ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. KHALED HASSOUN, Αρ. Υπόθεσης: 3913/2022, 23/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2023:8 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 3913/2022 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν KHALED HASSOUN Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου, 2023. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: Η κα Δ. Χριστοδούλου. Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Το κατηγορητήριο αρχικά περιλάμβανε 7 κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1, 2 και 3 και οι κατηγορίες 4 - 7 ανεστάλησαν, οπότε και απαλλάχθηκε σε σχέση με αυτές. Οι κατηγορίες που παραδέχθηκε αφορούν το αδίκημα της εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορευμένου μετανάστη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α) (στ) (ι) (κ) (λ) (μ)
(2)και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, του άρθρου 5
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2 και 3 του Περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμου (Ν.45/1964), καθώς και των κανονισμών 5 και 6 της ΚΔΠ 242/72 (κατηγορία 1), της μεταφοράς προσώπων δια υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος, κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 2) και της συνδρομής σε απαγορευμένο μετανάστη για είσοδο στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α) (λ) και 19 (ζ) του Κεφ. 105 (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο κατηγορούμενος στις 4.11.2022 ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε στα χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας, ανοικτά του Κάβο Γκρέκο χωρίς άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο ή τον Διευθυντή (κατηγορία 1). Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο, κατηγορείται ότι εξ αμελείας συντέλεσε στη μεταφορά δια θαλάσσης από τη Συρία στην Κύπρο με κόμιστρο με ανασφαλές, λόγω υπερφόρτωσης σκάφος (κατηγορία 2) και ότι βοήθησε 16 Σύριους απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία (κατηγορία 3). Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και με τα οποία συμφώνησε η συνήγορος του κατηγορούμενου είναι τα ακόλουθα: «Στις 04/11/22 γύρω στις 20:25, το παράκτιο σύστημα ραδιοεπισήμανσης του ναυτικού σταθμού Παραλιμνίου αναγνώρισε ύποπτο θαλάσσιο στόχο να πλέει νοτιοανατολικά του Κάβο Γκρέκο, εντός χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας. Προς το σημείο απέπλευσε άκατος της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας για εντοπισμό και έλεγχο του στόχου. Εντοπίστηκε ξύλινη ψαρόβαρκα 8 περίπου μέτρων να πλέει πράγματι εντός χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας κατευθυνόμενη προς τις Κυπριακές ακτές. Πάνω σε αυτή επέβαιναν 17 άτομα, τέσσερα εκ των οποίων ήταν ανήλικα παιδιά. Το σκάφος ήταν σε κακή κατάσταση και εμφανώς υπερφορτωμένο, γεγονός που επηρέαζε δυσμενώς την πλεύση και την ευστάθεια του. Σύμφωνα με το τμήμα εμπορικής ναυτιλίας Κύπρου, ο ανώτατος αριθμός επιβατών που θα μπορούσε να επιβιβαστεί με ασφάλεια σε σκάφος ιδίων τεχνικών χαρακτηριστικών, δε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ξεπερνά τους οκτώ ενήλικες. Η κατάσταση κρίθηκε ότι εγκυμονούσε άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια των επιβαινόντων και το πλήρωμα της αστυνομικής ακάτου σε συντονισμό με το ΚΣΕΔ, προχώρησε στην διάσωση των 17 αυτών επιβαινόντων προσώπων, επιβιβάζοντάς τα στην αστυνομική άκατο και μεταφέροντας τα στο αλιευτικό καταφύγιο Αγίου Νικολάου στο Παραλίμνι. Κατά την αποβίβαση των πιο πάνω προσώπων στην στεριά, μέλος της Υ.Α.&Μ. ήλεγξε το καθεστώς τους και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για Σύριους υπηκόους. Ήταν στο σύνολό τους απαγορευμένοι μετανάστες σύμφωνα με τον Νόμο, αφού δεν είχαν στην κατοχή τους θεωρημένο διαβατήριο από τις Αρχές της Δημοκρατίας, ούτε και άδεια μετανάστευσης χορηγούμενη από τις Αρχές της Δημοκρατίας. Εναντίον του κατ/νου, ο οποίος όπως διεφάνη, ήταν ο πηδαλιούχος της ψαρόβαρκας από το Τζάμπλε της Συρίας προς την Κύπρο, εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης. Στις 05/11/22 συνελήφθηκε και τέθηκε υπό κράτηση. Οδηγήθηκε ενώπιον του Επ. Δικαστηρίου Αμμοχώστου την ίδια ημέρα και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης 5 ημερών. Ανακρινόμενος από την Αστυνομία ανέφερε ότι είναι ψαράς και ως εκ τούτου είναι καταρτισμένος στην πλοήγηση σκαφών. Εκείνος είχε τον πρωτεύοντα ρόλο στην πηδαλιουχία της ψαρόβαρκας από την Συρία προς την Κύπρο και όπως χαρακτηριστικά δήλωσε «αν δεν ήμουν εγώ, η βάρκα δεν θα έφτανε στην Κύπρο». Επιβιβάστηκε πρώτος στη βάρκα και περισυνέλλεξε τους υπόλοιπους από τη θάλασσα, 400 περίπου μέτρα από την ακτή. Αυτοί κολύμπησαν μέχρι το συγκεκριμένο σημείο για να μην γίνουν αντιληπτοί. Στη Συρία, 4-5 ημέρες πριν το ταξίδι, εισέπραξε χρηματικά ποσά από τρία τουλάχιστον πρόσωπα (επιβαίνοντες), τα οποία διέθεσε προκειμένου να αγοραστεί η ψαρόβαρκα από τρίτο άγνωστο πρόσωπο. Ο ίδιος εγκατέλειψε τη Συρία προκειμένου να αναζητήσει καλύτερες συνθήκες ζωής.» Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, ετοίμασε γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο και επεκτάθηκε σε περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις, αλλά και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων τις οποίες παραθέτουμε πιο κάτω. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 47 ετών και κατάγεται από τη Συρία. Η σύζυγος του είναι ηλικίας 40 ετών και συνεχίζει να διαμένει στη Συρία με τις δύο ανήλικες θυγατέρες τους ηλικίας 9 και 7 ετών. Οι δύο υιοί του, ηλικίας 15 και 13 ετών, διαμένουν στη Λευκωσία με τον αδελφό του κατηγορούμενου, ηλικίας 45 ετών. Ο αδελφός του κατηγορούμενου απασχολείται ως βαφέας αυτοκινήτων. Οι δυο υιοί του κατηγορούμενου είχαν ταξιδεύσει μαζί του. Ο κατηγορούμενος είναι αναλφάβητος. Απασχολείτο με το εμπόριο φθαρτών σε λαϊκή αγορά. Μαζί του εργάζονταν και οι δύο του υιοί. Υπηρέτησε στρατιωτική θητεία 2½ ετών σε ηλικία 19 ετών και υπηρέτησε ξανά για 4 χρόνια, όταν ήταν 33 ετών, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Είναι ο πρώτος από τα δώδεκα παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του απεβίωσε πριν 4 χρόνια από καρκίνο. Η μητέρα του, ηλικίας 65 ετών, έχει παραμείνει παράλυτοι λόγω προβλημάτων με τον σπόνδυλο. Παλαιότερα απασχολείτο με το κέντημα. Ο κατηγορούμενος δεν φέρεται να έχει περιουσία ενώ, σύμφωνα με τα λεχθέντα του, δανείστηκε 5 εκατομμύρια συριακές λίρες (€1.875 περίπου) για να καλύψει τα έξοδα μεταφοράς. Σύμφωνα με τη συνήγορο του, ο πρόσφατος σεισμός έχει επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση της οικογένειας του, αφού το σπίτι που διέμενε η σύζυγος και οι δύο θυγατέρες του κατέρρευσε και έχουν μείνει άστεγες. Η συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει ιδιαίτερα υπόψη του, εκτός από τις δύσκολες οικογενειακές του συνθήκες, την παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο του και το γεγονός ότι ενήργησε έχοντας ως σκοπό την εξεύρεση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένεια του. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος αντικατοπτρίζεται κατ' αρχήν από τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3 προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή και τις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα της κατηγορίας 2 προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δώδεκα έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €100.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Πριν την τροποποίηση με τον Ν46(Ι)/2021, για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τριών
(3)ετών ή χρηματική ποινή που δεν υπερέβαινε τις πέντε χιλιάδες λίρες (€8.543) ή και τις δύο αυτές ποινές. Όσον αφορά το αδίκημα της κατηγορίας 2, πριν την τροποποίηση με τον Ν45(Ι)/2021, το αδίκημα τιμωρείτο ως πλημμέλημα, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερέβαινε τα δύο χρόνια, ή με χρηματική ποινή που δεν υπερέβαινε τις χίλιες πεντακόσιες λίρες (€2.562), ή και με τις δύο αυτές ποινές. Οι τροποποιήσεις αυτές αντανακλούν ακριβώς την αυξημένη σοβαρότητα που ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στα υπό εξέταση αδικήματα. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Το στίγμα της ποινικής αντιμετώπισης των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση έχει δοθεί στην Nazari v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231, η οποία αφορούσε παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία, όπου τονίστηκε ότι (σελ. 234): «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Τονίστηκε επίσης (με αναφορά στη Mohamed κ.α. v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166, 168) ότι η συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσεως και ότι οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Περαιτέρω, σχετική είναι η Tabrizi v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση (σελ. 429): «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα είχε φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης.» Βέβαια, από τότε που εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις, η Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε και ανάλογες ευθύνες σε σχέση με τη μετανάστευση, τις οποίες όμως διέπει συγκεκριμένη νομοθεσία και την οποία πρέπει να ακολουθούν όσοι επιθυμούν, τη νόμιμη διαμονή τους στο έδαφος της Δημοκρατίας. Μάλιστα, ένεκα των μεγάλων μεταναστευτικών ροών, είτε αυτές είναι απόρροια πολέμων, είτε οικονομικής δυσπραγίας, η Δημοκρατία έχει επωμιστεί και συνεχίζει να επωμίζεται, με αυξητική τάση, δυσβάστακτο οικονομικό και άλλο βάρος, αναλογικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θέση της επιτείνεται λόγω και του μικρού μεγέθους της και δη συρρικνωμένου κατά σχεδόν 40% ένεκα της τουρκικής κατοχής, αλλά και του μικρού πληθυσμού της και των μικρών εσωτερικών πόρων (βλ. επίσης Deveci ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80 και Στρουθιάς ν Αστυνομίας
(2015)2Α ΑΑΔ 493). Το φαινόμενο της παράτυπης μετανάστευσης και της μεταφοράς προσώπων δια θαλάσσης προς την Κύπρο, όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά αναπτύσσεται και εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, όπως διαπιστώνεται από τις καταχωρίσεις τέτοιων ποινικών υποθέσεων ενώπιον μας. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπουμε στην Καρανίκκη v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118, 123, και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β έκδοση, σελ. 269. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα (βλ. Tabrizi, ανωτέρω, σελ. 429). Στην R ν Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 τέθηκαν οι ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής για το (τότε) αντίστοιχο αδίκημα του assisting illegal entry (s.25
(1)(a) του Immigration Act 1971) οι οποίες, αν και δεν είναι δεσμευτικές, είναι καθοδηγητικές. Λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικοί παράγοντες τα ακόλουθα:
(1)αν το αδίκημα διαπράχθηκε κατ' επανάληψη,
(2)αν έγινε με σκοπό το οικονομικό όφελος,
(3)αν η υποβοήθηση αφορούσε πρόσωπα άγνωστα σε αντιδιαστολή με σύζυγο ή στενό συγγενικό πρόσωπο,
(4)όπου υφίσταται συνωμοσία, η διάπραξη του αδικήματος για κάποια χρονική περίοδο,
(5)αν υπήρξε εκτεταμένος προσχεδιασμός και οργάνωση,
(6)αν ο κατηγορούμενος είχε ηγετικό ρόλο, ή αν
(7)το αδίκημα διαπράχθηκε σε σχέση με μεγάλο αριθμό παράνομων μεταναστών. (βλ. επίσης Blackstone's Criminal Practice 2023/ PART B OFFENCES/ Section B22 Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences/Facilitating Unlawful Immigration/Sentence/ παρ. Β.22.49 - ηλεκτρονική έκδοση) Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, τις συνθήκες διάπραξης αλλά και τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, καταλήγουμε ότι αναδύεται, κατ' αρχήν, η ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού και αυστηρού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση βέβαια της ποινής δεν ατονεί, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να εξασθενήσει ή να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου και της δημόσιας ασφάλειας εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Η στάθμιση, γενικά, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όπου είναι αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, περιγράφεται με πληρότητα στις Antoniades v Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Όπως υποδεικνύεται στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Ειδικότερα στην Al Jibouri κ.α. ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 143 με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 145: «Όταν τα αδικήματα διαπράττονται τόσο συχνά όπως αυτό, τα Δικαστήρια επιβάλλουν ποινές που όχι μόνο τιμωρούν αλλά ταυτόχρονα αποτρέπουν άλλους να διαπράττουν αυτά τα αδικήματα∙ και όταν υπεισέρχεται ο παράγων της αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων που στηρίζονται στη θεωρία της εξατομίκευσης της ποινής μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα». Στην Ghouneym v Αστυνομίας
(2016)2Α ΑΑΔ 576, ειπώθηκαν τα πιο κάτω στις σελ. 582 - 583: «Όσο και να αντιλαμβανόμαστε τα προβλήματα που δημιουργούνται στην οικογένεια του εφεσείοντα και στον ίδιο δεν θεωρούμε ότι υπάρχει δυνατότητα επέμβασης μας αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο ισόρροπα και αιτιολογημένα έλαβε υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα σε συνδυασμό με την παραδοχή του, το λευκό του μητρώο, όσο και ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν είχε οποιονδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη του αδικήματος. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι εάν απουσίαζαν αυτά τα στοιχεία, η ποινή θα ήταν αυστηρότερη, ενόψει της ανάγκης να διαφυλαχθεί το αγαθό της δημόσιας ασφάλειας από πράξεις που σκοπόν έχουν να εξαπατήσουν τις αρχές με εγγενείς κινδύνους ως προς τη κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου». Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση. Μέσα από τις λεπτομέρειες του κατηγορητήριου, αλλά και των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μας, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, πλοήγησε μια προφανώς υπερφορτωμένη βάρκα στην οποία επέβαιναν, πέραν του ιδίου, άλλα 16 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και 4 ανήλικα παιδιά. Η χωρητικότητα της βάρκας ήταν μέχρι 8 ενήλικες. Όλοι οι επιβαίνοντες ήταν απαγορευμένοι μετανάστες. Η πιο πάνω βάρκα εντοπίστηκε να πλέει στα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κατάσταση της βάρκας ήταν κακή και κρίθηκε επικίνδυνη. Λόγω της υπερφόρτωσης επηρεαζόταν δυσμενώς η πλεύση και η ευστάθεια της. Από τα ενώπιον μας γεγονότα, εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος, είχε σημαντική συμμετοχή στην οργάνωση, αφού βοήθησε στην είσπραξη χρημάτων αλλά είχε και συμμετοχή στην αγορά της βάρκας. Επίσης ήταν αυτός που πλοήγησε τη βάρκα στην Κύπρο. Συνέδραμε επομένως ώστε να κατορθώσει ο ίδιος αλλά και ακόμα 16 πρόσωπα, απαγορευμένοι μετανάστες, να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνέδραμε επίσης με τις ενέργειες του να ώστε ληφθεί οικονομικό όφελος από τρίτο πρόσωπο που οργάνωσε την παράνομη διακίνηση. Επιβαρυντικό επίσης θεωρείται το γεγονός ότι μετέφερε, εκτός από τον εαυτό του και τα δύο του τέκνα, σημαντικό αριθμό προσώπων που δεν σχετίζονταν με τον ίδιο, μη συγγενικά του πρόσωπα δηλαδή. Τούτων λεχθέντων, απουσιάζουν άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες όπως, το στοιχείο της επανάληψης και του εκτεταμένου προσχεδιασμού, παρά την ύπαρξη οργανωμένης δράσης. Δεν ήταν επίσης μέλος εγκληματικής οργάνωσης. Σύμφωνα με τη συνήγορο του και ο ίδιος κατέβαλε 8 εκατομμύρια συριακές λίρες για τη μεταφορά των παιδιών του. Η θέση αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί. Όπως αναφέραμε η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου έδωσε έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις του. Η νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα, για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. ενδεικτικά την Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν κατανοούμε τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία 12 έτη στη Συρία λόγω του εμφυλίου πολέμου και των στρατιωτικών παρεμβάσεων τρίτων χωρών. Η κατάσταση αυτή, δυστυχώς, έχει δώσει πρόσφορο έδαφος σε διακινητές οι οποίοι με σκοπό το κέρδος εκμεταλλεύονται τα πραγματικά θύματα. Κατ' αναλογίαν με τους εμπόρους ναρκωτικών, οι διακινητές, προφανώς, αναζητούν πρόσωπα καλού χαρακτήρα ή πρόσωπα που, λόγω των δικών τους ιδιαίτερων περιστάσεων, να προκαλούν τη συμπάθεια του Δικαστηρίου για να συνδράμουν στη διακίνηση. Χωρίς όμως τη βοήθεια των προσώπων αυτών η διακίνηση μεταναστών δεν θα επιτυγχανόταν με τον τρόπο αυτόν, δηλαδή με χρηματικό κέρδος και την οικονομική εκμετάλλευση τους. Οι αποτρεπτικές ποινές, επομένως, επιβάλλονται σ' αυτό το πλαίσιο. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη την παραδοχή του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή» (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Το πώς αντικρίζονται τα διάφορα στοιχεία σε κάθε υπόθεση, εξαρτάται από τις λεπτομέρειες που τα συνθέτουν (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Σε περίπτωση κατά την οποία η σύλληψη διενεργείται επ' αυτοφώρω, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, Γενικός Εισαγγελέας ν Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438 και Κατσαπάου v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 388). Δεν παραγνωρίζουμε όμως και τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με αυτή την πτυχή στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021, όπου υποδείχθηκε ότι «. η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας.». Στην υπό κρίση υπόθεση η άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του, καθότι εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο και ότι δεν υπήρξε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν από τον ίδιο, καθώς επίσης και την απολογία και μεταμέλεια του. Επιπροσθέτως, λαμβάνουμε υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων του ως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, καθώς και ό,τι σχετικό προς τον μετριασμό λέχθηκε από τη συνήγορο του. Δεν παραβλέπουμε επίσης ότι τα δύο ανήλικα τέκνα του έχουν παραμείνει στην Κύπρο με συγγενικό πρόσωπο και ότι δεν έχουν άλλο γονιό στην Κύπρο. Οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενου, τόσο σωρευτικά όσο και μεμονωμένα, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1, ποινή φυλάκισης 1½ ετών. Στην Κατηγορία 2, ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην Κατηγορία 3, ποινή φυλάκισης 1½ ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Το Δικαστήριο λόγω της ποινής που επιβλήθηκε θα εξετάσει το θέμα αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκαν. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39, Τραλαλάς ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 ΑΑΔ. 327, καθώς και από την Γενικός Εισαγγελέας v Τζαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 166: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην Ιωσήφ v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, αφού αναφέρθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, αναφέρθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις Αργυρίδης κ.ά v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, Γεωργίου κ.ά. ν Αστυνομίας
(2016)2Β ΑΑΔ 753, Παπαπαντελή v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 988, Αστυνομία ν Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση 277/2018, 10.5.2019, Αστυνομία ν Βρυώνης, Ποινικές Εφέσεις 92/2017 και 93/2017, 19.7.2019 και Achraf v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 156/2021 και 157/2021, 15.4.2022. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι έκδηλο ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης, είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης λαμβάνουμε υπόψη:
(1)τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, και ειδικότερα τον μεγάλο αριθμό μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος και το ότι ο κατηγορούμενος συνέδραμε ουσιαστικά ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά και να ωφεληθεί τρίτο πρόσωπο.
(2)Αν και ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, ο παράγων αυτός δεν μπορεί να κάμψει ούτε να παρακάμψει το στοιχείο της αποτροπής σε τέτοιου είδους αδικήματα τα οποία αυξάνονται με ανησυχητικούς ρυθμούς όπως διαπιστώνεται από τις ενώπιον μας υποθέσεις. Συνεπώς, η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης τους δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Επιπλέον, οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν όπως, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται και η αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης, με δεδομένη τη διαπιστωθείσα αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών, των συνθηκών διάπραξης των επίδικων αδικημάτων και των συνεπειών που τέτοια αδικήματα επιφέρουν, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας και δη τέτοιων αδικημάτων. Η ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης του κατηγορούμενου μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο