ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Παντελή Κλεάνθους, Υπόθεση Αρ.: 6472/22, 21/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2023:17 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 6472/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν Παντελή Κλεάνθους Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21, Φεβρουαρίου
- Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα. Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Χ. Λαζάρου Κατηγορούμενος: Παρών. ΠOINH O κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες, σε σχέση με τις οποίες, αρχικώς, αρνήθηκε ενοχή. Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 22.12.2022, ο κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση στις κατηγορίες 1 και
- Κατόπιν της πιο πάνω εξέλιξης, η ποινική δίωξη στην κατηγορία 2 αναστάληκε και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε σε αυτή. Η κατηγορία 1 αφορά το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.
- Η κατηγορία 3 αφορά το αδίκημα του εμπρησμού, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 315(α) του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και με τα οποία συμφώνησαν ο συνήγορος του κατηγορούμενου, εξετέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και παρατίθενται αυτούσια κατωτέρω: «Στις 21/06/22 το πρωί η Firhet Sankalli, 65 ετών, κάτοικος Πύλας διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής [ ], Mazda Familia, είχε κλαπεί, αφού δεν βρισκόταν έξω από το σπίτι όπου το είχε σταθμεύσει και το είχε κλειδώσει ο σύζυγος της το προηγούμενο βράδυ. Γείτονας της ανάφερε ότι μέσα από κλειστό κύκλωμα είδε άσπρο αυτοκίνητο μάρκας BMW να περνά επανειλημμένα από το σημείο. Άμεσα έγινε σχετική καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Η ιδιοκτήτρια ανάφερε ότι δεν είχε διαφορές με οποιοδήποτε πρόσωπο. Στις 04/07/2022 και ώρα 1150 το αυτοκίνητο της Sankalli εντοπίστηκε από πολίτη να φλέγεται κάτω από αερογέφυρα του αυτοκινητόδρομου Λάρνακας - Λεμεσού στην περιοχή Αραδίππου. Στο μέρος ειδοποιήθηκαν και μετάβηκαν μέλη της αστυνομίας και η σκηνή εξετάστηκε. Διαπιστώθηκε ότι η φωτιά είχε τεθεί κακόβουλα. Στα πλαίσια διερεύνησης λήφθηκε συσκευή κλειστού κυκλώματος. Από την εξέταση της καταγραφής, η οποία ήταν πολύ καλής ποιότητας, διαπιστώθηκε ότι φαίνεται η ώρα 1139 της 04/07/2022 να καταφθάνει στο σημείο το εμπρησμού το πιο πάνω κλεμμένο αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο, ακολουθούμενο από άλλο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ], μάρκας BMW, αργυρού χρώματος, στο οποίο επέβαιναν δύο άγνωστες γυναίκες. Ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το κλεμμένο αυτοκίνητο, κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ]. Ακολούθως κινήθηκε ξανά προς το κλεμμένο αυτοκίνητο, όπου έθεσε φωτιά με αναπτήρα στην θέση του οδηγού. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος επιβιβάστηκε στην θέση του οδηγού στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] και αναχώρησε από το μέρος. Ο κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε μέσω των πιο πάνω πλάνων από μέλος του Ο.Π.Ε. Λεμεσού, αφού είναι πρόσωπο γνωστό στην αστυνομία. Επίσης διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] ανήκει στην μητέρα του κατηγορούμενου. Δεν κατέστη όμως δυνατή η αναγνώριση των δύο γυναικών που επέβαιναν κατά τον χρόνο του εμπρησμού. Ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε και συνελήφθηκε στις 08/07/2022 και στην συνέχεια τέθηκε υπό κράτηση με διάταγμα προφυλάκισης 5 ημερών. Ανακρινόμενος απαντούσε πως ότι είχε να πει θα το έλεγε στο δικαστήριο.» Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 2 προηγούμενες καταδίκες, ως ακολούθως:
- Ποινική υπόθεση 3024/21 του Ε/Δ Πάφου, ημερομηνία αδικήματος 19.02.2021 και ημερομηνία καταδίκης 04.08.
- Αφορούσε κατηγορία για διάρρηξη κτιρίου (άρθρο 294(α) του ΚΕΦ. 154). Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών με 3ετή αναστολή.
- Ποινική υπόθεση 444/22 Ε/Δ Λεμεσού, ημερομηνία διάπραξης αδικήματος 25.01.2020 και ημερομηνία καταδίκης 17.11.
- Αφορούσε κατηγορίας για κατοχή κάνναβης. Επιβλήθηκε ποινή προστίμου €
- Επίσης, η Υπεράσπιση ζήτησε και η Κατηγορούσα Αρχή αποδέχθηκε, όπως στο πλαίσιο επιμέτρησης της παρούσας, ληφθούν υπόψη και τα γεγονότα της υπόθεσης 6474/22 Ε/Δ Λάρνακας, η οποία αφορά παρεμφερή αδικήματα. Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, με τα οποία συμφώνησε ο συνήγορος του κατηγορούμενου, εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και έχουν ως ακολούθως: «Στις 16.05.2021 στις 0630 το πρωί ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής [ ] μετάβηκε σε πρατήριο καυσίμων το οποίο διαχειρίζεται και όπου είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του το προηγούμενο βράδυ και διαπίστωσε ότι αυτό έλειπε. Η υπόθεση καταγγέλθηκε στην αστυνομία. Την ίδια μέρα το αυτοκίνητο εντοπίστηκε εγκαταλειμμένο σε χωράφι στην παραλιακή περιοχή του χωριού Αλαμινός. Από το αυτοκίνητο είχαν αφαιρεθεί και απουσίαζαν οι τέσσερεις τροχοί και είχε σπάσει ο μπροστινός προφυλακτήρας καθώς και το σύστημα εκκίνησης του. Η σκηνή εξετάστηκε από την αστυνομία και μέσα στο αυτοκίνητο εντοπίστηκε πένσα η οποία στάληκε για επιστημονικές εξετάσεις. Σε αυτή εντοπίστηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Η υπόθεση είχε καταχωρηθεί αρχικά με αριθμό 10551/21, διακόπηκε η ποινική δίωξη στις 23.06.2022 λόγω μη εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και επανακαταχωρήθηκε στις 21.09.2022.» To Δικαστήριο στο στάδιο πριν την επιβολή ποινής ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 22 ετών, άγαμος και άτεκνος. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στη Λεμεσό και είναι το μικρότερο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Οι γονείς του βρίσκονται σε διάσταση τα τελευταία τρία χρόνια. Οι δυο αδελφές του και η μητέρα του εργάζονται σε ψαραγορά στη Λεμεσό, ενώ ο αδελφός του βρίσκεται στις κεντρικές φυλακές ως υπόδικος. Ο ίδιος φοίτησε μέχρι την Α΄ Λυκείου, οπόταν έμεινε στάσιμος, λόγω απουσιών, και εγκατέλειψε το σχολείο. Σε ηλικία 17 ετών κατατάχθηκε στην Εθνική Φρουρά. Λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας έλαβε αναστολή από την υποχρέωση εκπλήρωσης της στρατιωτικής του θητείας. Από την ηλικία των 15 ετών εργάζεται σε κτηνοτροφική μονάδα που διατηρεί ο θείος του. Προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου αγόρευσε ο συνήγορος του. Ο κ. Χρυσάνθου, στην γραπτή του αγόρευση, υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Επιπροσθέτως, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος από την ηλικία των 17 ετών είναι χρήστης κάνναβης και κοκαΐνης. Πλέον είναι καθαρός και έχει αιτηθεί συμμετοχή στο πρόγραμμα απεξάρτησης των φυλακών. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, δηλώνοντας ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τα επίδικα αδικήματα, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, της ανωριμότητας του, αλλά και του φόβου μην καταλήξει στη φυλακή. Τόνισε την παραδοχή του και την μεταμέλεια του. Επίσης προώθησε το στοιχείο της μέθης ως μετριαστικό παράγοντα. Περαιτέρω ο κ. Χρυσάνθου αναφέρθηκε σε σειρά προηγούμενων αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, ως προς την ποινολογική αντιμετώπιση του αδικήματος του εμπρησμού. Τέλος, εισηγήθηκε ότι χωρεί αναστολή της ποινής φυλάκισης που δυνατόν να επιβληθεί. Στην υπό κρίση υπόθεση για το αδίκημα της κατηγορίας 1, ο Νόμος προνοεί ποινή φυλάκισης τριών
(3)ετών και για το αδίκημα της κατηγορίας 3, ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων
(14)ετών. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και τη σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπ' όψιν στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην υπό κρίση περίπτωση, ο νομοθέτης διά της προβλεπόμενης μέγιστης ποινής των 14 ετών στο αδίκημα της κατηγορίας 3, προσδίδει ιδιαίτερη σοβαρότητα στο εν λόγω αδίκημα. Ιδίως σε σχέση με το αδίκημα της κατηγορίας 3, η νομολογία έχει από μακρόν διαπιστώσει την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού και έχει τονίσει επανειλημμένα την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Μελανίτης ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ, Gaprindashvili v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 424 και Μιχαηλίδη ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 2/19, ημερομηνίας 25.2.2021. Περαιτέρω στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Αναστασίου
(2005)2 ΑΑΔ 125, 129, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «το κοινό πρέπει να προστατευθεί από τέτοια εγκλήματα που προκαλούν ζημιά όχι μόνο στα θύματα τους, αλλά δημιουργούν και στους πολίτες αίσθημα ανασφάλειας και φόβο για την επικράτηση της παρανομίας. Δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να μένουν ατιμώρητα.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι αναφορικά με το αδίκημα του εμπρησμού, η νομολογία υποδεικνύει ότι αρμόζει η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, καθότι το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Θεμελιακή, επί του προκειμένου είναι η απόφαση Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, 351. Παράλληλα, σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Mirachis v The Police
(1965)2 CLR 28. Σαφώς, η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και δύσκολο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Ασφαλώς, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί από τη διαπίστωση και μόνο της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, αλλά όπως έχει υποδειχθεί από τη νομολογία, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 ΑΑΔ 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Η στάθμιση, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, περιγράφεται με πληρότητα στις αποφάσεις Antoniades v Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Στον τομέα την επιμέτρησης της ποινής τυχόν προηγούμενες αποφάσεις είναι ενδεικτικές και δεν αποτελούν αυστηρή καθοδήγηση για τον λόγο ότι δεν υπάρχει κατά κανόνα ταυτοσημία επί των γεγονότων. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση, Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 127/2019 και 130/2019, 10.3.2021, με μνεία στη Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1, 6: «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αυτός δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη.» (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις, Πόλεος ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 141/2016, 2.6.2017, LC.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά.
(2015)2A AAΔ.91, Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 577 και την πρόσφατη απόφαση Γλυκερίου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 171/2020, ημερομηνίας 8.7.2022). Όμως, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Μαυρόλουκα ν Δημοκρατίας
(2015)2 ΑΑΔ 30,37, «επίκληση προηγηθείσας νομολογιακής προσέγγισης είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση εντοπισμού ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Με γνώμονα τα πιο πάνω, θα προβούμε σε παραπομπή σε νομολογία σε σχέση με τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση, τόσο ως προς του παράγοντες που μπορεί να θεωρηθούν ως επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί, όσο και σε προηγούμενες αποφάσεις, ως καθοδήγηση ως προς το γενικότερο πλαίσιο ποινών. Στην Αγγλική νομολογία, ήδη πριν τη θέσπιση των σχετικών κατευθυντήριων οδηγιών, γινόταν δεκτό ότι ο προσχεδιασμός ή το κίνητρο του εμπρησμού είναι παράγοντες που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση R v Finnemore [2019] EWCA Crim 1585 και στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2023, Τμήμα Β8 παράγραφος 46, Sentencing Guidelines: Arson, or Other Criminal Damage, Being Reckless, σελ. 691-692, (ηλεκτρονική έκδοση, πηγή Lexis Nexis). To κίνητρο, ο προσχεδιασμός και η αδιαφορία ως προς την πρόκληση ζημίας σε περιουσία τρίτων ή τη διακινδύνευση ανθρώπινων ζωών αποτελούν στοιχεία που επηρεάζουν και κατά την Κυπριακή νομολογία την επιμέτρηση της ποινής, αναφορικά με το αδίκημα του εμπρησμού. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Ευαγγέλου ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 678, 681. Η εν λόγω απόφαση κρίθηκε, όταν η προβλεπόμενη ποινή για το υπό εξέταση αδίκημα ήταν η δια βίου φυλάκιση. Έτσι, ο λόγος της πιο πάνω απόφασης είναι καθοδηγητικός ως προς τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, αλλά δεν μπορεί να είναι βοηθητικός ως προς την ιχνηλάτιση του πλαισίου ποινών που επιβάλλονται. Αναφορικά με την σκιαγράφηση του πλαισίου ποινών παραπέμπουμε στις ακόλουθες αποφάσεις. Στην υπόθεση Μελανίτης (ανωτέρω), επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών, σε πρόσωπο νεαρής ηλικίας για το αδίκημα του εμπρησμού. Το αδίκημα διαπράχθηκε υπό το καθεστώς εθελούσιας μέθης. Ο εφεσείοντας βαρύνετο με 3 προηγούμενες καταδίκες για διαρρήξεις γραφείων και καταστημάτων, κλοπής και κακόβουλης ζημιάς. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Αναστασίου (ανωτέρω), ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, σε τρεις κατηγορίες, ήτοι σε 1 κατηγορία εμπρησμού, κατά παράβαση του Άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, σε 1 κατηγορία εμπρησμού, κατά παράβαση των Άρθρων 315 και 316(β) του ΚΕΦ. 154 και σε 1 κατηγορία κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του ΚΕΦ.
- Επιβλήθηκε πρωτοδίκως ποινή φυλάκισης 3 ετών στην 1η κατηγορία, 2 ετών στη 2η και καμιά ποινή στην κατηγορία
- Κατά την επιμέτρηση λήφθηκε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος ήταν χρόνια χρήστης ναρκωτικών ελαφρών και σκληρών, ότι κατέβαλλε προσπάθειες απεξάρτησης, με τη βοήθεια ειδικών σε κατάλληλο κέντρο απεξάρτησης και ότι έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα. Η ποινή κρίθηκε ανεπαρκής και αυξήθηκε στα 5 χρόνια στην 1η κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα του εμπρησμού του άρθρου 315(α). Στην υπόθεση Gaprindashvili (ανωτέρω), ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης σε κατηγορία εμπρησμού. Πρωτοδίκως επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 175/2016, ημερομηνίας 23.11.2018, επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης, ποινή φυλάκισης 6 ετών για τις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και του εμπρησμού και 6 μήνες για μεταφορά μάχαιρας λήγουσας σε αιχμηρό άκρο. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας, (ανωτέρω), επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 6 ετών. Λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβη στον εμπρησμό μαζί με άλλο άτομο, κατόπιν υποκίνησης τρίτου και έναντι αμοιβής €
- Στο υποστατικό προκλήθηκαν ζημιές €88.
- Λήφθηκε, περαιτέρω, υπόψη, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε αδιαφορώντας πλήρως για τις ζημιές που θα προκαλούνταν, αλλά και για τους εγγενείς κινδύνους από την παράνομη πράξη τους. Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι υπήρχε προσχεδιασμός και ότι η πράξη του εμπρησμού δεν προέκυψε στιγμιαία κάτω από φόρτιση. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με 4 προηγούμενες καταδίκες, δυο εκ των οποίων ήταν πολύ παλαιές. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Πατσαλίδης ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 76/22, ημερομηνίας 19.1.2023, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σειρά κατηγοριών, μεταξύ των οποίων και κατηγορίες για εμπρησμό. Επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 ετών στις κατηγορίες του εμπρησμού, 18 μηνών στις κατηγορίες για απειλές, 18 μηνών στις κατηγορίες παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία και 12 μήνες σε κατηγορία για ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές. Σε αριθμό κατηγοριών δεν επιβλήθηκαν ποινές ενόψει των ποινών που επιβλήθηκαν σε άλλες κατηγορίες. Η ποινή για τον εμπρησμό επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι το πλαίσιο ποινών κυμαίνεται, κατά κανόνα, μεταξύ 2 ½ και 7 ετών, ανάλογα με τις περιστάσεις διάπραξης και τις περιστάσεις των εκάστοτε κατηγορουμένων. Περαιτέρω, ως προς το στίγμα της ποινικής αντιμετώπισης του αδικήματος της κατηγορίας 1, ήτοι της κλοπής, διαφωτιστική είναι η απόφαση Balampanidis ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 213/2018, ημερομηνίας 10.5.2019, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τονίζουμε συναφώς ότι κατά πάγια νομολογία σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας και όπου εντοπίζεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. (Βλ. ενδεικτικά Lucian Gheorghe v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824, Andrei Alin Bandits v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 94/2015 ημερ. 21.10.2015, ECLI:CY:AD:2015:B696, Αhmed Saadi v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:B300 και xxx Yenier v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 256/2017 ημερ. 22.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B153.» Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι και για το αδίκημα της κατηγορίας 1, η νομολογία υποδεικνύει την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, καθότι έχει διαπιστωθεί ότι αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης βρίσκονται στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας. Ως προς τα στοιχεία που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής, στο εν λόγω αδίκημα, διαφωτιστικό είναι το σύγγραμμα G.M. Pikis Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ.
- Συγκεκριμένα, στο εν λόγω σύγγραμμα, με αναφορά στη σχετική νομολογία, υποδεικνύεται ότι το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής για το αδίκημα της κλοπής, πρέπει να λαμβάνει υπόψη, το κίνητρο, την ύπαρξη και την έκταση του προσχεδιασμού, την αξία της κλαπείσας περιουσίας και τις περιστάσεις του θύματος. Η αποκατάσταση ολικώς ή εν μέρει της περιουσίας ή αποζημίωση λαμβάνονται επίσης υπόψη, δεν πρέπει, όμως, να τους αποδίδεται υπέρμετρη σημασία. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο κατηγορούμενος έκλεψε το όχημα της παραπονουμένης στις 21.6.
- Στις 4.7.2022 ο κατηγορούμενος έθεσε φωτιά στο εν λόγω όχημα κάτω από αερογέφυρα του αυτοκινητοδρόμου Λάρνακας- Λεμεσού στην Αραδίππου. Ο κατηγορούμενος μετέβη στον χώρο οδηγώντας το κλεμμένο όχημα και ακολουθούμενος από άλλο όχημα. Αφού έθεσε τη φωτιά, εισήλθε στο όχημα που τον ακολούθησε και εγκατέλειψε το σημείο. Επίσης, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του, ο κατηγορούμενος προέβη στην πράξη του εμπρησμού και λόγω του φόβου του να μην καταλήξει στη φυλακή. Από τα πιο πάνω, εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος προέβη στον εμπρησμό κατόπιν σχεδίου, αφού φρόντισε να τον ακολουθεί άλλο όχημα στο σημείο, οπού θα προέβαινε στον εμπρησμό, ώστε να είχε μέσο διαφυγής. Επιπλέον, η αναφορά του δικηγόρου του ότι ο κατηγορούμενος έπραξε τα πιο πάνω και υπό το φόβο να μην καταλήξει στη φυλακή, δεικνύει ότι είχε ιδιοτελές κίνητρο και συμφέρον να εξυπηρετήσει από τον εμπρησμό. Τέλος, το σημείο όπου τέθηκε η φωτιά, ήτοι κάτω από αυτοκινητόδρομο, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν ενείχε κινδύνους για τρίτους. Αντιθέτως, ο εμπρησμός κάτω από γέφυρα από την οποία διέρχεται αυτοκινητόδρομος εγκυμονεί κινδύνους προς το κοινό, αφού ουδείς μπορούσε να γνωρίζει την έκταση της φωτιάς και να προέβλεπε το κατά πόσο αυτή θα έφτανε μέχρι το σημείο του αυτοκινητοδρόμου που χρησιμοποιούσαν ανυποψίαστοι πολίτες. Επομένως, το γεγονός ότι η πυρκαγιά τέθηκε κάτω από δημόσιο δρόμο δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έδειξε αδιαφορία για τις συνέπειες της πράξης του. Λαμβάνουμε λοιπόν υπόψη μας, ως επιβαρυντικά στοιχεία, τις πιο πάνω συνθήκες διάπραξης. O συνήγορος του κατηγορούμενου προώθησε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος, επειδή ήταν χρήστης ναρκωτικών, ενήργησε υπό την επήρεια ναρκωτικών, η κρίση του θόλωσε και έπραξε λανθασμένα. Στη βάση των ανωτέρω προώθησε τον ισχυρισμό περί μέθης, ως μετριαστικό στοιχείο. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, (ανωτέρω) σελ. 77, η μέθη, αναλόγως των περιστατικών της εκάστοτε υπόθεσης, μπορεί να επενεργήσει είτε επιβαρυντικά είτε ελαφρυντικά στην επιμέτρηση της ποινής. Στην υπόθεση Pernell κ.ά. ν Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 417 το Εφετείο προέβη σε επισκόπηση, τόσο της Κυπριακής, όσο και της Αγγλικής νομολογίας επί του θέματος και, στη σελίδα 434 της απόφασής του, συνόψισε το απαύγασμα της νομολογίας ως ακολούθως: «Στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας. νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος.» Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Samoila ν Δημοκρατίας (Νο.2)
(2016), 2 ΑΑΔ 1321,1334. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει επεξηγηθεί το με ποιο τρόπο επέδρασε η χρήση ναρκωτικών στις πράξεις του κατηγορουμένου. Επομένως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας δεν μπορεί να αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στον εν λόγω μετριαστικό παράγοντα. Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνουμε υπόψη μας την παραδοχή του, η οποία πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή», διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28, 36 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27.11.2019). Στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνουμε υπόψη μας το γεγονός ότι δηλώθηκε παραδοχή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με αποτέλεσμα να διαφυλάττεται πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη μας τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και έχουν αναπτυχθεί από τον συνήγορο του. Σημειώνουμε, όμως, ότι η Νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα τα οποία αρμόζει επιβολή αποτρεπτικής ποινής οι περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Παναγιώτου v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Memic v Δημοκρατίας
(2014)2Α ΑΑΔ 276 και Balampanidis v Δημοκρατίας (ανωτέρω). Περαιτέρω, προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνουμε υπόψη μας την προσπάθεια απεξάρτησης που καταβάλλει και την πρόθεση του να ενταχθεί στο πρόγραμμα απεξάρτησης των φυλακών. Ως η νομολογία επιτάσσει, το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στον μετριασμό της ποινής. Σχετικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Καρακάννας ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 463, Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 333 και Γιαννάκης ν Αστυνομίας
(2016)2Α ΑΑΔ
- Όμως, το πιο πάνω στοιχείο, δεν συνιστά αυτοτελή λόγο που επηρεάζει το είδος της ποινής, αλλά λαμβάνεται υπόψη ως προς τον καθορισμό του ύψους της ποινής. Τέλος, προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνουμε υπόψη μας το νεαρό της ηλικίας του, τη μεταμέλεια του καθώς και ό,τι άλλο αναφέρθηκε προς μετριασμό της ποινής του. Στον αντίποδα, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων για τα οποία έχει αναγνωριστεί νομολογιακά η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους. Επιπροσθέτως, για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνουμε υπόψη ότι τέθηκαν υπόψη μας τα γεγονότα άλλης υπόθεσης στην οποία ο κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε κλοπή οχήματος, το οποίο είχε εντοπιστεί αργότερα την ίδια ημέρα, εγκαταλειμμένο, χωρίς τροχούς, με σπασμένο προφυλακτήρα και κατεστραμμένο το σύστημα εκκίνησης του. Το εν λόγω αδίκημα διαπράχθηκε στις 16.5.
- Όπως έχει νομολογηθεί, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 598. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση, ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δυο προηγούμενες καταδίκες. Η μια αφορούσε αδίκημα κατά περιουσίας, ήτοι το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και η άλλη αδίκημα που σχετίζεται με την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Β. Όπως είναι νομολογημένο, οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής, καθότι αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της Πολιτείας. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1. Είναι, επίσης, καλά νομολογημένο ότι η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών δεν πρέπει να οδηγεί στην επιβολή τέτοιας ποινής που θα έχει ως αποτέλεσμα ο καταδικασθείς να τιμωρηθεί για δεύτερη φορά σε σχέση με το ίδιο αδίκημα. Σχετική είναι η απόφαση Hjinicolaou v The Police
(1976)2 CLR 63. Η ύπαρξη, όμως, προηγούμενων καταδικών αναπόφευκτα οδηγεί στην προοδευτική μείωση της επιείκειας. Σχετική είναι η απόφαση Καμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565, 571, όπου, με αναφορά στο σύγγραμμα Sentencing and Penal Policy" του Andrew Ashworth λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η επί του προκειμένου θέση της Αγγλικής Νομολογίας όπως παρατίθεται στο "Sentencing and Penal Policy" του Andrew Ashworth, σελ. 209, στο οποίο μας παρέπεμψε ο κ. Σαουρής, έχει ως εξής: «The general principle: progressive loss of mitigation The general principle is that with each subsequent conviction an offender progressively loses the mitigation which he had as a first offender; but, on the other hand, no matter how long his record of previous convictions, this 'will not justify the imposition of a term of imprisonment in excess of the permissible ceiling for the facts of the immediate offence'. The gravity of his present offence sets the ceiling for the sentence and, although a long criminal record loses him mitigation, it should not be allowed to operate as an aggravating factor. The proper approach is for the court to determine the sentence appropriate for the offence, and then to consider whether it can extend some leniency to the offender, having regard to his record. If the record is bad, it probably cannot.» Σε μετάφραση: Σύμφωνα με τη γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο, πλην όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρυμμένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος.» Η πιο πάνω αρχή επεξηγείται και στο σύγγραμμα του Andrew Ashworth, Sentencing and Criminal Justice, Cambridge University Press, 5η έκδοση, σελ. 201-
- Συνακόλουθα, στην υπό κρίση υπόθεση, η ύπαρξη 2 προηγούμενων καταδικών εις βάρος του κατηγορουμένου, μια εκ των οποίων αφορούσε παρεμφερές με τα υπό εξέταση αδικήματα, οδηγεί αναπόφευκτα στη μείωση του δείκτη επιείκειας που μπορεί να επιδειχθεί σε αυτόν. Καταληκτικά θα πρέπει να λεχθεί πως σε μια σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παρούσα με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής, δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις του κατηγορουμένου. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην Κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Στην επιμέτρηση της ποινής σε λήφθηκαν υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης 6474/22 του Ε/Δ Λάρνακος. Οι ποινές να συντρέχουν Ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής φυλάκισης Όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης με αναστολή. Συγκεκριμένα έχει καταδικαστεί στην Ποινική υπόθεση 3024/21 του Ε/Δ Πάφου, με ημερομηνία καταδίκης την 4η.08.
- Η εν λόγω υπόθεση, αφορούσε κατηγορία για διάρρηξη κτιρίου (άρθρο 294(α) του ΚΕΦ.154). Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών με 3ετή αναστολή. Συνεπώς, το επόμενο ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο το Δικαστήριο δύναται να ενεργοποιήσει την ανασταλείσα ποινή φυλάκισης. Σημειώνεται, ευθύς εξ αρχής, ότι όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Βασιλειάδης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 409, η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς. Η αναστολή αναβάλλει την εκτέλεση της ποινής αλλά δεν αλλοιώνει τη φύση της. Σε περίπτωση παράβασης των όρων αναστολής, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο αποφασίστηκε η αναστολή καταρρέει και ο λόγος για τη μη ενεργοποίηση της φυλάκισης εξαφανίζεται. Η εξουσία του Δικαστηρίου για ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής φυλάκισης προβλέπεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις ωρισμένας περιπτώσεις Νόμο Ν.95/1972 , ως έχει τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα σχετικό είναι το άρθρο 4 του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Οσάκις, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, πρόσωπο διέπραξε αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και είτε κατεδικάσθη υπό Δικαστηρίου όπερ δυνάμει του εδαφίου
(4)κέκτηται αρμοδιότητα να λάβη μέτρα εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν είτε μεταγενεστέρως εμφανίζεται ή προσάγεται ενώπιον τοιούτου Δικαστηρίου, τότε, εκτός εάν εν τω μεταξύ η ποινή έχει εκτελεσθή, το Δικαστήριον εξετάζει την υπόθεσιν του και λαμβάνει εν των ακολούθων μέτρων- (α) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής δι' ην περίοδον αύτη επεβλήθη· (β) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής διά περίοδον μικροτέραν εκείνης ήτις επεβλήθη· (γ) διατάσσει την τροποποίησιν του αρχικού διατάγματος διά της αντικαταστάσεως της εν αυτώ οριζομένης περιόδου διά περιόδου μη υπερβαινούσης τα δύο έτη από της ημέρας της τοιαύτης τροποποιήσεως· (δ) ουδέν μέτρον λαμβάνει εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν, και το Δικαστήριον εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εκτός εάν είναι της γνώμης ότι τούτο θα ήτο άδικον λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων αίτινες εμεσολάβησαν από της αναστολής της ποινής και των περιστάσεων υφ' ας ετελέσθη το νέον αδίκημα, και εν τοιαύτη περιπτώσει το Δικαστήριον εν τη αποφάσει αυτού αναφέρει τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει ποινή φυλάκισης σε πρόσωπο το οποίο έχει διαπράξει αδίκημα διαρκούσης της περιόδου αναστολής της ποινής που του επιβλήθηκε, έχει εξουσία να ενεργοποιήσει αυτή είτε εξ ολοκλήρου είτε μερικώς. Περαιτέρω, ως έχει αποσαφηνιστεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 443, 452, «το Δικαστήριο δεν δύναται να ασκήσει εξουσία με βάση το Άρθρο τούτο, εκτός εάν, μέσα στην περίοδο της αναστολής, εκδώσει ετυμηγορία ενοχής του κατηγορουμένου για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει και επιβάλει ποινή φυλάκισης γι' αυτό.» Διαφωτιστική ως προς τον τρόπο άσκησης της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι η υπόθεση Ευαγγέλου ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 52, όπου το Εφετείο προέβη σε ανασκόπηση των σχετικών των αρχών που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα, αναφέροντας τα ακόλουθα στις σελ. 56 - 57: «Από το λεκτικό του άρθρου 4
(2)φαίνεται ότι ο ουσιώδης χρόνος είναι ο χρόνος καταδίκης στο μεταγενέστερο αδίκημα που πρέπει να είναι μέσα στην περίοδο εφαρμογής του διατάγματος και όχι ο χρόνος διάπραξής του. Το άρθρο αυτό έτυχε δικαστικής ερμηνείας σε αριθμό υποθέσεων. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. 409, επιβεβαιώθησαν οι αρχές που τέθηκαν σε προηγούμενες αποφάσεις, όπως στην υπόθεση Δημήτρης Παράσχου Λούκα ν. Αστυνομίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 141, σελ. 147-148. Εκεί αναφέρθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση των όρων της αναστολής το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα της μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιστατικών. Τονίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν εκδικάζει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί, στην απουσία δε κατάλληλων περιστατικών που μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης των όρων της αναστολής, ενεργοποίηση πρέπει να διατάσσεται ως κανόνας. Όπου οι όροι αναστολής τονίσθηκε στην υπόθεση Λούκα, παραβαίνονται το υπόβαθρο πάνω στο οποίο διατάχθηκε η αναστολή καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για να μην ενεργοποιηθεί η ποινή της φυλάκισης εξαφανίζεται. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να παραπονεθεί, γιατί παραβαίνοντας τους όρους με τους οποίους η φυλάκιση αναστάληκε, υπολογισμένα ριψοκινδύνεψε την ελευθερία του την οποία και στερείται από δική του εσκεμμένη πράξη. "...ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής συνδέεται κατ' εξοχήν με τους λόγους για τη μη τήρηση των όρων κάτω από τους οποίους η ποινή έχει ανασταλεί και όχι με την ομοιότητα μεταξύ του νέου αδικήματος και εκείνου για το οποίο είχε ανασταλεί η ποινή.» Προκύπτει, συνεπώς, πως, όταν διαπιστώνεται παράβαση των όρων της αναστολής, το πρωταρχικό ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιστατικών. Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο δεν εκδικάζει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί. Προκύπτει, επίσης, ότι στην απουσία περιστάσεων που μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης των όρων της αναστολής, η ενεργοποίηση πρέπει να διατάσσεται ως κανόνας. Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα της συνολικής ποινικής μεταχείρισης κάποιου κατηγορούμενου, διαφωτιστική είναι η απόφαση Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 62, 66, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Είναι θεμελιωμένη αρχή της επιβολής ποινών ότι όταν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς την δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, το καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή είναι να βεβαιωθεί πως το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (Δέστε: Bocskei [1970] 54 Cr. App. R. 519). Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed., p. 255).» Στην υπό κρίση υπόθεση, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών στον κατηγορούμενο στις 4.8.2021 και στις 21.6.202 διέπραξε το αδίκημα για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή στην παρούσα. Περαιτέρω, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μας που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η παράβαση των όρων αναστολής ήταν για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη. Με γνώμονα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζουμε την αρχή της συνολικότητας της ποινής, κρίνουμε ότι μπορούμε να ενεργοποιήσουμε το σύνολο της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης. Συνεπώς ενεργοποιούμε ποινή φυλάκισης 10 μηνών, η οποία να είναι διαδοχική με τις ποινές που επιβλήθηκαν στην παρούσα. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο