ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΤAREK ISSA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3047/22, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2023:13 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 3047/2022 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν
- ΤAREK ISSA
- MAHMOUD HILAL
- MOHAMED OSMAN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον κατηγορούμενο 1: Η κα Μ. Παυλίδου. Κατηγορούμενος 1: παρών. Π Ο Ι Ν Η ( Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1) Το κατηγορητήριο αρχικά περιλάμβανε 4 κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1 και
- Κατόπιν της πιο πάνω εξέλιξης ανεστάλησαν εναντίον του κατηγορούμενου 1 οι κατηγορίες 2 και 4, οπότε και απαλλάχθηκε σε σχέση με αυτές. Επίσης, ανεστάλη των σύνολο των κατηγοριών για τους κατηγορούμενος 2 και
- Η κατηγορία 1, αφορά είσοδο στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορευμένου μετανάστη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)(στ)(ι)(κ)(λ)(μ)
(2)και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου ΚΕΦ. 105 και του άρθρου 5
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 και των άρθρων 2 και 3 του Περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμου (Ν.45/1964), καθώς και των κανονισμών 5 και 6 της ΚΔΠ 242/72. Η κατηγορία 3, αφορά το αδίκημα της συνδρομής σε απαγορευμένο μετανάστη για είσοδο στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α) (λ) και 19 (ζ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
- Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και με τα οποία συμφώνησε η συνήγορος του κατηγορούμενου 1, είναι τα ακόλουθα: «Την 01/09/22 και ώρα 20:36, το πλήρωμα ακάτου της Λιμενικής και Ναυτικής αστυνομίας εντόπισε ξύλινη βάρκα 10-12 μέτρων να πλέει εντός χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας ανατολικά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο, με κατεύθυνση τις Κυπριακές ακτές. Πάνω σε αυτήν επέβαιναν 49 πρόσωπα, συριακής καταγωγής. Επειδή το σκάφος έμπαζε νερά και σταδιακά βυθιζόταν, το πλήρωμα της αστυνομικής ακάτου σε συντονισμό με το ΚΣΕΔ, προχώρησε στην διάσωση των επιβαινόντων προσώπων, επιβιβάζοντας κάποια από αυτά στην αστυνομική άκατο που έσπευσε πρώτη επιτόπου και άλλα σε δεύτερη άκατο που κατέφθασε λίγο αργότερα. Όλα τα πρόσωπα μεταφέρθηκαν με ασφάλεια στο αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου όπου και αποβιβάστηκαν. Όταν το πλήρωμα της Αστυνομικής ακάτου επέστρεψε στο σημείο όπου εγκαταλείφθηκε η βάρκα για να την ρυμουλκήσει στη στεριά, αυτή εντοπίστηκε μισοβυθισμένη, ενώ κατά την προσπάθεια ρυμούλκησης, βυθίστηκε εντελώς. Κατά την αποβίβαση των μεταναστών στη στεριά, μέλος της Υ.Α.&Μ. ήλεγξε το καθεστώς τους και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για Σύριους υπηκόους. Ήταν, σύμφωνα με τον Νόμο, στο σύνολό τους απαγορευμένοι μετανάστες, αφού δεν είχαν στην κατοχή τους θεωρημένο διαβατήριο από τις Αρχές της Δημοκρατίας, ούτε και άδεια μετανάστευσης χορηγούμενη από τις Αρχές της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι τα στοιχεία του 1ου κατηγορούμενου ήταν καταχωρημένα στον κατάλογο stop-list, καθότι αυτός απελάθηκε από την Δημοκρατία στις 25.08.
- Εναντίον του 1ου κατηγορούμενου που όπως διεφάνη ήταν ο πηδαλιούχος της βάρκας από το Ταρτούς της Συρίας προς την Κύπρο, εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης. Στις 02/09/22 συνελήφθηκε και τέθηκε υπό κράτηση. Την ίδια ημέρα, οδηγήθηκε ενώπιον του Επ. Δικαστηρίου Αμμοχώστου και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης 7 ημερών. Στις 09.09.22 καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση εναντίον του και έκτοτε βρίσκεται υπόδικος στις ΚΦ. Στις 03.09.2022, ερωτηθείς στα πλαίσια ανακριτικής κατάθεσης τι επάγγελμα κάνει απάντησε «τώρα κάνω ότι δουλειά βρω γιατί δέκα ημέρες πριν απολύθηκα από τον στρατό» . Ερωτήθηκε εάν ασχολείται με το ψάρεμα και απάντησε ότι ασχολείται λίγο, προσθέτοντας ότι ένας εκ των φίλων του έχει βάρκα και πηγαίνει μαζί του. Είναι παντρεμένος και έχει ένα υιό 9 ετών. Η σύζυγος και ο υιός του παρέμειναν στη Συρία. Στο παρελθόν βρισκόταν στη Δημοκρατία αλλά το 2007 απελάθηκε καθότι είχε λήξει η άδεια παραμονής του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού χρησιμοποιούσε χάρτη και πυξίδα για να προσανατολίζεται. Ακολούθησε ευθεία πορεία και έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει λάθος.» Ο κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου
- Σε αυτή καταγράφονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 39 ετών, κατάγεται από τη Συρία, είναι έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, ηλικίας 10 ετών. Είναι το 3ο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Οι γονείς του ουδέποτε εργάστηκαν. Ο πατέρας του απεβίωσε το 2016 σε ηλικία 63 ετών και η μητέρα του το 2022 σε ηλικία 62 ετών. Ο κατηγορούμενος διέκοψε τη φοίτηση του στο Δημοτικό και είναι αναλφάβητος. Από παιδί αναλάμβανε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες. Το 2003 κατατάχθηκε στον Συριακό στρατό και υπηρέτησε θητεία 2,5 ετών. Το 2005 ήρθε στην Κύπρο, για να εργαστεί. Παρέμεινε στην Κύπρο δυο χρόνια και ακολούθως επαναπατρίστηκε. Το 2013, κλήθηκε εκ νέου να υπηρετήσει στον Στρατό. Πριν 5 μήνες τραυματίστηκε εν ώρα υπηρεσίας. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής του κατηγορούμενου 1 αγόρευσε η συνήγορος του. Η κα Παυλίδου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Επιπλέον, έδωσε έμφαση στο λευκό του ποινικό μητρώο, στη μεταμέλεια και στην απολογία του. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης, η κα Παυλίδου υπέδειξε ότι ο κατηγορούμενος 1, δεν ήταν ο διοργανωτής του ταξιδιού, δεν αποκόμισε οποιοδήποτε κέρδος από την πράξη του, αλλά αντίθετα κατέβαλε και τίμημα προς τον διοργανωτή. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 υπέβαλε αίτηση ασύλου, γεγονός που δεικνύει έμπρακτη μεταμέλεια. Τέλος, η κα Παυλίδου, με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι η αρχή της ισότητας, επενεργεί ως μετριαστικό στοιχείο στην παρούσα. Θεμελίωσε την πιο πάνω εισήγηση στο γεγονός ότι οι κατηγορίες εναντίον των υπόλοιπων κατηγορουμένων αναστάληκα Η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος 1 αντικατοπτρίζεται κατ' αρχήν από τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα, τόσο για το αδίκημα της κατηγόριας 1, όσο και για το αδίκημα της κατηγόριας 3, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή και τις δύο αυτές ποινές. Πριν την τροποποίηση με τον Ν46(Ι)/2021 προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τριών
(3)ετών ή χρηματική ποινή που δεν υπερέβαινε τις πέντε χιλιάδες λίρες (€8.543) ή και τις δύο αυτές ποινές, για αμφότερα τα αδικήματα. Οι τροποποιήσεις αυτές αντανακλούν ακριβώς την αυξημένη σοβαρότητα που ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στο υπό εξέταση αδίκημα. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Το στίγμα της ποινικής αντιμετώπισης των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση έχει δοθεί στην Nazari v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231, η οποία αφορούσε παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία, όπου τονίστηκε ότι (σελ. 234): «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.» Τονίστηκε επίσης (με αναφορά στη Mohamed κ.α. v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166, 168) ότι η συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσεως και ότι οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Περαιτέρω, σχετική είναι η Tabrizi v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση (σελ. 429): «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα είχε φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης.» Βέβαια, από τότε που εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις, η Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε και ανάλογες ευθύνες σε σχέση με τη μετανάστευση, τις οποίες όμως διέπει συγκεκριμένη νομοθεσία και την οποία πρέπει να ακολουθούν όσοι επιθυμούν, τη νόμιμη διαμονή τους στο έδαφος της Δημοκρατίας. Μάλιστα, ένεκα των μεγάλων μεταναστευτικών ροών, είτε αυτές είναι απόρροια πολέμων, είτε οικονομικής δυσπραγίας, η Δημοκρατία έχει επωμιστεί και συνεχίζει να επωμίζεται, με αυξητική τάση, δυσβάστακτο οικονομικό και άλλο βάρος, αναλογικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θέση της επιτείνεται λόγω και του μικρού μεγέθους της και δη συρρικνωμένου κατά σχεδόν 40% ένεκα της τουρκικής κατοχής, αλλά και του μικρού πληθυσμού της και των μικρών εσωτερικών πόρων (βλ. επίσης Deveci ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80 και Στρουθιάς ν Αστυνομίας
(2015)2Α ΑΑΔ 493). Το φαινόμενο της παράτυπης μετανάστευσης και της μεταφοράς προσώπων δια θαλάσσης προς την Κύπρο, όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά αναπτύσσεται και εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, όπως διαπιστώνεται από τις καταχωρίσεις τέτοιων ποινικών υποθέσεων ενώπιον μας. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπουμε στην Καρανίκκη v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118, 123, και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β έκδοση, σελ. 269. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα (βλ. Tabrizi, ανωτέρω, σελ. 429). Στην R ν Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 τέθηκαν οι ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής για το (τότε) αντίστοιχο αδίκημα του assisting illegal entry (s.25
(1)(a) του Immigration Act 1971) οι οποίες, αν και δεν είναι δεσμευτικές, είναι καθοδηγητικές. Λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικοί παράγοντες τα ακόλουθα:
(1)αν το αδίκημα διαπράχθηκε κατ' επανάληψη,
(2)αν έγινε με σκοπό το οικονομικό όφελος,
(3)αν η υποβοήθηση αφορούσε πρόσωπα άγνωστα σε αντιδιαστολή με σύζυγο ή στενό συγγενικό πρόσωπο,
(4)όπου υφίσταται συνωμοσία, η διάπραξη του αδικήματος για κάποια χρονική περίοδο,
(5)αν υπήρξε εκτεταμένος προσχεδιασμός και οργάνωση,
(6)αν ο κατηγορούμενος είχε ηγετικό ρόλο, ή αν
(7)το αδίκημα διαπράχθηκε σε σχέση με μεγάλο αριθμό παράνομων μεταναστών. (βλ. επίσης Blackstone's Criminal Practice 2023/ PART B OFFENCES/ Section B22 Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences/Facilitating Unlawful Immigration/Sentence/ παρ. Β.22.49 - ηλεκτρονική έκδοση) Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, τις συνθήκες διάπραξης αλλά και τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, καταλήγουμε ότι αναδύεται, κατ' αρχήν, η ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού και αυστηρού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση βέβαια της ποινής δεν ατονεί, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να εξασθενήσει ή να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου και της δημόσιας ασφάλειας εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Η στάθμιση, γενικά, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όπου είναι αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, περιγράφεται με πληρότητα στις Antoniades v Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Όπως υποδεικνύεται στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Ειδικότερα στην Al Jibouri κ.α. ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 143 με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 145: «Όταν τα αδικήματα διαπράττονται τόσο συχνά όπως αυτό, τα Δικαστήρια επιβάλλουν ποινές που όχι μόνο τιμωρούν αλλά ταυτόχρονα αποτρέπουν άλλους να διαπράττουν αυτά τα αδικήματα∙ και όταν υπεισέρχεται ο παράγων της αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων που στηρίζονται στη θεωρία της εξατομίκευσης της ποινής μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα». Στην Ghouneym v Αστυνομίας
(2016)2Α ΑΑΔ 576, ειπώθηκαν τα πιο κάτω στις σελ. 582 - 583: «Όσο και να αντιλαμβανόμαστε τα προβλήματα που δημιουργούνται στην οικογένεια του εφεσείοντα και στον ίδιο δεν θεωρούμε ότι υπάρχει δυνατότητα επέμβασης μας αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο ισόρροπα και αιτιολογημένα έλαβε υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα σε συνδυασμό με την παραδοχή του, το λευκό του μητρώο, όσο και ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν είχε οποιονδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη του αδικήματος. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι εάν απουσίαζαν αυτά τα στοιχεία, η ποινή θα ήταν αυστηρότερη, ενόψει της ανάγκης να διαφυλαχθεί το αγαθό της δημόσιας ασφάλειας από πράξεις που σκοπόν έχουν να εξαπατήσουν τις αρχές με εγγενείς κινδύνους ως προς τη κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου». Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση. Από τα ενώπιον μας γεγονότα, εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1, είχε σημαντικό ρόλο στην όλη διακίνηση. Συγκεκριμένα ήταν το μοναδικό πρόσωπο που οδήγησε τη βάρκα, καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Ο κατηγορούμενος 1, οδηγώντας τη βάρκα, συνέδραμε, ώστε να κατορθώσει ο ίδιος αλλά και ακόμα 48 πρόσωπα, απαγορευμένοι μετανάστες, να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιβαρυντικό, επίσης, θεωρείται το γεγονός ότι μετέφερε εκτός από τον εαυτό του σημαντικό αριθμό προσώπων που δεν σχετίζονταν με τον ίδιο, δηλαδή μη συγγενικά του πρόσωπα. Τούτων λεχθέντων, απουσιάζουν άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες όπως, το στοιχείο της επανάληψης και του εκτεταμένου προσχεδιασμού, παρά την ύπαρξη οργανωμένης δράσης. Δεν ήταν επίσης μέλη εγκληματικής οργάνωσης. Ο ρόλος τους περιορίστηκε στην πλοήγηση της βάρκας. Τέλος, δεν έχει αναφερθεί ότι οι ζωές των επιβαινόντων τέθηκαν σε κίνδυνο. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 1, επικαλέστηκε ως μετριαστικό στοιχείο την παράβαση της αρχής της ισότητας. Θεμελίωσε το επιχείρημα της με αναφορά στο γεγονός ότι η ποινική δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 αναστάληκε. Παρέπεμψε σχετικά σε νομολογία. Μεταξύ άλλων παρέπεμψε και στην απόφαση Νικήτα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 156. Στο σημείο αυτό παρεμβάλουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η συνταγματική αρχή της ισότητας, αυτό που επιβάλει είναι την ίση κρίση ομοειδών περιπτώσεων και προστατεύει από αυθαίρετες διακρίσεις. Το εύρος και το περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της ισότητας, έχει επεξηγηθεί στην απόφαση Σωτηριάδης ν Θεοφύλακτου και Άλλης
(2002)3 ΑΑΔ 56, 70, ως ακολούθως: «Αποκλείονται διακρίσεις που στερούνται λογικού ερείσματος - (βλ. The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640· Demetrios PapaDemetriou v. The Board for Registration of Architects & Civil Engineers
(1966)3 C.L.R. 671). Αποκλείεται κάθε μορφή αυθαίρετης διάκρισης στη ρύθμιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως και στη μεταχείρισή του. 3. Όπως είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε, το Άρθρο 28 του Συντάγματος εισάγει την Αριστοτελική έννοια της ισότητας - (βλ. Apostolides and Others v. Republic
(1982)3 C.L.R. 928 και Σαββίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)3(Β) Α.Α.Δ. 127). 4. Κριτήριο για το αποδεκτό ή μη της διαφορετικότητας νομικών ρυθμίσεων είναι η ύπαρξη ή μη ομοιογένειας μεταξύ των αντικειμένων και υποκειμένων του δικαίου στις δύο περιπτώσεις. Αποκλείεται η διάκριση μεταξύ ομοιογενών υποκειμένων ή αντικειμένων του δικαίου όσο και η εξομοίωση των ανομοιογενών υποκειμένων ή αντικειμένων του δικαίου - (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής (Αρ.2)
(1989)3 Α.Α.Δ. 1931· Σεργίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119, 129-130· Ηλία κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 884, (απόφαση Ολομέλειας)· Δημοκρατία ν. Χαραλαμπίδη
(2001)3 Α.Α.Δ. 620). Δείκτη για τον προσδιορισμό της ομοιογένειας αποτελεί η ουσία των πραγμάτων και όχι η εμφάνιση ή η αρίθμησή τους - (βλ. Republic (Ministry of Finance) v. Nishan Arakian and Others
(1972)3 C.L.R. 294, 298-299· Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής (Αρ. 2), (ανωτέρω), 1938, 1939).» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257, 260 λέχθηκαν τα ακόλουθα: Η μη τιμωρία τρίτου προσώπου αναμεμειγμένου σε εγκληματική δράση δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Μόνον όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών. Στην υπό κρίση υπόθεση, ως τέθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, χωρίς να αμφισβητηθεί, η απόφαση για αναστολή της ποινικής δίωξης εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3, λήφθηκε στη βάση στοιχείων που επηρέαζαν την ποινική ευθύνη τους. Επομένως, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις, όπου δεν δίνεται λόγος για την αναστολή στην ποινική δίωξη συγκατηγορουμένου. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση η απόφαση για αναστολή στην ποινική δίωξη των κατηγορουμένων 2 και 3 δεν φαίνεται να είναι προϊόν επίδειξης ευνοϊκής μεταχείρισης. Επιπροσθέτως, σε σχέση με το σύνολο των υπόλοιπων επιβαινόντων στο σκάφος, ο ρόλος του κατηγορουμένου 1 διαφοροποιείται, καθότι ήταν το μοναδικό πρόσωπο που πλοήγησε το σκάφος. Συνακόλουθα, κρίνουμε ότι η αναστολή της ποινικής δίωξης προς τους κατηγορουμένους 2 και 3 δεν μπορεί να επενεργήσει μετριαστικά στην επιμέτρηση της ποινής για τον κατηγορούμενο 1. Επιπροσθέτως, κρίνουμε ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να επενεργήσει η αρχή της ισότητας καθ' οιονδήποτε τρόπο στην επιμέτρηση της ποινής. Επιπλέον, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 1, έδωσε έμφαση στις προσωπικές του περιστάσεις. Η νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα, για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. ενδεικτικά την Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν κατανοούμε τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία 12 έτη στη Συρία λόγω του εμφυλίου πολέμου και των στρατιωτικών παρεμβάσεων τρίτων χωρών. Η κατάσταση αυτή, δυστυχώς, έχει δώσει πρόσφορο έδαφος σε διακινητές οι οποίοι με σκοπό το κέρδος εκμεταλλεύονται τα πραγματικά θύματα. Κατ' αναλογίαν με τους εμπόρους ναρκωτικών, οι διακινητές, προφανώς, αναζητούν πρόσωπα καλού χαρακτήρα ή πρόσωπα που, λόγω των δικών τους ιδιαίτερων περιστάσεων, να προκαλούν τη συμπάθεια του Δικαστηρίου για να συνδράμουν στη διακίνηση. Χωρίς όμως τη βοήθεια των προσώπων αυτών η διακίνηση μεταναστών δεν θα επιτυγχανόταν με τον τρόπο αυτόν, δηλαδή με χρηματικό κέρδος και την οικονομική εκμετάλλευση τους. Οι αποτρεπτικές ποινές, επομένως, επιβάλλονται σ' αυτό το πλαίσιο. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή» (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Το πώς αντικρίζονται τα διάφορα στοιχεία σε κάθε υπόθεση, εξαρτάται από τις λεπτομέρειες που τα συνθέτουν (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Σε περίπτωση κατά την οποία η σύλληψη διενεργείται επ' αυτοφώρω, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, Γενικός Εισαγγελέας ν Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438 και Κατσαπάου v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 388). Δεν παραγνωρίζουμε όμως και τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με αυτή την πτυχή στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021, όπου υποδείχθηκε ότι «. η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας.». Στην υπό κρίση υπόθεση η παραδοχή του κατηγορουμένου 1, πριν την έναρξη της ακρόασης, λαμβάνεται υπόψη προς όφελος τους, καθότι εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο και ότι δεν υπήρξε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν από τον κατηγορούμενο 1, καθώς επίσης και την απολογία και μεταμέλεια του. Επιπροσθέτως, λαμβάνουμε υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων του ως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, καθώς και ό,τι σχετικό προς τον μετριασμό λέχθηκε από τη συνήγορο τους. Οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο 1, τόσο σωρευτικά όσο και μεμονωμένα, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1, ποινή φυλάκισης 1 ½ έτους Στην Κατηγορία 3, ποινή φυλάκισης 1 ½ έτους. Οι ποινές να συντρέχουν. Το Δικαστήριο λόγω των ποινών που επιβλήθηκαν θα εξετάσει το θέμα αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39, Τραλαλάς ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 ΑΑΔ. 327, καθώς και από την Γενικός Εισαγγελέας v Τζαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην Ιωσήφ v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, αφού αναφέρθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, αναφέρθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις Αργυρίδης κ.ά v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, Γεωργίου κ.ά. ν Αστυνομίας,
(2016)2B ΑΑΔ 753, Παπαπαντελή v Δημοκρατίας,
(2016)2Β ΑΑΔ988, Αστυνομία ν Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση 277/2018, 10.5.2019, Αστυνομία ν Βρυώνης, Ποινικές Εφέσεις 92/2017 και 93/2017, 19.7.2019 και Achraf v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 156/2021 και 157/2021, 15.4.2022. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι έκδηλο ότι το αδίκημα για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης λαμβάνουμε υπόψη:
(1)τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, και ειδικότερο τον μεγάλο αριθμό μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος και το ότι κατηγορούμενος 1 συνέδραμε ουσιαστικά, ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά.
(2)Αν και ο κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου, ο παράγων αυτός δεν μπορεί να κάμψει ούτε να παρακάμψει το στοιχείο της αποτροπής σε τέτοιου είδους αδικήματα τα οποία αυξάνονται με ανησυχητικούς ρυθμούς όπως διαπιστώνεται από τις ενώπιον μας υποθέσεις. Συνεπώς, η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης αυτών, δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Επιπλέον, οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο 1 όπως, το λευκό τους ποινικό μητρώο και οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης, με δεδομένη τη διαπιστωθείσα αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών, των συνθηκών διάπραξης του επίδικου αδικήματος και των συνέπειων που τέτοια αδικήματα επιφέρουν, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας και δη τέτοιων αδικημάτων. Η ποινή φυλάκισης, να εκτελεστεί αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο