← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 541/2020, 11/4/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 541/2020, 11/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ EΝΩΠΙΟΝ: M.Iεροκηπιώτου, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 541/2020 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. 1.ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ

  1. ΤΑΣΟΣ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία : 11/4/2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα αρχή: κα.Π.Πίτσιλλου Για Κατηγορούμενο 1: κ. Κ.Ανδρέου Για Κατηγορούμενο 2: κα. Ε.Ττοφαλλή Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία ότι παράνομα επιτέθηκε στον Σ.Μ απο το Λιοπέτρι και προξένησε σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη στις 19/11/2019(Κατηγορία 1). Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την κατηγορία της Κοινής Επίθεσης στον ίδιο παραπονούμενο και της απειλής στον ίδιο τόπο και χρόνο (Κατηγορίες 2 και 3). Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο παραπονούμενος Σ.Μ («ΜΚ1»), και ο γιατρός που τον εξέτασε, Π.Κ («ΜΚ2»). Οι κατηγορούμενοι κατέθεσαν ενόρκως. Επίσης κάλεσαν μάρτυρες, τον Κ.Κ («ΜΥ1»), τη σύζυγο του κατηγορούμενου 2 («ΜΥ2») και την αδερφή του («ΜΥ3)». Κατατέθηκαν απο κοινού η κατάθεση του αστυφύλακα που κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορούμενους καθώς και οι γραπτές κατηγορίες τους, Τεκμήρια 2-
  2. Ο κατηγορούμενος 1 όταν κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε: « Δεν παραδέχομαι». Εκείνη τη μέρα δεν ήμουν εκεί. Ήμουν σπίτι μου με σοβαρά προβλήματα υγείας και δεν μπορώ να μετακινηθώ εύκολα». Ο κατηγορούμενος 2 όταν κατηγορήθηκε, απάντησε: « Δεν παραδέχομαι». Τα πιο πάνω καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Κατέθεσε ο παραπονούμενος Σ.Μ και υιοθέτησε την κατάθεση του, Τεκμήριο
  3. Ανέφερε ότι με την γυναίκα του με την οποία χώρισαν έχει ένα κοριτσάκι 9 μηνών. Στις 19/11/2019 στις 1700 περίπου πήγε σπίτι της πρώην συμβίας του για να επιστρέψει την κόρη του σε αυτήν. Όταν μπήκε στο σπίτι άφησε το βρέφος και είπε στους υπόλοιπους να μην του μιλούν. Παρόντες ήταν η μάμα και ο παπάς της πρώην συζύγου του, ο αδερφός της, κατηγορούμενος 2, με τη γυναικά του. Τότε άρχισαν όλοι να του μουρμουρούν και αυτός βγήκε να πάει προς το αυτοκίνητο του. Τον ακολούθησαν ο κατηγορούμενος 2, η γυναίκα του κατηγορούμενου και ο πατέρας τους και του είπαν να μην ξαναπάει εκεί. Ο ίδιος τους ανέφερε ότι θα επέστρεφε την επόμενη μέρα για να δεί το παιδί του και ξεκίνησε να φύγει. Όπως έβαλε πισινή με το αυτοκίνητο του τον σταμάτησε ο κατηγορούμενος 2 και τον απείλησε με τη φράση « να φοβάσαι που κοιμάσαι». Ο ίδιος προχώρησε καμιά διακοσαριά μέτρα θυμήθηκε ότι η πρώην σύζυγος του κρατούσε τα κλειδιά του σπιτιού του και επέστρεψε πίσω για να τα πιάσει. Όταν επέστρεψε είχαν κλείσει τα κάγκελα της αυλής και ζήτησε απο τον αδερφό της πρώην συζύγου του να του δώσουν τα κλειδιά. Του ανέφερεαν πως δεν θα του τα έδιναν και πως θα τα έπαιρνε αφού ερχότανε η αστυνομία. Εκείνη την ώρα αντί να έρθει η Αστυνομία, ήρθε ο κατηγορούμενος 1, τον πλησίασε και του έδωσε μπουνιά στο πρόσωπο. Έκαμε πίσω και για να αμυνθεί κουνούσε τα χέρια μπροστά , πίσω και πάνω στην κίνηση έπεσε κάτω. Την ίδια ώρα τον πλησίασε ο κατηγορούμενος 2 και τον κρατούσε απο το λαιμό και τον χτυπούσε ο κατηγορούμενος 1 στο στήθος. Ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα και δεν έβλεπε ποιοί του χτύπησαν, αλλά τον χτύπησαν παντού. Στην προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 του είπε την φράση : «να φοβάσαι που κοιμάσαι» προχώρησε να φύγει. Όταν έφυγε θυμήθηκε πως η πρώην συμβία του, έχει τα κλειδιά του σπιτιού του και φοβήθηκε ότι θα πρέπει να τα πιάσει για να είναι ασφαλής. Κατα την αντεξέταση του σημείωσε ότι η ένταση μεταξύ των μερών είχε ξεκινήσει απο την προηγούμενη μέρα του επεισοδίου που είχαν έρθει σε αντιπαράθεση και την επόμενη μέρα όταν πήγε στο σπίτι να παραδώσει τη θυγατέρα του τους είχε αναφέρει να μην του μιλούν και εκεί όπως δήλωσε : « έβρασε το πράμα». Επίσης δήλωσε πώς όταν μπήκε στο αυτοκίνητο να φύγει ήρθαν κατά πάνω του 3-4 άτομα να τον μουντάρουν , ο ίδιος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου με πολλή δύναμη, ακολούθως έβαλε πισινή και του ανέφερε ο κατηγορούμενος 2: « να προσέχεις τη νύχτα που κοιμάσαι». Στη συνέχεια έδωσε μαρτυρία ο Π.Κ ο οποίος εξέτασε και ετοίμασε ιατρική αναφορά για τον ΜΚ1, Τεκμήριο
  4. Ο μάρτυρας αφού εξέτασε τον ΜΚ1 διαπίστωσε εκδορές και μώλωπες στο πρόσωπο και στον κορμό. Ο κατηγορούμενος 1 έδωσε ένορκη μαρτυρία και υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση, Τεκμήριο
  5. Σε αυτήν ανέφερε ότι τη μέρα και ώρα του περιστατικού βρισκόταν στη Ξυλοφάγου στο γκαράζ της οικίας του και επιδιόρθωναν το αυτοκίνητο του γιού του με το μηχανικό Κ.Κ. Ο ίδιος δεν είχε λάβει μέρος στο επεισόδιο και ούτε έχει διαφορές με τον ΜΚ1 αλλά και ούτε έλαβε μέρος στις διαφορές που έχει ο ΜΚ1 με την αδερφή του. Ο ίδιος αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα υγείας και δεν είναι σε θέση να συμμετέχει σε τέτοιου είδους επεισόδια. Σχετικά με τα προβλήματα υγείας του παρουσίασε Ιατρική Βεβαίωση, Τεκμήριο
  6. Επίσης προφορικά στο Δικαστήριο ο μάρτυρας ανέφερε πως ο κατηγορούμενος 2 τη μέρα του επεισοδίου του είχε τηλεφωνήσει αναφέροντας του: « Είμαι στην Αστυνομία αδέλφι μου, έγινε τούτο το περιστατικό με τον Σ., μεν ανησυχείς ούλα καλά υπο έλεγχο, απλώς σε ενημερώνω για να μη το μάθεις απο άλλους και να νομίζεις ότι σε έχω έξω απο τη ζωή μου». Στη συνέχεια κατέθεσε ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση, Τεκμήριο
  7. Σε αυτήν ανέφερε ότι τη μέρα του επεισοδίου βρισκόταν στην οικία όπου διαμένει με τη σύζυγο, τα ανήλικα παιδιά του, τους γονείς του και την αδερφή του, πρώην σύντροφο του ΜΚ
  8. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο ΜΚ1 είχε έρθει να φέρει την 9 μηνών κόρη που απέκτησε με την αδερφή του και πέταξε με βίαιο τρόπο το καρεκλάκι με το παιδί στο τραπέζι της κουζίνας. Η μητέρα του , τότε τον καλησπέρισε και αυτός άρχισε να φωνάζει, να μην του μιλούν. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος άρχισε να φωνάζει με πιο επιθετικό τρόπο και προσπάθησε να χτυπήσει την πρώην σύζυγο και τη μητέρα του. Ο ίδιος προσπάθησε να τον αποτρέψει και του είπε να φύγει αλλά ο παραπονούμενος συνέχισε να είναι επιθετικός. Μπήκε στο αυτοκίνητο του για να φύγει αλλά μετάνιωσε και κατέβηκε. Συνέχισε να κάνει φασαρίες και τότε του έσπρωξε την πόρτα του αυτοκινήτου για να κλείσει, αυτός την κλώτσησε με δύναμη και άνοιξε η πόρτα και τον κτύπησε στο μάτι. Ο παραπονούμενος έβαλε πισινή με μεγάλη ταχύτητα για να φύγει και παραλίγο να πατήσει το γιό του που βρισκόταν πίσω απο το αυτοκίνητο. Όταν έφυγε ο παραπονούμενος απο την αυλή του σπιτιού τους έτρεξαν να κλείσουν την καγκελόπορτα για να μην επιστρέψει πίσω. Ακολούθως ο παραπονούμενος σταμάτησε μπροστά απο την πόρτα κατέβηκε απο το αυτοκίνητο και έτρεχε και χτυπούσε το σώμα του σε αυτήν βρίζοντας τους. Αφού έφυγε για λίγο επέστρεψε για να ζητήσει τα κλειδιά του σπιτιού του στο Λιοπέτρι απο την αδερφή του. Τότε ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι έχουν καλέσει την Αστυνομία και όταν έρθει θα του τα δώσουν. Ο παραπονούμενος συνέχισε να φωνάζει και να τους βρίζει. Η αδελφή του ξανακάλεσε για 4η φορά την Αστυνομία η οποία τελικώς ήρθε αλλά ο παραπονούμενος είχε φύγει πριν έρθει. Τέλος σημείωσε πως ο ίδιος έχει διάφορα αυτοάνοσα νοσήματα που τον καθιστούν ανίκανο να περπατήσει πόσο μάλλον να επιτεθεί. Σχετικά παρουσίασε ιατρική βεβαίωση, Τεκμήριο
  9. Ο ΜΥ1 ανέφερε πως στις 19/11/2019 απο τις 9:00 το πρωί μέχρι τις 24:00 ήταν στο σπίτι του κατηγορούμενου 2 με τον ίδιο, γιατί διόρθωναν το χαλασμένο αυτοκίνητο του γιού του. Καθώς βρισκόταν στο σπίτι του κατηγορούμενου 2 σε κάποια φάση χτύπησε το τηλέφωνο του και ήταν ο αδερφός του που τον ήθελε να πάει σπίτι του. Ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε πως δεν μπορούσε να πάει γιατί βοηθούσε το μηχανικό για να διορθώσει το αυτοκίνητο του γιού του. Η ΜΥ2 υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση, Τεκμήριο
  10. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ήταν ίδιο με αυτή του κατηγορούμενου 2 που αναφέρθηκε ανωτέρω ως εκ τούτου δεν θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτήν για σκοπούς καθαρά αποφυγής επανάληψης. H MY3 υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση, Τεκμήριο 11 στην οποία τα γεγονότα εξιστορούνται όπως ακριβώς τα ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 και η ΜΥ2 και προς αποφυγή επανάληψης δεν θα αναφερθώ σε αυτήν. Προφορικά στο Δικαστήριο δήλωσε ότι στο παρελθόν είχε δεκτεί σωματική και λεκτική βία απο τον παραπονούμενο σε αρκετές περιπτώσεις και πως τη μέρα του επεισοδίου ο κατηγορούμενος 1 δε βρισκόταν στο σπίτι τους. Προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Κατ'αρχήν δε δίστασε να παραδεχθεί πως υπήρχε αντιπαράθεση μεταξύ αυτού και της πρώην συμβίας του δηλώνοντας πως την προηγούμενη μέρα του επεισοδίου τον είχε καταγγείλει στην Αστυνομία ότι της είχε σπάσει το κινητό. Επίσης παραδέχτηκε πως όταν πήγε στο σπίτι της την επόμενη μέρα ήταν εκνευρισμένος και δεν ήθελε να του μιλούν. Δέχθηκε ότι μεταξύ των μερών υπήρχε ένταση και μέσα σε αυτό το κλίμα διαδραματίστηκε το μεταξύ τους επεισόδιο. Κρίνω ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα όπως τα είπε ο ίδιος. Κατά τη μαρτυρία του δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ούτε έδωσε την εικόνα ατόμου που εσκεμμένα θα ενέπλεκε τον κατηγορούμενο 1 στο επεισόδιο χωρίς να ήταν παρών, εφόσον δεν είχε οποιεσδήποτε διαφορές με τον ίδιο. Επίσης τα γεγονότα όπως τα ανέφερε είχαν λογική συνοχή και συνάδουν επίσης τα τραύματα που ισχυρίστηκε πως δέχθηκε, δηλαδή με τους μώλωπες που διαπιστώθηκαν απο τον ΜΚ2 στην ιατρική του αναφορά. Στην υπόθεση Ανδρέας Γεωργίου ν. Αστυνομίας[1] που αφορούσε το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με τη σημασία της ιατρικής μαρτυρίας: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (Βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου

(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Καταληκτικά κρίνω ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως τα κατέθεσε ο παραπονούμενος. Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση επίσης. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε όσον αφορά τα ευρήματα του. Επίσης οι διαπιστώσεις του ότι ο παραπονούμενος υπέστη μώλωπες και εκδορές στο πρόσωπο και στον κορμό συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι δέχθηκε μπουνιές στο πρόσωπο και στο στήθος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως πλήρως αξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση διότι προβάλλοντας ως πρόσχημα τα προβλήματα υγείας που παρουσίαζε, τα οποία παρεμπιπτόντως δεν αμφισβητούνται, προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει ότι δεν ήταν παρών στο επεισόδιο. Όταν κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος 1 για το αδίκημα που αντιμετωπίζει ανέφερε πως λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπορούσε να μετακινηθεί εύκολα. Στην κατάθεση που έδωσε στο Δικαστήριο ανέφερε πως τη μέρα που επεσυνέβη το επεισόδιο βρισκόταν σπίτι του στο γκαράζ του διορθώνοντας το αυτοκίνητο του γιού του μαζί με τον μηχανικό Κ.Κ. Τούτη τη θέση δεν την ανέφερε όταν κατηγορήθηκε. Πρώτη φορά προβλήθηκε κατά την ακροαματική εκδίκαση της υπόθεσης. Περαιτέρω δήλωσε ότι τη μέρα του επεισοδίου τον πήρε ο κατηγορούμενος 2 καθώς βρισκόταν στην Αστυνομία για να του αναφέρει το συμβάν. Τούτο έρχεται σε σαφή σύγκρουση με τη μαρτυρία του Κ.Κ που ισχυρίζεται ότι ήταν με τον κατηγορούμενο 1 τη μέρα του συμβάντος ο οποίος ανέφερε με τη μαρτυρία του ότι ο κατηγορούμενος 2 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 1 ζητώντας του να πάει σπίτι του και ο κατηγορούμενος 2 του αρνήθηκε διότι διόρθωνε το αυτοκίνητου γιού του. Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν εύλογα κατα την κρίση μου την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος 1 δε λέει την αλήθεια όταν ισχυρίζεται ότι δεν ήταν παρών στο επεισόδιο. Ενόψει της ανωτέρω κρίσης μου κρίνω ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως τα ανέφερε ο ΜΚ
  1. Δηλαδή ο κατηγορούμενος 1 πήγε στην οικία του κατηγορούμενου 2 και αναμείχθηκε στο επεισόδιο κτυπώντας τον ΜΚ
  2. Ακολούθως προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου
  3. Τα γεγονότα όπως παρουσιάστηκαν απο τον ίδιο σε ένα μέρος τους ταυτίζονται με όσα δήλωσε ο ΜΚ
  4. Δηλαδή ότι την προηγούμενη του επεισοδίου υπήρχε αντιπαράθεση με μεταξύ του ΜΚ1 και της ΜΥ3 αδελφής του κατηγορούμενου 2 και πρώην συμβίας του ΜΚ
  5. Το αποτέλεσμα ήταν η ΜΥ3 να προβεί σε καταγγελία εναντίον του στην Αστυνομία. Τη μέρα του επεισοδίου πάλι υπήρχε ένταση στο σπίτι του κατηγορούμενου 2 μεταξύ του ΜΚ1 και της οικογένειας του κατηγορούμενου 2 με αφορμή πάλιν τις τεταμένες σχέσεις του ΜΚ1 με την ΜΥ
  6. Σε τούτο το πλαίσιο δέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 ότι ο ΜΚ1 ήταν φανερά εκνευρισμένος και δήλωσε στους παρευρισκόμενους να μην του μιλούν. Στο σημείο εκείνο άρχισε η λογομαχία μεταξύ τους. Ακολούθως κρίνω ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είπε την αλήθεια όσον αφορά την εξέλιξη των γεγονότων. Αυτό γιατί και ο ίδιος όντας αγανακτισμένος απο τη συμπεριφορά του ΜΚ1 όταν έφυγε από το σπίτι τον ακολούθησε και του ανέφερε «να φοβάσαι που κοιμάσαι». Στη συνέχεια τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα ανέφερε ο παραπονούμενος. Δεν δέχομαι τη θέση του κατηγορούμενου 2 ότι ουδέποτε κτύπησε στον ΜΚ1 διότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση για τα τραύματα του ΜΚ1, τα οποία θεωρούνται δεδομένα. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση που επιχειρήθηκε να δοθεί απο την υπεράσπιση ότι ο ΜΚ1 ενδεχομένως να προκάλεσε μόνος τα τραύματα του επειδή κρατούσε κάποιο σίδερο ή ξύλο ή επειδή ενδεχομένως να κτυπούσε στο κάγκελο του σπιτιού. Επιπλέον δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εξήγηση του κατηγορούμενου ότι δεν θα μπορούσε να έχει επιτεθεί στον παραπονούμενο διότι αυτός τον ξεπερνά κατά πολύ στο ύψος. Αυτό γιατί την ώρα που έγινε το επεισόδιο εκτός από τον κατηγορούμενο 1 παρόν υπήρχαν και άλλα άτομα τα οποία χτυπούσαν τον ΜΚ1 οπότε το ύψος δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο όταν είναι πολλοί εναντίον ενός. Δεν γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του στο μέρος που αφορά την παρουσία του κατηγορούμενου 1 στη σκηνή αλλά και το επεισόδιο που έλαβε χώρα μεταξύ του ΜΚ1 και των κατηγορουμένων. Επίσης δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1 όσον αφορά τη θέση πως την ώρα του επεισοδίου ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν μαζί του στο γκαράζ του σπιτιού του διότι η μαρτυρία του βρίσκεται σε αντίθεση με αυτήν του ίδιου του κατηγορούμενου για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω. Κρίνω ότι ο μάρτυρας θέλησε με τον τρόπο του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο
  7. Δεν κρίνεται πιστευτή η μαρτυρία του. Όσον αφορά την υπόλοιπη μαρτυρία στα σημεία που αυτή ταυτίζεται μεταξύ τους αλλά διαφέρει από αυτήν του ΜΚ1 στον τρόπο που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα δε γίνεται αποδεκτή. Κρίνω ότι και οι 2 άλλες κοπέλες, ΜΥ2 και ΜΥ3 σαφώς και προσπάθησαν να βοηθήσουν τους κατηγορούμενους με τη μαρτυρία τους. Όπως έχει ήδη σημειωθεί δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση στα τραύματα που είχε ο παραπονούμενος. Όλη η μαρτυρία της υπεράσπισης εστιάζεται ότι ουδέποτε κτύπησαν τον ΜΚ1 χωρίς όμως να παρουσιαστεί οποιαδήποτε πειστική και λογική εκδοχή για τα τραύματα του ΜΚ1, τα οποία διαπιστώθηκαν απο την ιατρική αναφορά. Κρίνω ότι η μαρτυρία τους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Με βάση την αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω ότι τα γεγονότα έγιναν στο μεγαλύτερο τους μέρος όπως τα ανέφερε στην κατάθεση του ο ΜΚ
  8. Ο ίδιος είχε μεταβεί στο σπίτι της πρώην συμβίας του στις 19/11/2019 γύρω στις 1700 για να παραδώσει σε αυτήν την ανήλικη θυγατέρα του. Στο σπίτι εκτός απο την πρώην συμβία του βρίσκονταν ο αδερφός της, κατηγορούμενος 2, οι γονείς της και τα ανήλικα τέκνα του κατηγορούμενου
  9. Αυτός άφησε το καρεκλάκι με το βρέφος στο τραπέζι και εκνευρισμένος δήλωσε όπως μην του μιλούν επειδή είχε προηγηθεί επεισόδιο με την πρώην συμβία του και αυτή τον κατήγγειλε στην Αστυνομία. Ακολούθησε λογομαχία και ο ΜΚ1 προχώρησε για να φύγει. Όταν έκανε να μπεί στο αυτοκίνητο για να φύγει τον πλησίασε ο κατηγορούμενος 2 και του ανέφερε : «να φοβάσαι που κοιμάσαι». Τότε αυτός πήγε να φύγει και έσπρωξε με δύναμη την πόρτα και κτύπησε τον κατηγορούμενο
  10. Όταν έφυγε επέστρεψε μετα απο λίγο διότι θυμήθηκε πως η πρώην συμβία του είχε κλειδιά του σπιτιού του και θέλησε να τα πάρει διότι είχε φοβηθεί και ήθελε να είναι ασφαλής. Όταν τον είδαν που επέστρεψε, ο κατηγορούμενος 2 με τους υπόλοιπους έκλεισαν τον κάγκελο για να μην εισέλθει. Τού ανέφεραν πως θα του δώσουν τα κλειδιά του μόλις έρθει η Αστυνομία που είχε ειδοποιηθεί. Ο ίδιος εκνευρίστηκε. Αντί να έρθει η Αστυνομία εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος του έδωσε μπουνιά στο πρόσωπο, ο ΜΚ1 προσπαθώντας να αποφύγει τον κατηγορούμενο 1 άρχισε να κουνά τα χέρια πάνω και κάτω. Το αποτέλεσμα ήταν ότι έπεσε κάτω και τότε ο κατηγορούμενος 2 τον πήρε από το λαιμό και ο κατηγορούμενος 1 που βρέθηκε στη σκηνή του έδωσε μπουνιές στο στήθος. Παρόντες εκείνη την ώρα υπήρχαν και άλλα πρόσωπα στο μέρος. Επίσης αποτελεί εύρημα μου ότι το όλο επεισόδιο εκτυλίχθηκε ενώσω είχε προηγηθεί αντιπαράθεση μεταξύ της οικογένειας των κατηγορουμένων και του ΜΚ1 εξαιτίας των τεταμένων σχέσεων με την πρώην συμβία του. Ο ΜΚ1 μετά το επεισόδιο εξετάστηκε από γιατρό ο οποίος διαπίστωσε εκδορές και μώλωπες στο στήθος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την Κατηγορία της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ότι : «Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος είναι α) η επίθεση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα β) η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής βλάβης. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Στην απόφαση Δήμος Πετρόπουλος ν Αστυνομίας[2] αναφέρθηκαν τα εξής: «Το Άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully)». Το αδίκημα της επίθεσης μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος ή η κατηγορούμενη να αγγίξει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση, μια απειλή, ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan ν Metropolitan Police Commisioner
(1968)3 All E.R. 442). Στη Georghiades v. Police
(1985)2 CLR 56 αποφασίστηκε ότι επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα είναι αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ.
  1. Δεν είναι ανάγκη ο τραυματισμός να έχει μόνιμο χαρακτήρα ή να είναι τέτοιος που να τον κατατάσσει στη βαριά σωματική βλάβη. Χρειάζεται όμως να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός η σωματική βλάβη, η απουσία της οποίας θα κατέτασσε την περίπτωση στο αδίκημα του Άρθρου 242 του Κεφ. 154, για απλή επίθεση[3]. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν στον τόπο που έλαβε χώρα το επεισόδιο και χτύπησε τον ΜΚ1 με γροθιά στο πρόσωπο και αργότερα με γροθιά στο στήθος χωρίς ποτέ οι ίδιοι να έχουν οποιαδήποτε διένεξη ή συνομιλία μεταξύ τους ή να προηγηθεί αντιπαράθεση ή λογομαχία. Από τα κτυπήματα προκλήθηκαν στον ΜΚ1 μώλωπες και εκδορές στο στήθος και στο πρόσωπο. Κρίνω ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία της επίθεσης και της πρόκλησης σωματικής βλάβης. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της Κοινής Επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει πώς: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Στην υπόθεση Κωνσταντίνος Ωρολογάς ν Αστυνομίας[4] λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με το αδίκημα της κοινής επίθεσης: «Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού σημείωσε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της κοινής επίθεσης (actus reus) "διαπράττεται ακόμη και εάν κάποιος συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να φανεί στον παραπονούμενο ότι πρόκειται να κτυπηθεί", η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) συνίσταται είτε σε πρόθεση είτε σε απερισκεψία (intention or recklessness), στηριζόμενο στα ευρήματά του, έκρινε ότι ο εφεσείων το είχε διαπράξει ενεργώντας απερίσκεπτα». Στην παρούσα περίπτωση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου η ενέργεια του κατηγορούμενου 2 να πιάσει τον ΜΚ1 απο το λαιμό συνιστά ξεκάθαρα απερίσκεπτο κτύπημα σε αυτόν χωρίς να υπάρχει προς τούτο οποιαδήποτε νόμιμη αιτιολογία. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο ΜΚ1 είχε προκαλέσει τον κατηγορούμενο 2 με τη συμπεριφορά του δηλαδή με τα λόγια του και/ή τον εκνευρισμό του, δεν έχει τεκμηριωθεί οποιαδήποτε νόμιμη αιτία που να δικαιολογεί την ενέργεια του κατηγορούμενου 2 να πιάσει τον ΜΚ1 απο το λαιμό σε συνδυασμό και με τις ενέργειες του κατηγορούμενου 1 που επίσης κτύπησε τον ΜΚ
  2. Η ενέργεια του κατηγορούμενου 2 συνιστά αδικαιολόγητη στην έκταση της, επίθεση εναντίον του ΜΚ
  3. Στην υπόθεση ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΑΚΑΡΙΔΗΣ ν ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ[5] κρίθηκε ότι η « πρόκληση δεν δικαιολογούσε την έκταση και την ένταση της αντίδρασής των Εφεσείοντων και ότι η βία που ασκήθηκε από τους εφεσείοντες ήταν δυσανάλογη προς τις αντιδράσεις βίας που η συμπεριφορά των παραπονούμενων ήταν ικανή να διεγείρει». Κρίνω ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την κατηγορία της Απειλής προς τον ΜΚ1 χρησιμοποιώντας τη φράση: «να φοβάσαι που κοιμάσαι». Στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, προβλέπεται ότι το αδίκημα της απειλής συντελείται όταν πρόσωπο «προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη». Για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει (α) να υπάρχει απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, (β) η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην πρόσφατη απόφαση ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ ν ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ[6] λέχθηκαν σχετικά με τα απαιτούμενα προς απόδειξη του αδικήματος τα εξής: «Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα. Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence»[1], όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο[2]. Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο, για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο, όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Οι περιστάσεις των εμπλεκομένων και η συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και η φύση της απειλής, πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο, προτού καταλήξει στα συμπεράσματά του». Ο ΜΚ1 δήλωσε πως όταν ο κατηγορούμενος 2 του είχε αναφέρει αυτή τη φράση εκτός απο εκνευρισμό είχε φοβηθεί και επέστρεψε πίσω στο σπίτι του κατηγορούμενου 2 για να ζητήσει πίσω τα κλειδιά του σπιτιού του, που είχε η πρώην συμβία του ώστε να νοιώθει ασφαλής. Η εν λόγω φράση κρίνεται ότι περιλαμβάνει απειλή για διενέργεια παράνομης πράξης διαφορετικά ο ΜΚ1 δεν θα είχε οποιοδήποτε λόγο να φοβάται. Επίσης απο το λεκτικό και μόνο της φράσης διαπιστώνεται ότι υπάρχει η δυνατότητα απο τη εν λόγω φράση να προκληθεί φόβος όπως και προκάλεσε εφόσον ο ΜΚ1 φοβήθηκε και επέστρεψε να πιάσει τα κλειδιά του σπιτιού του απο την πρώην συμβία του ώστε να νοιώθει ασφαλής. Καταληκτικά κρίνω ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που τους αφορούν. (Υπ.).......................................... Μ.Ιεροκηπιώτου ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 1997 2 ΑΑΔ 439 [2] 2003 2 Α.Α.Δ 574 [3] Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397 [4] 2005 2 Α.Α.Δ 709 [5] 2011 2 ΑΑΔ 272 [6] Ποινική Έφεση Αρ.119/2021 ημερομηνίας 20/1/2022 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.