ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. LOYAWI DAPAJA, Αρ. Υπόθεσης: 3889/22, 6/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2023:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ / ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3889/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν LOYAWI DAPAJA Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 6 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μ. Κουτσόφτας, με κα Ι. Σολωμού (ασκούμενη δικηγόρο) για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον κατηγορούμενο : Η κα Κ. Σοφοκλέους Κατηγορούμενος: παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες 2,3,5 και 6 του κατηγορητηρίου. Οι κατηγορίες 2,3 και 6 αφορούν παραβάσεις του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, ενώ η κατηγορία 5 αφορά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα. Οι κατηγορίες 1 και 4 ανεστάλησαν και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε. Συγκεκριμένα η κατηγορία 2 αφορά υποβοήθηση παράνομης εισόδου υπηκόων Τρίτης Χώρας στο έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)
(2)και 19Α
(1), 19β
(1), 19Γ και 19ΣΤ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, η κατηγορία 3 αφορά υποβοήθηση προσώπου Τρίτης χώρας, να διαμείνει στη Δημοκρατία, με πρόθεση και σκοπό την αποκόμιση κερδών, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19Α
(2), 19β
(1), 19Γ και 19ΣΤ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 και η κατηγορία 6 αφορά είσοδο στη Δημοκρατία, άνευ αδείας του Διευθυντού του Τμήματος Μετανάστευσης, κατά παράβαση του άρθρου 12
(2)
(5)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
- Η κατηγορία 5 αφορά μεταφορά προσώπου δια θαλάσσης με επί μη ασφαλούς η υπερφορτωμένου σκάφους, κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και με τα οποία συμφώνησε η συνήγορος του κατηγορουμένου, εξετέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και παρατίθενται αυτούσια κατωτέρω: «Στις 12 Οκτωβρίου 2022 και ώρα 03:00 εντοπίστηκε από τα ραντάρ της λίμενικής και ναυτικής αστυνομίας, ύποπτος στόχος, πιθανώς σκάφος με παράνομους μετανάστες, στη θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά του ακρωτηρίου κάβο γκρέκο. Αμέσως απέπλευσαν από το λιμάνι golden coast για εντοπισμό και αναγνώριση του στόχου όπου εντόπισαν και ανέκοψαν τα έξι ναυτικά μίλια νοτιοανατολικά του ακρωτηρίου, ένα ταχύπλοο σκάφος μήκους 5 μέτρων περίπου, στο οποίο επέβαιναν 14 άτομα εκ των οποίων 4 άνδρες, 2 γυναίκες και 8 ανήλικα παιδιά. Την 12/10/22 και ώρα 05:35 οι 14 παράτυποι μετανάστες μεταφέρθηκαν και αποβιβάστηκαν με ασφάλεια στο αλιευτικό καταφύγιο golden coast στο παραλίμνι. Να σημειωθεί ότι το ταχύπλοο πλαστικό σκάφος μήκους 5 μέτρων περίπου στο οποίο επέβαιναν οι 14 μετανάστες, ήταν σε πολύ κακή κατάσταση συντήρησης και ήταν πολύ επικύνδινο για χρήση, αφού αμέσως μετά την περισυλλογή των μεταναστών από τη λιμενική αστυνομία, αυτό βυθίστηκε. Αρχικά υπήρξαν 3 ύποπτοι για τους οποίους εξασφαλίστηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης για όλα τα αδικήματα και την 12/10/22 και μεταξύ των ωρών 13:00-13:15, συνελήφθηκαν οι τρεις ύποπτοι, στους οποίους επεστήθηκε η προσοχή τους στο νόμο, και δεν απάντησαν οτιδήποτε. Την ίδια ημέρα, ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε γραπτώς, αφού προηγουμένως πληροφορήθηκε για τα υπό διερεύνηση αδικήματα και του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο. Ο κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο για να βρει δουλειά, ως τόσο μια εβδομάδα πριν την άφιξη του στην Κύπρο επικοινώνησε με κάποιο πρόσωπο με το όνομα Mohammad Alieyen ο οποίος διαμένει μόνιμα στο Λίβανο και του οποίου τα στοιχεία επικοινωνίας του τα είχε δώσει συγγενικό του πρόσωπο. Αφού μετέβηκε στο Λίβανο και συναντήθηκε μαζί του, συμφώνησαν ότι θα πρέπει να πληρώσει το χρηματικό ποσό των 2500 δολ, τα οποία κατέβαλε πριν αναχωρήσουν από τη Βυρητό για το Ταρτούς. Με την άφιξη του στο Ταρτούς, συγκεντρώθηκαν στην παραλία τα άτομα που θα επέβαιναν στην βάρκα, και τους έβαλαν όλους μέσα σε μία μικρή βάρκα η οποία τους πήγε μέσα στη θάλασσα σε μικρή απόσταση. Σύμφωνα με τη θέση του κατηγορουμένου, μέσα στη βάρκα τους υπεδείκνυαν πως να την οδηγούν και πως να χειρίζονται το GPS. Στη συνέχεια είδαν μία δεύτερη βάρκα που τους περίμενε και επιβιβάστηκαν σε αυτή. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι οδηγούσαν όλοι μαζί τη βάρκα εννοώντας του τέσσερις ενήλικες άνδρες. Σύμφωνα με το δεύτερο ύποπτο, ο οποίος ανακρίθηκε γραπτώς, καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού τους, το μόνο πρόσωπο που οδήγησε τη βάρκα ήταν ο κατηγορούμενος. Ο συγκεκριμένος επιβαίνων, κατέβαλε το ποσό των 3000 δολ, για τη μεταφορά του από την Ταρτούς στην Κύπρο, και επιπλέον το ποσό των 500 δολ, για τη μεταφορά του από το Ίντλιπ στο Ταρτούς. Εκεί τους έβαλαν να μείνουν σε ένα σπίτι μαζί με τους υπόλοιπους επιβαίνοντες εκτός από τον κατηγορούμενο μέχρι την αναχώρηση τους. Με την επιβίβαση τους ο κατηγορούμενος τους είπε που να καθήσουν και ξεκίνησε να οδηγεί τη βάρκα. Όταν τους πλησίασε η αστυνομική άκατος, ο κατηγορούμενος έσβησε την μηχανή της βάρκας και κάθησε μαζί με τους υπόλοιπους λέγοντας τους να πουν ψέματα ότι οδηγούσαν και οι τέσσερις ενήλικες ώστε να μην πάει φυλακή. Την ίδια θέση αναφέρει το τρίτο ύποπτο πρόσωπο, ο οποίος μάλιστα, τονίζει ότι ο κατηγορούμενος του φάνηκε ως άτομο έμπειρο στην οδήγηση της βάρκας και επαγγελματίας. Ο ίδιος κατάβαλε συνολικά το ποσό των 3500 δολ. Αυτό που φάνηκε παράξενο στο εν λογω πρόσωπο ήταν ότι ο Abu Ali, δηλαδή το πρόσωπο που οργάνωσε το ταξίδι, γνώριζε τον κατηγορούμενο με το όνομα του, ενώ δεν γνώριζε κανενός άλλο το όνομα. Μετά που ξεκίνησαν ο Abu Ali πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και τον ρώτησε αν ήταν όλα εντάξει. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο ανέφερε στους επιβαίνοντες ότι αυτός είναι ο οδηγός της βάρκας αλλά να μην το πούνε σε κανένα γιατί θα πάνε φυλακή. Μόλις ο κατηγορούμενος διέκρινε τα φώτα της αστυνομικής ακάτου να πλησιάζουν, έσβησε τη μηχανή, και κάθησε δίπλα τους. Όταν τους δόθηκαν οδηγίες από το πλήρωμα της αστυνομικής ακάτου να ξεκινήσουν τη μηχανή της βάρκας και να τους ακολουθήσουν, ο κατηγορούμενος κάτι έκανε στη μηχανή και η βάρκα ξεκίνησε να βάζει νερά. Τη θέση των άλλων δύο υπόπτων προσώπων ενισχύει και η μητέρα των τριών ανηλίκων που επέβαιναν στην βάρκα αφού κατέβαλε το ποσό των 5000 δολ, ενώ κατονομάζει ως οδηγό της βάρκας τον κατηγορούμενο. Στις 17/10/22 σε δεύτερη ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, αυτός αναφέρει ότι όντως ήταν αυτός το πρόσωπο που οδηγούσε τη βάρκα, αλλά δεν το ανέφερε στην αστυνομία εξ αρχής καθώς φοβόταν ότι θα πάει φυλακή. Ο ίδιος είχε οικονομικό όφελος από τη διακίνηση των επιβαινόντων, αφού κατέβαλε το ποσό των 1500 αντί των 3500 δολαρίων.» Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Σε αυτή αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: O κατηγορούμενος είναι ηλικίας 23 ετών, άγαμος και κατάγεται από τη Συρία. Έχει ακόμα δυο αδελφές, μια εκ των οποίων είναι καθηλωμένη σε τροχοκάθισμα. Οι γονείς του στο παρελθόν διατηρούσαν φρουταρία, αλλά τώρα πλέον είναι συνταξιούχοι. Ο ίδιος φοίτησε σε σχολείο για περίοδο 10 ετών. Ακολούθως εργάστηκε ως ελαιοχρωματιστής, επάγγελμα που άσκησε μέχρι την άφιξη του στην Κύπρο. Υπηρέτησε για ένα χρόνο στον Συριακό στρατό. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, ετοίμασε γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής του. Στην αγόρευσή της αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η μητέρα του κατηγορουμένου πάσχει από μια σπάνια ασθένεια και ότι ο τελευταίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να εργαστεί. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, τονίζοντας ότι το μόνο που ήθελε ο κατηγορούμενος ήταν να μεταναστεύσει στην Κύπρο. Τέλος εξέφρασε τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου και ζήτησε τη μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου. Επιπλέον, η κα Σοφοκλέους, έδωσε έμφαση στην άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, το λευκό του ποινικό μητρώο, τη μεταμέλεια και απολογία του, τη συνεργασία του με την αστυνομία και το νεαρό της ηλικίας του. Επίσης, προώθησε, ως μετριαστικούς παράγοντες, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος αντικατοπτρίζεται κατ' αρχήν από τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα ως προς τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 προβλέπεται για ένα έκαστο εξ αυτών, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις € 100.000 και € 150.000, αντίστοιχα, ή και τις δύο αυτές ποινές. Για το δε αδίκημα της κατηγορίας 5, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δώδεκα έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις € 100.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Τέλος για το αδίκημα της κατηγορίας 6 προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ( ή το ισάξιο σε € 1.708), ή και τις δύο αυτές ποινές. Σημειώνεται ότι για τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3, τα οποία είναι και τα σοβαρότερα εξ απόψεως ποινής, πριν την τροποποίηση με τον Ν46(Ι)/2021, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης οκτώ
(8)χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και τις δύο αυτές ποινές. Οι προβλεπόμενες ποινές επομένως έχουν διπλασιαστεί από τον νομοθέτη. Οι τροποποιήσεις αυτές αντανακλούν ακριβώς την αυξημένη σοβαρότητα που ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στα υπό εξέταση αδικήματα. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην υπό κρίση περίπτωση, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά ως εμφαίνεται από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Για σκοπούς επιμέτρησης, λοιπόν, εκκινούμε από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, η οποία ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. Η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και δύσκολο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Εξετάσαμε με προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση συμπεριλαμβανομένων και των εισηγήσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής και της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορουμένου, σε σχέση με τον μετριασμό της ποινής. Μέσα από τις λεπτομέρειες του κατηγορητήριου, αλλά και τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας, προκύπτει ότι το σκάφος που πλοήγησε ο κατηγορούμενος ήταν σε κακή κατάσταση συντήρησης και πολύ επικίνδυνο για χρήση, το οποίο μετά την περισυλλογή των επιβαινόντων, βυθίστηκε. Στο εν λόγω σκάφος, πέραν του κατηγορουμένου, επέβαιναν άλλα δεκατρία πρόσωπα, εκ των οποίων τα οκτώ ήταν ανήλικα. Όλοι οι επιβαίνοντες ήταν παράτυποι μετανάστες. Ο κατηγορούμενος ήταν το μόνο πρόσωπο του οποίου γνώριζε το όνομά του ο διοργανωτής του ταξιδιού και με το οποίο επικοινώνησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στους υπόλοιπους επιβαίνοντες ότι ο ίδιος θα είναι ο πλοηγός αλλά να μην το πουν σε κανένα, γιατί θα πάνε φυλακή. Όταν, όμως, ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την αστυνομική άκατο κάθισε δίπλα στου υπόλοιπους επιβαίνοντες και επενέβη στη μηχανή του σκάφους με τρόπο που αυτό ξεκίνησε να μπάζει νερό. Από τα ενώπιόν μας γεγονότα, εξάγεται ότι οι ενέργειες του κατηγορούμενου περιείχαν το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, ώστε να κατορθώσει ο ίδιος αλλά και υποβοηθηθούν άλλα 13 πρόσωπα, απαγορευμένοι μετανάστες, να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επομένως, είναι προφανές ότι στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, ώστε να παρακαμφθεί ο Νόμος. Επίσης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε οικονομικό όφελος από την πράξη του να πλοηγήσει τη βάρκα. Το στίγμα της ποινικής αντιμετώπισης των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση έχει δοθεί στην Nazari v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231, η οποία αφορούσε παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία, όπου τονίστηκε ότι (σελ. 234): «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Τονίστηκε επίσης (με αναφορά στη Mohamed κ.α. v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166, 168) ότι η συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσεως και ότι οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Περαιτέρω, σχετική είναι η Tabrizi v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση (σελ. 429): «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα είχε φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης.» Βέβαια, από τότε που εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις, η Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε και ανάλογες ευθύνες σε σχέση με τη μετανάστευση, τις οποίες όμως διέπει συγκεκριμένη νομοθεσία και την οποία πρέπει να ακολουθούν όσοι επιθυμούν, τη νόμιμη διαμονή τους στο έδαφος της Δημοκρατίας. Μάλιστα, ένεκα των μεγάλων μεταναστευτικών ροών, είτε αυτές είναι απόρροια πολέμων, είτε οικονομικής δυσπραγίας, η Δημοκρατία έχει επωμιστεί και συνεχίζει να επωμίζεται, με αυξητική τάση, δυσβάστακτο οικονομικό και άλλο βάρος, αναλογικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θέση της επιτείνεται λόγω και του μικρού μεγέθους της και δη συρρικνωμένου κατά σχεδόν 40% ένεκα της τουρκικής κατοχής, αλλά και του μικρού πληθυσμού της και των μικρών εσωτερικών πόρων (βλ. επίσης Deveci ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80 και Στρουθιάς ν Αστυνομίας
(2015)2Α ΑΑΔ 493). Το φαινόμενο της παράτυπης μετανάστευσης και της μεταφοράς προσώπων δια θαλάσσης προς την Κύπρο, όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά αναπτύσσεται και εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, όπως διαπιστώνεται από τις καταχωρίσεις τέτοιων ποινικών υποθέσεων ενώπιον μας. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπουμε στην Καρανίκκη v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118, 123, και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β έκδοση, σελ. 269. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα (βλ. Tabrizi, ανωτέρω, σελ. 429). Σύμφωνα με το άρθρο 19Α
(3)του Κεφ. 105, κατά την εκδίκαση των αδικημάτων που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2)και κατά την επιβολή της ποινής το Δικαστήριο θεωρεί ως επιβαρυντικές σε σχέση με το διαπραχθέν αδίκημα τις ακόλουθες περιστάσεις: (α) Το αδίκημα διαπράχθηκε στο πλαίσιο της δράσης εγκληματικής οργάνωσης κατά την έννοια του άρθρου 63Β του Ποινικού Κώδικα. (β) Η διάπραξη του αδικήματος έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή των υπηκόων τρίτων χωρών κατά των οποίων αυτό στρεφόταν. Στην R ν Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 τέθηκαν οι ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής για το (τότε) αντίστοιχο αδίκημα του assisting illegal entry (s.25
(1)(a) του Immigration Act 1971) οι οποίες, αν και δεν είναι δεσμευτικές, είναι καθοδηγητικές. Λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικοί παράγοντες τα ακόλουθα:
(1)αν το αδίκημα διαπράχθηκε κατ' επανάληψη,
(2)αν έγινε με σκοπό το οικονομικό όφελος,
(3)αν η υποβοήθηση αφορούσε πρόσωπα άγνωστα σε αντιδιαστολή με σύζυγο ή στενό συγγενικό πρόσωπο,
(4)όπου υφίσταται συνωμοσία, η διάπραξη του αδικήματος για κάποια χρονική περίοδο,
(5)αν υπήρξε εκτεταμένος προσχεδιασμός και οργάνωση,
(6)αν ο κατηγορούμενος είχε ηγετικό ρόλο, ή αν
(7)το αδίκημα διαπράχθηκε σε σχέση με μεγάλο αριθμό παράνομων μεταναστών. (βλ. επίσης Blackstone's Criminal Practice 2023/ PART B OFFENCES/ Section B22 Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences/Facilitating Unlawful Immigration/Sentence/ παρ. Β.22.49 - ηλεκτρονική έκδοση) Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, τις συνθήκες διάπραξης αλλά και τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, καταλήγουμε ότι αναδύεται, κατ' αρχήν, η ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού και αυστηρού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση βέβαια της ποινής δεν ατονεί, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να εξασθενήσει ή να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου και της δημόσιας ασφάλειας εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Η στάθμιση, γενικά, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όπου είναι αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, περιγράφεται με πληρότητα στις Antoniades v Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Όπως υποδεικνύεται στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Ειδικότερα στην Al Jibouri κ.α. ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 143 με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 145: «Όταν τα αδικήματα διαπράττονται τόσο συχνά όπως αυτό, τα Δικαστήρια επιβάλλουν ποινές που όχι μόνο τιμωρούν αλλά ταυτόχρονα αποτρέπουν άλλους να διαπράττουν αυτά τα αδικήματα∙ και όταν υπεισέρχεται ο παράγων της αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων που στηρίζονται στη θεωρία της εξατομίκευσης της ποινής μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα». Στην Ghouneym v Αστυνομίας
(2016)2Α ΑΑΔ 576, ειπώθηκαν τα πιο κάτω στις σελ. 582 - 583: «Όσο και να αντιλαμβανόμαστε τα προβλήματα που δημιουργούνται στην οικογένεια του εφεσείοντα και στον ίδιο δεν θεωρούμε ότι υπάρχει δυνατότητα επέμβασης μας αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο ισόρροπα και αιτιολογημένα έλαβε υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα σε συνδυασμό με την παραδοχή του, το λευκό του μητρώο, όσο και ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν είχε οποιονδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη του αδικήματος. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι εάν απουσίαζαν αυτά τα στοιχεία, η ποινή θα ήταν αυστηρότερη, ενόψει της ανάγκης να διαφυλαχθεί το αγαθό της δημόσιας ασφάλειας από πράξεις που σκοπόν έχουν να εξαπατήσουν τις αρχές με εγγενείς κινδύνους ως προς τη κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου». Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας, ο κατηγορούμενος είχε ηγετικό ρόλο στην όλη διαδικασία της διακίνησης των παράτυπων μεταναστών. Συγκεκριμένα ήταν το μοναδικό πρόσωπο, από το σύνολο των επιβαινόντων στο σκάφος, που είχε επικοινωνία με τον διοργανωτή του ταξιδιού και του οποίου ο διοργανωτής γνώριζε το όνομά του. Περαιτέρω ήταν το πρόσωπο που από την αρχή του ταξιδιού οδήγησε και μάλιστα είχε χρηματικό όφελος για να οδηγήσει το σκάφος. Επιπλέον, όταν αντιλήφθηκε ότι προσέγγιζε το σκάφος που πλοηγούσε η αστυνομική άκατος άφησε το πηδάλιο και κάθισε δίπλα από τους υπόλοιπους επιβαίνοντες. Η πιο πάνω ενέργειά του δεικνύει ότι είχε αντίληψη του ρόλου του στη διακίνηση και προσπάθησε να τον αποκρύψει. Όλα τα πιο πάνω δεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεταφορά και αντίληψη του μεμπτού των πράξεων του, αφού σε διαφορετική περίπτωση δεν θα προσπαθούσε να αποκρύψει τον ρόλο του. Επίσης επιβαρυντικά λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι μετέφερε σημαντικό αριθμό προσώπων που δεν σχετίζονταν με τον ίδιο δηλαδή μη συγγενικά του πρόσωπα. Περαιτέρω, μέσα από το γεγονότα της παρούσας, προκύπτει ότι το σκάφος, με το οποίο θα παρακαμπτόταν ο Νόμος, ήταν ανασφαλές. Το πιο πάνω γεγονός έθετε σε κίνδυνο την ζωή των επιβαινόντων. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση, οι επιβαίνοντες στο σκάφος διέτρεξαν και τον κίνδυνο να καταστεί η Μεσόγειος ο υγρός τους τάφος. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται, επίσης, επιβαρυντικά στην επιμέτρηση της ποινής. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου έδωσε έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου που προκύπτουν λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη Συρία. Η κα Σοφοκλέους, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος λόγω οικονομικής δυσπραγίας αναγκάστηκε να οδηγήσει τη βάρκα και το μόνο που ήθελε ήταν να μεταναστεύσει στη Δημοκρατία και να διαφύγει από την εμπόλεμη κατάσταση που επικρατεί στη Συρία. Η νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα, για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. ενδεικτικά Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν κατανοούμε τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία 12 έτη στη Συρία λόγω του εμφυλίου πολέμου και των στρατιωτικών επεμβάσεων τρίτων χωρών. Η κατάσταση αυτή, δυστυχώς, έχει δώσει πρόσφορο έδαφος σε διακινητές οι οποίοι με σκοπό το κέρδος εκμεταλλεύονται τα πραγματικά θύματα. Οι αποτρεπτικές ποινές, επομένως, επιβάλλονται σ' αυτό το πλαίσιο. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε τις αρχές της Δημοκρατίας προσπάθησε να αποκρύψει τον ρόλο του ως οδηγού της βάρκας και αποφάσισε να προκαλέσει βλάβη στη βάρκα, με αποτέλεσμα αυτή να ξεκινήσει να μπάζει νερά θέτοντας σε κίνδυνο τις ζωές των επιβαινόντων. Τα πιο πάνω δεικνύουν το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε συναίσθηση του μεμπτού των πράξεων του και προσπάθησε να παραπλανήσει ως προς τον ρόλο του. Τα πιο πάνω στοιχεία αμβλύνουν την πτυχή της υπόθεσης που άπτεται της επιθυμίας του κατηγορουμένου απλώς να μεταναστεύσει και οξύνουν την πτυχή που άπτεται της ενσυνείδητης ανάληψης πρωταγωνιστικού ρόλου στη διακίνηση του ιδίου και άλλων προσώπων. Επομένως, κρίνουμε ότι η βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί στον πιο πάνω μετριαστικό παράγοντα είναι περιορισμένη. Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή» (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/18, ημερ. 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Το πώς αντικρίζονται τα διάφορα στοιχεία σε κάθε υπόθεση, εξαρτάται από τις λεπτομέρειες που τα συνθέτουν (βλ. Chafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Σε περίπτωση κατά την οποία η σύλληψη διενεργείται επ΄ αυτοφώρω, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438 και Κατσαπάου v. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 388). Δεν παραγνωρίζουμε όμως και τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με αυτή την πτυχή στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021, όπου υποδείχθηκε ότι «. η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας.». Στην υπό κρίση υπόθεση παρόλο που υπήρξε αυτόφωρη σύλληψη, εντούτοις η άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του, καθότι εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο και ότι δεν υπήρξε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν από τον κατηγορούμενο, καθώς επίσης και την απολογία και μεταμέλεια του. Επιπροσθέτως, λαμβάνουμε υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων του ως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, καθώς και ό,τι σχετικό προς τον μετριασμό λέχθηκε από την συνήγορο του. Σημειώνουμε δε, ότι οι αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου εκδόθηκαν πριν τη μεταβολή επί το αυστηρότερο των ποινών που προβλέπονται για τα επίδικα αδικήματα. Στον αντίποδα, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι τα επίδικα αδικήματα είχαν ως αποτέλεσμα την αποκόμιση οφέλους, από τη διακίνηση προσώπων και περιέχουν το στοιχείο της οργανωμένης δράσης με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος και επιφέρουν, ως η νομολογία έχει αναγνωρίσει, προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. {βλ., Tabrizi Abolfaze ( ανωτέρω)}. Τέλος ως προς το αδίκημα της 5ης κατηγορίας λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη ότι ο κατηγορούμενος με την επιλογή του να μεταφέρει 13 πρόσωπα με υπερφορτωμένο σκάφος έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές ανθρώπων που το μόνο που προσδοκούσαν ήταν την ευκαιρία να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή. Υπό το φως των πιο πάνω και σύμφωνα με την νομολογία που έχει παρατεθεί ανωτέρω, αναδύεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Περαιτέρω, ένεκα των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο, τόσο σωρευτικά όσο και μεμονωμένα μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής. Καταληκτικά θα πρέπει να λεχθεί πως σε μια σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παρούσα, με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής, δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις του κατηγορουμένου, καθώς και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην Κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Στην Κατηγορία 5 : ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην Κατηγορία 6 : ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Το Δικαστήριο λόγω των ποινών που επιβλήθηκαν θα εξετάσει το θέμα αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39, Τραλαλάς ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 ΑΑΔ. 327, καθώς και από την Γενικός Εισαγγελέας v Τζαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην Ιωσήφ v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, αφού αναφέρθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, αναφέρθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις Αργυρίδης κ.ά v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, Γεωργίου κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2016 19.7.2016, Παπαπαντελή v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 11/2016, 17.10.2016, Αστυνομία ν Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση 277/2018, 10.5.2019, Αστυνομία ν Βρυώνης, Ποινικές Εφέσεις 92/2017 και 93/2017, 19.7.2019 και Achraf v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 156/2021 και 157/2021, 15.4.2022. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι έκδηλο ότι το αδίκημα για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης λαμβάνουμε υπόψη:
(1)τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, και ειδικότερα τον μεγάλο αριθμό μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος και το ότι ο κατηγορούμενος συνέδραμε ουσιαστικά ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά έχοντας και οικονομικό όφελος.
(2)Αν και οι κατηγορούμενοι να είναι λευκού ποινικού μητρώου, ο παράγων αυτός δεν μπορεί να κάμψει ούτε να παρακάμψει το στοιχείο της αποτροπής σε τέτοιου είδους αδικήματα τα οποία αυξάνονται με ανησυχητικούς ρυθμούς όπως διαπιστώνεται από τις ενώπιον μας υποθέσεις. Συνεπώς, η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης του δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Επιπλέον, οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο όπως, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι προσωπικές τους περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται και η αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης, με δεδομένη τη διαπιστωθείσα αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών, των συνθηκών διάπραξης των επίδικων αδικημάτων και των συνέπειων που τέτοια αδικήματα επιφέρουν, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας και δη τέτοιων αδικημάτων. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστεί αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης των κατηγορουμένων μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν.Α.Π Γεωργιάδης Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο