ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. IBRAHIM KASSAN, Αρ. Υπόθεσης: 2400/22, 21/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2023:7 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ / ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2400/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v IBRAHIM KASSAN Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο : Η κα M. Παυλίδου. Κατηγορούμενος: παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, αρχικά αντιμετώπιζε σειρά κατηγοριών. Πλην της κατηγορίας 2, η οποία αφορούσε αδίκημα που εδραζόταν στον Ποινικό Κώδικα ΚΕΦ. 154, οι υπόλοιπες αφορούσαν αδικήματα που εδράζονται στον περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμο, ΚΕΦ.
- Ο κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε σε απολογία και ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για τελικές αγορεύσεις, άλλαξε απάντηση στην κατηγορία 1, από μη παραδοχή σε παραδοχή. Κατόπιν της πιο πάνω εξέλιξης, οι υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζε, αναστάληκαν και απαλλάχθηκε σε αυτές. Έτσι, κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία 1, η οποία αφορά είσοδο στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορευμένου μετανάστη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)(στ)(ι)(κ)(λ)(μ)
(2)και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου ΚΕΦ. 105 και του άρθρου 5
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 και των άρθρων 2 και 3 του Περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμου (Ν.45/1964), καθώς και των κανονισμών 5 και 6 της ΚΔΠ 242/72. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και με τα οποία συμφώνησε η συνήγορος του κατηγορουμένου, εξετέθησαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και παρατίθενται αυτούσια: «Στις 25.07.22, το σύστημα ραδιοεπισήμανσης του Ναυτικού Σταθμού Παραλιμνίου, αναγνώρισε ύποπτο θαλάσσιο στόχο να πλέει νοτιοανατολικά του Κάβο Γκρέκο εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας, συγκεκριμένα 6 ναυτικά μίλια από τις ακτές. Απέπλευσε προς το σημείο άκατος της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας και εντόπισε τον στόχο στα 5 ναυτικά μίλια από τις ακτές, πρόκειται για σκάφος στο οποίο επέβαιναν συνολικά 16 πρόσωπα, 10 άνδρες, 3 γυναίκες και 3 ανήλικα παιδιά. Μεταξύ αυτών ήταν και ο κατηγορούμενος. Λόγω της κατάστασης του σκάφους, αυτό ρυμουλκήθηκε από τις αρχές του κράτους στην ακτή σε ασφαλές αλιευτικό καταφύγιο και κατά την αποβίβαση των επιβαινόντων στη στεριά ελέγχθηκε το καθεστώς τους. Διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Συρία και ήταν σύμφωνα με τον Νόμο απαγορευμένος μετανάστης καθότι είχε κηρυχθεί στο παρελθόν ανεπιθύμητο πρόσωπο και επιπρόσθετα επειδή δεν είχε στην κατοχή του θεωρημένο διαβατήριο από τις αρχές της Δημοκρατίας και άδεια μετανάστευσης χορηγούμενη από τις αρχές της Δημοκρατίας. Συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, οδηγήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου όπου εκεί εξασφαλίστηκε διάταγμα προφυλάκισής του για 8 μέρες. Ανακρινόμενος ανέφερε ότι κατάγεται από τη Συρία και ότι εγκατέλειψε αυτήν λόγω του ότι κλήθηκε να καταταγεί στον στρατό.» Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του και αυτή έχει υιοθετηθεί από τη δικηγόρο του. Ο κατηγορούμενος, είναι ηλικίας 37 ετών και κατάγεται από τη Συρία Είναι νυμφευμένος και πατέρας 2 ανήλικων τέκνων. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια, έχει αλλά 7 αδέλφια και ο είναι ο νεαρότερος εξ αυτών. Φοίτησε μέχρι τη Γ΄ Δημοτικού και στη συνέχεια εργάστηκε ως φθαρτέμπορας. Ο πατέρας του και ο αδελφός του απεβιώσαν. Ο ίδιος υποφέρει από δισκοπάθεια. Το 2006 είχε έρθει παράνομα στην Κύπρο και εργαζόταν στην Πάφο ως Οικοδόμος. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, στην αγόρευσή της, τόνισε ιδιαίτερα, το λευκό του ποινικό μητρώο και τη μεταμέλεια του. Επιπροσθέτως, η κα Παυλίδου έδωσε έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αναφερόμενη στην εμπόλεμη κατάσταση που επικρατεί στη Συρία και στην οικονομική εξαθλίωση στην οποία έχει περιέλθει ο κατηγορούμενος και η οικογένεια του. Η σοβαρότητα του αδικήματος το οποίο διέπραξε ο κατηγορούμενος αντικατοπτρίζεται από την προβλεπόμενη ποινή. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα που διέπραξε προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και τις δύο ποινές. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην υπό κρίση περίπτωση, το αδίκημα στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό ως εμφαίνεται από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που ο νομοθέτης με τον Ν.46(Ι)/2021, ημερομηνίας 9.4.2021, αύξησε την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της κατηγορίας 1 από ποινή φυλάκισης 3 ετών σε ποινή φυλάκισης 10 ετών και τη χρηματική ποινή από Λ.Κ. 5.000 αντίστοιχα σε €50.000. Η πιο πάνω πρόσφατη τροποποίηση αντανακλά ακριβώς την αυξημένη σοβαρότητα που ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στο υπό εξέταση αδίκημα. Για σκοπούς επιμέτρησης, λοιπόν, εκκινούμε από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, η οποία ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Μέσα από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου αλλά και τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιόν μας, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν μέρος ευρύτερης ομάδας 16 προσώπων που εισήλθαν διά θαλάσσης στο έδαφος της Δημοκρατίας. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος ήταν απαγορευμένος μετανάστης, αφού στο παρελθόν είχε κηρυχθεί ανεπιθύμητο πρόσωπο. Προκύπτει συνεπώς ότι το θεμέλιο της αξιόποινης συμπεριφοράς που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι η είσοδος στη Δημοκρατία χωρίς να κατέχει άδεια. Το υπό εξέταση αδίκημα επομένως συσχετίζεται με παράτυπη μετανάστευση. Το στίγμα της ποινικής αντιμετώπισης των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη ετανάστευση έχει δοθεί στην Nazari v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231, η οποία αφορούσε παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία, όπου τονίστηκε ότι (σελ. 234): «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Τονίστηκε επίσης με αναφορά στη Mohamed κ.α. v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166, 168, ότι η συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσεως και ότι οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Περαιτέρω, σχετική είναι η Tabrizi v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση (σελ. 429): «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα είχε φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης.» Βέβαια, από τότε που εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις, η Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε και ανάλογες ευθύνες σε σχέση με τη μετανάστευση, τις οποίες όμως διέπει συγκεκριμένη νομοθεσία και την οποία πρέπει να ακολουθούν όσοι επιθυμούν, τη νόμιμη διαμονή τους στο έδαφος της Δημοκρατίας. Μάλιστα, ένεκα των μεγάλων μεταναστευτικών ροών, είτε αυτές είναι απόρροια πολέμων, είτε οικονομικής δυσπραγίας, η Δημοκρατία έχει επωμιστεί και συνεχίζει να επωμίζεται, με αυξητική τάση, δυσβάστακτο οικονομικό και άλλο βάρος, αναλογικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θέση της επιτείνεται λόγω και του μικρού μεγέθους της και δη συρρικνωμένου κατά σχεδόν 40% ένεκα της τουρκικής κατοχής, αλλά και του μικρού πληθυσμού της και των μικρών εσωτερικών πόρων (βλ. επίσης Deveci ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80 και Στρουθιάς ν Αστυνομίας
(2015)2Α ΑΑΔ 493). Το φαινόμενο της παράτυπης μετανάστευσης και της μεταφοράς προσώπων δια θαλάσσης προς την Κύπρο, όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά αναπτύσσεται και εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, όπως διαπιστώνεται από τις καταχωρίσεις τέτοιων ποινικών υποθέσεων ενώπιον μας. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπουμε στην Καρανίκκη v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118, 123, και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β έκδοση, σελ. 269. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα (βλ. Tabrizi, ανωτέρω, σελ. 429). Έχοντας, λοιπόν, υπόψη την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, τις συνθήκες διάπραξης, αλλά και τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, καταλήγουμε ότι αναδύεται, κατ' αρχήν, η ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση βέβαια της ποινής δεν ατονεί, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να εξασθενήσει ή να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου και της δημόσιας ασφάλειας εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Η στάθμιση, γενικά, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όπου είναι αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, περιγράφεται με πληρότητα στις Antoniades v Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Όπως υποδεικνύεται στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Όπως αναφέραμε, σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας ο κατηγορούμενος ήταν μέλος ευρύτερης ομάδας 16 μεταναστών που επέβαιναν σε βάρκα η οποία προσάραξε στην Κύπρο. Από τα ενώπιόν μας γεγονότα δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έπραξε οτιδήποτε διαφορετικό από τους υπόλοιπους 15 επιβαίνοντες στη βάρκα. Επομένως, υπεισέρχεται η ανάγκη εξέτασης της αρχής της ισότητας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η Δημητρίου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 141, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 158 - 159: «Η αρχή της ισότητας, όπως καθιερώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, είναι καθολική. Η ισονομία και η ισοπολιτεία αποτελούν την πεμπτουσία της Δικαιοσύνης. Η ισότητα καθιερώνεται ως ανθρώπινο δικαίωμα και τυγχάνει, όπως αναγνωρίζει η νομολογία, καθολικής εφαρμογής - (βλ. Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33). Η ισότητα αποτελεί έκφραση της Δικαιοσύνης- εκτείνεται σε όλο το εύρος της πολιτειακής λειτουργίας. Το Άρθρο 35 του Συντάγματος ορίζει ότι αποτελεί καθήκον όλων των εξουσιών της Πολιτείας, της Νομοθετικής, της Εκτελεστικής και της Δικαστικής, η διασφάλιση και αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, μέσα στα όρια της αρμοδιότητας της κάθε εξουσίας. Τα μέσα, τα οποία παρέχονται στο Δικαστήριο, προς αντιμετώπιση της άνισης μεταχείρισης των παραβατών από τις διωχτικές αρχές, είναι περιορισμένα. Η θεώρηση του παράγοντα αυτού, ως μετριαστικού της ποινής εκείνων που διώκονται, δεν επιφέρειτην εξίσωση. Μετριάζει, όπως έχουμε τονίσει, τα αισθήματα αδικίας που προκαλεί η άνιση μεταχείριση και συντηρεί το αίσθημα δικαιοσύνης μεταξύ του κοινού. Και, στο μέτρο που της παρέχεται η ευχέρεια, η Δικαιοσύνη μεριμνά, με τα μέσα που έχει στη διάθεση της, για τη διασφάλιση ισοπολιτείας, θεμελιώδους αρχής του Συντάγματος και αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος του ανθρώπου. Έτσι εκπληρώνει, στο μέτρο που είναι δυνατό, το καθήκον που επιβάλλει το Άρθρο 35 του Συντάγματος.» Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση, Κυριάκου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 35/2022, 25.1.2023, όπου υποδείχθηκε εκ νέου ότι: «.οι αρμόδιες αρχές του Κράτους, οφείλουν να προσάγουν ενώπιον των ανεξάρτητων δικαστικών αρχών, όλους τους παραβάτες. Αυτό υπαγορεύει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών (Άρθρο 28 του Συντάγματος και Gagloshvili v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 33/21, ημερ. 21.12.2021» Στην υπόθεση Κυριάκου, ανωτέρω, αναφέρθηκε επίσης ότι η επιλεκτική μεταχείριση των παραβατών αποδυναμώνει το δίκαιο και καταστρατηγεί το κράτος δικαίου και κρίθηκε ότι δικαιολογείτο η μείωση της ποινής, «.μόνο και μόνο να μετριασθεί το αίσθημα αδικίας που προκάλεσε η άνιση μεταχείριση των δύο παραβατών». Έτσι, στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι και στην παρούσα, με δεδομένη τη μη δίωξη των υπόλοιπων 15 επιβαινόντων στη βάρκα χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στον ρόλο του κατηγορούμενου από τους υπόλοιπους, η αρχή της ισότητας επενεργεί μετριαστικά στην επιμέτρηση της ποινής. Περαιτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου έδωσε έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου που προκύπτουν λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη Συρία. Σχετικά σημειώνουμε ότι η Νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα τα οποία αρμόζει επιβολή αποτρεπτικής ποινής οι περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Παναγιώτου v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540), αλλά αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν κατανοούμε τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία 12 έτη στη Συρία λόγω του εμφυλίου και των στρατιωτικών επεμβάσεων τρίτων χωρών. Η κατάσταση αυτή δυστυχώς έχει προκαλέσει ένα τεράστιο κύμα φυγής από τη Συρία. Ένεκα των πιο πάνω, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε κηρυχθεί ανεπιθύμητο πρόσωπο και ήταν ως εκ τούτου απαγορευμένος μετάστασης, δεν εξουδετερώνει την ανάγκη για απόδοσή βαρύτητας στις προσωπικές περιστάσεις αυτού. Περαιτέρω, η ανάγκη αποτροπής μειώνεται, αφού ο κατηγορούμενος δεν εμπλέκεται στη διακίνηση ή εμπορία άλλων προσώπων. Δεν παύει όμως το αδίκημα που έχει διαπράξει να βρίσκεται σε έξαρση. Περαιτέρω, προς όφελός του κατηγορουμένου λαμβάνουμε υπ' όψιν την παραδοχή του η οποία με βάση την πάγια Νομολογία πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/2018, 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Η παραδοχή επενεργεί μετριαστικά στην ποινή ακόμα και όταν αυτή λαμβάνει χώρα σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 127/2019 και 130/2019, ημερομηνίας 10.3.2021. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και ότι δεν υπήρξε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν, καθώς επίσης και την απολογία και μεταμέλειά του. Λαμβάνουμε, επιπροσθέτως, υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών του περιστάσεων ως αυτές καταγράφηκαν στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και ό,τι σχετικό προς τούτο αναφέρθηκε από τη συνήγορό του. Καταληκτικά θα πρέπει να λεχθεί πως σε μια σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παρούσα, με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής, δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις του κατηγορουμένου, καθώς και τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος. Ένεκα των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο, τόσο σωρευτικά όσο και μεμονωμένα μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής, παράγοντες, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στην Κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 2 ετών. Το Δικαστήριο λόγω της ποινής που επιβλήθηκαν θα εξετάσει το θέμα αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39, Τραλαλάς ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 ΑΑΔ. 327, καθώς και από την Γενικός Εισαγγελέας v Τζαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην Ιωσήφ v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, αφού αναφέρθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, αναφέρθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις Αργυρίδης κ.ά v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, Γεωργίου κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2016 19.7.2016, Παπαπαντελή v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 11/2016, 17.10.2016, Αστυνομία ν Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση 277/2018, 10.5.2019, Αστυνομία ν Βρυώνης, Ποινικές Εφέσεις 92/2017 και 93/2017, 19.7.2019 και Achraf v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 156/2021 και 157/2021, 15.4.2022. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι έκδηλο ότι το αδίκημα για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης λαμβάνουμε υπόψη:
(1)τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, κατά το παρελθόν, είχε κηρυχθεί ανεπιθύμητο πρόσωπο στη Δημοκρατία.
(2)Αν και ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, ο παράγων αυτός δεν μπορεί να κάμψει, ούτε να παρακάμψει το στοιχείο της αποτροπής σε τέτοιου είδους αδικήματα τα οποία αυξάνονται με ανησυχητικούς ρυθμούς όπως διαπιστώνεται από τις ενώπιον μας υποθέσεις. Συνεπώς, η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης του δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Επιπλέον, οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο όπως, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι προσωπικές τους περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, με δεδομένη τη διαπιστωθείσα αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, των συνθηκών διάπραξης του επίδικου αδικήματος και των συνέπειων που τέτοια αδικήματα επιφέρουν, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας και δη τέτοιων αδικημάτων. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, να εκτελεστεί αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκιση που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν.Α.Π Γεωργιάδης Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο