← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙKΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. Π. Χ., Αρ. Υπόθεσης: 4942/20, 23/5/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙKΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. Π. Χ., Αρ. Υπόθεσης: 4942/20, 23/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4942/20 ΑΣΤΥΝΟΜΙKΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. Π. Χ. Κατηγορούμενου ----- Ημερομηνία: 23 Μαϊου, 2023. Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Παπανικολάου. Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Χρίστου με κ. Ανδρέου και κ. Ζένιου. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3

(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119
(1)/2000. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ 01 - 31/05/2018 καθώς και μεταξύ 01 - 31/07/2019, στην Ορμήδεια, επιτέθηκε και χτύπησε τη σύζυγό του, Α. Α., με αποτέλεσμα να της προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη. Μαρτυρία προς απόδειξη των κατηγοριών δόθηκε από πέντε
(5)μάρτυρες. Πρώτη έδωσε μαρτυρία η Δρ. Σ., Μ.Κ.1, η οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 26/10/2020, το οποίο έχει εκδώσει και αφορούσε την εξέταση της Παραπονούμενης, Α. Α., στις 10/07/
  1. Υποστήριξε ότι σύμφωνα με τα όσα της είχε αναφέρει η Παραπονούμενη, το συγκεκριμένο τραύμα είχε προκληθεί από πτώση. Ισχυρίστηκε ότι ένα κάταγμα μπορεί να δημιουργηθεί από οποιονδήποτε μηχανισμό. Διευκρίνισε ότι και από πτώση μπορεί να προκληθεί κάταγμα. Βλέποντας την Παραπονούμενη εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, την αναγνώρισε ως το πρόσωπο που είχε εξετάσει, στις 10/07/2019, στο Τμήμα των Πρώτων Βοηθειών του ιδιωτικού Νοσοκομείου "Άγιος Ραφαήλ". Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι το πιστοποιητικό το είχε συντάξει μετά από αρκετό διάστημα από την εξέταση της Παραπονούμενης, όμως, δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς πότε. Ισχυρίστηκε ότι την πρώτη φορά που την είχε εξετάσει, η Παραπονούμενη δεν είχε στην κατοχή της οποιοδήποτε έγγραφο. Επέμενε στη θέση της ότι υπάρχουν διάφοροι μηχανισμοί που μπορούν να προκαλέσουν ένα κάταγμα, όμως, στην περίπτωση της Παραπονούμενης δεν υπήρχε εικόνα κατάγματος. Υποστήριξε ότι το άλγος, το τραύμα, που είχε διαπιστώσει μπορούσε να προκληθεί από κτύπημα σε βαρύ αντικείμενο ή με πρόσκρουση αντικειμένου στο χέρι καθώς επίσης και με πολλούς άλλους μηχανισμούς. Επανεξετασθείσα, διευκρίνισε ότι η Παραπονούμενη είχε επισκεφθεί το Ιδιωτικό Νοσοκομείο "Άγιος Ραφαήλ", δύο φορές. Την πρώτη φορά για να εξεταστεί και τη δεύτερη φορά για να της αναφέρει ότι είχε δεχθεί επίθεση από τον σύζυγό της και θα προέβαινε σε καταγγελία. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο την είχε εξετάσει και τη δεύτερη φορά. Ο Αστ.4712, Κ.Γ., Μ.Κ.2, ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης και έλαβε τις καταθέσεις του Κατηγορούμενου ενώ του απηύθυνε και τη γραπτή κατηγορία. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 2, την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου και ως Τεκμήριο 2Α τη γραπτή κατηγορία που του απαγγέλθηκε. Ως Τεκμήριο 3, κατάθεσε τη δική του κατάθεση στην οποία περιγράφει τις ενέργειές του σε σχέση με τη διερεύνηση της συγκεκριμένης καταγγελίας. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε επισκεφθεί, στις 24/10/2020, το σπίτι της Παραπονούμενης, γιατί είχαν επισυμβεί άλλα γεγονότα μεταξύ του πατέρα της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου, όμως, τη συγκεκριμένη μέρα η Παραπονούμενη δεν ήταν σε ψυχολογική κατάσταση να δώσει κατάθεση. Του είχε αναφέρει κάποια γεγονότα και του υποσχέθηκε ότι θα μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό, όταν είναι σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση, για να δώσει την κατάθεσή της. Επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου στις 26/10/2020, όπου και έδωσε την κατάθεσή της. Εξεταζόμενος, υποστήριξε ότι γνωρίζει το περιεχόμενο του ανακριτικού φακέλου. Ερωτηθείς, ανάφερε ότι πράγματι η Παραπονούμενη είχε επιβεβαιώσει προφορικά όλα τα γεγονότα τα οποία είχε αναφέρει ο πατέρας της επισκεπτόμενος τον Αστυνομικό Σταθμό. Τη συγκεκριμένη διαβεβαίωση, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, την κατέγραψε ο ίδιος στη συνοπτική του έκθεση. Αναφορικά με το περιεχόμενο της κατάθεσης της Παραπονούμενης, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τι του είχε λεχθεί πριν δύο χρόνια και τέθηκε ενώπιόν του η κατάθεσή της, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, παραδέχθηκε ότι η Παραπονούμενη του είχε αναφέρει ότι είχε προσβαλθεί γιατί ο Κατηγορούμενος της τηλεφωνούσε και την εξύβριζε στον χώρο της εργασίας της. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε αναζητήσει τον εργοδότη της Παραπονούμενης για να ελέγξει κατά πόσο τα λεχθέντα της ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Όσον αφορά την κατάθεση της μητέρας της Παραπονούμενης, κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση έτσι ώστε να μπορεί ο μάρτυρας να απαντήσει στις ερωτήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι δεν έχει αναζητήσει το πρόσωπο στον οποίο είχε αναφερθεί η μητέρα της Παραπονούμενης για να λάβει οποιαδήποτε κατάθεση, δηλαδή τον φίλο του Κατηγορούμενου. Προώθησε τη θέση ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης και της μητέρας της βρίσκονται εντός του ανακριτικού φακέλου και ίδιος δεν έχει θεωρήσει απαραίτητο να αναζητήσει οποιοδήποτε πρόσωπο προς ενίσχυση των λεχθέντων της Παραπονούμενης ή και της μητέρας της. Όσον αφορά την ψυχολόγο την οποία επισκέφθηκε η Παραπονούμενη, ήταν η θέση του ότι η ίδια η Παραπονούμενη δεν επιθυμούσε την εμπλοκή της στη διερεύνηση της υπόθεσης. Όμως, απ' ό,τι μπορούσε να θυμηθεί, σύμφωνα με τα λεχθέντα της Παραπονούμενης, την είχε επισκεφθεί μόνο μία φορά. Υποστήριξε ότι κατά τον χρόνο που διερευνάτο η συγκεκριμένη υπόθεση, τα κλιμάκια της Αστυνομίας δεν παρέπεμπαν τους παραπονούμενους ή τα παιδιά για εξέταση ψυχολογικού περιεχομένου. Ερωτηθείς κατά πόσο του είχαν δοθεί ακτινογραφίες οι οποίες είχαν ληφθεί στις 26/10/2020 κατά την επίσκεψή της Παραπονούμενης στο Ιδιωτικό Νοσοκομείο, υποστήριξε ότι δεν του είχαν δοθεί, οπόταν δεν τις είχε στην κατοχή του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε διερευνήσει πλημμελώς την υπόθεση. Μαρτυρία δόθηκε και από την Α.Α., Μ.Κ.3, Παραπονούμενη στην υπόθεση. Αναγνώρισε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση, την κατάθεσή της ημερομηνίας 26/10/2020 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4 ενώ υιοθέτησε και το περιεχόμενό της. Αναγνώρισε επίσης τη συμπληρωματική της κατάθεση ημερομηνίας 27/10/2020 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4Α, ενώ η κατάθεσή της ημερομηνίας 24/10/2020 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4Β στη διαδικασία. Υιοθέτησε το περιεχόμενο και των τριών καταθέσεών της. Στην κατάθεσή της ημερομηνίας 26/10/2020 καταγράφει ότι με τον Κατηγορούμενο έχουν τελέσει γάμο στις 30/09/2018, όμως, διατηρούσαν δεσμό από το 2015 όταν γνωρίστηκαν στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Τον Σεπτέμβριο του 2016, όταν η ίδια έμεινε έγκυος, ο Κατηγορούμενος μετακόμισε στο πατρικό της σπίτι στην Ορμήδεια, όπου συζούσαν έχοντας μια φυσιολογική σχέση. Λίγο πριν μείνει έγκυος ο Κατηγορούμενος άρχισε να ασκεί στην ίδια υπερβολικό έλεγχο ζητώντας της να τον ενημερώνει ανά πάσα στιγμή για το πού βρίσκεται. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά ξεκίνησε ένα βράδυ όταν είχαν βγει με ένα φίλο του και λόγω του ότι ίδια μιλούσε με τον φίλο του, ξεκίνησε η υπερβολική ζήλια από μέρους του σε βαθμό που ισχυρίστηκε ότι η ίδια έβγαινε με τον συγκεκριμένο φίλο του. Η παθολογική ζήλια και οι προσβολές προς το πρόσωπό της συνέχισαν και τον Οκτώβριο 2016, ενώ η ίδια ήταν τριών μηνών έγκυος, το βράδυ των αρραβώνων τους κατά την αναχώρησή τους από το εστιατόριο που βρίσκονταν, άρχισε να τη βρίζει με τις φράσεις «πουτάνα, σιηλοπουτάνα, άχρηστη» καθώς επίσης και άλλες βρισιές. Είχε σηκώσει και το χέρι του για να την κτυπήσει, όμως δεν το έπραξε. Το συγκεκριμένο επεισόδιο το είχαν δει και ο πατέρας με τη μητέρα της. Όταν ήταν έγκυος 5 μηνών, την κτύπησε για πρώτη φορά αναφέροντάς της ότι τον απατά. Την κτύπησε στο πρόσωπο και την έσπρωξε δυνατά στο στήθος. Έκτοτε, η ίδια ψυχράθηκε μαζί του. Δεν υπήρξε άλλο επεισόδιο χειροδικίας αλλά οι προσβολές συνεχίστηκαν και κάποιες από αυτές δημόσια. Μια φορά, ενώ βρίσκονταν σε καφετέρια μπροστά σε κόσμο, την εξύβρισε, της έριξε ένα χαρτονόμισμα των €20 αναφέροντας της ότι πληρώνεται για να πηγαίνει με άλλους άντρες, ρεζιλεύοντας την και ακολούθως αναχώρησε από την καφετέρια. Την ημέρα που γέννησε, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν εκεί γιατί είχε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο και τη δεύτερη μέρα της γέννας της την επισκέφθηκε στην κλινική βρίζοντάς την και αποκαλώντας την «πουτάνα» ενώ την κατηγορούσε ότι το μωρό δεν ήταν δικό του. Όταν έλαβε εξιτήριο από την κλινική, την ίδια νύχτα, ξεκίνησαν οι εξυβρίσεις και λόγω του ότι η ίδια δεν θήλαζε συνέχεια το μωρό την αποκαλούσε άχρηστη και ότι δεν είναι ικανή για να είναι μάνα. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά συνεχίστηκε για δύο μήνες και κατά τη διάρκεια των δύο αυτών μηνών όποτε η ίδια έλεγε οτιδήποτε τον ενοχλούσε, αυτός την έσπρωχνε και την τραβούσε από τα μαλλιά. Στο ταξίδι του μέλιτος στη Φλωρεντία, ένα χρόνο μετά την γέννηση του υιού τους, τον έπιασε κρίση ζήλιας και εκεί την έπιασε από τον λαιμό και της κτύπησε το κεφάλι της στην κεφαλαριά του κρεββατιού. Μετά το συγκεκριμένο περιστατικό επήλθε πλήρες πάγωμα στη σχέση τους. Από τον Αύγουστο του 2017, λόγω του ότι είχε μπει στο μυαλό του η ιδέα ότι τον απατά, ξεκίνησε να την ενοχλά στη δουλειά της τηλεφωνώντας της και βρίζοντάς την με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει πρόβλημα με το αφεντικό της. Η συμπεριφορά του της είχε δημιουργήσει τόσο μεγάλο ψυχολογικό πρόβλημα που έφτασε στο σημείο να θεωρεί ότι η ίδια είναι υπεύθυνη για τη συμπεριφορά του και να αμφισβητεί τον εαυτό της. Παντρεύτηκαν, στις 30/09/2018, με την ελπίδα ότι θα αλλάξει. Μετά τον γάμο τους της ζητούσε επί καθημερινής βάσεως να τον ενημερώνει για το πού είναι και για το τι έκανε ενώ οι εξυβρίσεις συνεχίζονταν. Λόγω της συμπεριφοράς του, η ίδια είχε οδηγηθεί σε μεγάλη απώλεια βάρους. Τον Μάη του 2018, την ημέρα των γενεθλίων του υιού τους, ο ίδιος την έσπρωξε βίαια με αποτέλεσμα να κτυπήσει το πόδι της στο κομοδίνο και να πρηστεί. Τον ίδιο μήνα ενώ βρίσκονταν στο αυτοκίνητο μαζί, με σκοπό να βγουν για δείπνο, ο ίδιος την άρπαξε από τα μαλλιά κουνώντας το κεφάλι της και κτυπώντας την με γροθιά στο χέρι. Μέχρι το τέλος του 2018 όποτε διαφωνούσαν την χτυπούσε στο πρόσωπο και την έφτυνε στα μούτρα και αυτό είχε γίνει πολλές φορές. Τον Οκτώβριο του 2019, σε μια διαφωνία που είχαν, ο Κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα για να φύγει και όταν η ίδια προσπάθησε να τον εμποδίσει, για να μην ακούσουν τον καυγά οι γονείς της, τότε την έσπρωξε με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, να τραυματιστεί στον καρπό του χεριού της ενώ κινδύνεψε με πτώση από τη σκάλα του σπιτιού. Λόγω του τραυματισμού της, είχε επισκεφθεί το Τμήμα των Πρώτων Βοηθειών του Ιδιωτικού Νοσοκομείου "Άγιος Ραφαήλ" και όταν ρωτήθηκε από την ιατρό, η ίδια της ανέφερε ότι είχε πέσει στο μπάνιο. Όμως, είχε δει τη σκηνή η αδελφή της η Σ.Α. Στις 22/10/2020, το βράδυ, την είχε αρπάξει από τον λαιμό και την είχε κτυπήσει ενώ την τραβούσε από τα μαλλιά μπροστά στον υιό τους. Η ίδια, μετά τις 24/10/2020 που υπήρξε ένα επεισόδιο μεταξύ του Κατηγορούμενου και του πατέρα της, αποφάσισε ότι θα κατάγγελλε τη συμπεριφορά του γιατί φοβόνταν τα χειρότερα. Στη συμπληρωματική της κατάθεση, Τεκμήριο 4(Α), κατέγραψε ότι είχε δηλώσει στην πρώτη της κατάθεση ότι είχε επισκεφθεί την κλινική "Άγιος Ραφαήλ" στη Λάρνακα τον Οκτώβριο του 2019, πλην όμως όταν βρήκε τις ακτινογραφίες που είχαν ληφθεί τη συγκεκριμένη ημέρα, αυτές κατέγραφαν ως ημερομηνία λήψη τους την ημερομηνία 10/07/
  2. Υποστήριξε ότι το επεισόδιο είχε γίνει τον Ιούλιο 2019 και λόγω της φόρτισής της είχε αναφέρει Οκτώβριο
  3. Όσον αφορά την πρώτη κατάθεσή της ημερομηνίας 24/10/2020, η ίδια δήλωνε, στην κατάθεσή της Τεκμήριο 4(Β), ότι ήταν τόσο φορτισμένη που δεν μπορούσε να αναφέρει οτιδήποτε και ότι θα προέβαινε σε κατάθεση σε άλλη ημερομηνία. Ερωτηθείσα από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ισχυρίστηκε ότι όταν επισκέφτηκε τον "Άγιο Ραφαήλ" για να εξεταστεί ήταν πάρα πολύ αναστατωμένη και δεν μπορούσε να σκεφτεί λογικά σε σχέση με τις ημερομηνίες. Όταν τις ανακάλυψε και είδε ότι είχε αναφέρει λάθος ημερομηνία στην κατάθεσή της, τότε επισκέφθηκε εκ νέου τον Αστυνομικό Σταθμό για να διευκρινίσει την ημερομηνία και να διορθώσει το λάθος της. Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 5, τις ακτινογραφίες που είχαν ληφθεί στον "Άγιο Ραφαήλ". Παραδέχθηκε ότι επισκέφθηκε ψυχολόγο για να μπορέσει, μετά τον χωρισμό, να ανταποκριθεί στα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Κατάθεσε ως Τεκμήριο Δ προς αναγνώριση το πιστοποιητικό που είχε εκδοθεί από ψυχολόγο σε σχέση με τις επισκέψεις της. Εξήγησε ότι τον Δεκέμβριο του 2016, ο Κατηγορούμενος την είχε κτυπήσει ενώ την είχε σπρώξει δυνατά στο στήθος. Είχε προηγηθεί, μέσα στο αυτοκίνητο, ένα άλλο επεισόδιο όπου ο Κατηγορούμενος είχε σηκώσει το αριστερό του χέρι για να την κτυπήσει πλην όμως δεν το έπραξε. Τον Οκτώβριο του 2018, στον μήνα του μέλιτος, την έπιασε από τον λαιμό και κτύπησε το κεφάλι της στην κεφαλαριά του κρεβατιού. Διευκρίνισε ότι, ενώ καθόταν στο κρεβάτι, είχαν λογομαχήσει γιατί ο ίδιος θεωρούσε ότι τον απατά και την είχε πιάσει από τον λαιμό. Επειδή καθόταν στο κρεβάτι, όταν την έσπρωξε, χτύπησε με το πίσω μέρος του κεφαλιού της στην κεφαλαριά του κρεβατιού. Εξήγησε ότι η ίδια ήταν καθισμένη ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν όρθιος και ενώ μάλωναν την έπιασε με το ένα χέρι από τον λαιμό και με το άλλο την έσπρωξε με αποτέλεσμα να κτυπήσει στην κεφαλαριά. Επειδή την είχε πιάσει από την αριστερή πλευρά του κεφαλιού, στην κεφαλαριά είχε κτυπήσει με το δεξί μέρος του κεφαλιού της λόγω του ότι καθόταν σε γωνία. Ήταν η θέση της ότι είχε αναφέρει στον αστυνομικό ότι ο Κατηγορούμενος την ενοχλούσε στην εργασία της. Όσον αφορά το περιστατικό τον γενεθλίων του υιού τους, ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν εκεί ο κουμπάρος τους και ενώ η ίδια μιλούσε μαζί του τη φώναξε ο Κατηγορούμενος για να μιλήσουν ιδιαιτέρως θυμώνοντας της γιατί να μιλά με τον κουμπάρο τους και σπρώχνοντάς την με τα δύο του χέρια προς τα πίσω. Στο συγκεκριμένο επεισόδιο είχε κτυπήσει στη γωνία του κομοδίνου και είχε πρηστεί το πόδι της το αριστερό. Είχε προηγηθεί του συγκεκριμένου επεισοδίου άλλο επεισόδιο, εντός του οχήματός τους τον Μάρτιο του 2018, στα γενέθλιά της όπου την έπιασε από τα μαλλιά ενώ οδηγούσε και της κουνούσε το κεφάλι της ενώ της κτύπησε και με γροθιά στο χέρι. Λόγω του επεισοδίου, επέστρεψαν στο σπίτι χωρίς να μεταβούν στο εστιατόριο όπως είχαν προγραμματίσει. Υποστήριξε ότι πάντα θύμωνε και έχανε τον έλεγχο. Ερωτηθείσα για το επεισόδιο στις 22/10/2020, ισχυρίστηκε ότι την είχε πιάσει από τον λαιμό, τοποθετώντας και τα δύο του χέρια στο λαιμό της και της είχε κτυπήσει στο δεξί μάγουλο και όλα αυτά είχαν γίνει μπροστά στο ανήλικο παιδί τους και ο λόγος ήταν η ζήλια του και η εμμονή του ότι τον απατούσε. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά την έκανε να νιώθει άχρηστη και ότι η ίδια ήταν υπεύθυνη για όλα αυτά και ανέμενε υπομονετικά την αλλαγή του γι΄ αυτό και τον παντρεύτηκε, παρά την κακοποίηση που δεχόταν. Οι γονείς της άκουγαν τους καβγάδες και ανησυχούσαν. Η αδελφή της είχε δει το περιστατικό, το οποίο την οδήγησε στις Πρώτες Βοήθειες του "Άγιου Ραφαήλ". Είχε επισκεφθεί τις Πρώτες Βοήθειες του Ιδιωτικού Νοσοκομείου "Άγιος Ραφαήλ" δύο φορές. Τη μία φορά η ιατρός είχε εξετάσει το τραύμα και τη δεύτερη φορά, λόγω του ότι είχε ενόχληση στο χέρι και πονούσε, για να τη δει. Σ΄ εκείνη την επίσκεψη, η ίδια είχε αναφέρει στη ιατρό ότι το τραύμα δεν είχε προκληθεί από πτώση στο μπάνιο και ότι σκεφτόταν να προβεί σε καταγγελία. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι συνεχίζει τις επισκέψεις της σε ψυχολόγο, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Δ προς αναγνώριση. Υποστήριξε ότι μετά τον χωρισμό της από τον Κατηγορούμενο επισκεπτόταν την ψυχολόγο για αρκετούς μήνες και όταν η συγκεκριμένη ψυχολόγος έπρεπε να αναχωρήσει από την Κυπριακή Δημοκρατία, την παρέπεμψε σε μια άλλη ψυχολόγο, την οποία συνεχίζει να επισκέπτεται μέχρι και σήμερα. Όταν της υποβλήθηκε, με αναφορά στο επεισόδιο που είχε γίνει στη Φλωρεντία, ότι δεν θα μπορούσε να κτυπηθεί με τον τρόπο που περιέγραψε, υποστήριξε ότι η ίδια καθόταν λοξά πάνω στο κρεβάτι και ο Κατηγορούμενος την είχε αρπάξει αρχικά με τα δύο του χέρια από τον λαιμό και από τα μαλλιά και είχε σπρώξει το κεφάλι της στην κεφαλαριά του κρεβατιού. Σε σχέση με την επίσκεψή της στον "Άγιο Ραφαήλ", της υποβλήθηκε ότι σκόπιμα δεν είχε αναφέρει ότι είχε υποβληθεί σε ακτινογραφία. Η ίδια επέμενε ότι είχε αναφέρει στον Αστυνομικό ότι είχαν ληφθεί ακτινογραφίες, όμως, δεν της ζήτησαν να τις παραδώσει παρά το γεγονός ότι τους το είχε αναφέρει δύο φορές. Της υποβλήθηκε ότι το χτύπημα στο πόδι δεν είχε προέλθει από τον Κατηγορούμενο, όμως, η ίδια επέμενε στη θέση της ότι την είχε κτυπήσει ο Κατηγορούμενος και είχε μωλωπισθεί, όμως το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του "Άγιου Ραφαήλ" το είχε επισκεφθεί μόνο για το χέρι της, επειδή είχε περισσότερο πόνο. Τη δεύτερη φορά που επισκέφθηκε τον "Άγιο Ραφαήλ", η ίδια είχε αναφέρει στη γιατρό ότι το κτύπημα είχε προκληθεί από τον σύζυγό της και όχι από πτώση στο μπάνιο. Της υποβλήθηκε ότι αν πράματι συνέβαιναν τα γεγονότα όπως τα εξιστόρησε και ο Κατηγορούμενος επιδείκνυε τη συγκεκριμένη συμπεριφορά, η ίδια δεν θα προχωρούσε σε γάμο μαζί του, με έναν άνθρωπο που επιδείκνυε συμπεριφορά του συγκεκριμένου είδους. Υποστήριξε ότι είχε ερωτευτεί και αγαπήσει τον Κατηγορούμενο και ότι περίμενε το παιδί του και ότι την είχε κάνει να νιώθει ότι η ίδια ήταν υπεύθυνη για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά ενώ θεωρούσε ότι γεννώντας το παιδί του η συμπεριφορά του θα άλλαζε. Της υποβλήθηκε ότι δεν είχε συμβεί οποιοδήποτε επεισόδιο στις 19/05/2018 και ότι η ίδια δεν είχε αναζητήσει ιατρική φροντίδα τη συγκεκριμένη ημέρα. Αρχικά, της υποβλήθηκε ότι το επεισόδιο του Ιουλίου δεν είχε συμβεί και η ίδια επέμεινε στη θέση της ότι είχε συμβεί και είχε επισκεφθεί τον "Άγιο Ραφαήλ" γιατί την πονούσε το χέρι της και δεν ότι δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε για το πόδι της. Ακολούθως, της υποβλήθηκε ότι το επεισόδιο του Ιουλίου 2019 είχε συμβεί γιατί ο Κατηγορούμενος ήθελε να φύγει από το δωμάτιο που βρίσκονταν οι δύο τους και γενικότερα από το σπίτι και η ίδια δεν του το επέτρεπε μπαίνοντας μπροστά του. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι στο συγκεκριμένο επεισόδιο, ο μόνος λόγος που είχε μπει μπροστά στον Κατηγορούμενο ήταν για να μην ακούσουν οι γονείς της τη φασαρία και τον καυγά που γινόταν και όχι για να τον αποτρέψει από του να φύγει και το αποτέλεσμα ήταν να τη σπρώξει, η ίδια να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί. Κατά τη δική της άποψη, αν ο Κατηγορούμενος επιθυμούμε να φύγει μπορούσε να φύγει οποιαδήποτε στιγμή και η ίδια δεν θα μπορούσε να τον σταματήσει. Το συγκεκριμένο επεισόδιο το είχε βιώσει και η αδελφή της η οποία άκουσε τη φασαρία και είδε τη σκηνή που ο Κατηγορούμενος την έσπρωχνε και την επακόλουθη πτώση της στο έδαφος και είχε πάθει σοκ. Επέμεινε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα λογομαχούσαν και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος είχε επιχειρήσει να βγει από το δωμάτιο ενώ η ίδια προσπαθούσε να τον καθυστερήσει για να μην ακούσουν οι γονείς της, λόγω του ότι οι σχέσεις του με τους γονείς της ήταν ήδη τεταμένες, γιατί οι γονείς της βίωναν διάφορα γεγονότα στο σπίτι. Ερωτήθηκε επανειλημμένα γιατί παντρεύτηκε τον Κατηγορούμενο αφού της συμπεριφερόταν με τον συγκεκριμένο τρόπο που περιγράφει και απάντησε ότι τον Κατηγορούμενο τον ερωτεύτηκε, τον αγάπησε, περίμενε και το παιδί του, ενώ οδηγήθηκε από τον ίδιο στο να πιστεύει ότι η ίδια προκαλούσε τη συγκεκριμένη συμπεριφορά λόγω της δικής της ανεπάρκειας. Της υποβλήθηκε ότι ο λόγος που η αδελφή της ενισχύει τα όσα η ίδια ισχυρίζεται είναι γιατί αποκάλυψε ο Κατηγορούμενος τη σχέση της με τρίτο πρόσωπο στον πατέρα τους. Η ίδια το αρνήθηκε και ισχυρίστηκε ότι η αδελφή της είναι ενήλικας και μπορεί να πράττει όπως επιθυμεί. Επίσης, της υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος επιθυμούσε να φύγει από το σπίτι γιατί ο πατέρας της ασκούσε τον απόλυτο έλεγχο στα οικονομικά του ζευγαριού και στην ανατροφή του παιδιού τους. Η ίδια αρνήθηκε και ισχυρίστηκε ότι λόγω του ότι ο πατέρας της άκουγε τον Κατηγορούμενο που την εξύβριζε και έβλεπε τον τρόπο που της συμπεριφερόταν, δεν τον ήθελε για γαμπρό του και η ίδια παρακαλούσε τον πατέρα της να μην λέει οτιδήποτε λέγοντάς του ότι θα χειριστεί η ίδια τον Κατηγορούμενο γιατί τον αγαπούσε και πίστευε ότι θα άλλαζε. Εξήγησε ότι αρχικά ο γιος τους θα λάμβανε το όνομα του πατέρα της, όμως, επειδή είχαν καυγαδίσει ο πατέρας της με τον Κατηγορούμενο, ο Κατηγορούμενος άλλαξε γνώμη και ο υιός τους ονομάστηκε με το όνομα του πατέρα του Κατηγορούμενου. Ο πατέρας της, βιώνοντας τα επεισόδια και ακούγοντας τις ύβρεις του Κατηγορούμενου προς το πρόσωπό της, της ζητούσε να διώξει τον Κατηγορούμενο, όμως η προσέγγιση της ίδιας ήταν ότι αγαπούσε τον συγκεκριμένο άνθρωπο και θα του έδιδε την ευκαιρία να αλλάξει. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι ο πατέρας της ασκούσε έλεγχο για οτιδήποτε, αντίθετα, προώθησε τη θέση ότι ήταν ένας άνθρωπος που θυσιαζόταν για να παιδιά του και τους βοηθούσε για να τελειώσουν το σπίτι τους. Κατά τη δική της άποψη, κανένας γονιός δεν επιθυμεί τον χωρισμό του παιδιού του. Όταν ερωτήθηκε για το θέμα της επανασύνδεσης, ήταν η θέση της ότι ο πατέρας της πολλές φορές, ακόμα και μπροστά στον Κατηγορούμενο, εκφράστηκε αρνητικά για το πρόσωπό του, λόγω της συμπεριφοράς του, όμως επανέλαβε τη θέση της ότι η ίδια είναι ενήλικας και αν επιθυμούσε επανασύνδεση με τον Κατηγορούμενο δεν θα επέτρεπε στον πατέρα της να επέμβει. Ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και η ζήλια του συνεχίστηκαν για χρόνια, ακόμα και με άτομα που ο ίδιος θεωρούσε φίλους του. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά, ήταν η θέση της, ότι την καταρράκωσε και της κατέστρεψε την προσωπικότητα όμως πίστευε ότι η αγάπη της θα άλλαζε τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και αυτός ήταν και ο λόγος που παρέμεινε στη σχέση για τόσα χρόνια. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν ανέφερε με λεπτομέρεια τα όσα βίωνε στην κατάθεσή της, η ίδια ισχυρίστηκε ότι ήταν τόσα πολλά που θα χρειαζόντουσαν μέρες να καταγραφούν, τα όσα βίωνε στην πραγματικότητα τα 4 χρόνια που ήταν με την Κατηγορούμενο. Όμως, όταν έφτασε στο σημείο να αμφισβητήσει τόσο πολύ τον εαυτό της, η ίδια αποφάσισε ότι δεν αξίζει να βιώνει τη συγκεκριμένη εξευτελιστική συμπεριφορά και αποφάσισε να χωρίσει. Αρνήθηκε την υποβολή ότι την πίεσαν οι γονείς της να χωρίσει ή ότι την πιέζουν οι γονείς της για να βρει έναν άλλο άνθρωπο να συνεχίσει τη ζωή της. Παραδέχθηκε ότι είχε συναντηθεί, μετά τον χωρισμό, με τον Κατηγορούμενο και ότι η θεία του η Τούλλα της είχε τηλεφωνήσει ότι είχε μετανιώσει για τη συμπεριφορά του. Έχοντας δεύτερες σκέψεις και συναισθήματα για τον συγκεκριμένο άνθρωπο αλλά και λόγω του μωρού τους, η ίδια είχε επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο όμως κάθε φορά που επικοινωνούσαν αυτός γινόταν επιθετικός και διαπίστωνε ότι δεν θα μπορούσαν να επανέλθουν σε μια κανονική σχέση. Σε μια από τις συναντήσεις για επανασύνδεση, ο ίδιος της είχε αναφέρει ότι θα αυτοκτονήσει και αναγκάστηκε να επικοινωνήσει με τον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου να το αναφέρει. Όταν της υποβλήθηκε ότι τον Νοέμβριο του 2021, σε μια συνάντηση για επανασύνδεση, η ίδια είχε αγκαλιάσει και φιλήσει τον Κατηγορούμενο, η ίδια το αρνήθηκε, δεν αρνήθηκε όμως ότι υπήρξε πρόθεση επανασύνδεσης. Δεν αρνήθηκε ότι υπήρξε ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ της ίδιας και του Κατηγορούμενου στην προσπάθεια επανασύνδεσης. Αναγνώρισε, σε μια δέσμη εγγράφων που της δόθηκε, αποσπάσματα μηνυμάτων που είχαν ανταλλαγεί μεταξύ των δύο τους και η δέσμη κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 ενώ ως Τεκμήριο 7 κατατέθηκε δέσμη που αφορά τη χρονική διάρκεια των τηλεφωνικών κλήσεων που έγιναν μεταξύ τους. Επέμεινε στη θέση ότι οι γονείς της δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με την απόφασή της να χωρίσει τον Κατηγορούμενο ή για την απόφασή της να τον καταγγείλει για τη συμπεριφορά που επέδειξε στο πρόσωπό της. Υποστήριξε ότι κανένας άνθρωπος δεν αξίζει να περνά τέτοια εξευτελιστική συμπεριφορά. Σε ερώτηση που της τέθηκε παραδέχθηκε ότι το βράδυ που γέννησε, ο Κατηγορούμενος την είχε επισκεφθεί και την επόμενη μέρα, παρά το γεγονός ότι ήταν ταλαιπωρημένη λόγω της καισσαρικής, ο Κατηγορούμενος την κατηγόρησε ότι το μωρό δεν ήταν δικό του και ότι τον απατούσε με τον φίλο του από την Ορόκλινη. Την άκουσε η νοσοκόμα που έκλαιγε και την ρώτησε αν είναι καλά. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε από αυτά που εξιστορούσε, υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να τα αναφέρει όλα γιατί ήταν τόσα πολλά που δεν θα τελείωνε ποτέ. Παραδέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε διανυκτερεύσει μαζί της στην κλινική και ότι της είχε πάρει λουλούδια αλλά ήταν η δική της θέση ότι αυτό δεν τον εμπόδισε να την εξυβρίζει ελεύθερα. Όταν της υποβλήθηκε ότι το περιστατικό του Μαΐου 2019 δεν είχε συμβεί, η ίδια υποστήριξε ότι είχε συμβεί και τη συγκεκριμένη μέρα είχε μιλήσει και κατ΄ ιδίαν με τη μητέρα του Κατηγορούμενου ενώ την ενημέρωνε τηλεφωνικά για τη συμπεριφορά του. Προώθησε τη θέση ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τα όρια τους και η ίδια είχε γίνει ράκος με τη συμπεριφορά του. Η ίδια, πριν αποφασίσει να χωρίσει τον Κατηγορούμενο, είχε μιλήσει τόσο με τους γονείς του καθώς και με τους γονείς της ενημερώνοντας τους ότι δεν μπορούσε να ζει με αυτή την κατάσταση. Όμως, και μετά την απόφασή της για χωρισμό, επειδή αγαπούσε τον Κατηγορούμενο, είχε δεύτερες σκέψεις και όταν της τηλεφώνησε η θεία του δέχθηκε να έχει επικοινωνία μαζί του ελπίζοντας ότι η απόσταση τον είχε ταρακουνήσει. Όμως, κάθε φορά που επικοινωνούσαν γινόταν επιθετικός και η ίδια καταλάβαινε ότι δεν θα μπορούσαν να είναι μαζί και ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν θα άλλαζε. Επανεξετασθείσα, διευκρίνισε ότι το τραύμα στο πόδι της είχε δημιουργηθεί στα γενέθλια του υιού της, τον Μάιο 2018, όμως η ίδια είχε επισκεφθεί τον "Άγιο Ραφαήλ" τον Ιούλιο 2018 για το τραύμα στο χέρι. Λόγω του ότι είχε ερωτηθεί σε σχέση με το πιστοποιητικό που της είχε παραχωρηθεί από την ψυχολόγο Άννα Χατζηκυριάκου, ζητήθηκε όπως κατατεθεί Τεκμήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 8 στη διαδικασία. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Π.Α., Μ.Κ.4, αδελφή της Παραπονούμενης. Αναγνώρισε την κατάθεσή της, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  4. Στην κατάθεσή της καταγράφει ότι ο Κατηγορούμενος διέμενε στο πατρικό τους σπίτι από το
  5. Η ίδια, από εκείνα που έβλεπε και άκουγε, είχε αντιληφθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήταν παθολογικά ζηλιάρης, ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο και ήταν αυταρχικός. Λόγω του ότι το δικό της δωμάτιο είναι δίπλα από της αδελφής της, η ίδια είχε αντιληφθεί ότι την κακοποιούσε γιατί την εξύβριζε συνεχώς και της ασκούσε ψυχολογική βία. Άκουγε την αδελφή της να κλαίει ενώ άκουσε και χτυπήματα καθώς και δυνατούς θορύβους από έπιπλα. Μια μέρα, όταν η ίδια με τη μητέρα της άκουσαν την αδελφή της να λέει «άου», ανέβηκαν πάνω και όταν η μητέρα της ρώτησε τον Κατηγορούμενο κατά πόσο τη χτύπησε, το παραδέχθηκε και ισχυρίστηκε ότι τον είχε προκαλέσει. Όσον αφορά το περιστατικό που είχε δει η ίδια, τον Οκτώβριο 2019, άκουγε φωνές στο δωμάτιο της αδελφής της και η ίδια είχε δει τον Κατηγορούμενο να βγαίνει από το δωμάτιο, την αδελφή της να μπαίνει μπροστά του και ακολούθως τον Κατηγορούμενο να τη σπρώχνει δυνατά στο στήθος και την αδελφή της να πέφτει στο έδαφος και να χτυπά το χέρι της. Επειδή πονούσε το χέρι της, πήγε σε κλινική στη Λάρνακα να την εξετάσουν. Ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος κατέστρεψε την αδελφή της ψυχικά και σωματικά, σε σημείο που δεν την αναγνώριζε γιατί σταμάτησε να σέβεται τον εαυτό της. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον πρώην σύζυγο της αδελφής της και ερωτηθείσα, εξήγησε ότι το δωμάτιο της αδελφής της με το δικό της τα χωρίζει ένας τοίχος και γι' αυτό άκουγε τις προστριβές τους. Η ίδια, αλλά και η υπόλοιπη οικογένεια, είχε παρατηρήσει ότι ο Κατηγορούμενος ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο στην αδελφή της για το πού πηγαίνει και πού βρίσκεται. Της επέβαλλε να του στέλνει μηνύματα συνεχώς και να βγάζει φωτογραφίες το μέρος που βρισκόταν για να του αποδείξει ότι πράγματι βρισκόταν στο συγκεκριμένο μέρος. Της ασκούσε έλεγχο για την εξωτερική της εμφάνιση, για το πώς να φτιάξει τα μαλλιά της, τα νύχια της ή και για το ντύσιμό της. Παράλληλα, της ασκούσε ψυχολογική αλλά και λεκτική βία αποκαλώντας την με λέξεις τις οποίες η ίδια κατέγραψε στην κατάθεσή της. Όσον αφορά το περιστατικό με το σπρώξιμο, η ίδια το θυμόταν πολύ καλά γιατί το είχε δει. Εξήγησε ότι η αδελφή της βρισκόταν στο μπάνιο, το οποίο είναι κοινό για όλους, και από το μπάνιο κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της το οποίο βρίσκεται δύο βήματα πιο κάτω. Για να πάει από το μπάνιο στο δωμάτιό της, η αδελφή της πρέπει να περάσει μπροστά από το δικό της δωμάτιο. Τη συγκεκριμένη μέρα, η ίδια άκουγε φωνές από το δωμάτιο της αδελφής της και ανησύχησε γιατί ήταν έντονες και ενώ καθόταν στον καναπέ του καθιστικού σηκώθηκε και κοντοστάθηκε στα σκαλιά γιατί είχε σκοπό να καλέσει τους γονείς της. Τη στιγμή που κοντοστάθηκε στα σκαλιά, είδε τον Κατηγορούμενο να βγαίνει από το δωμάτιο, την αδελφή της να μπαίνει μπροστά του, τον Κατηγορούμενο να τη σπρώχνει δυνατά στο στήθος και την αδελφή της να πέφτει στο έδαφος και να κτυπά το χέρι της. Η ίδια αντέδρασε και έτρεξε προς το μέρος του Κατηγορούμενου ζητώντας του να σταματήσει να την κτυπά. Ο Κατηγορούμενος, μετά το επεισόδιο, είχε μεταφέρει την αδελφή της στο Νοσοκομείο. Κατέταξε το συγκεκριμένο επεισόδιο να είχε συμβεί τον Ιούλιο του
  6. Εξήγησε ότι στην κατάθεσή της είχε καταγράψει ως ημερομηνία του επεισοδίου τον Οκτώβριο του 2019 και ότι αυτό είχε συμβεί λόγω του ότι την ημέρα που έδινε την κατάθεση είχε συμβεί άλλο περιστατικό όπου οι γονείς και ο αδελφός του Κατηγορούμενου είχαν επισκεφθεί το σπίτι τους και φώναζαν μέσα στη γειτονιά, έξω από το σπίτι. Όσον αφορά τη σχέση της με τον αδελφότεκνό της, ο οποίος σήμερα είναι 5 ετών, ισχυρίστηκε ότι είναι το μοναδικό μωρό του σπιτιού και ότι του τρέφει ιδιαίτερη αδυναμία αφού τον έχει βαπτίσει. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι συζούσε στο ίδιο σπίτι με τους γονείς της, τον Κατηγορούμενο και την αδελφή της από το
  7. Παραδέχθηκε ότι η οικογένειά τους είναι δεμένη και ότι έχουν άριστη σχέση μεταξύ τους. Όταν της υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος την κατάγγειλε για άσκηση βίας προς το παιδί του, ήταν η θέση της ότι η συγκεκριμένη καταγγελία είχε γίνει μετά που η αδελφή της κατάγγειλε τη δική του συμπεριφορά. Υποστήριξε ότι η ίδια δεν ήταν μαζί με την αδελφή της την ημέρα που έδινε τη δική της κατάθεση, αλλά είχε επισκεφθεί τον Αστυνομικό Σταθμό σε διαφορετική ημερομηνία. Όμως, ήταν και οι δύο συγχυσμένες λόγω των γεγονότων που συνέβαιναν, αφού σαν οικογένεια δεν ήταν μαθημένοι να προβαίνουν σε καταγγελίες στην Αστυνομία και να τρέχουν στα Δικαστήρια. Όταν της υποβλήθηκε ότι η συγκεκριμένη καταγγελία είναι κατασκευασμένη, η ίδια το αρνήθηκε και ισχυρίστηκε ότι τα όσα αναφέρονται είχαν διαμειφθεί και τα είχε ζήσει. Στην υποβολή ότι είχαν καταγραφεί στην κατάθεσή της τα μισά από όσα είχαν λεχθεί στο Δικαστήριο, υποστήριξε ότι η Αστυνομία προτίμησε να διατυπώσει τα όσα οι ίδιες ανέφεραν, σε σχέση με την καταγγελία, σε συντομία και ότι η ίδια δεν ευθυνόταν για τη διαδικασία ή για τον τρόπο που χειριζόταν τις καταγγελίες η Αστυνομία. Διαβάζοντας την κατάθεση, μετά την ολοκλήρωσή της, η ίδια είχε αναφέρει στην Αστυνομία ότι κάποια γεγονότα δεν υπήρχαν, όμως ο αστυνομικός αποφάσιζε. Αρνήθηκε ότι τα όσα έχει αναφέρει στο Δικαστήριο, τόσο η ίδια καθώς και η αδελφή της, συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις. Σίγουρα, αν γινόταν καταγραφή των όσων είχε ακούσει ή βιώσει θα χρειάζονταν πολύς χρόνος. Ερωτηθείσα, ανέφερε ότι βλέποντας τα όσα βίωνε η αδελφή της, η ίδια είχε συζητήσει μαζί της για τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και της ανέφερε ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν θα πρέπει να είναι αποδεκτή γιατί κανένας δεν είχε δικαίωμα να χειροδικεί, είτε είναι άντρας είτε είναι γυναίκα. Η ίδια της εξήγησε, πολλές φορές, ότι θα πρέπει να διακόψει τη συγκεκριμένη αυτή σχέση γιατί της έκανε κακό, όμως η αδελφή της επέμενε ότι ήταν η δική της σχέση, ο δικός της γάμος και η οικογένεια συμβιβάστηκε με την επιθυμία της βιώνοντας τις συγκρούσεις. Επέμενε στη θέση της ότι η αδελφή της βίωνε βία αφού την άκουγε, την αδελφή της, να λέει «πονώ, μου κτύπησες, πονώ» πολλές φορές. Και υπήρχαν κάποιες φορές που η ίδια έμπαινε στο δωμάτιο και ο Κατηγορούμενος παραδεχόταν ότι είχε χειροδικήσει σε βάρος της αδελφής της. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε γίνει προσπάθεια επανασύνδεσης, υποστήριξε ότι η αδελφή της ήταν μπερδεμένη στην αρχή του χωρισμού και δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι είχε συμβεί. Αν έγινε προσπάθεια επανασύνδεσης με τον Κατηγορούμενο, αυτό αφορούσε την αδελφή της και η ίδια το θεωρούσε λογικό, μέχρι να ξεκαθαρίσει η αδελφή της πώς πραγματικά ένιωθε σε σχέση με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Όταν τέθηκε θέμα για το δικό της κίνητρο, η ίδια ισχυρίστηκε ότι ο μόνος λόγος που ήρθε στο Δικαστήριο είναι για να πει την αλήθεια αναφέροντας τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου ανθρώπου προς την αδελφή της. Όσον αφορά τα όσα της είχαν λεχθεί για την προσωπική της ζωή, ισχυρίστηκε ότι είναι δικό της θέμα αν βρίσκεται σε σχέση, είναι ενήλικας και δικαιούται να βγαίνει με όποιο πρόσωπο επιθυμεί. Προχώρησε, αναφέροντας ότι η οικογένειά της γνωρίζει τα πάντα για την προσωπική της ζωή και η ίδια δεν έχει μυστικά ή οτιδήποτε άλλο να κρύψει. Όταν της υποβλήθηκε ότι εκδικητικά είχε καταγγελθεί ο Κατηγορούμενος, λόγω του ότι ο ίδιος την είχε καταγγείλει για βία στο παιδί του, η ίδια υποστήριξε ότι η καταγγελία της αδελφής της είχε προηγηθεί και ότι αυτός που εκδικητικά κατάγγειλε ήταν ο Κατηγορούμενος, αφού αν όντως η ίδια ασκούσε βία στο παιδί του δεν θα την άφηνε να ζει στο ίδιο σπίτι με το παιδί του χωρίς οποιαδήποτε προστασία και χωρίς οποιαδήποτε καταγγελία τόσο καιρό. Μαρτυρία δόθηκε και από τη Δ.Α., Μ.Κ.4, μητέρα της Παραπονούμενης, η οποία αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  8. Στην κατάθεσή της καταγράφει ότι τη νύχτα των αρραβώνων τους και ενώ η Παραπονούμενη ήταν έγκυος, έγινε ένας καυγάς μεταξύ τους που αφορούσε ένα αστείο που έκανε η Σ.Α. στην Παραπονούμενη. Λόγω του συγκεκριμένου αστείου, ο Κατηγορούμενος πήρε την Α. σε μια γωνιά του εστιατορίου και της κουνούσε το χέρι. Κατά την αναχώρηση από το εστιατόριο ακολουθούσαν το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου με τον σύζυγό της και η ίδια έβλεπε το κεφάλι της κόρης της να μετακινείται δεξιά και αριστερά και το χέρι του Κατηγορούμενου να βρίσκεται στο κεφάλι της. Όταν έφθασαν στο σπίτι, ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός ελέγχου, φώναζε και αποκαλούσε την κόρη της «πουτάνα». Παρά την προσπάθεια της Σ.Α. να του εξηγήσει ότι ήταν ένα αστείο, ξεκίνησαν τα προβλήματα και οι ζήλιες του Κατηγορούμενου. Η ίδια έβλεπε κοκκινίλες στα χέρια της Παραπονούμενης, κοκκινίλες στα μάγουλά της και μώλωπες στα πόδια της. Όταν τη ρωτούσε κατά πόσο την χτυπούσε, εκείνη το αρνείτο. Όμως, πολλές φορές, η ίδια, όταν άκουγε την Παραπονούμενη να λέει του Κατηγορούμενου να την αφήσει, έμπαινε στο δωμάτιό τους και τον έβρισκε να την κρατά από τους ώμους και τα μαλλιά της να είναι ανακατεμένα. Η ίδια ήταν σίγουρη ότι της τραβούσε τα μαλλιά. Η θέση του, όταν τον ρωτούσε, ήταν πάντοτε ότι τον προκάλεσε η Παραπονούμενη. Όταν γέννησε, στις επισκέψεις της στην κλινική, έβλεπε την κόρη της αντί να είναι ευτυχισμένη, να είναι δυστυχισμένη. Ρωτώντας την, της ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος την αποκάλεσε «πουτάνα» και της είπε ότι το μωρό δεν είναι δικό του, όταν την επισκέφθηκε. Η κόρη της ήταν χάλια γιατί ο Κατηγορούμενος την είχε οδηγήσει στο να πιστεύει ότι είναι η χειρότερη γυναίκα του κόσμου, πράγμα που την οδήγησε και στην απώλεια πολλών κιλών και την κατάστρεψε ψυχολογικά. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι, σε σχέση με το πρώτο περιστατικό που εξιστορεί στην κατάθεσή της, τη νύκτα των αρραβώνων της κόρης της με τον Κατηγορούμενο, η ίδια με τον σύζυγό της ακολουθούσαν το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και μπορούσαν να δουν τι συνέβαινε μέσα στο αυτοκίνητο από τα φώτα που φώτιζαν μέσα στο αυτοκίνητο. Η ίδια, πολλές φορές συμβούλευε την κόρη της, βλέποντας τα προβλήματα που υπήρχαν μεταξύ της και του Κατηγορούμενου, να σκεφτεί τη ζωή της σοβαρά και να πάρει απόφαση να τον χωρίσει. Όμως, η κόρη της ζητούσε από όλους τους να μην ανακατεύονται στη ζωή της και ότι θα χειριζόταν η ίδια τον Κατηγορούμενο. Λόγω του ότι αφορούσε τη ζωή της κόρης της, σεβάστηκε την επιθυμία της και έκανε την υπέρβαση, παρά το ότι η ίδια υπέφερε και πληγωνόταν όταν άκουγε τις φωνές του γαμπρού της και άκουγε την κόρη της να κλαίει. Ισχυρίστηκε ότι πολλές φορές συγκρούστηκε με τον Κατηγορούμενο, όταν τους άκουγε να μαλώνουν και η ίδια έμπαινε στη μέση για να λήξει η κατάσταση και να αποφευχθούν τα χειρότερα. Υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να έχει παράπονο από τη συμπεριφορά της οικογένειας, αφού μετά τη δουλειά του πήγαινε στο γυμναστήριο και επέστρεφε στο σπίτι όταν σχολάνε η κόρη της. Το μωρό τους το μεγάλωνε αποκλειστικά η ίδια. Η ίδια φρόντιζε το παιδί της κόρης της και ήταν αφοσιωμένη στο σπίτι της. Δεν ενοχλούσε οποιοσδήποτε από την οικογένεια τον Κατηγορούμενο για οτιδήποτε, αντίθετα, τους βοηθούσαν και στην ανέγερση του σπιτιού τους. Αντεξετασθείσα, υποστήριξε ότι σαν οικογένεια είναι πολύ συνδεδεμένη και οι σχέσεις τους είναι αρμονικές. Όσον αφορά το περιστατικό τη νύχτα των αρραβώνων της κόρης της, ισχυρίστηκε ότι μπορεί να ήταν νύχτα, όμως, η ίδια έβλεπε τις κινήσεις του Κατηγορούμενου εντός του αυτοκινήτου του, όταν έπεφταν τα φώτα πάνω στα τζάμια του αυτοκινήτου και μπορούσε να αντιληφθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός ελέγχου αφού μπορούσε να δει καθαρά το κεφάλι της κόρης της να πηγαίνει αριστερά και δεξιά. Όταν δε έφθασαν στο σπίτι τους και κατέβηκαν από τα αυτοκίνητα, τα μαλλιά της κόρης της ήταν ανακατωμένα και η ίδια φαινόταν ταλαιπωρημένη. Όταν της υποβλήθηκε ότι όλες αυτές οι λεπτομέρειες δεν είχαν καταγραφεί στην κατάθεσή της, προώθησε τη θέση ότι ο αστυνομικός που της λάμβανε την κατάθεση της είχε αναφέρει ότι θα μπορούσε να αναπτύξει επί των θεμάτων που είχαν καταγραφεί στην κατάθεσή της στο Δικαστήριο. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι τα προβλήματα στο ζευγάρι ξεκίνησαν από ένα αστείο που έγινε το βράδυ των αρραβώνων μεταξύ της Παραπονούμενης και της αδελφής της. Ο Κατηγορούμενος έπαθε εμμονή και άρχισε να συμπεριφέρεται απρεπώς στην κόρη της βρίζοντάς την και χτυπώντας την. Σε ερώτηση που της τέθηκε, ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος πρότασσε το στήθος του μπροστά της, πάντοτε, σε μια προσπάθεια να τη φοβίσει όταν η ίδια επενέβαινε για να προφτάσει τα χειρότερα. Όμως, η ίδια λόγω του χαρακτήρα της, δεν θα μπορούσε να φοβηθεί. Από την άλλη όμως η κόρη της, η οποία ήταν ευαίσθητη και αγαπούσε τον Κατηγορούμενο ενώ παράλληλα προσπαθούσε να σώσει τον γάμο της, νόμιζε ότι ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να αλλάξει. Η ίδια μάταια της έλεγε ότι έπρεπε να τελειώσει τόσο η ταλαιπωρημένη σχέση καθώς και η ταλαιπωρία της ίδιας, είτε με χωρισμό είτε με καταγγελία. Η κόρη της επέμενε στη θέση της ότι θα χειριστεί η ίδια, όπως θεωρεί σωστό, τον τότε σύζυγό της. Η ίδια, ως μάνα, πονούσε γιατί έβλεπε την κόρη της να υποφέρει, να χάνει βάρος και να είναι ένας διαλυμένος άνθρωπος. Έβλεπε τον Κατηγορούμενο να έχει πλήρη έλεγχο στο πού πάει η κόρη της και αν καθυστερούσε λίγο να επιστρέψει στο σπίτι μετά που σχολνούσε τότε ακουγόντουσαν οι φωνές τους. Όταν της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε είχε επιδείξει, ο Κατηγορούμενος, τέτοια συμπεριφορά του είδους που ισχυρίζεται, έκαμε αναφορά στο επεισόδιο που έγινε στα γενέθλια της Παραπονούμενης που ενώ είχαν αναχωρήσει οι δύο τους για φαγητό για να γιορτάσουν, μετά από παρέλευση 15 με 20 λεπτών επέστρεψαν, με την κόρη της να είναι συγχυσμένη, ολοκόκκινη και με τα μαλλιά της ανακατωμένα. Τέτοια γεγονότα μπορεί να βίωναν και τρεις φορές την εβδομάδα ακούγοντάς τους να συζητούν και να μαλώνουν. Προώθησε τη θέση ότι δεν είχε λόγο να διαλύσει τον γάμο της κόρης της γιατί ως μάνα ήθελε να βλέπει το παιδί της ευτυχισμένο και στη ζωή της ήταν πάντοτε λογικός άνθρωπος και αν δεν υπήρχαν προβλήματα δεν θα είχε θέμα με τον Κατηγορούμενο. Όσον αφορά την καταγγελία, υποστήριξε ότι η ίδια έδωσε κατάθεση στις 26/10/2020 το απόγευμα και ανέφερε αυτά που βίωνε, αυτά που έβλεπε. Δεν μίλησε με την κόρη της γιατί γνώριζε πόσο αναστατωμένη ήταν λόγω της καταγγελίας. Ισχυρίστηκε ότι τέτοια ήταν η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου που την ημέρα που γεννήθηκε το παιδί του απουσίαζε γιατί είχε εξετάσεις και όταν επισκέφθηκε την κόρη της το βράδυ της προκάλεσε ασταμάτητο κλάμα λόγω του ότι την εξύβρισε, παρόλο που μόλις είχε γεννήσει. Δεν αρνήθηκε τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος είχε μείνει το συγκεκριμένο βράδυ στην κλινική, όμως, προώθησε την άποψη ότι είχε μείνει για να ισοπεδώσει και να εξευτελίσει την κόρη της. Όταν της υποβλήθηκε ότι η καταγγελία εναντίον του έγινε με απώτερο στόχο την καταστροφή του Κατηγορούμενου, η ίδια ισχυρίστηκε ότι από μόνος κατάστρεψε τον εαυτό του με τις εμμονές που έχει. Όσον αφορά την επαφή του με το παιδί του, ήταν η θέση της ότι βλέπει το μωρό όποτε ο ίδιος επιθυμεί χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ανακατωνόταν στον γάμο της κόρης της και εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος έφευγε το πρωί και όταν επέστρεφε το βράδυ αποσυρόταν στο δωμάτιό του. Κατέβαινε μόνο για να φάει κρατώντας απόσταση και δεν άφηνε περιθώριο να τον πλησιάσεις. Κατέληξε, ότι σκοπός της ίδιας και του συζύγου της ήταν να βοηθήσουν την κόρη τους εξ ου και η ίδια ήταν εγγυήτρια στο δάνειο που λήφθηκε για την ανέγερση της κατοικίας τους. Επίσης, ο σύζυγός της έπαιρνε τον Κατηγορούμενο μαζί του στη δουλειά τα σαββατοκύριακα, για να νιώθει ο Κατηγορούμενος καλύτερα και τον πλήρωνε. Λόγω του ότι δεν του άρεσε η συγκεκριμένη εργασία, ο σύζυγός της, που είχε κάποιες γνωριμίες, ζήτησε από φίλους του βοήθεια και ο Κατηγορούμενος εργοδοτήθηκε ως βοηθός κουζίνας και ακολούθως ως γκαρσόνι. Στη συνέχεια, ο θείος του Κατηγορούμενου, ο Λ., μεσολάβησε για την εργοδότησή του στην εταιρεία "[ ]". Όμως, δεν ήταν σταθερός στη δουλειά αφού στη συνέχεια εργοδοτήθηκε στην εταιρεία "[ ]" και ακολούθως σε Χημείο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, κλήθηκε σε απολογία σε σχέση με τις Κατηγορίες 1, 2 και
  9. Επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως και να καλέσει δύο μάρτυρες. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεσή του, Τεκμήριο 2 και τη γραπτή κατηγορία που του απαγγέλθηκε, Τεκμήριο 2Α. Προώθησε, στο Δικαστήριο, τη θέση ότι όλα όσα είχαν αναφερθεί από την πρώην σύζυγό του, τη μητέρα της και την αδελφή της ήταν ψέματα και αναφέρθηκαν με απώτερο σκοπό να προκαλέσουν την καταστροφή του. Κατά τη δική του άποψη, όλα έγιναν γιατί ο ίδιος δεν είχε καλές σχέσεις με τους γονείς της πρώην συζύγου του. Υποστήριξε ότι δεχόταν τοξικότητα από τους γονείς της πρώην συζύγου του και τον έλεγχαν ακόμα και σε σχέση με το παιδί του. Επειδή ο ίδιος ενέδιδε και έπραττε αυτό που ήθελαν οι γονείς της πρώην συζύγου του, η σχέση μεταξύ τους άρχισε να φθείρεται. Παρά το γεγονός ότι κάποια Σάββατα ο ίδιος βοηθούσε τον πρώην πεθερό του στις εργασίες του, ο πεθερός του δεν ήταν ικανοποιημένος. Όσον αφορά την αδελφή της πρώην συζύγου του, ισχυρίστηκε ότι του έτρεφε μίσος λόγω του γεγονότος ότι είχε αποκαλύψει το μυστικό της στον πατέρα της, ήτοι ότι είχε λείψει από το σπίτι 2-3 μέρες διαμένοντας σε ξενοδοχείο μαζί με κάποιο τρίτο πρόσωπο. Όσον αφορά την καταγγελία του εναντίον της αδελφής της πρώην συζύγου του, υποστήριξε ότι δεν ήταν εκδικητική και ότι σκοπούσε στο να προστατεύσει το παιδί του αφού την είχε ακούσει να φωνάζει του υιού του και είχε ακούσει το μωρό να κλαίει. Αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε το μήνυμα που είχε αποστείλει στην Παραπονούμενη την επόμενη μέρα που είχε δώσει η ίδια μαρτυρία στο Δικαστήριο. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο του τηλεφωνικού μηνύματος που είχε αποστείλει στην Παραπονούμενη. Αναγνώρισε, επίσης, φωτογραφία από τους αρραβώνες του με την Παραπονούμενη και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Στη συγκεκριμένη φωτογραφία, αναγνώρισε τον φίλο του τον Γ. και υποστήριξε ότι είναι φίλοι από την Αθήνα. Αρνήθηκε, όμως, ότι το συγκεκριμένο βράδυ είχε συγκρουστεί με την Παραπονούμενη σε σχέση με τον συγκεκριμένο φίλο. Επίσης, αρνήθηκε ότι είχε ενοχληθεί με οποιοδήποτε τρόπο το συγκεκριμένο βράδυ. Όταν του υποβλήθηκε ότι στην κατάθεσή του αναφέρεται σε ένα τσακωμό «για τρία άτομα», προώθησε τη θέση ότι εννοούσε άτομο τρίτο το οποίο είχε μπει στη σχέση του με την Παραπονούμενη και συγκεκριμένα τον πατέρα, τη μητέρα και την αδελφή της. Ερωτηθείς, σε σχέση με ένα περιστατικό που είχε συμβεί στην Πάφο, το αρνήθηκε. Όσον αφορά την εργασία του, υποστήριξε ότι σήμερα εργάζεται ως δειγματολήπτης σε μια εταιρεία στην οποία μεταφέρονται τρόφιμα από διάφορους χώρους εστίασης για να αναλυθούν. Όταν γνωρίστηκε με την Παραπονούμενη ήταν ακόμα φοιτητής και όταν έμεινε έγκυος, λόγω του ότι έπρεπε να αναλάβει κάποιες ευθύνες, εργοδοτήθηκε στο "[ ]" όπου τον είχε συστήσει ο Θείος του ο Λ., για να έχει ένα επιπρόσθετο εισόδημα. Στη συγκεκριμένη εταιρεία εργάστηκε ως πλασιέ για ενάμισι χρόνο. Είχε εργαστεί ως σερβιτόρος στο ξενοδοχείο "[ ]" και ενίοτε βοηθούσε τον πεθερό του, το Σάββατο, στα πελεκανικά. Προώθησε τη θέση ότι ο πεθερός του τον υπέβαλλε «σε πολλή τοξικότητα», λόγω του ότι δεν γνώριζε την τέχνη της πελεκανικής και τον υποβάθμιζε ως άνθρωπο. Παρά τη συγκεκριμένη συμπεριφορά, υποστήριξε ότι συνέχιζε να συνοδεύει τον πεθερό του στις εργασίες του γιατί τον πλήρωνε €50 την ημέρα. Όμως, ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο ποσό το επέστρεφε στον πεθερό του, αφού συμπλήρωνε στα λεφτά της πρώην συζύγου του για να τελειώσει το σπίτι τους, το οποίο ήταν υπό κατασκευή. Παραδέχθηκε ότι βοηθούντο, σε μεγάλο βαθμό, από τους γονείς της πρώην συζύγου του στην ανέγερση του σπιτιού τους αλλά ανέφερε ότι βοηθούσε και ο ίδιος στην κατασκευή αφού προσέφερε, εκτός από τα λεφτά που του είχαν δώσει οι γονείς του, και χειρωνακτική εργασία. Παραδέχθηκε ότι στο δάνειο που είχε ληφθεί για την ανέγερση της συγκεκριμένης κατοικίας, εγγυητές ήταν οι γονείς της Παραπονούμενης. Όταν του υποβλήθηκε ότι μία από τις μέρες που είχε μεταβεί με τον πεθερό του στο υπό ανέγερση σπίτι είχαν τσακωθεί, το αρνήθηκε. Όσον αφορά τις προστριβές που αφορούσαν το όνομα του υιού του, υποστήριξε ότι τα πεθερικά του είχαν αρχίσει να απομακρύνονται από τους γονείς του λόγω του ονόματος που θα δίδετο στον υιό του. Αρχικά, είχαν σκεφτεί να τον ονομάσουν με το όνομα του πεθερού του, όμως, τελικά τον ονόμασαν με το όνομα του πατέρα του και αυτό ο πεθερός του δεν το δέχθηκε ποτέ. Στην υποβολή ότι είχε αλλάξει εργασία πολλές φορές, υποστήριξε ότι εκτός από την εταιρεία "[ ]" εργάστηκε και στην εταιρεία "[ ]" ως πλασιέ καθώς επίσης και στο Χημείο του [ ] στη Λάρνακα. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που είχε αλλάξει χώρο εργασίας ήταν γιατί του παραπονείτο η πρώην σύζυγός του ότι δούλευε πολλές ώρες. Κατά την περίοδο του κορονοϊού μειώθηκε ο κύκλος εργασίας της εταιρεία που εργαζόταν και τελικά αποχώρησε μόνος του από την εταιρεία "REGINA" γιατί του είχε ανατεθεί δουλειά η οποία δεν ήταν της αρμοδιότητάς του. Όταν του υποβλήθηκε ότι έφυγε από τη συγκεκριμένη εταιρεία λόγω προστριβής του με τον προϊστάμενό του, επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος δεν επιθυμούσε να ξεχορτίζει, όπως του είχε ανατεθεί, και γι΄ αυτό παραιτήθηκε. Αρνήθηκε ότι δημιουργούσε σκηνή κάθε φορά που η πρώην σύζυγός του καθυστερούσε να πάει στο σπίτι μετά την εργασία της και προώθησε τη θέση ότι ο ισχυρισμός που αφορά την άσκηση ελέγχου στο πρόσωπό της είναι ψεύτικος και μαγειρεμένος από τα πρώην πεθερικά του. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι κτυπούσε και εξύβριζε την πρώην σύζυγό του καθώς επίσης και ότι της φώναζε στο τηλέφωνο. Όσον αφορά το περιστατικό της 10/07/2019, ερωτηθείς, ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη μέρα, μετά που σχόλασε, είχε μεταβεί στο σπίτι όμως ήταν θυμωμένος και ήθελε να συζητήσει με την πρώην σύζυγό του. Ανεβαίνοντας πάνω, είδε την πρώην σύζυγό του να βγαίνει από το μπάνιο με τις πιτζάμες της και χωρίς παπούτσια. Της ζήτησε να συζητήσουν και μπήκαν στο δωμάτιο για να συζητήσουν την απαίτηση του πεθερού του να μην παίρνουν το μωρό στους γονείς του, για να κάνουν οικονομία στη βενζίνη. Στο νου του, όμως, είχε και τον χωρισμό γιατί δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει στο σπίτι των γονιών της πρώην συζύγου του λόγω της πίεσης που του ασκείτο. Ενώ συζητούσαν, σε ψηλούς τόνους, άνοιξε την πόρτα η μητέρα της και μπήκε στο δωμάτιο. Η σύζυγός του την έδιωξε όμως εκείνη προσφέρθηκε να τους βοηθήσει να λύσουν το πρόβλημα. Τη συζήτηση άκουσε και ο πεθερός του, ο οποίος ανέβηκε, ρωτώντας τους αν μπορούσε να βοηθήσει, όμως και οι δύο τους ζήτησαν να αποχωρήσουν από το δωμάτιο. Όταν έφυγαν, η πρώην σύζυγός του γονάτισε μπροστά του, πιάνοντας τον από τα πόδια και ο ίδιος έσκυψε να τη σηκώσει. Στο μεταξύ, του ζητούσε να μη τη χωρίσει. Την ώρα που της είχε ζητήσει να χωρίσουν είχε σταθεί μπροστά του και τότε ο ίδιος ανασήκωσε τα χέρια του και την ακούμπησε στους ώμους. Στην προσπάθειά της να τον ανακόψει από φυγή, την απώθησε και εκείνη γλίστρησε και έπεσε στο έδαφος. Ο ίδιος τη μετέφερε στον "Άγιο Ραφαήλ" για εξέταση. Υποστήριξε ότι ο λόγος που έχασε την ισορροπία της και έπεσε, ήταν γιατί είχε βγει από το μπάνιο και δεν φορούσε παπούτσια. Παραδέχθηκε ότι ο τόνος στον οποίο συνομιλούσε με την πρώην σύζυγό του, τη συγκεκριμένη μέρα, ήταν μεγαλόφωνα αφού ο ίδιος προσπαθούσε να πει τα δικά του και εκείνη τα δικά της. Όταν του υποβλήθηκε ότι είχε σπρώξει την Παραπονούμενη, επέμενε στη θέση του ότι είχε ακουμπήσει τα χέρια του πάνω στους ώμους της γιατί τον απειλούσε ότι αν την χωρίσει θα του πιάσει το μωρό και στην προσπάθειά του να φύγει από κοντά της, εκείνη γλίστρησε. Τέντωσε τα χέρια του μπροστά για να υποδείξει πως είχε επιχειρήσει να φύγει από μπροστά στην πρώην σύζυγό του. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει πώς έχασε την ισορροπία της. Παραδέχθηκε ότι πήγαινε γυμναστήριο μετά που σχόλανε από την εργασία του, περιμένοντας την πρώην σύζυγό του να σχολάσει. Όσον αφορά το περιστατικό στις 22/10/2020, το αρνήθηκε και ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν την είχε τραβήξει από τα μαλλιά ή την είχε πιάσει από τον λαιμό. Σε σχέση με το περιστατικό της 19/05/2018, παραδέχθηκε ότι τους είχε επισκεφθεί ο φίλος του, ο Μ., τη συγκεκριμένη μέρα γιατί ήταν τα γενέθλια του υιού τους και ότι πράγματι ο Μ. συνομιλούσε με την πρώην σύζυγό του. Όμως, αρνήθηκε ότι ζήλεψε τον φίλο του, τον κουμπάρο του. Όσον αφορά την καταγγελία που ο ίδιος υπέβαλε εναντίον της αδελφής της πρώην συζύγου του, ισχυρίστηκε ότι είχε δει διάφορα πράγματα γι΄ αυτό και προέβη στην καταγγελία και ότι δεν είχε κίνητρο εκδικητικό. Επιστρέφοντας στο περιστατικό της 23/10/2020, όταν του υποβλήθηκε ότι τηλεφωνούσε επίμονα στην Παραπονούμενη ενώ εκείνη βρισκόταν στην αισθητικό, για να του ετοιμάσει τη βαλίτσα να εγκαταλείψει το σπίτι, το αρνήθηκε. Επίσης, αρνήθηκε ότι την έφτυνε στα μούτρα. Παραδέχθηκε ότι η θεία του η Τούλλα ενδιαφερόταν για το ζευγάρι και ότι είχε στενή επαφή μαζί τους καθώς επίσης και ότι ο σύζυγος της θείας Τούλλας δεν είχε στενή επαφή μαζί τους. Προς υποστήριξη των θέσεων του Κατηγορούμενου, δόθηκε μαρτυρία από τον Μ.Μ., Μ.Υ.2, κουμπάρο του Κατηγορούμενου, ο οποίος ήταν παρών τον Μάιο του 2018 όταν είχε επισυμβεί το ένα εκ των επεισοδίων για τα οποία παραπονείται η Παραπονούμενη. Ήταν η θέση του ότι μετά από συζήτηση με τον Κατηγορούμενο είχε εντοπίσει κάποιες φωτογραφίες και κάποια βίντεο της συγκεκριμένης ημέρας τα οποία είχε τοποθετήσει σε κάρτα μνήμης. Η συγκεκριμένη κάρτα μνήμης προβλήθηκε στο Δικαστήριο, επεξηγήθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  11. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο, την Παραπονούμενη και το μωρό καθώς και τον εαυτό του στις συγκεκριμένες φωτογραφίες που βρίσκονται στην κάρτα μνήμης. Προώθησε τη θέση ότι όσες φορές είχαν συναντηθεί, ο ίδιος δεν είχε δει ή διαπιστώσει να υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα στο ζευγάρι. Αντίθετα, οι δύο τους φαίνονταν πάντοτε να είναι ένα υγιές ζευγάρι. Αντεξετασθείς, ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στη Λεμεσό ως προγραμματιστής υπολογιστών. Λόγω του δύσκολου προγράμματός του, δεν συναντιόντουσαν συχνά με τον Κατηγορούμενο και την Παραπονούμενη, όμως υπήρχε επικοινωνία. Παραδέχθηκε ότι είχαν πάει μαζί διακοπές στην Πάφο για να δουν κάποιους φίλους. Όταν του υποβλήθηκε ότι στις συγκεκριμένες διακοπές ο ίδιος είχε παρεξηγηθεί με τον Κατηγορούμενο, υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε συμβεί οποιοδήποτε επεισόδιο μεταξύ τους στην Πάφο. Ούτε θυμόταν κατά πόσο στα γενέθλια της Παραπονούμενης η ίδια του είχε ζητήσει να της εξηγήσει κάποια πράγματα σε σχέση με το τηλέφωνό της. Όμως, δεν αρνήθηκε ότι υπήρχε η πιθανότητα να καθόντουσαν δίπλα-δίπλα με την Παραπονούμενη και να συζητούσαν. Δεν θυμόταν, όμως, αν ο Κατηγορούμενος είχε ζητήσει από την Παραπονούμενη να απομακρυνθούν από τους υπόλοιπους για να μιλήσουν μόνοι τους. Ο Χ.Ι., Μ.Υ.3, θείος του Κατηγορούμενου, ήταν ο επόμενος μάρτυρας. Προώθησε τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος είναι αδελφότεχνος της γυναίκας του, η οποία ονομάζεται Τ. Ι. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  12. Στη δήλωσή του κατέγραψε ότι καθ΄ όλο το διάστημα που ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη ήταν μαζί, ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν αγαπημένο ζευγάρι και από τη συμπεριφορά τους και τον τρόπο τους, δηλαδή, κρατούσαν ο ένας το χέρι του άλλου, χαμογελούσαν μεταξύ τους και αποκαλούσαν ο ένας τον άλλο «αγάπη μου». Μπορούσε κάποιος να πει ότι ήταν πολύ αγαπημένοι. Τον Σεπτέμβριο του 2020 ο ίδιος είχε διοργανώσει πάρτι στο σπίτι του και ήταν καλεσμένοι το ζευγάρι μαζί με το μωρό. Είδε την Παραπονούμενη να κάθεται δίπλα από τον Κατηγορούμενο, να τον κρατά από το μπράτσο και το σώμα της να έχει μια κλίση προς το δικό του σώμα ενώ το κεφάλι της ακουμπούσε τον ώμο του. Αυτό γινόταν σε όλες τις περιπτώσεις που τύγχανε να συναντηθούν. Τον Οκτώβριο του 2020 ο Κατηγορούμενος τους ενημέρωσε ότι η σχέση του με την Παραπονούμενη περνούσε κρίση γιατί ο πατέρας της παρενέβαινε συνέχεια στη ζωή τους, είτε στα οικονομικά τους είτε στην ανατροφή του παιδιού τους. Μετά από λίγες μέρες έμαθαν ότι ο Κατηγορούμενος χώρισε και σοκαρίστηκαν γιατί πάντοτε τους θεωρούσαν αγαπημένους. Τον Νοέμβριο του 2021, με αφορμή τη γιορτή του παιδιού τους, ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει της Παραπονούμενης για να της ευχηθεί για το παιδί της και η συγκεκριμένη επικοινωνία συνέχισε για τις επόμενες 2-3 μέρες κατά την οποία η Παραπονούμενη είχε εκφράσει την επιθυμία να τα ξαναβρεί με τον Κατηγορούμενο επειδή τον αγαπούσε και δεν ήθελε να διαλύσει τον γάμο της. Όμως, φοβόταν ότι οι γονείς της δεν θα δέχονταν τον Κατηγορούμενο στο σπίτι τους λόγω των διαφορών που υπήρχαν. Ο ίδιος με τη σύζυγό του, της πρότειναν όπως μείνουν στο σπίτι τους μέχρι να βρουν το δικό τους σπίτι. Όμως, η Παραπονούμενη αρνήθηκε. Διευθετήθηκε, στη συνέχεια, συνάντηση στο σπίτι των γονιών της Παραπονούμενης με σκοπό να πειστούν οι γονείς της να επιτρέψουν την επανασύνδεση της κόρης τους με τον Κατηγορούμενο. Στη συγκεκριμένη συνάντηση είχε μεταβεί πρώτα η σύζυγός του, όπου συνομίλησε με την Παραπονούμενη και τους γονείς της ενώ ο ίδιος είχε μείνει μαζί με τον Κατηγορούμενο στο χώρο στάθμευσης του γηπέδου της Ορμήδειας, συζητώντας. Στη συζήτηση, ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει ότι οι γονείς της πρώην συζύγου του επέμβαιναν συνεχώς στη σχέση τους, ιδιαίτερα ο πατέρας της, ο οποίος τον μείωνε συνεχώς επειδή δεν ήξερε να κάνει δουλειές και επειδή δεν γνώριζε την τέχνη της πελεκανικής. Όταν μετέβηκε ο ίδιος με τον Κατηγορούμενο στο σπίτι των γονιών της Παραπονούμενης, εκείνη κάθισε δίπλα από τον Κατηγορούμενο και του κρατούσε το χέρι ενώ του ψιθύρισε και κάτι στο αυτί. Στη συνάντηση υπήρχε γενικά ένα θετικό κλίμα χωρίς εντάσεις και λογομαχίες. Όμως, ακούστηκε από τον πάνω όροφο μια γυναικεία φωνή να ουρλιάζει και όταν έφυγαν από το σπίτι ο ίδιος ρώτησε τον Κατηγορούμενο γιατί ούρλιαζε η αδελφή της Παραπονούμενης και εκείνος του εξήγησε ότι η αδελφή της δεν ήθελε να τον βλέπει διότι είχε αποκαλύψει στον πατέρα της ότι είχε πάει με κάποιον άντρα σε ξενοδοχείο χωρίς να το αναφέρει του πατέρα της. Λόγω του ότι ο ίδιος εργάζεται μαζί με τη σύζυγό του, στο ίδιο γραφείο, σε ό,τι αφορά την επικοινωνία με την Παραπονούμενη της μιλούσαν πάντοτε και οι δύο σε ανοικτή ακρόαση. Ο λόγος που δεν μπορεί να δώσει μαρτυρία η σύζυγός του είναι γιατί είναι καρκινοπαθής και δεν έχει αντοχές για να συμμετάσχει στη συγκεκριμένη διαδικασία. Αντεξετασθείς, ισχυρίστηκε ότι διαμένει και εργάζεται στους Αγίους Τριμιθιάς. Υποστήριξε ότι δεν γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόβλημα με την εργασία του και ότι δεν έβρισκε εύκολα δουλειά. Όμως, το γεγονός ότι είχε μεσολαβήσει, με κανένα τρόπο δεν σήμαινε ότι δυσκολευόταν να βρει δουλειά. Από όσα γνώριζε, ο Κατηγορούμενος αναζητούσε εργασία κοντά στο σπίτι του και το παιδί του. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι ουδέποτε του ζητήθηκε να εργοδοτήσει είτε τον Κατηγορούμενο είτε τον αδελφό του γιατί, κατά τη δική του άποψη, δεν μπορείς να εργοδοτείς συγγενείς και φίλους και να μπλέκεις τα επιχειρησιακά με την οικογένεια. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι συναντιόντουσαν τακτικά με το ζευγάρι στο σπίτι της μητέρας του Κατηγορούμενου, που είναι αδελφή της συζύγου του και σε όλες τις συναντήσεις τους η αντίληψή τους ήταν ότι το συγκεκριμένο ζευγάρι ήταν πάρα πολύ αγαπημένο γι΄ αυτό και παραξενεύτηκαν όταν άκουσαν ότι χώρισαν. Υποστήριξε ότι στο διάστημα 2016 μέχρι 2020 υπήρχε επικοινωνία μεταξύ τους και του ζευγαριού και ότι η σύζυγός του ήταν αυτή που επικοινωνούσε πιο τακτικά με τον Κατηγορούμενο ή την Παραπονούμενη. Ανέφερε ότι πολλές φορές, όταν μιλούσε η σύζυγός του με την Παραπονούμενη σε ανοικτή ακρόαση, ο ίδιος μετακινείτο προς το γραφείο της συζύγου του για να της μιλήσει. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι δεν γνώριζε πώς ήταν η σχέση του ζευγαριού στο σπίτι τους και προώθησε την άποψη ότι οι ίδιοι μπορούσαν μόνο να πουν για αυτό που έβλεπαν. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που δεν έδωσε μαρτυρία η σύζυγός του ήταν γιατί δεν ήθελε να πει ψέματα στο Δικαστήριο, λόγω των θρησκευτικών της πεποιθήσεων, ο ίδιος το αρνήθηκε αναφέροντας ότι είναι καρκινοπαθής και παρά το γεγονός ότι το έχει ξεπεράσει, είναι πιο ευαίσθητη και γι΄ αυτό τον λόγο έπρεπε να προστατευτεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου κατέθεσε, προς υποστήριξη των θέσεών του, γραπτό κείμενο. Υποστηρίζει ότι προέχει η απόδειξη της επίθεσης πριν την ύπαρξη της πραγματικής σωματικής βλάβης και ότι δεν έχει αποδειχθεί, μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η επίθεση από τον Κατηγορούμενο στο πρόσωπο της Παραπονούμενης. Προωθεί θέσεις που αφορούν την πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης από τις Αστυνομικές Αρχές, με αναφορά στη νομολογία. Συγκεκριμένα, ότι οι Αστυνομικές Αρχές «υπέπεσαν σε βαρύνουσας μορφής παραλείψεις» οι οποίες οδηγούν σε ακροσφαλή συμπεράσματα. Βασίζεται η συγκεκριμένη εισήγηση στο γεγονός ότι δεν αναζητήθηκε ανεξάρτητη μαρτυρία κατά το στάδιο της διερεύνησης. Αναφέρθηκε στη μαρτυρία που προσκομίστηκε, υποδεικνύοντας αντιφάσεις καθώς και θέσεις που, σύμφωνα με τον δικό του ισχυρισμό, εκφύγουν της λογικής. Καταλήγει ότι η απαλλαγή του Κατηγορούμενου θα διαφαλίσει τη δίκαιη δίκη του και θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή αγόρευσε προφορικά. Ζήτησε όπως ανασταλεί η Κατηγορία 3 και παρέπεμψε στη νομολογία που αφορά το θέμα του τι συνιστά επίθεση και ποια μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματική σωματική βλάβη. Παρέπεμψε στη Georghiades v. Police
(1985)1 C.L.R. και στη Γιάλλουρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ κ.α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1635. Επέσυρε, στη συνέχεια, την προσοχή του Δικαστηρίου στη μαρτυρία και στις αντιφάσεις που υπήρχαν. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του συνηγόρου του Κατηγορούμενου για μη δίκαιη δίκη, υποστήριξε ότι έχει προβληθεί γενικά και αόριστα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί. Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις απόψεις και των δύο συνηγόρων. Αξιολόγηση της μαρτυρίας - Ευρήματα - Συμπεράσματα. Είχα την ευκαιρία, στα πλαίσια της ζωντανής δίκης, να παρακολουθήσω και ν΄ ακούσω τους μάρτυρες κατηγορίας ενώ έδιναν ένορκη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείχτη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την όλη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα, την ειλικρίνεια, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν. Η Δρ. Σ., Μ.Κ.1, κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Σύμφωνα και με τη νομολογία, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αποτελεί μόνο καθοδήγηση για το Δικαστήριο, για να κατευθύνει την προσοχή του και να κρίνει την αξία της. Βλ. Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Νικολάου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841 και Will's Principles of Circumstantial Evidence, 7η έκδοση, σελ. 216. Στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», στις σελ. 580- 581, διαβάζονται τα ακόλουθα: «Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1).» Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού, Τεκμήριο 1, σε συνάρτηση με τη δια ζώσης μαρτυρία της, δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να μην την πιστέψω. Η ίδια είχε εξετάσει την Παραπονούμενη και είχε καταγράψει τις διαπιστώσεις της. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι η Παραπονούμενη είχε χτυπήσει στο χέρι τη συγκεκριμένη μέρα, ήτοι στις 10/07/2019 που την μετέφερε για να εξαταστεί από ιατρό στην Ιδιωτική Κλινική "Άγιος Ραφαήλ". Οπόταν, υπήρξε τραυματισμός της Παραπονουμένης στις 10/07/
  1. Όσον αφορά τον Αστ.4712, Μ.Κ.2, η μαρτυρία του ήταν τυπική και προέκυψε από τις έρευνες του σε σχέση με τη συγκεκριμένη καταγγελία. Έγινε εισήγηση, από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου, για πλημμελή διερεύνηση από τον συγκεκριμένο Αστυφύλακα. Η εισήγηση βασίστηκε στο γεγονός ότι δεν είχε ληφθεί κατάθεση από την ψυχολόγο που παρακολουθούσε την Παραπονούμενη, από τον εργοδότη της καθώς και από άλλους ανεξάρτητους μάρτυρες σε σχέση με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας εξήγησε γιατί δεν έλαβε κατάθεση από την ψυχολόγο και ανέφερε συγκεκριμένα ότι η ίδια η Παραπονούμενη του είπε ότι δεν επιθυμούσε την ενόχληση της ψυχολόγου γιατί δεν ήθελε να την εμπλέξει, με όλες τις συνέπειες που αυτό μπορεί να είχε στην υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, προκύπτει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως βασική αρχή της νομολογίας ότι δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εμπειρογνώμονα που σκοπό έχει να υποστηρίξει την αξιοπιστία του οποιουδήποτε παραπονούμενου. Αναφορά γίνεται στις αποφάσεις Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 178/2017 ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 91/2017 ημερ. 02/05/2018, ECLI:CY:AD:2018:B
  2. Όσον αφορά τη μη λήψη κατάθεσης από τον εργοδότη της Παραπονούμενης ή από οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα, αυτό δεν εμπόδιζε την Υπεράσπιση από του να παρουσιάσει τις θέσεις της. Οπόταν, δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε μεμπτό στον τρόπο ενέργειας του συγκεκριμένου αστυφύλακα. Ιδιαίτερα, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε προκατάληψη ή αλλότριο κίνητρο στον τρόπο που ενήργησε (βλ. Δημοκρατία ν. Αντώνης Κουρουζίδης κ.α. Ποιν. Έφεση 34/2020 κ.α. ημερ. 20/07/2022), ECLI:CY:AD:2022:B
  3. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, Μ.Κ.3, της αδελφής της, Μ.Κ.4 και της μητέρας της, Μ.Κ.5, περιβάλλονταν από συναίσθημα και ένταση. Εμφανώς φορτισμένη η Παραπονούμενη, Μ.Κ.3, εξιστόρησε τι είχε βιώσει τα τέσσερα χρόνια που ήταν μαζί με τον Κατηγορούμενο αναμένοντας και ελπίζοντας να αλλάξει και τους λόγους για τους οποίους δεν είχε χωρίσει ενωρίτερα με τον Κατηγορούμενο παρά τη συμπεριφορά του. Οι αναφορές της στα όσα η ίδια πίστευε για τα συναισθήματα που έτρεφε για τον Κατηγορούμενο, σε καμία περίπτωση δεν πρόδιδαν άνθρωπο που ήθελε με οποιοδήποτε τρόπο να βλάψει τον Κατηγορούμενο σκόπιμα. Αντίθετα, καταδείκνυαν άνθρωπο που έδωσε ευκαιρίες αλλά προαφανώς δεν έτυχαν εκμετάλλευσης από τον Κατηγορούμενο. Η γραμμή που ουσιαστικά ακολουθήθηκε στην αντεξέταση της Παραπονούμενης, αρχικά, ήταν ότι οι καταγγελίες ήταν ψευδείς και έγιναν εκδικητικά. Στη συνέχεια, της υποβλήθηκε ότι το επισόδειο του Ιουλίου 2019 έγινε γιατί ο Κατηγορούμενος ήθελε να φύγει από το σπίτι των γονιών της. Όμως, οι απαντήσεις της Παραπονούμενης ήταν άμεσες, λογικές και ειλικρινείς σε ό,τι ερωτήθηκε. Συγκεκριμένα, παραδέχθηκε ότι τρέφει αισθήματα για τον Κατηγορούμενο, γι΄ αυτό και είχε δεχθεί να προσπαθήσει για επανσύνδεση, αλλά διαπίστωσε ότι δεν μπορούν να είναι μαζί λόγω του χαρακτήρα του γιατί συνεχίζει να είναι εκρηκτικός αλλά και κτητικός. Το συγκεκριμένο συμπέρασμα της Παραπονούμενης ενισχύεται και από το περιεχόμενο των μηνυμάτων που ανταλλάγησαν μεταξύ της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου και υποδείχθηκαν στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέτασή της, Τεκμήριο 6, σελίδες 18 και
  4. Εν πάση περιπτώσει, παρά την αντιφατική προσέγγιση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι είχε συμβεί ένα επεισόδιο μεταξύ του και της Παραπονούμενης στις 10/07/2019, όταν ο ίδιος ήταν θυμωμένος, και ενώ συζητούσαν σε «υψηλούς τόνους» απώθησε την Παραπονούμενη ακουμπώντας τα χέρια του στους ώμους της και εκείνη έπεσε και χτύπησε. Οπόταν, δεν διαπιστώνεται ψεύδος στα λεχθέντα της σε σχέση με το επεισόδιο της 10/07/
  5. Δεν προέκυψε καμία σύνδεση της καταγγελίας που έκανε για την παρούσα με οποιαδήποτε σκοπιμότητα από πλευράς της Παραπονούμενης, ως ουσιαστικά της υποβλήθηκε. Η καταγγελία του Κατηγορούμενου εναντίον της αδελφής της υποβλήθηκε μετά τη δική της καταγγελία. Μάλιστα, ερωτώμενη τι περιμένει από την παρούσα διαδικασία, εξήγησε με ειλικρίνεια ότι η συμπεριφορά του, επιθετική, εξευτελιστική και προσβλητική, την καταρράκωσε και την ισοπέδωσε ως άνθρωπο γι΄ αυτό και προέβη στην καταγγελία αλλά και για να αποφευχθούν χειρότερες καταστάσεις. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η Παραπονούμενη είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Παρά το εμφανές άγχος που τη διακατείχε και την έντονη συναισθηματική της φόρτιση καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της, ήταν σταθερή στις θέσεις της. Το γεγονός ότι έκανε λάθος σε σχέση με την ημερομηνία που επισκέφθηκε τον "Άγιο Ραφαήλ", διορθώθηκε με την κατάθεσή της Τεκμήριο 4(Α). Δεν θεωρώ το συγκεκριμένο λάθος καταλυτικό για τη μαρτυρία της. Ούτε το γεγονός ότι είχε τραυματιστεί στο πόδι, σε άλλο επεισόδιο μεταξύ των μερών και δεν είχε επισκεφθεί το ιατρό, θεωρώ ότι έχει αρνητικές συνέπειες στην αληθοφάνεια της μαρτυρίας της. Αναφορικά δε με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης για παρόμοιες προηγούμενες συμπεριφορές του Κατηγορούμενου εναντίον της, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας της αλλά, ενόψει του ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιεσδήποτε σχετικές κατηγορίες, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς ευρημάτων της επίδικης περίπτωσης. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Παραπονούμενη είπε την αλήθεια και η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Προτού αξιολογηθεί η μαρτυρία των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να αποκλείει την αλληλοενίσχυση της μαρτυρίας εκτός από τις ακόλουθες δύο περιπτώσεις: (α) ένας μάρτυρας δεν μπορεί να ενισχύσει άλλο μάρτυρα όταν ο καθένας είναι συναυτουργός με τον κατηγορούμενο στο ίδιο αδίκημα και (β) η ανώμοτη μαρτυρία ενός παιδιού δεν μπορεί να ενισχύσει την ανώμοτη μαρτυρία άλλου παιδιού. Η Μ.Κ.4, αδελφή της Παραπονούμενης, ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο περιστατικό της 10/07/
  6. Δεν είπε οτιδήποτε υπερβολικό σε σχέση με το συγκεκριμένο επεισόδιο ή οτιδήποτε που να εκφεύγει από τα όσα ανέφερε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στη δική του μαρτυρία. Μίλησε για φωνές στο δωμάτιο και η θέση του Κατηγορούμενου είναι ότι συζητούσαν έντονα τη συγκεκριμένη μέρα. Ανέφερε ότι η αδελφή της μπήκε μπροστά στον Κατηγορούμενο. Το ίδιο ακριβώς είπε και ο Κατηγορούμενος καθώς επίσης και ότι την απώθησε και έπεσε χτυπώντας το χέρι της. Ουσιαστικά, η μαρτυρία της Μ.Κ.4 ενισχύθηκε από τη μαρτυρία του ίδιου του Κατηγορούμενου. Η προσπάθεια της Υπεράσπισης να αποδώσει κίνητρο στη συγκεκριμένη μάρτυρα ήταν άκαρπη. Ως εκ τούτου, είναι αποδεκτή ως αληθινή εκδοχή του τι είχε συμβεί στις 10/07/
  7. Η μαρτυρία της Μ.Κ.5, μητέρας των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4, περιεβάλλετο από πολύ έντονα συναισθήματα. Φάνηκε ότι βίωνε στο πετσί της τους καυγάδες του ζευγαριού και ότι λόγω της αγάπης της προς την κόρη της σεβάστηκε την επιθυμία της να μην διώξει τον Κατηγορούμενο από το σπίτι της. Παραδέχθηκε ότι με βάση τη λογική θα έπρεπε να είχε πείσει την κόρη της να διώξει τον Κατηγορούμενο ενωρίτερα όμως, ως μάνα, πονούσε την κόρη της που της ζητούσε να την αφήσει να χειριστεί η ίδια την κατάσταση γι΄ αυτό και έκανε την υπέρβαση. Καταιγιστική στην αντεξέταση, έθεσε το εύλογο ερώτημα γιατί να προσπαθεί να διαλύσει το γάμο της κόρης της αν όλα ήταν ρόδινα. Μόνο μια μάνα αλλόφρων θα έκανε αυτό το πράγμα. Δεν είδε το επεισόδιο της 10/07/2019, αλλά βίωνε την καθημερινότητα του ζευγαριού, την οποία περιέγραψε με πολλή γλαφυρότητα. Δεν έδωσε στο Δικαστήριο λόγο να απορρίψει τη μαρτυρία της. Όσον αφορά την ένορκη μαρτυρία του Κατηγορούμενου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν μια προσπάθεια να προστατεύσει τον εαυτό του. Ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία ήταν μια προσπάθεια καταστροφής του. Όμως, δεν εξήγησε γιατί η Παραπονούμενη να θέλει την καταστροφή του τη στιγμή που δέχθηκε να προσπαθήσει να επανασυνδεθούν. Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα υπερόπτη άνθρωπο. Μιλούσε συνέχεια για την «τοξικότητα» του πατέρα της συζύγου του, ενός ανθρώπου που τον φιλοξενούσε στο σπίτι του, του παραχωρούσε τροφή, φρόντιζε για το παιδί του και του έκτιζε και το σπίτι του. Έντονο το ύφος του και χειριστικό. Θεωρούσε ότι μπορούσε να ελέγξει τη διαδικασία του Δικαστηρίου κάνοντας υποδείξεις. Εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι τη 10/07/2019 ήταν από το πρωί θυμωμένος και επεδίωξε να συζητήσει με την Παραπονούμενη για το θέμα το οποίο τον απασχολούσε. Η συζήτηση έγινε σε «ψηλούς τόνους», όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε και όταν μπήκε μπροστά του η Παραπονούμενη, ο ίδιος την απώθησε με τα χέρια του προς τα πίσω και εκείνη έπεσε και χτύπησε. Λησμόνησε ότι είχε δώσει δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές στη μαρτυρία του. Αρχικά, είπε ότι ακούμπησε την Παραπονούμενη στους ώμους ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι την απώθησε. Θεώρησε, ο ίδιος, ότι με το να αναφέρει τη λέξη «απώθησε» δεν θα έφερε ευθύνη. Όμως, ξέχασε ότι είχε δείξει, εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, τι είχε πράξει με τα χέρια του. Η παραδοχή του μιλά από μόνη της. Το εκρηκτικό του χαρακτήρα του διαφαίνεται και από τα μηνύματα που αντάλλασσε με την Παραπονούμενη ενώ βρίσκονταν σε μια προσπάθεια για «επανένωση». Το Τεκμήριο 6, το οποίο κατατέθηκε κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης, καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος ήθελε να ελέγχει συναισθηματικά την Παραπονούμενη. Τα συγκεκριμένα μηνύματα καταγράφηκαν χωρίς να έχει οποιοσδήποτε εκ των δύο κατά νου ότι θα κατατίθονταν στο Δικαστήριο και αυτό έχει τη σημασία του. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια αλλά προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα ταλαιπωρημένο άνθρωπο γιατί συμβίωνε με τα πεθερικά του τα οποία επενέβαιναν στη ζωή του με τη σύζυγό του. Το ερώτημα είναι, αν αυτό ήταν το πρόβλημα, οι γονείς της Παραπονούμενης, γιατί δεν πήρε το παιδί του και την γυναίκα του και να φύγει από το σπίτι των πεθερικών του, στο οποίο σπίτι πήγαινε το βράδυ μετά το γυμναστήριο για να φάει και να κοιμηθεί. Όσον αφορά τη μαρτυρία των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, το Δικαστήριο δεν μπορεί να της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα εστιάζεται στο γεγονός ότι οι δύο αυτοί μάρτυρες δεν ζούσαν με το ζευγάρι επί καθημερινής βάσεως για να μπορούν να γνωρίζουν τι συνέβαινε στην πραγματικότητα ούτε καν συχνή επικοινωνία δεν είχαν. Ο Μ.Υ.2 τους έβλεπε σπάνια, γιατί όπως δήλωσε είναι πολύ απασχολημένος με την εργασία του και μένει στη Λεμεσό και ο Μ.Υ.3, παρόλο που δήλωνε γνώστης της συναισθηματικής κατάστασης του ζευγαριού, στην πραγματικότητα αυτή που γνώριζε τα προβλήματα και την καθημερινότητα του ζευγαριού ήταν η σύζυγός του, η θεία Τούλλα και όχι ο ίδιος, όπως δηλώθηκε και από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο κατά την αντεξέτασή του. Με βάση τη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο έχει κρίνει ως αποδεκτή, μπορούν να εξαχθούν τα ακόλουθα ευρήματα: Η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος ήταν ζευγάρι από το
  8. Η συγκατοίκηση στο σπίτι των γονιών της Παραπονούμενης ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο 2016 όταν έμεινε έγκυος και ακολούθως αρραβωνιάστηκαν. Παντρεύτηκαν στις 30/09/2018 έχοντας ένα τέκνο γεννηθέν τον Μάϊο του
  9. Η σχέση τους ήταν πάντοτε συγκρουσιακή, λόγω της ιδιοσυγκρασίας του Κατηγορούμενου, ο οποίος ζήλευε την Παραπονούμενη και ήθελε να ελέγχει τα πάντα και λόγω του γεγονότος αυτού υπήρχαν ξεσπάσματα θυμού του Κατηγορούμενου στο πρόσωπο της Παραπονούμενης. Σε μια από τις πολλές διαφωνίες τους, καυγάδες τους, τον Ιούλιο 2019 ο Κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια του την Παραπονούμενη με αποτέλεσμα να πέσει και να χτυπήσει το χέρι της. Φοβούμενος, για τις συνέπειες της πράξης του, τη μετέφερε στην Ιδιωτική Κλινική "Άγιος Ραφαήλ" όπου είχε διαπιστωθεί άλγος στην περιοχή της αριστερής πηχεοκαρπικής άρθρωσης και του σύστοιχου αντιβραχίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της βίας στην οικογένεια και συγκεκριμένα ότι επιτέθηκε στην πρώην σύζυγο του, Μ.Κ.3 και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Στο άρθρο 3
(1)του Ν.119(Ι)/2000 η έννοια της βίας ορίζεται ως εξής: «3.—
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.». ( η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος συνίστανται σε αυτά της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, με το επιπλέον στοιχείο ότι η βία θα πρέπει να ασκείται μεταξύ μελών της ιδίας οικογένειας. Στο άρθρο 2 του Ν.119/2000, ως μέλη της οικογένειας καθορίζονται, μεταξύ άλλων: « (α) άντρας και γυναίκα που— (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· ................................» Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αναφέρονται σε επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ως προς το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη, γίνεται παραπομπή στις αποφάσεις R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529, Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61 και Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R.
  1. Στην απόφαση Georghiades (ανωτέρω), επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου
  2. Με αυτή την έννοια δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίζει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει, όμως, να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση, όπως μια απειλή ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R 442 και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, παρ. Β2.5, σελ. 162). Στην Ψυλλίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 326 καθορίστηκε ότι και το φτύσιμο εναντίον άλλου προσώπου συνιστά επίθεση. Δεν είναι δε απαραίτητο όπως ο δράστης πετύχει τον στόχο του. Για να διαπραχθεί το αδίκημα της επίθεσης πρέπει αυτός που διαπράττει την επίθεση με πρόθεση ή χωρίς, να νοιάζεται να επιφέρει στον άλλο άμεση παράνομη βία. Η δε πράξη βίας πρέπει να συνοδεύεται με εχθρική πρόθεση, σύμφωνα με το σύγγραμμα του Smith & Hogan «Criminal Law», 10η έκδοση, σελίδα
  1. Το σύγγραμμα Archbold 2002, στην παρα. 19-166 καταγράφει τα ακόλουθα: «An assault is any act - and not a mere omission to act- by which a person intentionally - or recklessly - causes another to apprehend immediate unlawful violence....... The act must be accompanied by a hostile intent calculated to cause apprehension in the mind of the victim. Where the hostile intent is not present, there will be no assault....». Οι όροι «σωματική βλάβη» και «τραύμα» ερμηνεύονται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία, με βάση τη μαρτυρία που αποδέχθηκε το Δικαστήριο και τα ευρήματά του, ότι η Παραπονούμενη είχε υποστεί πραγματική σωματική βλάβη, αφού είχε χτυπήσει στο χέρι της και το χέρι της είχε τεθεί σε νάρθηκα. Ο τραυματισμός της Παραπονούμενης, ως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε, είχε προκύψει κατά τη διάρκεια του διαπληκτισμού τους στις 10/07/
  2. Χωρίς να νοιάζεται, είχε σπρώξει την Παραπονούμενη, στην προσπάθειά του να την απωθήσει από μπροστά του με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο έδαφος και να χτυπήσει το χέρι της. Το σπρώξιμο του Κατηγορούμενου με τα χέρια, το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε «απώθηση», δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως επίθεση στη Μ.Κ.
  3. Το άρθρο 3
(1)του Ν.119(Ι)/2000 αναφέρεται σε οποιαδήποτε πράξη, είτε είναι τοποθέτηση των χεριών στους ώμους είτε είναι απώθηση με σπρώξιμο ως είχε δείξει ο Κατηγορούμενος εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Από τη συγκεκριμένη πράξη του Κατηγορούμενου η Μ.Κ.3 υπέστη τραυματισμό, ως περιγράφεται στο Τεκμήριο
  1. Εν πάση περιπτώσει, αναφορικά με τα τραύματα τα οποία υπέστη, δεν υπήρχε αμφισβήτηση από πλευράς Υπεράσπισης, ήτοι ότι όντως είχε υποστεί τον εν λόγω τραυματισμό. Σημειώνεται, επίσης, ότι η απάντηση 11 της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου αυτολεξεί αναφέρει «προσπάθησα να την απωθήσω», Τεκμήριο
  2. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η ενέργεια του Κατηγορούμενου να σπρώξει την Παραπονούμενη με τα δύο χέρια του, στις 10/07/2019, αναμφίβολα συνιστά επίθεση, ως προκύπτει και από την προαναφερόμενη νομολογία. Η όλη δε συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της εν λόγω πράξης αλλά και αμέσως μετά από αυτή, οδηγεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αναμφίβολα στο συμπέρασμα ότι αυτός είχε και την αναγκαία πρόθεση να διαπράξει την εν λόγω επίθεση εναντίον της τότε συζύγου του, η οποία σίγουρα δεν συγκατατέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο σε αυτή. Ως εκ των άνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας
  3. Όσον αφορά την Κατηγορία 1, η οποία αφορά την περίοδο 01 - 31 Μαϊου 2018, η Μ.Κ.3 αναφέρθηκε σε διάφορα γεγονότα που συνέβησαν εκείνη τη χρονιά, από τον Μάρτιο 2018 μέχρι και τον Μάιο 2018, ήτοι στα γενέθλια του υιού τους καθώς και στα δικά της γενέθλια. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιλέξει ποια γεγονότα αφορά η συγκεκριμένη κατηγορία. Οπόταν, λόγω αυτού του δεδομένου, ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να κριθεί ένοχος στη συγκεκριμένη κατηγορία. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Κατηγορία 1 και κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία
  4. (Υπ.) ................................................ Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.