← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 850/22, 9/5/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 850/22, 9/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AMMOXΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Μιντή, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 850/22 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Κατηγορούσα Αρχή εναντίον ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Κατηγορουμένος ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης Όψεως) Ημερομηνία: 09 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή κα. Α. Χατζημιχαήλ Για Κατηγορούμενo: κ. Ν.Νικολάου Κατηγορούμενος Παρών Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα ακόλουθα αδικήματα: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης[1] · Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας[2] · Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ πινακιδών συνιστουσών τα διακριτικά τα διακριτικά σημεία της ταυτότητας του οχήματος[3] · Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος ενώ η εγγραφή του ακυρώθηκε από τον Έφορο λόγω μη ανανέωσης άδειας κυκλοφορίας από τις 31/05/2019[4] · Ακινητοποίηση μηχανοκίνητου οχήματος σε χώρο άλλο από αυτόν που δηλώθηκε ότι θα βρίσκεται[5] Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες όλων των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος στις 21.12.21 στην οδό 1ης Απριλίου στο Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του με αρ. εγγραφής [...], διαπράττοντας όλα τα πιο πάνω αδικήματα. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης κάλεσε μια μάρτυρα, την Αστ. 3412 Κ.Κ. (στο εξής η Μ.Κ.1). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ότι από τη μαρτυρία που προσφέρθηκε δεν αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Τυχόν κλήση του σε απολογία κατά τον κ. Νικολάου, θα σήμαινε ανεπίτρεπτα, ότι ουσιαστικά ο κατηγορούμενος καλείται για να καλύψει τα κενά που άφησε πίσω της η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Η ουσιαστική εισήγηση του κ. Νικολάου στηρίχθηκε στο ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.1 στερείται λογικής και πειστικότητας, καθώς παρουσιάζει υποθετικές θέσεις, κενά και ασάφειες επί ουσιωδών θεμάτων. Επιπρόσθετα, ο κ. Νικολάου εισηγήθηκε ότι σε όλες ανεξαιρέτως τις κατηγορίες ελλείπει από τη δοθείσα μαρτυρία η αποκάλυψη του συστατικού στοιχείου της οδήγησης και δη της οδήγησης του εν λόγω μηχανοκίνητου οχήματος από τον κατηγορούμενο. Η κα. Χατζήμιχαηλ από την άλλη αντίτεινε πως η μαρτυρία η οποία δόθηκε είναι αρκετή για να καλύψει το παρόν στάδιο και από το περιεχόμενο της πληρούνται τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων. Οι αρχές που διέπουν το στάδιο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι καλά εδραιωμένες. Στην κατευθυντήρια επί του θέματος υπόθεση Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, [1962] 1 All E.R. 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Απαλλαγή Κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. The Police (ανωτέρω) και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. The Police (πιο πάνω). Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Η Μ.Κ.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, τη γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 04.01.
  1. Σε αυτήν αναφέρει συνοπτικά, ότι ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην οδό 1ης Απριλίου στο Λιοπέτρι στις 21.12.21, αντιλήφθηκε να είναι σταθμευμένη σε ανοιχτό χώρο και συγκεκριμένα δίπλα από ένα κουρείο μια μοτοσυκλέτα μάρκας YAMAHA χρώματος μαύρου η οποία δεν είχε αρ. εγγραφής. Εξήλθε από το όχημα, πλησίασε τη μοτοσυκλέτα, διαπίστωσε ότι η μηχανή της ήταν ζεστή και άρα χρησιμοποιήθηκε πρόσφατα, έλεγξε τον αρ. πλαισίου της και διαπίστωσε από το σύστημα της Αστυνομίας τα περαιτέρω στοιχεία της όπως επίσης ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν ο κατηγορούμενος. Στο μέρος προσήλθε ο κατηγορούμενος, τα στοιχεία του οποίου ταυτοποίησε και τον ρώτησε υπό ποιες συνθήκες η μοτοσυκλέτα ήταν εκεί με τον κατηγορούμενο να της απαντά ''ΕΓΙΩ ΤΗΝ ΕΦΕΡΑ, ΕΝ ΤΗΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΩ ΤΖΙΑΙ ΗΡΤΑ ΝΑ ΚΟΥΡΕΥΤΩ''. Ζήτησε από τον κατηγορούμενο να της προσκομίσει την άδεια οδηγού του και αυτός την απάντησε ''ΕΝΕΧΩ ΑΔΕΙΑ''. Τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνούσε εναντίον του, του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και αυτός απάντησε ''ΕΝΤΑΞΕΙ''. Διαπίστωσε τα υπό κρίση αδικήματα, ενημέρωσε εκ νέου τον κατηγορούμενο για τα πιο πάνω και αυτός της απάντησε ''ΤΙ ΕΝΝΑ ΓΙΝΕΙ ΤΩΡΑ''. Όταν περαιτέρω τον ενημέρωσε ότι θα καταγγελθεί της ανέφερε ''ΚΑΜΕ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΟΥ''. Στη δια ζώσης μαρτυρία της αλλά και κατά την αντεξέταση της η ΜΚ1 πρόσθεσε πολλά γεγονότα που δεν καταγράφονταν στη γραπτή κατάθεση της, όπως ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε μέσω συναδέλφων της Αστυνομικών να επηρεάσει την υπόθεση, ισχυρίστηκε μάλιστα ότι την κάλεσαν στο κινητό 3-4 συναδέλφοι της αλλά η ίδια δεν επηρεάστηκε και εκτέλεσε το καθήκον της, ότι υπήρξε ένταση μεταξύ της ιδίας και άλλων παριστάμενων εκεί προσώπων, ότι βρισκόταν με άλλο συνάδελφο της στο χώρο, ότι φωτογράφησε από το κινητό της τηλέφωνο τη μοτοσυκλέτα που εντόπισε στο χώρο που περιέγραψε, δε συμπεριέλαβε ωστόσο τις εν λόγω φωτογραφίες της στο φάκελο της υπόθεσης διότι τις τράβηξε για προσωπική της χρήση και για να κάνει τις έρευνες της αργότερα και θέλοντας να αποκλείσει το ενδεχόμενο να ξεχάσει. Ακόμη πρόσθεσε ότι δεν ήταν βέβαιη εάν η μοτοσυκλέτα ήταν παρκαρισμένη σε πεζοδρόμιο ή σε παρακείμενο χώρο, πιστεύει πως είναι πεζοδρόμιο αλλά ίσως και να μην είναι. Διευκρίνισε κατά την αντεξέταση της πως παρότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν σύμφωνα με την ίδια στις 21.12.21, κατάθεση έδωσε (μόνο η ίδια) στις 4.1.22 λόγω φόρτου εργασίας. Δεν θεώρησε αναγκαία τη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο διότι εξασφάλισε την παραδοχή του κατά τα λεγόμενα της, ούτε και θεώρησε πρέπον να συμπεριλάβει στη γραπτή κατάθεση της τα όσα προφορικά ανέφερε στο Δικαστήριο ότι έγιναν, δηλαδή ότι επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2 φορές αργότερα καθώς και ότι στην μετέπειτα επικοινωνία που είχαν, αυτός της είπε ότι μετέφερε τη μοτοσυκλέτα όντως στο συγκεκριμένο χώρο με διπλοκάμπινο με σκοπό να την πουλήσει διότι δεν την κυκλοφορούσε. Ανέφερε η ΜΚ1 ότι τον ισχυρισμό αυτό ο κατηγορούμενος τον προέβαλε αφότου συμβουλεύτηκε φίλους του Αστυνομικούς και αυτό ανέφερε η μάρτυρας της το ανέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Ούτε ο συνάδελφος της που βρισκόταν μαζί της έδωσε κατάθεση αλλά δε γνωρίζει τον λόγο, όπως ούτε και οι υπόλοιποι συνάδελφοι της που τη βοήθησαν να ταυτοποιήσει τα στοιχεία του κατηγορούμενου παρότι είναι η εξετάστρια της υπόθεσης. Δεν θυμόταν ποιοι συνάδελφοι της την πήραν τηλέφωνο στο κινητό για να επηρεάσουν την έρευνα της υπόθεσης, παρότι ήταν σίγουρη ότι ήταν 2-
  2. Φωτογραφία της μοτοσυκλέτας τράβηξε για να θυμάται καθώς ξεχνά με την πάροδο του χρόνου λόγω των πολλών υποθέσεων που προκύπτουν και θέλει όταν χρειάζεται να θυμάται. Δεν ήταν βέβαιη εάν οι ενδείξεις «Β και ΒΒ1» που αναγράφονται επί του Τεκμηρίου 3 που κατέθεσε σημαίνουν ότι το υπό αναφορά πρόσωπο είναι κάτοχος άδειας οδήγησης οχήματος τύπου σαλούν αλλά πιστεύει ότι έτσι είναι, ενδεχομένως ωστόσο να κάνει λάθος όπως η ίδια διευκρίνισε. Δεν είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί τη μοτοσυκλέτα, αλλά επειδή η μοτοσυκλέτα ήταν ζεστή και επειδή διαπίστωσε μετέπειτα ότι ο κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης της και άρα το πρόσωπο που είχε τον έλεγχο της και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι ήταν εκείνος που την έφερε στο χώρο, θεωρεί ότι ο κατηγορούμενος την οδήγησε και μετέβηκε στο χώρο, διαπράττοντας τα αδικήματα επί του κατηγορητηρίου και άλλα για τα οποία δεν τον κατήγγειλε καθότι δεν ήθελε εκείνη τη στιγμή να οξύνει τα πνεύματα. Αντικρίζοντας αντικειμενικά τη μαρτυρία της Μ.Κ.1, όπως άλλωστε επιβάλλεται να γίνει στο στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση, διαπιστώνω ότι αυτή βρίθει ανακριβειών και παρουσιάζει κενά ώστε να στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο πιστεύω, δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτήν. Επαναλαμβάνω πως καμιά άλλη μαρτυρία δόθηκε πέραν από αυτήν της ΜΚ
  3. Απλή ανάγνωση της γραπτής κατάθεσης της (Τεκμήριο 1), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, σε συνδυασμό με τα όσα προφορικώς ανέφερε, φανερώνουν τις ακόλουθες ανακριβείς θέσεις και αδυναμίες και καταδεικνύονται τα ακόλουθα κενά, τα οποία άπτονται ουσιωδών ζητημάτων. Συγκεκριμένα: · Στη δια ζώσης μαρτυρία της η ΜΚ1 επανέλαβε πολλές φορές, σε διάφορες ερωτήσεις ότι δεν μπορεί να θυμάται με ακρίβεια γεγονότα αλλά στη γραπτή κατάθεση της, την οποία έδωσε μετά την πάροδο 15 ημερών, κατέγραψε αυτολεξεί, λόγια που ανέφερε ότι της είπε ο κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή, επιμένοντας μάλιστα στο εδώλιο του μάρτυρα ότι αυτή ήταν η ακριβής στιχομυθία μεταξύ τους κατά την ίδια. · Δε θεώρησε σκόπιμο να λάβει κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ούτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ακόμη και από τον συνάδελφο της ο οποίος ήταν μαζί της όπως η ίδια ανέφερε. Παρόλα αυτά, η ΜΚ1 ήταν πεπεισμένη ότι εξασφάλισε από τον κατηγορούμενο την παραδοχή του, παρά το ότι παραδέχθηκε η μάρτυρας ότι της ανέφερε σε μετέπειτα επικοινωνία που είχαν ότι τη μοτοσυκλέτα τη μετέφερε πράγματι στο χώρο με διπλοκάμπινο με σκοπό την πώληση της. Ούτε τότε το θεώρησε σκόπιμο να του πάρει κατάθεση. · Η διαπίστωση της ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης προέκυψε από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, ωστόσο δεν ήταν βέβαιη εάν οι ενδείξεις ''ΒΒ και ΒΒ1'' στα στοιχεία της άδειας οδήγησης του κατηγορούμενου, τα οποία αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 σημαίνουν κατοχή άδειας οδήγησης μόνο για σαλούν οχήματα. · Δεν είδε η ΜΚ1 τον κατηγορούμενο να οδηγεί τη μοτοσυκλέτα. Πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος την οδήγησε επειδή ο ίδιος της ανέφερε ότι τη μετέφερε στο χώρο και επειδή η μοτοσυκλέτα ήταν ζεστή. Σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας της ανέφερε ότι επειδή μετά τη στιχομυθία που είχε επί τόπου με τον κατηγορούμενο, αυτός με παρότρυνση του κουρέα που βρισκόταν στο χώρο ''κύλησε'' τη μοτοσυκλέτα σε παρακείμενη αυλή του χώρου και αυτό συνιστά οδήγηση κατά την ίδια. · Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, θυμόταν ότι διαπίστωσε ότι η μοτοσυκλέτα έπρεπε να ήταν ακινητοποιημένη σε κάποια οδό που νομίζει η μάρτυρας θυμίζει τη λέξη ''Οκτωβρίου'' παρόλα αυτά κατά την μαρτυρία της δεν μπορούσε να απαντήσει από που εξήγαγε το παραπάνω συμπέρασμα. Ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το χώρο που η μοτοσυκλέτα έπρεπε κατά τη μάρτυρα να ήταν ακινητοποιημένη. Η ίδια δεν θυμόταν γιατί παρήλθε καιρός. Από όσα συνοπτικώς έχουν εκτεθεί πιο πάνω προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ΜΚ1 για τα πλείστα εκ των θεμάτων που έδωσε κατάθεση δεν ήταν σίγουρη. Από την μια, θυμόταν επιλεκτικά πολύ συγκεκριμένες λεπτομέρειες όπως π.χ. τι είπε στον κατηγορούμενο και τι ακριβώς αυτός της απάντησε και από την άλλη δεν θυμόταν ίχνος γεγονότων, ενδεχομένως πολύ σοβαρότερων, με την πρόφαση ότι πέρασε καιρός και η μνήμη της δεν την βοηθά. Πέραν των πιο πάνω ωστόσο, από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν υπάρχει ίχνος θετικής μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε τη μοτοσυκλέτα, συστατικό στοιχείο όλων ανεξαιρέτως των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Ούτε και σε σχέση με το χώρο ακινητοποίησης της δόθηκε μαρτυρία. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό και με το είδος και ύφος της μοναδικής μαρτυρίας που προσφέρθηκε, το περιεχόμενο της οποίας δεν επιβεβαιώνεται από οποιαδήποτε άλλη ή άλλου είδους μαρτυρία, δημιουργούν κενά στην προσπάθεια (και υποχρέωση) της Κατηγορούσας Αρχής, τα οποία με τη σειρά τους απολήγουν σε αντικειμενική αδυναμία καταδίκης. Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 191 ειπώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής η οποία μπορεί να αναιρέσει την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης: «[.] Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. [..] Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.» Εν προκειμένω, βρισκόμαστε μπροστά και από τις δύο παραμέτρους που οδηγούν στην απαλλαγή του Κατηγορουμένου σε αυτό το στάδιο με βάση τη νομολογία. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ 851 όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης.» Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [..] κατά τον τρόπο και χρόνο που αναφέρουν οι λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετωπίζει και περαιτέρω ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της και μόνο, είναι τέτοια που ορθά καθοδηγούμενο Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει με βάση αυτή. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει εφόσον τυχόν κλήση του σε απολογία ενδεχομένως να κάλυπτε τα κενά που έχει αφήσει η Κατηγορούσα Αρχή, γεγονός ανεπίτρεπτο. Ο κατηγορούμενος επομένως αθωώνεται και απαλλάσσεται στο σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............. Ε. Μιντή, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] κατά παράβαση των Άρθρων 7,8,15 και 49
(1)(α), του περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου 94(Ι)/2001 [2] κατά παράβαση του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης Τρίτου) Νόμου του 2000, άρθρα, 3
(1)(α), 4(α), 38 και 40 και άρθρο 20Α του Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Οχημάτων Νόμου 86/72 [3] κατά παράβαση των Κανονισμών 6, 7, 16
(1)και 72 του Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 [4] κατά παράβαση των άρθρων 2, 5Γ, 19 και 23Α
(1)(β) του Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72 και των Κανονισμών 2 και 72 των Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 [5] κατά παράβαση των άρθρων 2, 5Β
(5)(α) και 19 του Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72 και των Κανονισμών 2 και 72 των Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.