ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. GREGORZ PIOTR KICKI, Αρ. Υπόθεσης: 4204/22, 22/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Μιντή, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4204/22 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. GREGORZ PIOTR KICKI Κατηγορούμενος -------------------------- Ημερομηνία: 22 Μαρτίου 2023 Για κατηγορούσα αρχή: κα Α. Χ'' Μιχαήλ Για Κατηγορούμενο: κα. Δ. Ζησιμοπούλου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ O Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 5 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/86 και του άρθρου 49Α του Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου του 2001 Ν.94(Ι)/2001 (ως είναι διατυπωμένη η νομική βάση της κατηγορίας). Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί και έχουν ως ακολούθως: Στις 8/7/22 και ώρα 21:40 ο μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου ανέκοψε στη Λεωφόρο Νίσσι στην Αγία Νάπα για έλεγχο αλκοόλης το όχημα με αρ. εγγραφής [..] το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Επειδή η εκπνοή του μύριζε οινόπνευμα ηγέρθηκαν υπόνοιες στον μάρτυρα ότι ενδεχομένως να οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλ έτσι ώστε να του ζητήσει να δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση, όπως και έπραξε. Η ένδειξη του προκαταρκτικού ελέγχου ήταν 98μg/100ml. Του γνωστοποιήθηκε το αποτέλεσμα αυτό και πληροφορήθηκε ότι υποχρεούται να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα για τελική εξέταση και αν αποφύγει ή αρνηθεί να το πράξει δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα. Έδωσε δύο ικανοποιητικά δείγματα με τελική ένδειξη ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ήτοι 92μg/100ml. Πληροφορήθηκε για το αποτέλεσμα και απάντησε «οκ». Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Συγκεκριμένα στις 23.11.21 στην ποινική υπόθεση με αρ. 3295/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου σε κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης του είχε επιβληθεί πρόστιμο 400 ευρώ, 2 βαθμοί ποινής και στέρηση της άδειας οδήγησης του για 2 εβδομάδες από 24.11.
- Επίσης, στις 7.4.22 στην ποινική υπόθεση με αρ. 726/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στο αδίκημα της οδήγησης χωρίς ασφάλεια του επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους 250 ευρώ, 3 βαθμοί ποινής και στέρηση της άδειας οδηγού του από 9.4.22 μέχρι 15.4.
- Αφορούσε Σαββατοκύριακα και συγκεκριμένα τα Σαββατοκύριακα που αφορούσαν οι ημερομηνίες 9-10/04, 16-17/04 και 23-24/04 και στο αδίκημα της οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό καταλληλόλητας του οχήματος του, χρηματική ποινή ύψους 200 ευρώ. Σήμερα η άδεια οδήγησης του είναι επιβαρυμένη με 5 βαθμούς ποινής. Ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου η οποία ζητήθηκε όπως ετοιμαστεί για σκοπούς επιβολής ποινής. Συνοπτικά, αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών, κατάγεται από την Ουκρανία, προέρχεται από πενταμελή οικογένεια φτωχής οικονομικής κατάστασης και σήμερα διαμένει με τους συνταξιούχους γονείς του στην Αγία Νάπα. Είναι απόφοιτος Λυκείου της χώρας καταγωγής του και ήρθε στην Κύπρο το
- Είχε ξεκινήσει σπουδές στον κλάδο της Διοίκησης Ξενοδοχείων τις οποίες δεν ολοκλήρωσε λόγω οικονομικών δυσχερειών. Το 2012 γνώριζε την πρώην σύζυγο την οποία παντρεύτηκε και από την οποία έλαβε μετέπειτα διαζύγιο περί το έτος
- Από το χωρισμό του και εντεύθεν διαμένει μαζί με τους συνταξιούχους γονείς του, τους οποίους συντηρεί οικονομικά εφόσον δεν λαμβάνουν οποιοδήποτε ποσό σύνταξης είτε από τη χώρα τους, είτε στην Κύπρο. Αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα ενόψει των περιορισμένων οικονομικών του πόρων και ζητεί όπως οποιαδήποτε χρηματική ποινή του επιβληθεί να διαταχθεί όπως καταβληθεί δια μηνιαίων δόσεων. Απολογείται για το αδίκημα που αντιμετωπίζει και εκφράζει τη μεταμέλεια του. Η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου υιοθέτησε το περιεχόμενο της παραπάνω Έκθεσης και επιπρόσθετα απολογήθηκε εκ μέρους του κατηγορουμένου, ζητώντας την επίδειξη ανάλογης επιείκειας. Δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα ο κατηγορούμενος έκτοτε, με βάση τη συνήγορο υπεράσπισης του και αυτό θα πρέπει να πιστωθεί προς όφελος του ως μετριαστικός παράγοντας. Το Δικαστήριο κατά το στάδιο επιλογής της ποινής που θα επιβάλει, καλείται από τη μια, να εξατομικεύσει την ποινή στο πλαίσιο των ιδιαιτέρων συνθηκών που περιβάλλουν τον συγκεκριμένο παραβάτη και, από την άλλη, να εξισορροπήσει στο πιο πάνω πλαίσιο το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης. Η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Ούτε και το Δικαστήριο θα πρέπει μηχανιστικά να επιβάλλει ποινή με βάση τις σχετικές προβλέψεις επ' αυτής στο Νόμο, ακριβώς για να διατηρείται η πιο πάνω ισορροπία. Όσο πιο σοβαρό είναι ένα αδίκημα, τόσο εντονότερη αναφύεται η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, σε μια προσπάθεια αποτροπής άλλων επίδοξων παραβατών λόγω της ιδιότητας του Δικαστηρίου, να λειτουργεί μεταξύ άλλων ως πομπός στην κοινωνία, στέλνοντας σε αυτήν τα ανάλογα κοινωνικά και άλλα μηνύματα. Είναι γι' αυτό το λόγο που η όποια εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και αδήριτης ανάγκης για αποτροπή τους, νοουμένου πάντοτε ότι συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η κατηγορία στην οποία ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, είναι αναμφίβολα σοβαρή. Τούτο διαφαίνεται και από την προβλεπόμενη στο σχετικό Νόμο ποινή. Με βάση το σχετικό άρθρο 11
(1)(γ) του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν. 174/86, σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει τα 70μ g/100ml ή τα 159mg/100ml αντίστοιχα, πρόσωπο που καταδικάζεται, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο, ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές. Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ είναι συμπεριφορά ανεπίτρεπτη, εγωιστική και καταδικαστέα. Είναι με ιδιαίτερη δυσφορία που διαπιστώνω πως πρόκειται για αδίκημα το οποίο βρίσκεται σε συνεχή έξαρση, παρά τις επανειλημμένα ολέθριες συνέπειες που προκαλεί κατά καιρούς. Αναφέρομαι σαφώς στα τροχαία δυστυχήματα που προκαλούνται συχνά από ασυνείδητους, μεθυσμένους οδηγούς και παρασύρουν στο θάνατο αθώους συμπολίτες μας ή ακόμη τον ίδιο τον εαυτό τους. Ενδεικτικό της αμείωτης συχνότητας διάπραξης του αδικήματος είναι και η διαπίστωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το 1998 στην απόφαση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 232 ότι, «τέτοιας φύσης αδικήματα οδηγούνται ενώπιον των Δικαστηρίων με αμείωτη συχνότητα», διαπίστωση η οποία δυστυχώς είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα, 20 δηλαδή και πλέον έτη μετά. Στην Μενελάου βέβαια πιο πάνω, από την οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου προκλήθηκε θάνατος, κάτι που δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι δεν υφίσταται στην παρούσα. Η προσομοίωση ωστόσο δεν είναι τυχαία, καθότι σε αρκετές περιπτώσεις, είναι από καθαρή τύχη που δεν θρηνούνται θύματα και τα δυστυχήματα προκαλούν -ευτυχώς- μόνο υλικές ζημιές ή ελαφρoύς τραυματισμούς. Οι συνέπειες ωστόσο που προκλήθηκαν ή θα μπορούσαν δυνητικά να προκληθούν από την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, δεν μπορούν να παραγνωριστούν από το Δικαστήριο, τουναντίον λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα, σε όλους τους οδηγούς που χρησιμοποιούν τους δρόμους, ότι όμοιες συμπεριφορές όπως αυτή του κατηγορουμένου, είναι απαράδεκτες και δεν υπάρχει περιθώριο οποιασδήποτε μορφής ανοχής τους. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας και Άλλου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Ωστόσο δεν μπορώ να μη σχολιάσω το γεγονός ότι η ίδια η Αστυνομία ενώ θα έπρεπε να συλλάβει την ίδια ώρα τον κατηγορούμενο και να τον προσάγει ενώπιον Δικαστηρίου εντός 24 ωρών όπως σχετικά ορίζει το άρθρο 49Α του Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου του 2001 (το οποίο παραδόξως αποτελεί και μέρος της νομικής βάσης της κατηγορίας) ώστε να εξεταστεί μεταξύ άλλων και η αποστέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να κατέχει άδεια οδηγήσεως εκκρεμούσης της διερεύνησης του αδικήματος, άφησε τον κατηγορούμενο ελεύθερο κατηγορώντας τον γραπτώς 5 και πλέον μήνες μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Έχει μάλιστα προσαχθεί στο Δικαστήριο κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του εφόσον κατά την πρώτη ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Αυτό θα αποτελέσει και καταλυτικό παράγοντα στην όποια απόφασή μου ακολουθεί. Η ανάγκη για αποτροπή μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών δεδομένη. Η επιβολή ποινής όμως είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται μεν από τη μια η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης όπως αναφέρεται πιο πάνω και από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη. Προς τούτο, προς τον σκοπό εξατομίκευσης λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορουμένου την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28), τη μεταμέλεια του καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του. Το προηγούμενο ωστόσο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δεν μπορεί να παραγνωριστεί και τούτο ως μέτρο καθοριστικό της επιείκειας που δύναται το Δικαστήριο να επιδείξει. Προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορούμενου δεν αποτελούν μεν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής , αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306, Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787). Τα πιο πάνω θα επηρεάσουν ωστόσο το εύρος της ποινής, αλλά όχι το είδος της που εν όψει του ποσοστού υπέρβασης δεν μπορεί να είναι άλλο σαφώς από την επιλογή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή χρηματικής ποινής ως ποινή, δεν ενδείκνυται κρίνω υπό τις περιστάσεις, λαμβανομένων των προσωπικών παραγόντων του κατηγορουμένου αλλά και της σοβαρότητας της κατηγορίας όπως επίσης και του γεγονότος ότι η μια εκ των δύο προηγούμενων καταδικών του κατηγορουμένου, αφορά και πάλι το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ. Η σοβαρότητα των γεγονότων δεν είναι αμελητέα ενόψει του συνδυασμού των παραπάνω δεδομένων. Σε σχέση με την άδεια οδηγήσεως του δεν έχει λεχθεί ο,τιδήποτε και δεν έχει συνακόλουθα καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που να θεωρηθεί ως ειδικός λόγος ώστε να μην προχωρήσω και στην επιβολή αυτού του είδους της ποινής. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επομένως, επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει άδεια οδηγήσεως για περίοδο 3 μηνών. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχω επιβάλει. Το άρθρο 3
(2)του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Αρ. 95/72) αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Κατόπιν προβληματισμού ως προς το χρόνο που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου εφόσον φαίνεται οι συνταξιούχοι γονείς του να εξαρτώνται οικονομικά από τον ίδιο ελλείψει οποιονδήποτε άλλων οικονομικών πόρων, της μεταμέλειας του όπως αυτή αναφύεται από τη μη διάπραξη οποιουδήποτε άλλου αδικήματος από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος που καταδικάστηκε μέχρι και σήμερα, αποφασίζω όπως αναστείλω την ποινή φυλάκισης που του έχω επιβάλει για περίοδο 3 ετών. Καθοριστικό παράγοντα σε σχέση με την αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχω επιβάλει αποτελεί και η ευθύνη της Αστυνομίας, ως προς το χρόνο που καλούμαι να επιβάλω ποινή στον κατηγορούμενο ποινή η οποία αν επιβαλλόταν στον σωστό χρόνο και δεν διαταζόταν αναστολή της, θα είχε ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα. Συνεπώς η παρούσα ποινή φυλάκισης που έχω επιβάλει αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών. Η δε στέρηση της άδειας οδηγήσεως ισχύει από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η σημασία της αναστολής ποινής φυλάκισης) ............ (Υπ.) Ε Μιντή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο