορίστηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2, για τον οποίο ανέφερε πως υφίστανται λόγοι, (κατ' επίκληση σχετικής επί του θέματος νομολογίας), σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του, να διατάξει αναστολή της. . Ό,τι αναφέρθηκε είναι πως ο κατηγορούμενος 2 είναι παντρεμένος, πατέρας 3 παιδιών, εκ των οποίων τα δύο είναι ανήλικα. Το ενήλικο παιδί του είναι επίσης εξαρτώμενο του ιδίου καθώς πρόκειται για φοιτητή. Λαμβάνει εισόδημα από την εργασία του ύψους €1.300 και η σύζυγος του εργοδοτείται από την κατηγορούμενη 1 ως γραμματέας. Προσκόμισε περαιτέρω στο Δικαστήριο, αντίγραφο εγγράφου υπό τον τίτλο ΤΕΛΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ, το οποίο φέρει υπογραφή από πρόσωπο με το όνομα [.] (εννοώντας ότι πρόκειται για το θύμα του ατυχήματος), υπό την ιδιότητα του υπεργολάβου, αναφέροντας ότι με βάση το περιεχόμενο του εν λόγω αντιγράφου, ο τελευταίος φαίνεται να δηλώνει πως δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από την Κατηγορούμενη
  4. Επιπλέον, ζητήθηκε από το Δικαστήριο όπως ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, η τακτική επίσκεψη του κατηγορουμένου 2 στον τραυματία εργοδοτούμενο της Κατηγορούμενης 1 μετά το ατύχημα και ενόσω νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο ο τελευταίος, ως ήταν και η διαπίστωση του Δικαστηρίου με βάση την προηγούμενη απόφαση καταδίκης. Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητας του είναι και η ποινή η οποία προβλέπεται στο Νόμο, ως σχετικώς αναφέρεται πιο κάτω. Το άρθρο 53

(1)του Νόμου 89
(1)/1996 που πραγματεύεται την προβλεπόμενη ποινή σε περίπτωση καταδίκης, προνοεί ότι οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο επιβάλλονται υποχρεώσεις με βάση τον εν λόγω νόμο ή τους κανονισμούς που εκδίδεται δυνάμει αυτού, παραλείπει να συμμορφωθεί με αυτές, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €80.000 ή σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 4 χρόνια ή και στις δυο αυτές ποινές. Η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, είναι η αφετηρία που το Δικαστήριο ξεκινά για την επιμέτρηση της, ώστε να επιβάλει τελικώς την αρμόζουσα κατά τον συγκεκριμένο παραβάτη, σε είδος και ύψος ποινή, χωρίς ωστόσο να εξανεμίζεται η σημασία της εξατομίκευσης της ποινής μιας υπόθεσης με γνώμονα τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639) Η διαδικασία επιβολής ποινής αλλά και η ίδια η ποινή, δεν συνιστά απλά μια επιμέρους διεργασία του έργου του Δικαστηρίου η οποία πραγματοποιείται μηχανιστικά με βάση το τι προβλέπει ένας σχετικός Νόμος. Η ποινή που επιλέγει ένα Δικαστήριο να επιβάλει θα πρέπει να εξυπηρετεί και να σταθμίζεται κατόπιν εξισορρόπησης διαφόρων παραγόντων εκ των οποίων είναι και η αντανάκλαση της σοβαρότητας ενός αδικήματος, η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα αλλά και η ικανοποίηση των σκοπών για τους οποίους υφίσταται ένας Νόμος. (βλ/ σχετικά Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ
(2004)2 Α.Α.Δ. 573). Στην προκειμένη περίπτωση που αφορά παραβιάσεις των Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων, όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην απόφαση Επαρχιακός Λειτουργός Εργασία Λεμεσού ν. Sedora Enterprises Ltd κ.ά.
(1992)2 Α.Α.Δ. 332, παρότι εκεί οι παραβιάσεις δεν ήταν αντίστοιχες με τις παραβιάσεις που υφίστανται στην παρούσα: «Η υποχρέωση διατήρησης συνθηκών ασφάλειας σε εργοστάσια και άλλους χώρους που απασχολούνται άνθρωποι, δεν είναι μόνο μια υποχρέωση που πηγάζει από το Νόμο, είναι μια προέκταση διεθνών υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν από τη Δημοκρατία κάτω από το άρθρο 3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, κάτω από τον οποίο μια συμβαλλόμενη χώρα αναλαμβάνει όχι μόνο τη θέσπιση κανονισμών για συνθήκες ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στον τόπο εργασίας αλλά και την περαιτέρω υποχρέωση της εφαρμογής τους με μέτρα για την αποτελεσματική εποπτεία της συμμόρφωσης προς τις ανειλημμένες αυτές υποχρεώσεις. Η αποτελεσματική εποπτεία συνεπάγεται την εφαρμογή των Νόμων και των Κανονισμών και, όπου απαιτείται, την ποινική δίωξη και τον εξαναγκασμό των παραβατών προς συμμόρφωση προς αυτούς. Επομένως και τα δικαστήρια έχουν καθήκον να προσεγγίζουν τα θέματα αυτά, ανάλογα βέβαια με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, με τη δέουσα σοβαρότητα χάριν της επίτευξης των σκοπών του Νόμου που, πέραν των ανθρωπιστικών στόχων, αποτρέπει τη μείωση της παραγωγικότητας και την αποφυγή άσκοπων οικονομικών επιβαρύνσεων λόγω τραυματισμού, επηρεασμού της υγείας και θανάτου.» [1] Στην υπόθεση Mass Pack Trading Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας Πάφου
(1996)2 Α.Α.Δ. 142, 149 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας τα οποία θεωρώ πως σχετίζονται απόλυτα και με όσα λέχθηκαν στην παρούσα: «Κάθε εργοδότης πρέπει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας. Το καθήκον συντήρησης των προστατευτικών μέτρων στις οικοδομικές εργασίες είναι απόλυτο. Η υποχρέωση για διατήρηση των μέτρων ασφαλείας και η συντήρησή τους δεν είναι μόνο απόλυτη αλλά και διαρκής [Εταιρεία Γενικών Κατασκευών Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Λεμεσού
(1989)2 Α.Α.Δ 51, Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Πάφου ν. Κώστα Κυριάκου και Υιού Λτδ και άλλου
(1995)2 Α.Α.Δ 290]. Η μέριμνα για διασφάλιση της συμμόρφωσης με τους κανονισμούς ασφάλειας αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των εργοδοτών που είναι οι μόνοι που έχουν τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας. Η πιθανή συντρέχουσα αμέλεια του εργοδοτουμένου δυνατόν να σχετίζεται με τον καταμερισμό της ευθύνης σε πολιτική υπόθεση, δεν επηρεάζει όμως την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων για την παράλειψή τους να φροντίσουν όπως ο συγκεκριμένος εργάτης απασχολείται σε δάπεδο εργασίας που διέθετε μέσα προστασίας». Σχετική επίσης είναι και η σχετικά, σε σχέση με τις πιο πάνω υποθέσεις, πρόσφατη απόφαση στην Ποινική Έφεση Αρ. 58/2020, ημερομηνίας 23.06.2020 μεταξύ ΜΟΥΣΚΟΥΝΤΗ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ στην οποία αναφέρθηκε ότι ''...τα αδικήματα που σχετίζονται με την ασφάλεια στους χώρους εργασίας πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά, τηρουμένης βεβαίως της αρχής ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντανακλάται από το ανώτατο όριο ποινής που καθορίζει ο Νόμος - εδώ 4 χρόνια φυλάκιση - και σταθμίζεται από το Δικαστήριο στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης.'' Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, το Δικαστήριο κατά την επιλογή του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβάλει καλείται να λάβει υπόψη του τυχόν επιβαρυντικούς παράγοντες που υφίστανται από τη μια και από την άλλη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, όπως τούτα πηγάζουν είτε από τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είτε δια μέσω των διαπιστωμένων ή εκτιθέμενων γεγονότων έτσι ώστε σταθμίζοντας από τη μία τη σοβαρότητα του αδικήματος και από την άλλη επιμέρους πτυχές των γεγονότων ή του παραβάτη να εξισορροπήσει την ποινή κατά τρόπο που η απόδοση της να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Το Δικαστήριο αντλεί έμμεση καθοδήγηση από σχετικές αποφάσεις στις οποίες είτε επικυρώθηκε ή ανατράπηκε αναλόγως η ποινή που κατώτερο Δικαστήριο επέβαλε σε παρόμοιας ή ιδίας φύσεως αδικήματα έχοντας, πάντοτε κατά νουν όσα σχετικά υπεδείχθησαν στην απόφαση LCA Domiki Ltd v RKA Kikkos Developers Ltd και Άλλου, Ποινική Έφ. 116/2011, ημ. 17.3.15 ότι δηλαδή «ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης » (βλ. επίσης, Πολυδώρου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 141/17, ημ. 31.5.19). Η διαδικασία ωστόσο, εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν σαφώς συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα. (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί από τη μία να παραγνωριστεί ότι υφίστανται επιβαρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι συνίστανται στα εξής: (α) οι κατηγορούμενοι και δη ο κατηγορούμενος 2, όχι μόνο δεν ενημέρωσαν άμεσα το Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας ως προνοείται από το Νόμο, σε σχέση με το εργατικό ατύχημα προκειμένου να τύχει διερεύνησης, αλλά μέλημα τους ήταν η ουσιαστικά, αλλοίωση της σκηνής του ατυχήματος και η μεταβολή του χώρου του προτού το ΕΓΕΕ ενημερωθεί και προτού πρωτίστως μεταβεί στο χώρο για επιθεώρηση. (β) ο εργοδοτούμενος τους ο οποίος υπέστηκε το ατύχημα, τραυματίστηκε σοβαρά από βλάβες οι οποίες τον ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα, ενώ ουδέποτε αποζημιώθηκε για τις ζημιές που του προκλήθηκαν. (γ) Δύο ημέρες το εργοτάξιο εντός του οποίου έγινε το ατύχημα, είχε επιθεωρηθεί και είχε εκδοθεί ειδοποίηση βελτίωσης που συμπεριλάμβανε το ενδεχόμενο πτώσης από ύψος η οποία περιήλθε στη γνώση των κατηγορουμένων, πλην όμως ουδέν διάβημα έλαβαν και συνέχισαν απρόσκοπτα τις εργασίες τους, αδιαφορώντας για τα όσα τους είχε επισημάνει το ΕΓΕΕ. Σε σχέση με την υπό το σημείο (β) πιο πάνω διαπίστωση μου, δεν αποδέχομαι την εισήγηση του κ. Κουτσόφτα, ότι η Δήλωση που προσκομίστηκε κατά το στάδιο αγόρευσης προς μετριασμό της ποινής των κατηγορουμένων, συνιστά δήλωση του εργοδοτουμένου ή ακόμη δήλωση αποποίησης οποιασδήποτε απαίτησης από μέρους του εργοδοτούμενου, κατ' αρχάς διότι η δήλωση αυτή ουδέποτε τέθηκε εις γνώση του πιο πάνω ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας, ώστε να αναγνωρίσει την υπογραφή του, αλλά επιπλέον καθόσον χρόνο έδιδε μαρτυρία και ανέφερε ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε αποζημίωση, τίποτα διαφορετικό δεν του λέχθηκε ή του υποβλήθηκε. Επιπρόσθετα, η δήλωση αυτή φέρεται να υπογράφηκε 14 ημέρες μετά το ατύχημα και ενόσω εν πάση περιπτώσει ο εργοδοτούμενος βρισκόταν νοσηλευόμενος στην εντατική μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (βλ. απόφαση καταδίκης). Από την άλλη, οφείλω να λάβω υπόψη μου τους ελαφρυντικούς εκείνους παράγοντες που παρουσιάστηκαν και αφορούν το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων. Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2 επίσης λαμβάνονται υπόψη. Οι πιο πάνω ελαφρυντικοί και άλλοι παράγοντες που έχω εστιάσει παρόλα αυτά, δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και της ανάγκης για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την ασφάλεια στους χώρους εργασίας με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων και των συνεπειών που προκλήθηκαν συνεπεία αυτών επιβάλλω στην 1η κατηγορούμενη: Στην 1η Κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €15.000 Στην 2η Κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €5.000 Σε ό,τι αφορά τον 2ο κατηγορούμενο, θεωρώ πώς η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης τουλάχιστον σε σχέση με την 3η κατηγορία. Κατά συνέπεια με βάση το σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου από αμφότερες τις πλευρές και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλονται σε αυτόν: Στην 3η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών Στην 4η Κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €2.000 Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο 2 στην 3η κατηγορία εξετάζω, ως η εισήγηση της Υπεράσπισης, κατά πόσο υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν τυχόν αναστολή της εκτέλεσης της δύναται των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω πως ενόψει του ότι υπάρχει εκκρεμής αστική διαδικασία εναντίον των κατηγορουμένων που άπτεται της αποζημίωσης που δεν έλαβε ο εργοδοτούμενος μέχρι σήμερα και απαιτεί καθώς και ότι σε περίπτωση επιτυχίας της εν λόγω διαδικασίας, θα κληθούν οι κατηγορούμενοι να καταβάλουν τυχόν αποζημίωση που θα διατάξει το πολιτικό Δικαστήριο, σε συνδυασμό με το ότι οι κατηγορούμενοι εξακολουθούν να ασκούν εργασίες και ενδεχόμενη άμεση ποινή φυλάκισης τους θα σήμαινε ίσως τερματισμό των εργασιών τους, αποφασίζω να διατάξω αναστολή της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης που έχω επιβάλει στον κατηγορούμενο 2 για περίοδο 3 ετών. Στην παραπάνω απόφαση μου, σαφή ρόλο έπαιξε επίσης το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 2, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι καθ' όλη τη χρονική περίοδο που ασκούν εργασίες, δεν φαίνεται να υπέπεσαν σε άλλους είδους παραβιάσεις των περί Ασφάλειας και Υγείας των Εργαζομένων Νόμων και Κανονισμών. Η ποινή φυλάκισης που έχω επιβάλει επομένως στον κατηγορούμενο 2 αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Η δε χρηματική ποινή που του επιβλήθηκε, να καταβληθεί εντός 1 μηνός από σήμερα. (Υπ.). .................................. Ε. Μιντή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] To πιο πάνω απόσπασμα αφορά μια χρονική περίοδο όπου η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελούσε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 2004 και εντεύθεν που η Κυπριακή Δημοκρατία απέκτησε την ιδιότητα του κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια σειρά ανάληψης συναφών κοινοτικών υποχρεώσεων σε σχέση με θέματα που άπτονται της ασφάλειας των εργαζομένων, η υποχρέωση αυτή επεκτάθηκε και καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ελάχιστων προδιαγραφών που οι εργοδοτες θα πρέπει να τηρούν αυστηρά. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.