← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. MOHAMAD AL MANSOOR κ.α., Υπόθεση Αρ.: 1494/2022, 13/2/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. MOHAMAD AL MANSOOR κ.α., Υπόθεση Αρ.: 1494/2022, 13/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2023:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 1494/2022 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν

  1. MOHAMAD AL MANSOOR
  2. MAHMOUD TAISHOURI Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: Η κα Δ. Ζησιμοπούλου. Κατηγορούμενοι παρόντες. Π Ο Ι Ν Η Το κατηγορητήριο αρχικά περιλάμβανε 3 κατηγορίες. Οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν την κατηγορία 1 και οι κατηγορίες 2 και 3 ανεστάλησαν, οπότε και απαλλάχθηκαν σε σχέση με αυτές. Η κατηγορία 1, την οποία παραδέχθηκαν, αφορά υποβοήθηση παράνομης εισόδου υπηκόων τρίτης χώρας στο έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(1)(α) (λ) και 19Α
(1)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1, οι κατηγορούμενοι στις 20.5.2022, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, βοήθησαν 17 υπηκόους της Συρίας προκειμένου να εισέλθουν στη Δημοκρατία, οδηγώντας το σκάφος το οποίο μετέφερε τους πιο πάνω μετανάστες συνδράμοντας έτσι στην εκπλήρωση του σκοπού του προσώπου που διοργάνωσε τη μεταφορά και οποίος αποκόμισε οικονομικό όφελος. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και με τα οποία συμφώνησε η συνήγορος των κατηγορουμένων, είναι τα ακόλουθα: «Στις 20/05/2022 περί τις 1130 μέλη της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας Αμμοχώστου εντόπισαν ύποπτος σκάφος να εισέρχεται στα ύδατα της Δημοκρατίας στην περιοχή ακρωτηρίου Γκρέκο. Το σκάφος προσεγγίστηκε και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για ξύλινη ψαρόβαρκα στην οποία επέβαιναν 19 συνολικά πρόσωπα από την Συρία οι οποίοι δεν είχαν άδεια ή άλλο δικαίωμα νόμιμης εισόδου στην Δημοκρατία. Επρόκειτο για 13 άνδρες, μεταξύ αυτών και οι δύο κατηγορούμενοι, και 6 ανήλικα αγόρια. Από την διερεύνηση της υπόθεσης διαφάνηκε ότι για τον κάθε ένα από τους επιβαίνοντες είχε καταβληθεί είτε προσωπικά είτε από άλλο πρόσωπο στον διοργανωτή της μεταφοράς στην Συρία χρηματικό ποσό περί των 2500 ευρώ, σε συριακό νόμισμα. Σκοπός τους ήταν να εισέλθουν στην Δημοκρατία παράνομα ως μετανάστες και ο καθένας θα ακολουθούσε στην συνέχεια την δική του πορεία. Οι δύο κατηγορούμενοι ήταν αυτοί που στα πλαίσια της διευθέτησης ανέλαβαν την οδήγηση του σκάφους. Θέση τους ήταν ότι και οι ίδιοι κατέβαλαν χρηματικό ποσό προς τον διοργανωτή, κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αυτό όμως που αρχικά είπαν, αλλά δεν ισχύει, είναι ότι όλοι οι επιβαίνοντας οδήγησαν την βάρκα». Οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορουμένων, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, ετοίμασε γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Υιοθέτησε το περιεχόμενο των κοινωνικοοικονομικών εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τους κατηγορούμενους και επεκτάθηκε σε περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με τις προσωπικές τους περιστάσεις αλλά και τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος τις οποίες παραθέτουμε πιο κάτω. Ο κατηγορούμενος 1, είναι ηλικίας 37 ετών και κατάγεται από την Ταρτούς στη Συρία. Η σύζυγος του είναι ηλικίας 28 ετών και συνεχίζει να διαμένει στη Συρία με τα δύο ανήλικα τέκνα τους ηλικίας 8 και 5 ετών. Η σύζυγος του δεν εργάζεται. Οι γονείς του κατηγορούμενου 1 δεν εργάστηκαν ποτέ. Η οικογένεια συντηρούνταν με τη βοήθεια συγγενών και φίλων. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 1 πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Φοίτησε μέχρι και το δημοτικό και ακολούθως εργαζόταν ως οικοδόμος. Μεταξύ των ετών 2017 και 2021 υπηρέτησε στρατιωτική θητεία στον Συριακό Στρατό. Με τη σύζυγο του τέλεσαν γάμο το
  2. Ο πατέρας του απεβίωσε πριν ένα χρόνο. Η μητέρα του πάσχει από διαβήτη και διαμένει επίσης στη Συρία ως επίσης και ο αδελφός του, ηλικίας 19 ετών. Πριν τη σύλληψη του η οικογένεια συντηρείτο αποκλειστικά από τα δικά του εισοδήματα. Ο κατηγορούμενος 1 αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Συρία λόγω της εμπόλεμης κατάστασης. Προέβη σε αίτηση πολιτικού ασύλου στις 2.6.
  3. Ο κατηγορούμενος 2, είναι ηλικίας 35 ετών και επίσης κατάγεται από την Ταρτούς στη Συρία. Είναι άγαμος και άτεκνος. Είναι απόφοιτος Λυκείου και υπηρέτησε στρατιωτική θητεία από το 2013 μέχρι και το
  4. Προηγουμένως εργαζόταν ως οικοδόμος. Ο πατέρας του κατηγορούμενου 2 είναι ηλικίας 71 ετών και είναι συνταξιούχος. Απασχολείται με τη γεωργία. Η μητέρα του, ηλικίας 65 ετών, είναι οικοκυρά. Ο κατηγορούμενος έχει άλλα τρία αδέλφια, ηλικίας 33, 30 και 26 ετών. Τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια εργάζονται ως εργάτες, ο μικρότερος υπηρετεί στρατιωτική θητεία. Τα μέλη της οικογένειας διαμένουν όλοι μαζί. Ο κατηγορούμενος 2 στήριζε την οικογένεια με τα εισοδήματα του. Αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε. Προέβη επίσης σε αίτηση πολιτικού ασύλου στις 2.6.
  5. Η σοβαρότητα του αδικήματος το οποίο διέπραξαν οι κατηγορούμενοι αντικατοπτρίζεται κατ' αρχήν από την προβλεπόμενη ποινή. Συγκεκριμένα το αδίκημα της κατηγορίας της υποβοήθησης παράνομης εισόδου υπηκόων τρίτης χώρας στο έδαφος της Δημοκρατίας προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε
(15)έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (€100.000) ή και τις δύο αυτές ποινές. Πριν την τροποποίηση με τον Ν46(Ι)/2021 προβλεπόταν ποινή φυλάκισης οκτώ
(8)χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες (δηλ. €34.172) ή και τις δύο αυτές ποινές. Η προβλεπόμενη ποινή επομένως έχει διπλασιαστεί από τον νομοθέτη. Η τροποποίηση αυτή αντανακλά ακριβώς την αυξημένη σοβαρότητα που ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στο υπό εξέταση αδίκημα. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Το στίγμα της ποινικής αντιμετώπισης των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση έχει δοθεί στην Nazari v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231, η οποία αφορούσε παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία, όπου τονίστηκε ότι (σελ. 234): «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Τονίστηκε επίσης (με αναφορά στη Mohamed κ.α. v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166, 168) ότι η συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσεως και ότι οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Περαιτέρω, σχετική είναι η Tabrizi v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση (σελ. 429): «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα είχε φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης.» Βέβαια, από τότε που εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις, η Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε και ανάλογες ευθύνες σε σχέση με τη μετανάστευση, τις οποίες όμως διέπει συγκεκριμένη νομοθεσία και την οποία πρέπει να ακολουθούν όσοι επιθυμούν, τη νόμιμη διαμονή τους στο έδαφος της Δημοκρατίας. Μάλιστα, ένεκα των μεγάλων μεταναστευτικών ροών, είτε αυτές είναι απόρροια πολέμων, είτε οικονομικής δυσπραγίας, η Δημοκρατία έχει επωμιστεί και συνεχίζει να επωμίζεται, με αυξητική τάση, δυσβάστακτο οικονομικό και άλλο βάρος, αναλογικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θέση της επιτείνεται λόγω και του μικρού μεγέθους της και δη συρρικνωμένου κατά σχεδόν 40% ένεκα της τουρκικής κατοχής, αλλά και του μικρού πληθυσμού της και των μικρών εσωτερικών πόρων (βλ. επίσης Deveci ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80 και Στρουθιάς ν Αστυνομίας
(2015)2Α ΑΑΔ 493). Το φαινόμενο της παράτυπης μετανάστευσης και της μεταφοράς προσώπων δια θαλάσσης προς την Κύπρο, όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά αναπτύσσεται και εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, όπως διαπιστώνεται από τις καταχωρίσεις τέτοιων ποινικών υποθέσεων ενώπιον μας. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπουμε στην Καρανίκκη v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118, 123, και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β έκδοση, σελ. 269. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα (βλ. Tabrizi, ανωτέρω, σελ. 429). Σύμφωνα με το άρθρο 19Α
(3)του Κεφ. 105, κατά την εκδίκαση των αδικημάτων που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2)και κατά την επιβολή της ποινής το Δικαστήριο θεωρεί ως επιβαρυντικές σε σχέση με το διαπραχθέν αδίκημα τις ακόλουθες περιστάσεις: (α) Το αδίκημα διαπράχθηκε στο πλαίσιο της δράσης εγκληματικής οργάνωσης κατά την έννοια του άρθρου 63Β του Ποινικού Κώδικα. (β) Η διάπραξη του αδικήματος έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή των υπηκόων τρίτων χωρών κατά των οποίων αυτό στρεφόταν. Στην R ν Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 τέθηκαν οι ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής για το (τότε) αντίστοιχο αδίκημα του assisting illegal entry (s.25
(1)(a) του Immigration Act 1971) οι οποίες, αν και δεν είναι δεσμευτικές, είναι καθοδηγητικές. Λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικοί παράγοντες τα ακόλουθα:
(1)αν το αδίκημα διαπράχθηκε κατ' επανάληψη,
(2)αν έγινε με σκοπό το οικονομικό όφελος,
(3)αν η υποβοήθηση αφορούσε πρόσωπα άγνωστα σε αντιδιαστολή με σύζυγο ή στενό συγγενικό πρόσωπο,
(4)όπου υφίσταται συνωμοσία, η διάπραξη του αδικήματος για κάποια χρονική περίοδο,
(5)αν υπήρξε εκτεταμένος προσχεδιασμός και οργάνωση,
(6)αν ο κατηγορούμενος είχε ηγετικό ρόλο, ή αν
(7)το αδίκημα διαπράχθηκε σε σχέση με μεγάλο αριθμό παράνομων μεταναστών. (βλ. επίσης Blackstone's Criminal Practice 2023/ PART B OFFENCES/ Section B22 Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences/Facilitating Unlawful Immigration/Sentence/ παρ. Β.22.49 - ηλεκτρονική έκδοση) Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, τις συνθήκες διάπραξης αλλά και τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, καταλήγουμε ότι αναδύεται, κατ' αρχήν, η ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού και αυστηρού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση βέβαια της ποινής δεν ατονεί, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να εξασθενήσει ή να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου και της δημόσιας ασφάλειας εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Η στάθμιση, γενικά, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όπου είναι αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, περιγράφεται με πληρότητα στις Antoniades v Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Όπως υποδεικνύεται στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Ειδικότερα στην Al Jibouri κ.α. ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 143 με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 145: «Όταν τα αδικήματα διαπράττονται τόσο συχνά όπως αυτό, τα Δικαστήρια επιβάλλουν ποινές που όχι μόνο τιμωρούν αλλά ταυτόχρονα αποτρέπουν άλλους να διαπράττουν αυτά τα αδικήματα∙ και όταν υπεισέρχεται ο παράγων της αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων που στηρίζονται στη θεωρία της εξατομίκευσης της ποινής μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα». Στην Ghouneym v Αστυνομίας
(2016)2Α ΑΑΔ 576, ειπώθηκαν τα πιο κάτω στις σελ. 582 - 583: «Όσο και να αντιλαμβανόμαστε τα προβλήματα που δημιουργούνται στην οικογένεια του εφεσείοντα και στον ίδιο δεν θεωρούμε ότι υπάρχει δυνατότητα επέμβασης μας αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο ισόρροπα και αιτιολογημένα έλαβε υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα σε συνδυασμό με την παραδοχή του, το λευκό του μητρώο, όσο και ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν είχε οποιονδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη του αδικήματος. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι εάν απουσίαζαν αυτά τα στοιχεία, η ποινή θα ήταν αυστηρότερη, ενόψει της ανάγκης να διαφυλαχθεί το αγαθό της δημόσιας ασφάλειας από πράξεις που σκοπόν έχουν να εξαπατήσουν τις αρχές με εγγενείς κινδύνους ως προς τη κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου». Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση. Από τα ενώπιον μας γεγονότα, εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι, οδηγώντας τη βάρκα, συνέδραμαν ώστε να κατορθώσουν οι ίδιοι αλλά και ακόμα 17 πρόσωπα, απαγορευμένοι μετανάστες, να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Λαμβάνουμε υπόψη ότι δεν υπήρξε από πλευράς τους οικονομικό όφελος, συνέδραμαν όμως με τις ενέργειες τους να ληφθεί οικονομικό όφελος από τρίτο πρόσωπο που οργάνωσε την παράνομη διακίνηση. Επιβαρυντικό επίσης θεωρείται το γεγονός ότι μετέφεραν, εκτός από τους εαυτούς τους, σημαντικό αριθμό προσώπων που δεν σχετίζονταν με τους ίδιους, δηλαδή μη συγγενικά τους πρόσωπα. Τούτων λεχθέντων, απουσιάζουν άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες όπως, το στοιχείο της επανάληψης και του εκτεταμένου προσχεδιασμού, παρά την ύπαρξη οργανωμένης δράσης. Ο ρόλος τους επίσης περιορίστηκε στην πλοήγηση της βάρκας. Δεν έχει επίσης αναφερθεί ότι οι ζωές των επιβαινόντων τέθηκαν σε κίνδυνο και ούτε ήταν μέλη εγκληματικής οργάνωσης. Επιπλέον, η ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων έδωσε έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων που προκύπτουν λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη Συρία. Η νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα, για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. ενδεικτικά Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν κατανοούμε τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία 12 έτη στη Συρία λόγω του εμφυλίου πολέμου και των στρατιωτικών παρεμβάσεων τρίτων χωρών. Η κατάσταση αυτή, δυστυχώς, έχει δώσει πρόσφορο έδαφος σε διακινητές οι οποίοι με σκοπό το κέρδος εκμεταλλεύονται τα πραγματικά θύματα. Κατ' αναλογίαν με τους εμπόρους ναρκωτικών, οι διακινητές, προφανώς, αναζητούν πρόσωπα καλού χαρακτήρα ή πρόσωπα που, λόγω των δικών τους ιδιαίτερων περιστάσεων, να προκαλούν τη συμπάθεια του Δικαστηρίου για να συνδράμουν στη διακίνηση. Χωρίς όμως τη βοήθεια των προσώπων αυτών η διακίνηση μεταναστών δεν θα επιτυγχανόταν με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με χρηματικό κέρδος και την οικονομική εκμετάλλευση τους. Οι αποτρεπτικές ποινές, επομένως, επιβάλλονται σ' αυτό το πλαίσιο. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη την παραδοχή των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή» (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Το πώς αντικρίζονται τα διάφορα στοιχεία σε κάθε υπόθεση, εξαρτάται από τις λεπτομέρειες που τα συνθέτουν (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Σε περίπτωση κατά την οποία η σύλληψη διενεργείται επ' αυτοφώρω, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, Γενικός Εισαγγελέας ν Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438 και Κατσαπάου v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 388). Δεν παραγνωρίζουμε όμως και τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με αυτή την πτυχή στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021, όπου υποδείχθηκε ότι «. η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας.». Στην υπό κρίση υπόθεση η άμεση παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη προς όφελος τους, καθότι εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη το λευκό τους ποινικό μητρώο και ότι δεν υπήρξε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν από τους κατηγορούμενους 1 και 2, καθώς επίσης και την απολογία και μεταμέλεια τους. Επιπροσθέτως, λαμβάνουμε υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων τους ως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, καθώς και ό,τι σχετικό προς τον μετριασμό λέχθηκε από τη συνήγορο τους. Υπό το φως των πιο πάνω και σύμφωνα με την νομολογία που έχει παρατεθεί ανωτέρω, αναδύεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Περαιτέρω, ένεκα των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στους κατηγορούμενους, τόσο σωρευτικά όσο και μεμονωμένα, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής. Καταληκτικά θα πρέπει να λεχθεί πως σε μια σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παρούσα, με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής, δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις των κατηγορουμένων, καθώς και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε στον καθένα από τους κατηγορούμενους 1 και 2 στην Κατηγορία 1, ποινή φυλάκισης 2 ετών. Το Δικαστήριο λόγω της ποινής που επιβλήθηκε θα εξετάσει το θέμα αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης των κατηγορουμένων. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39, Τραλαλάς ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 ΑΑΔ. 327, καθώς και από την Γενικός Εισαγγελέας v Τζαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην Ιωσήφ v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, αφού αναφέρθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, αναφέρθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις Αργυρίδης κ.ά v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, Γεωργίου κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2016 19.7.2016, Παπαπαντελή v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 11/2016, 17.10.2016, Αστυνομία ν Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση 277/2018, 10.5.2019, Αστυνομία ν Βρυώνης, Ποινικές Εφέσεις 92/2017 και 93/2017, 19.7.2019 και Achraf v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 156/2021 και 157/2021, 15.4.2022. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι έκδηλο ότι το αδίκημα για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης λαμβάνουμε υπόψη:
(1)τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, και ειδικότερο τον μεγάλο αριθμό μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος και το ότι οι κατηγορούμενοι συνέδραμαν ουσιαστικά ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά και να ωφεληθεί τρίτο πρόσωπο.
(2)Αν και οι κατηγορούμενοι να είναι λευκού ποινικού μητρώου, ο παράγων αυτός δεν μπορεί να κάμψει ούτε να παρακάμψει το στοιχείο της αποτροπής σε τέτοιου είδους αδικήματα τα οποία αυξάνονται με ανησυχητικούς ρυθμούς όπως διαπιστώνεται από τις ενώπιον μας υποθέσεις. Συνεπώς, η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης του δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Επιπλέον, οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν στους κατηγορούμενους όπως, το λευκό τους ποινικό μητρώο και οι προσωπικές τους περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται και η αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης, με δεδομένη τη διαπιστωθείσα αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών, των συνθηκών διάπραξης του επίδικου αδικήματος και των συνέπειων που τέτοια αδικήματα επιφέρουν, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας και δη τέτοιων αδικημάτων. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης των κατηγορουμένων μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι βρίσκονται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.