ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. MOHAMMED BAKIR, Αρ. Υπόθεσης: 3536/22, 23/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2023:12 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ / ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3536/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v MOHAMMED BAKIR Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου 2023. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο : Η κα Μ. Παυλίδου. Κατηγορούμενος: παρών. ΠΟΙΝΗ (ΔΟΘΕΙΣΑ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ) Ο κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία 1 η οποία αφορά είσοδο απαγορευμένου μετανάστη στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 2, 6
(1)(α)(ι)(κ)(λ)(μ)
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, του άρθρου 5
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2 και 3 του Περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμου (Ν.45/1964), καθώς και των κανονισμών 5 και 6 της ΚΔΠ 242/72. Οι κατηγορίες 2, 3, 4, 5 και 6 ανεστάλησαν και απαλλάχθηκε σε σχέση με αυτές. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και με τα οποία συμφώνησε η συνήγορος του κατηγορουμένου, εξετέθησαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και παρατίθενται αυτούσια: «Στις 06/10/22 γύρω στις 21:25, Σύριοι μετανάστες, είκοσι ένας στο σύνολο, αποβιβάστηκαν στις ακτές της Δημοκρατίας και συγκεκριμένα στο αλιευτικό καταφύγιο του Αγίου Νικολάου στο Παραλίμνι. Αυτοί είχαν λίγο προηγουμένως εντοπιστεί από άκατο της λιμενικής και ναυτικής αστυνομίας, ανοικτά της παραλίας ''GOLDEN COAST'' στο Παραλίμνι κι επειδή επέβαιναν σε πολυεστερική βάρκα 6 μέτρων κακής κατάστασης, περισυνελλέγησαν κι επιβιβάστηκαν σε αστυνομική άκατο η οποία τους μετέφερε με ασφάλεια στη στεριά. Επρόκειτο για 14 άνδρες, 3 γυναίκες και 4 ανήλικα παιδιά (8 μέχρι 13 ετών), όλοι συριακής καταγωγής. Κατά την αποβίβαση τους στη στεριά, μέλος της Υ.Α.&Μ. ήλεγξε το καθεστώς τους και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν απαγορευμένος μετανάστης, αφού δεν είχε στην κατοχή τους θεωρημένο διαβατήριο από τις Αρχές της Δημοκρατίας, ούτε και άδεια μετανάστευσης χορηγούμενη από τις Αρχές της Δημοκρατίας. Εναντίον του εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης. Στις 07/10/22 συνελήφθηκε και τέθηκε υπό κράτηση. Την ίδια ημέρα, οδηγήθηκε ενώπιον του Επ. Δικαστηρίου Αμμοχώστου και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης 7 ημερών. Στις 13/10/22 καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση εναντίον του και έκτοτε βρίσκεται υπόδικος στις ΚΦ. Ανακρινόμενος από την Αστυνομία ανέφερε χαρακτηριστικά «.[Α]πολογούμαι για τα αδικήματα που έκαμα. Τα έκανα μόνο για να έρθω να δουλέψω και να έχω μια καλύτερη ζωή εγώ και τα δυο μου παιδιά. Επίσης επειδή έχω ένα πρόβλημα με το μάτι μου ήθελα να έχω ιατρική βοήθεια από γιατρούς στην Κύπρο.». Τα δύο του ανήλικα παιδιά και η σύζυγός του παρέμειναν στη Συρία.» Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του και αυτή έχει υιοθετηθεί από τη δικηγόρο του. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών. Κατάγεται από τη Συρία. Είναι νυμφευμένος. Με τη σύζυγο του απέκτησαν 3 παιδιά. Το ένα σκοτώθηκε από βομβαρδισμό σε ηλικία 8 μηνών. Τα άλλα δύο είναι σήμερα ηλικίας 7 και 5 ετών. Από τους βομβαρδισμούς ο κατηγορούμενος έχασε το ένα του μάτι. Ο κατηγορούμενος είναι αναλφάβητος. Εργάστηκε μέχρι το 2014 σε γαλακτοκομική βιομηχανία. Έκτοτε δεν εργάζεται. Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια. Από τα 8 του αδέλφια, 2 αγνοούνται και 1 απεβίωσε. Οι γονείς του, ηλικίας 65 και 57 ετών, δεν εργάζονται και συντηρούνται από τον μεγάλο αδελφό του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος πέραν της προαναφερθείσας αναπηρίας του δεν αντιμετωπίζει άλλα προβλήματα υγείας. Σύμφωνα με τα λεχθέντα της συνηγόρου του ήρθε στην Κύπρο για ένα καλύτερο μέλλον. Σημειώνουμε ότι μετά τον πρόσφατο σεισμό στη Συρία δεν έχει επικοινωνία με την οικογένεια του ούτε γνωρίζει τί έχουν απογίνει. Η κυρία Παυλίδου, στην αγόρευσή της, αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου τονίζοντας ιδιαίτερα την παραδοχή του, τη συνεργασία του με την Αστυνομία, το λευκό ποινικό του μητρώο αλλά και το πολύ νεαρό της ηλικίας του. Η σοβαρότητα του αδικήματος το οποίο διέπραξε ο κατηγορούμενος αντικατοπτρίζεται από την προβλεπόμενη ποινή. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα που διέπραξε προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και τις δύο ποινές. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην υπό κρίση περίπτωση, το αδίκημα στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό ως εμφαίνεται από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που ο νομοθέτης με τον Ν.46(Ι)/2021, ημερομηνίας 9.4.2021, αύξησε την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της κατηγορίας 1 από ποινή φυλάκισης 3 ετών σε ποινή φυλάκισης 10 ετών και τη χρηματική ποινή από Λ.Κ. 5.000 αντίστοιχα σε €50.000. Η πιο πάνω πρόσφατη τροποποίηση αντανακλά ακριβώς την αυξημένη σοβαρότητα που ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στο υπό εξέταση αδίκημα. Για σκοπούς επιμέτρησης, λοιπόν, εκκινούμε από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, η οποία ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Μέσα από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου αλλά και τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιόν μας, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν μέρος ευρύτερης ομάδας 21 προσώπων που εισήλθαν διά θαλάσσης στο έδαφος της Δημοκρατίας. Προκύπτει συνεπώς ότι το θεμέλιο της αξιόποινης συμπεριφοράς που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι η είσοδος στη Δημοκρατία χωρίς να κατέχει άδεια. Το υπό εξέταση αδίκημα επομένως συσχετίζεται με παράτυπη μετανάστευση. Το στίγμα της ποινικής αντιμετώπισης των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση έχει δοθεί στην Nazari v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231, η οποία αφορούσε παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία, όπου τονίστηκε ότι (σελ. 234): «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Τονίστηκε επίσης με αναφορά στη Mohamed κ.α. v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166, 168, ότι η συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσεως και ότι οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Περαιτέρω, σχετική είναι η Tabrizi v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση (σελ. 429): «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα είχε φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης.» Βέβαια, από τότε που εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις, η Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε και ανάλογες ευθύνες σε σχέση με τη μετανάστευση, τις οποίες όμως διέπει συγκεκριμένη νομοθεσία και την οποία πρέπει να ακολουθούν όσοι επιθυμούν, τη νόμιμη διαμονή τους στο έδαφος της Δημοκρατίας. Μάλιστα, ένεκα των μεγάλων μεταναστευτικών ροών, είτε αυτές είναι απόρροια πολέμων, είτε οικονομικής δυσπραγίας, η Δημοκρατία έχει επωμιστεί και συνεχίζει να επωμίζεται, με αυξητική τάση, δυσβάστακτο οικονομικό και άλλο βάρος, αναλογικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θέση της επιτείνεται λόγω και του μικρού μεγέθους της και δη συρρικνωμένου κατά σχεδόν 40% ένεκα της τουρκικής κατοχής, αλλά και του μικρού πληθυσμού της και των μικρών εσωτερικών πόρων (βλ. επίσης Deveci ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80 και Στρουθιάς ν Αστυνομίας
(2015)2Α ΑΑΔ 493). Το φαινόμενο της παράτυπης μετανάστευσης και της μεταφοράς προσώπων δια θαλάσσης προς την Κύπρο, όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά αναπτύσσεται και εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, όπως διαπιστώνεται από τις καταχωρίσεις τέτοιων ποινικών υποθέσεων ενώπιον μας. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπουμε στην Καρανίκκη v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118, 123, και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β έκδοση, σελ. 269. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα (βλ. Tabrizi, ανωτέρω, σελ. 429). Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, τις συνθήκες διάπραξης αλλά και τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, καταλήγουμε ότι αναδύεται, κατ' αρχήν, η ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού και αυστηρού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση βέβαια της ποινής δεν ατονεί, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να εξασθενήσει ή να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου και της δημόσιας ασφάλειας εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Η στάθμιση, γενικά, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όπου είναι αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, περιγράφεται με πληρότητα στις Antoniades v Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Όπως υποδεικνύεται στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Όπως αναφέραμε, σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας ο κατηγορούμενος ήταν μέλος ευρύτερης ομάδας μεταναστών που επέβαιναν σε βάρκα η οποία προσάραξε στην Κύπρο. Από τα ενώπιόν μας γεγονότα δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έπραξε οτιδήποτε διαφορετικό από τους υπόλοιπους 20 επιβαίνοντες στη βάρκα. Επομένως, υπεισέρχεται η ανάγκη εξέτασης της αρχής της ισότητας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η Δημητρίου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 141, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 158 - 159: «Η αρχή της ισότητας, όπως καθιερώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, είναι καθολική. Η ισονομία και η ισοπολιτεία αποτελούν την πεμπτουσία της Δικαιοσύνης. Η ισότητα καθιερώνεται ως ανθρώπινο δικαίωμα και τυγχάνει, όπως αναγνωρίζει η νομολογία, καθολικής εφαρμογής - (βλ. Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33). Η ισότητα αποτελεί έκφραση της Δικαιοσύνης- εκτείνεται σε όλο το εύρος της πολιτειακής λειτουργίας. Το Άρθρο 35 του Συντάγματος ορίζει ότι αποτελεί καθήκον όλων των εξουσιών της Πολιτείας, της Νομοθετικής, της Εκτελεστικής και της Δικαστικής, η διασφάλιση και αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, μέσα στα όρια της αρμοδιότητας της κάθε εξουσίας. Τα μέσα, τα οποία παρέχονται στο Δικαστήριο, προς αντιμετώπιση της άνισης μεταχείρισης των παραβατών από τις διωχτικές αρχές, είναι περιορισμένα. Η θεώρηση του παράγοντα αυτού, ως μετριαστικού της ποινής εκείνων που διώκονται, δεν επιφέρειτην εξίσωση. Μετριάζει, όπως έχουμε τονίσει, τα αισθήματα αδικίας που προκαλεί η άνιση μεταχείριση και συντηρεί το αίσθημα δικαιοσύνης μεταξύ του κοινού. Και, στο μέτρο που της παρέχεται η ευχέρεια, η Δικαιοσύνη μεριμνά, με τα μέσα που έχει στη διάθεση της, για τη διασφάλιση ισοπολιτείας, θεμελιώδους αρχής του Συντάγματος και αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος του ανθρώπου. Έτσι εκπληρώνει, στο μέτρο που είναι δυνατό, το καθήκον που επιβάλλει το Άρθρο 35 του Συντάγματος.» Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση, Κυριάκου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 35/2022, 25.1.2023, όπου υποδείχθηκε εκ νέου ότι: «.οι αρμόδιες αρχές του Κράτους, οφείλουν να προσάγουν ενώπιον των ανεξάρτητων δικαστικών αρχών, όλους τους παραβάτες. Αυτό υπαγορεύει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών (Άρθρο 28 του Συντάγματος και Gagloshvili v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 33/21, ημερ. 21.12.2021» Στην υπόθεση Κυριάκου, ανωτέρω, αναφέρθηκε επίσης ότι η επιλεκτική μεταχείριση των παραβατών αποδυναμώνει το δίκαιο και καταστρατηγεί το κράτος δικαίου και κρίθηκε ότι δικαιολογείτο η μείωση της ποινής, «.μόνο και μόνο να μετριασθεί το αίσθημα αδικίας που προκάλεσε η άνιση μεταχείριση των δύο παραβατών». Έτσι, στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι και στην παρούσα, με δεδομένη τη μη δίωξη των 20 επιβαινόντων στη βάρκα χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στον ρόλο του κατηγορούμενου από τους υπόλοιπους 20, η αρχή της ισότητας επενεργεί μετριαστικά στην επιμέτρηση της ποινής. Λάβαμε επίσης υπ' όψιν ότι ναι μεν η Νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα τα οποία αρμόζει επιβολή αποτρεπτικής ποινής οι περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Παναγιώτου v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540), αλλά αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν κατανοούμε τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία 12 έτη στη Συρία λόγω του εμφυλίου και των στρατιωτικών επεμβάσεων τρίτων χωρών. Η κατάσταση αυτή δυστυχώς έχει προκαλέσει ένα τεράστιο κύμα φυγής από τη Συρία. Εν προκειμένω, η ανάγκη αποτροπής μειώνεται αφού ο κατηγορούμενος δεν εμπλέκεται στη διακίνηση ή εμπορία άλλων προσώπων. Δεν παύει όμως το αδίκημα που έχει διαπράξει να βρίσκεται σε έξαρση. Περαιτέρω, προς όφελός του λαμβάνουμε υπ' όψιν την παραδοχή του η οποία με βάση την πάγια Νομολογία πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/2018, 27.11.2019) διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης ακόμα και στις περιπτώσεις όπου υπήρξε αυτόφωρη σύλληψη όπως και στην παρούσα περίπτωση αφού έχει εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Λαμβάνουμε ακόμη υπ' όψιν το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, ότι δεν υπήρξε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν καθώς επίσης και την απολογία και μεταμέλειά του. Λαμβάνουμε επιπροσθέτως υπ' όψιν το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών του περιστάσεων ως αυτές καταγράφηκαν στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και ό,τι σχετικό προς τούτο αναφέρθηκε από τη συνήγορό του. Ιδιαίτερα λαμβάνουμε υπ' όψιν το νεαρό της ηλικίας του. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί, σύμφωνα με τη Νομολογία, παράμετρο που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπ' όψιν προς την επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 88). Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος είναι άτομο πολύ νεαρής ηλικίας και αναλφάβητος. Έχει υποστεί μερική τύφλωση λόγω της απώλειας του ενός ματιού του. Λαμβάνουμε ταυτόχρονα υπ' όψιν μας πολύ σοβαρά ότι ήταν ο μόνος που είχε διωχθεί σε αντίθεση με τους άλλους επιβαίνοντες. Κρίνουμε ότι οι περιστάσεις του είναι τέτοιες που μας επιτρέπουν να επιδείξουμε τη μέγιστη δυνατή επιείκεια καθότι η περίπτωσή του είναι ιδιάζουσα. Έχοντας κατά νου και την περίοδο που τελεί υπό κράτηση για τη συγκεκριμένη υπόθεση, δηλαδή από τις 7.10.2022, κρίνουμε ότι δεν θα επιβαλλόταν ποινή μεγαλύτερη των 4 μηνών και 16 ημερών χρόνο για τον οποίο δηλαδή κρατήθηκε μέχρι σήμερα. Ο χρόνος επομένως που έχει κρατηθεί είναι επαρκής ποινή και η ενδεδειγμένη τιμωρία. Ως εκ τούτου, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 4 μηνών και 16 ημερών. Η ποινή φυλάκισης μειώνεται σύμφωνα με το Άρθρο 117
(1)της Ποινικής Δικονομίας ώστε να αποφυλακιστεί αμέσως. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν.Α.Π Γεωργιάδης Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο