← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α., Υπόθεση Αρ.: 4408/2020, 19/1/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α., Υπόθεση Αρ.: 4408/2020, 19/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2023:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν.Α.Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 4408/2020 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19.1.

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα (για να ακούσει ποινή ο κ. Κουτσόφτας με κα Σολωμού, ασκούμενη δικηγόρο). Για τον Κατηγορούμενο: Καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενος απών. ΠΟΙΝΗ (EX-TEMPORE) Ο κατηγορούμενος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες απαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 148 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και σε δύο κατηγορίες βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και
  2. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση εκτίθενται στην καταδικαστική μας απόφαση, η οποία εκφωνήθηκε προ ολίγου. Δεν χρειάζεται να καταγραφούν στην ίδια έκταση αυτά. Για σκοπούς επιβολής ποινής αναφέρονται τα πιο κάτω. Οι παραπονούμενες, ΜΚ1 και 2, κατάγονται από την Αγγλία, όπου διέμεναν κατά τον επίδικο χρόνο. Επειδή ήθελαν να χαλαρώσουν και να απολαύσουν ένα πιο ζεστό κλίμα από αυτό της χώρας τους αποφάσισαν να έρθουν στην Κύπρο για ένα τριήμερο και συγκεκριμένα στην Αγία Νάπα. Για τον σκοπό αυτόν προχώρησαν και έκαναν κράτηση σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο στην Αγία Νάπα από 01/02/2018 μέχρι 04/02/2018, όταν και θα αναχωρούσαν για την πατρίδα τους. Έτσι αφίχθηκαν στην Κύπρο την 01/02/2018 στο Αεροδρόμιο Λάρνακας και μετέβησαν στη συνέχεια στο ξενοδοχείο τους στην Αγία Νάπα, περί τις 7 το βράδυ της ίδιας μέρας. Στη συνέχεια μετέβησαν σε συγκεκριμένο καφεστιατόριο στην Αγία Νάπα, όπου εκεί, αφού ρώτησαν πού μπορούσαν να διασκεδάσουν και ο μπάρμαν τους πρότεινε συγκεκριμένο club, τους είπε να μετέβαιναν το επόμενο βράδυ, γύρω στα μεσάνυχτα που θα σχόλαγε να πήγαιναν μαζί στο club που θα τους υποδείκνυε. Έτσι, το επόμενο βράδυ, αφού συνάντησαν τον μπάρμαν στο καφεστιατόριο που εργαζόταν, περί τα μεσάνυχτα που σχόλασε μετέβησαν στο συγκεκριμένο club μαζί με τον μπάρμαν και ένα άλλο πρόσωπο, περίπου ηλικίας 50 ετών. Επειδή ο πενηντάρης όταν κάθισαν στο τραπέζι στο άλλο club άγγιζε τη ΜΚ1 σε διάφορα μέρη, ήτοι είχε το χέρι του γύρω από τη μέση της, τη χούφτωνε και τη φιλούσε στο μάγουλο, δεν αισθανόταν καλά, πράγμα που αντιλήφθηκε η ΜΚ2, η οποία πρότεινε στην ΜΚ1 να χορέψουν, ούτως ώστε να αποφύγει τις πιο πάνω ενοχλήσεις του πενηντάρη η ΜΚ
  3. Για να ξεφύγουν, τελικά, η ΜΚ2 προσποιήθηκε ότι ήθελε να πάει στην τουαλέτα, όπου και πήγε μαζί με την ΜΚ
  4. Εκεί βρήκαν μίαν εργαζόμενη στο συγκεκριμένο club, της οποίας ζήτησαν τη βοήθεια για να φύγουν. Αφού κατάφεραν και βγήκαν από το club, άκουσαν που τους φώναζαν να επιστρέψουν. Τότε φοβισμένες άρχισαν να τρέχουν προς το δρόμο. Φτάνοντας στο δρόμο, αφού έκαναν σινιάλο για να σταματήσει ένα διερχόμενο αυτοκίνητο, όταν ήδη η ώρα ήταν προχωρημένη, μετά τα μεσάνυχτα, το αυτοκίνητο σταμάτησε, εισήλθαν σε αυτό και εκτός από τον οδηγό βρισκόταν και ένα άλλο πρόσωπο ως συνοδηγός, ο κατηγορούμενος. Τους ανέφεραν οι παραπονούμενες, ΜΚ1 και ΜΚ2, το ξενοδοχείο που ήθελαν να τις μεταφέρουν, αφού τους ζήτησαν βοήθεια. Ενώ τους είχαν πει ότι θα τις μετέφεραν στο ξενοδοχείο τους, τελικά, αντί αυτού οδήγησαν το όχημα σε σκοτεινό απόμερο μέρος, όπου ο κατηγορούμενος βίασε τη ΜΚ2 χωρίς τη θέληση της. Στη συνέχεια ξαναοδήγησε το όχημα ο οδηγός του σε άλλο μέρος όπου σταμάτησε και ο κατηγορούμενος βίασε πάλι την ΜΚ2, χωρίς τη θέληση της. Ακολούθως μετέβησαν σε μέρος πίσω από μία υπεραγορά, όπου εκεί ο κατηγορούμενος βίασε τη ΜΚ1 χωρίς τη συναίνεση της. Στη συνέχεια μετέφεραν τις παραπονούμενες στο ξενοδοχείο τους. Την επομένη το πρωί προέβησαν σε ενέργειες για να αναφέρουν τα όσα τους συνέβησαν, ενώ ειδοποιήθηκε και ο φίλος της μίας και την ίδια μέρα το απόγευμα έφτασε, όπου και διέμεινε μαζί τους. Την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 4.2.2018, όλοι μαζί έφυγαν από την Κύπρο και μετέβησαν στην πατρίδα τους. Επειδή η ΜΚ1 είχε χτυπηθεί από τον οδηγό του οχήματος, μετέβη σε νοσοκομείο. Εκεί η νοσοκόμα της ανέφερε ότι θα έπρεπε να ειδοποιηθεί η Αστυνομία. Αφού ειδοποιήθηκε η Αστυνομία στην Αγγλία υπέβαλε σχετική καταγγελία. Έτσι στη συνέχεια και η άλλη παραπονούμενη, ΜΚ2, ενώ αρχικά δεν ήθελε να υποβάλει παράπονο, προέβηκε και αυτή σε καταγγελία. Από τις εξετάσεις που έγιναν στη συνέχεια τόσο στην Αγγλία, όσο και στην Κύπρο με τη μέθοδο του DNA, διεφάνη ότι το DNA του κατηγορούμενου είχε ανευρεθεί στον κόλπο της μίας από τις δύο παραπονούμενες, ήτοι της ΜΚ
  5. Ο κατηγορούμενος ήταν 28 ετών, όπως φαίνεται από το κατηγορητήριο όταν διέπραξε τα αδικήματα και σήμερα 30 ετών. Δεν έχουμε ενώπιον μας άλλες προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του κατηγορούμενου. Είναι λευκού ποινικού μητρώου. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο έγκλημα και από την άλλη τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v Αστυνομίας

(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτερη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψιν στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου. Απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, το οποίο επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Η νομοθεσία προστατεύει τα αγαθά του πολίτη μέσω των Δικαστηρίων που αποτελούν τους φυσικούς φύλακες τούτων. Στην Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, λέχθηκαν τα εξής (σελ. 351): «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, .. και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους». Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι εξαιρετικά σοβαρά γεγονός που αντανακλάται στις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Για τα αδικήματα του βιασμού και της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης διά βίου, για το αδίκημα του εξαναγκασμού σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα, ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη και για το αδίκημα της αρπαγής με σκοπό υποβολής σε σεξουαλική κακοποίηση, ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη. Στην Λοΐζου κ.ά. v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 469, τονίζεται και καταδεικνύεται η σοβαρότητα των σεξουαλικών αδικημάτων και ότι αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, όπως εξάγεται από την ακόλουθη περικοπή (σελ. 491 - 492): «Το ύψος της ποινής είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας με την οποία ο νομοθέτης το αντιμετωπίζει. Όπως έχει, κατ' επανάληψη, τονιστεί, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή, σε μια προσπάθεια καταστολής τους. Πρόκειται για εγκλήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας, τα οποία δε στρέφονται μόνο κατά των ηθών, αλλά προσβάλλουν, ταυτόχρονα, την προσωπικότητα του θύματος - (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259).» Στην Trussler v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 38, 60, αναφέρθηκε σε σχέση με υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων ότι «η κάθε υπόθεση κρίνεται στα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ανάλογη με αυτά είναι και η ποινή (βλ. Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67)». Στην Ivarsson v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 159/2015, 29.11.2016, αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο βιασμός αποτελεί τη χείριστη μορφή εξευτελισμού και κακοποίησης που μπορεί να υποστεί ένας άνθρωπος. Το σώμα εκάστου αποτελεί μέρος του είναι του, και δικαιούται να το χρησιμοποιεί όπως ο ίδιος επιθυμεί. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη.» Στην Δημοκρατία v Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562 λέχθηκε ότι (σελ. 568): «. Αδικήματα σεξουαλικής φύσης τιμωρούνται από τα δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο γιατί στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και γιατί προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων.» Έχουμε υπόψιν μας όσα αναφέρθηκαν στη Δημοκρατία v Hunganu, Ποινική Έφεση 130/2020, 20.7.2021, για τις κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις βιασμού, όπως τέθηκαν από την νομολογία μας, καθώς και την υπόθεση Δ.Α. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 57/2020, 6.10.2021, για το ίδιο θέμα. Στην Δ.Α., ανωτέρω, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από τη Hunganu, ανωτέρω: «Καθ' όσον αφορά την Κατηγορία του βιασμού θα πρέπει εξ' αρχής να υπομνηστεί ότι η φυλάκιση δια βίου που προβλέπεται ως η μέγιστη ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το Νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του (xxx xxx Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500). Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562 και Fowokan v. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67). Σε σειρά αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα (Rana (ανωτέρω) και Σοφοκλέους (ανωτέρω)). Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις βιασμού τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 323 έγινε αναφορά στις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. Billam
(1986)8 Cr. App. R.(s) 48 σε περιπτώσεις βιασμού, στην οποία αναφέρθηκε και το Κακουργιοδικείο, οι οποίες - όπως τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο - αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Παρόμοιες κατευθυντήριες οδηγίες περιλαμβάνονται στο Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών του Ηνωμένου Βασιλείου (Sentencing Council) του 2014, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου του 2014 και στο οποίο έκανε αναφορά η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εφεσείουσα. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω αγγλικής απόφασης, η εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτει κατηγορία βιασμού προσλαμβάνει ακόμη σοβαρότερη μορφή όταν συντρέχουν παράγοντες όπως υπερβολική βία, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό ή βλάβη στο θύμα, προσεκτικού σχεδιασμού προς υλοποίηση του άνομου σκοπού, επαναλαμβανόμενοι βιασμοί, σεξουαλικός εξευτελισμός του θύματος, καθώς επίσης και επιπτώσεις, ψυχικές ή σωματικές στο θύμα. Πέραν τούτων, η ηλικία του θύματος, ήτοι όταν το θύμα είναι είτε πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο, αλλά και τυχόν προηγούμενες καταδίκες του δράστη, είναι στοιχεία που δικαιολογούν επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών (xxx Στυλιανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 73/2012, ημερ. 13/10/2015, xxx Tarita και xxx Viorel v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 106/2014 και 114/2014, ημερ. 8/7/2016 και Selmani v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016)» Στη Selmani v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/2013 και 236/2013, 5/10/2016, αναφέρθηκε επίσης ότι η «παραπομπή πρωτοδίκως σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ποινή στερητική της ελευθερίας και μάλιστα μακροχρόνια, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιαδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα.». Η μεγαλύτερη χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές (βλ. Μιχαήλ v Δημοκρατίας
(2003)2 AAΔ 123). Από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου για αδικήματα βιασμού ενήλικης γυναίκας, που δυστυχώς είναι πολλές, γεγονός που προκαλεί ανησυχία, καταδεικνύεται ότι επιβάλλονται πολυετείς ποινές φυλάκισης, οι οποίες κυμαίνονται μεταξύ 5 και 15 ετών. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Σοφοκλέους v Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, Rana κ.ά. v Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, ΔΓ v Γενικού Εισαγγελέως
(2005)2 ΑΑΔ 485, ΒΕΚ v Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 228, Hamieh v Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 ΑΑΔ 259, Οικονομίδης v Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 100, Χριστοδούλου v Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 229, Φιλίππου v Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 341, Akil v Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 148, Χριστοφή v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 323, Λοΐζου κ.ά. v Δημοκρατίας (ανωτέρω), Χαραλάμπους v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 53, Meterin v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 120, Neica v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 527, Νικολάου v Δημοκρατίας
(2014)2Α ΑΑΔ 376, Tarita κ.ά. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 106 και 114/14, 8.7.2016, Ivarsson, ανωτέρω και Κυπριανού v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 137/17, 26.4.
  1. Στην Λ.Λ. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/2017, 21.11.2017, αναφέρθηκε ότι η αφετηρία είναι η ποινή των 5 ετών. Στην Hunganu, ανωτέρω, ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε 8 κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα του βιασμού, της διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας, της κοινής επίθεσης, της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη και το αδίκημα της παράνομης εισόδου. Αφορούσαν 3 διαφορετικά περιστατικά τα οποία διαπράχθηκαν στις 17.4.2020, 4.6.2020 και 5.6.
  2. Τα γεγονότα που αφορούσαν τον βιασμό έλαβαν χώρα στις 4.6.2020 και είχαν ως θύμα γυναίκα, ηλικίας 41 ετών. Ο Εφεσίβλητος είχε διαρρήξει την ισόγειο κατοικία όπου διέμενε η εν λόγω οικιακή βοηθός, στις 3.30 το πρωί και εισήλθε στο υπνοδωμάτιο όπου αυτή κοιμόταν και τη βίασε κολπικά αφού της έκλεισε το στόμα ώστε αυτή να μην μπορεί να φωνάξει. Στη 2η περίπτωση, στις 5.6.2020 ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει στην κατοικία του θύματος από παράθυρο περί ώρα 02:20, ενώ αυτή κοιμόταν Το θύμα ξύπνησε και αμέσως αντιλήφθηκε ότι ένας άγνωστος άντρας στεκόταν πάνω από το κρεβάτι της και αμέσως της έκλεισε το στόμα με το δεξί του χέρι. Η παραπονούμενη άρχισε αμέσως να αντιδρά και να κτυπιέται και αυτός με το ελεύθερο του χέρι προσπαθούσε να πιάσει τα χέρια της παραπονούμενης για να σταματήσει να κτυπά. Ο κατηγορούμενος δεν τα κατάφερε να καθηλώσει και διέφυγε. Στην 3η περίπτωση, 17.4.2020, με θύμα ηλικιωμένη γυναίκα. Γύρω στις 10:00 η παραπονούμενη πήγε στην μάντρα της για να ταΐσει τα ζώα της. Καθώς έπιασε την τροφή ένιωσε ένα χέρι να της κλείνει το στόμα και να προσπαθεί να της βάλει ένα ρούχο μέσα στο στόμα. Η παραπονούμενη άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Τις φωνές της άκουσε ο γιος της παραπονούμενης, ο οποίος την ώρα εκείνη καθόταν σε τραπέζι έξω από την οικία της. Αμέσως έτρεξε προς το μέρος της και άρχισε να καταδιώκει τον άγνωστο αυτόν άνδρα χωρίς ωστόσο να δει το πρόσωπο του. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές με ψηλότερη αυτή του βιασμού για 8 έτη. Κατ' έφεση αυξήθηκε στα 11 χρόνια λαμβάνοντας υπόψιν ιδιαίτερα την αναγκαιότητα αποτροπής. Το Ανώτατο Δικάστηριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Τα περιστατικά διάπραξης των επίδικων αδικημάτων είναι, θεωρούμε, ιδιαίτερα επιβαρυντικά για τον Εφεσίβλητο. Όπως ορθά υπεδείχθη από την ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, υπήρξε προσχεδιασμός στη διάπραξη του βιασμού. Ο Εφεσίβλητος, τόσο στην περίπτωση που αφορούσε την 1η Παραπονούμενη, όσο και στην περίπτωση της 2ης Παραπονούμενης, χρησιμοποίησε τον ίδιο τρόπο δράσης. Εισέβαλε, κατόπιν διάρρηξης, στα σπίτια τους κατά τις πρωινές ώρες έχοντας σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί με ανυποψίαστα και άγνωστα προς εκείνο θύματα, τις Παραπονούμενες, χωρίς τη θέληση τους και καθ΄ ην στιγμή αυτές κοιμόντουσαν στο κρεβάτι τους. Για να πετύχει δε τον ειδεχθή σκοπό του και να ικανοποιήσει τις άρρωστες ορέξεις του χρησιμοποίησε βία. Τους έκλεισε το στόμα με το χέρι για να μην μπορέσουν να φωνάξουν και με αυτό τον τρόπο να κάμψει την όποια αντίσταση τους. Σε ό,τι δε αφορά την 1η Παραπονούμενη, η βία συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια που την βίαζε μέχρι που αυτός εκσπερμάτωσε στον κόλπο της.» Στην Γιάγκου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 67, οι παραπονούμενες ήταν μητέρα και η ανήλικη κόρη της. Το βράδυ της 8.4.1995, ο κατηγορούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η μητέρα, με συνεπιβάτιδα την κόρη της ηλικίας 16 ετών, όταν αυτή σταμάτησε κοντά στα φώτα τροχαίας στη διασταύρωση των οδών Σάντα Ρόζα και Λεωφόρου Μακαρίου στη Λευκωσία. Με την απειλή ότι κρατούσε όπλο και ότι θα τις σκότωνε, ανάγκασε τη μητέρα να οδηγήσει το αυτοκίνητο σε απόμακρη περιοχή, έξω από τη Λευκωσία, κοντά στο Σκοπευτήριο, όπου τις υπέβαλε σε απάνθρωπη και εξευτελιστική δοκιμασία για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις. Στην αρχή βίασε την ανήλικη κόρη σε παρακείμενο χωράφι, ενώ είχε κλείσει τη μητέρα μέσα στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου. Ακολούθως, αφού επέστρεψαν πίσω στο αυτοκίνητο, ασέλγησε παρά φύση με βία στην ανήλικη τόσο μέσα, όσο και έξω από το αυτοκίνητο, εγκλωβίζοντας τη μητέρα και πάλι μέσα στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου. Αργότερα, αφού οδήγησε το αυτοκίνητο σε άλλο μέρος, υποχρέωσε την ανήλικη να μπει μέσα στο χώρο αποσκευών, βίασε και τη μητέρα μέσα στο αυτοκίνητο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 20 ετών. Οι επιβληθείσες ποινές κρίθηκαν αυστηρές όχι όμως έκδηλα υπερβολικές. Η αναφορά μας στις πιο πάνω αποφάσεις έγινε με σκοπό τον εντοπισμό επιβαρυντικών και ελαφρυντικών περιστάσεων που σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση. Ο βιασμός χωρίς αμφιβολία είναι ένα από τα πλέον ειδεχθή εγκλήματα. Όμως το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να λάβει υπόψιν την συμπεριφορά του δράστη, όπως και το βαθμό της βλάβης και τα δυσμενή επακόλουθα που επέφερε στο θύμα (βλ. Γιάγκου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 67). Τέλος, πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι επικίνδυνο άτομο για την κοινωνία γενικά (βλ. R v Millbery [2003] 1 WLR 546 (CA)). Πάντοτε κατά την επιμέτρηση της ποινής, όσο σοβαρές και αν είναι οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος, τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να προβαίνουν στη διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, ούτως ώστε, η ποινή που θα επιβληθεί να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών, καθώς επίσης και με τις προσωπικές περιστάσεις του ίδιου του κατηγορούμενου (βλ. Θεολόγου v Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800). Από την άλλη όμως, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν μπορεί να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα (βλ. Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 και Φιλίππου v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 224). Στην προκειμένη περίπτωση οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων περιέχουν αριθμό επιβαρυντικών στοιχείων. Συγκεκριμένα υπάρχει το στοιχείο της επανάληψης, αφού ο κατηγορούμενος βίασε δύο γυναίκες. Υπήρξε προσχεδιασμός αφού και στις δύο περιπτώσεις ήταν άγνωστες σ' αυτόν γυναίκες στις οποίες ουσιαστικά με δόλο ότι θα τις μετέφεραν στο ξενοδοχείο τους ικανοποίησε τις ορέξεις του. Και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποίησε σχετική βία για να ακινητοποιήσει τα θύματα και ήταν επίμονος παρά την αντίσταση τους. Δεν μπορούμε όμως να μην τονίσουμε και να μην λάβουμε υπόψιν μας ότι σεξουαλικά αδικήματα, όπως είναι ο βιασμός, δυστυχώς και με λύπη μας διαπιστώνουμε ότι βρίσκονται σε μεγάλη έξαρση στον τόπο μας, θέμα για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση (βλ. Καρανίκκη v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118) από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων σεξουαλικών αδικημάτων που τίθενται ενώπιον μας. Συγκεκριμένα το 1/3 των υποθέσεων στο ημερολόγιο μας αφορούν σεξουαλικά αδικήματα και από αυτές σχεδόν όλες αφορούν αδικήματα βιασμού. Η έξαρση που παρατηρείται και οι δυσμενείς συνέπειες που επιφέρουν, τόσο στο θύμα, όσο και στην κοινωνία, καθιστούν αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Για τους λόγους που αναφέραμε, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων επιβάλλουν αυστηρή και αποτρεπτικής φύσεως ποινή. Επειδή οι περιστάσεις είναι τέτοιες που δικαιολογείται η επιβολή διαδοχικών ποινών, αφού αφορούν βιασμό δύο γυναικών λάβαμε υπόψιν μας κατά την επιμέτρηση και την αρχή της συνολικότητας της ποινής (βλ. Χριστοφόρου v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443). Συνυπολογίζοντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και όλους τους σχετικούς παράγοντες για μετριασμό της ποινής, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1 φυλάκιση 4 ετών. Στην Κατηγορία 2 φυλάκιση 4 ετών. Στην Κατηγορία 3 φυλάκιση 9 ετών. Στην Κατηγορία 4 φυλάκιση 9 ετών. Όσον αφορά τις κατηγορίες 1 και 3, που αφορούν την παραπονούμενη ΜΚ2, oι ποινές να συντρέχουν μεταξύ τους. Όσον αφορά τις κατηγορίες 2 και 4, που αφορούν την παραπονούμενη ΜΚ1, oι ποινές να συντρέχουν μεταξύ τους, αλλά θα εκτιθούν διαδοχικά των κατηγοριών 1 και 3, δηλαδή η συνολική επιβαλλόμενη ποινή ανέρχεται στα 18 έτη. Τα έξοδα €150 να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.