ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. TODOR DONCHEV KOSTOV, Αρ. Υπόθεσης: 4721/22, 18/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Μιντή, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4721/22 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. TODOR DONCHEV KOSTOV Κατηγορούμενος -------------------------- Ημερομηνία: 18 Aπριλίου 2023 Για κατηγορούσα αρχή: κα Α. Χ'' Μιχαήλ Για Κατηγορούμενο: κα. Α. Πασή Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ O Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 5 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/86 και του άρθρου 49Α του Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου του 2001 Ν.94(Ι)/2001 (ως είναι διατυπωμένη η νομική βάση της κατηγορίας). Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί και έχουν ως ακολούθως: Στις 27/10/2022 και ώρα 11:10 ο MK1 επί του κατηγορητηρίου διενεργούσε μηχανοκίνητη περιπολία με συνάδελφο του στην οδό Σωτήρας στο Παραλίμνι. Παρά την ιδιωτική πολυκλινική «ΛΗΤΩ» αντιλήφθηκε το όχημα με αρ. εγγραφής [..] να οδηγείται ασταθώς. Ο οδηγός του εν λόγω οχήματος κατευθύνετο προς τον χώρο στάθμευσης της προαναφερομένης ιδιωτικής κλινικής, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να σταθμεύσει. Ο ΜΚ1 προσέγγισε το όχημα και διαπίστωσε ότι ο οδηγός του εν λόγω οχήματος, κρατούσε τενεκεδάκι με μπύρα στο δεξί του χέρι όπως επίσης στη θέση του συνοδηγού του εν λόγω οχήματος, υπήρχαν άδεια τενεκεδάκια αλκοόλ. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν επί τόπου διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος. Ζητήθηκε από αυτόν όπως παραχωρήσει δείγμα εκπνοής για διενέργεια προκαταρκτικού ελέγχου αλκοόλ αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, παραχώρησε τέτοιο δείγμα και η ένδειξη της προκαταρκτικής κατέδειξε 96μg/100ml αντί 22μg/100ml. Στη συνέχεια, οδηγήθηκε στην Τροχαία Αμμοχώστου από τον ΜΚ1, έδωσε δείγμα για διενέργεια τελικού ελέγχου, έγινε ο τελικός έλεγχος και η τελική ένδειξη διαφάνηκε ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ήτοι 111μg/100ml. Πληροφορήθηκε για το αποτέλεσμα και απάντησε «δεν δικαιούμαι να οδηγώ στο parking;». Κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «τι έκαμα; αφού δεν ήπια». Όταν επίσης ενημερώθηκε ότι θα διωχθεί ποινικά απάντησε «ναι;». Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη. Συγκεκριμένα στις 18.03.22 στην ποινική υπόθεση με αρ. 4094/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου σε κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και άλλων τροχαίων παραβάσεων του είχε επιβληθεί η ποινή των 3 μηνών φυλάκισης η οποία αναστάλθηκε για περίοδο 3 ετών και στις άλλες κατηγορίες καμιά ποινή. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου και την ποινική υπόθεση υπ' αρ. 402/23 για ίδιας φύσεως αδίκημα, η οποία λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα για σκοπούς επιβολής ποινής, κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης και εξασφάλισης της συναίνεσης της Κατηγορούσας Αρχής ως προς τούτο. Τα γεγονότα της ποινική υπόθεσης με αρ. 402/23 έχουν ως εξής: Στις 29/7/22 και ώρα 01:50 ο ΜΚ1 επί του κατηγορητηρίου διενεργούσε περιπολία στην οδό Γρ. Διγενή προς Αγ. Γεωργίου στο Παραλίμνι. Αντιλήφθηκε το όχημα με αρ. εγγραφής [..] να οδηγείτο ασταθώς και του ηγέρθηκε υποψίες ότι ενδεχομένως ο οδηγός του να οδηγούσε υπό την επήρεια ουσιών. Ακολούθησε το εν λόγω όχημα, το οποίο σε κάποια στιγμή σταμάτησε έξω από περίπτερο. Ο οδηγός του οχήματος έσβησε τη μηχανή και κατέβασε το κάθισμα του προς τα πίσω. Ο ΜΚ1 προσέγγισε το όχημα και προσπάθησε να συνομιλήσει με τον οδηγό, ο οποίος διαπιστώθηκε πως ήταν ο κατηγορούμενος. Επειδή μύριζε έντονα αλκοόλ, του ζητήθηκε όπως παραχωρήσει δείγμα για σκοπούς διενέργειας προκαταρκτικού ελέγχου. Αρχικά απάντησε στον ΜΚ1 «είδες με να οδηγώ; Να σου δώσω να δεις ότι είμαι καλά» και στη συνέχεια έδωσε τέτοιο δείγμα, το αποτέλεσμα του οποίου ήταν 96μg/100ml/ Του γνωστοποιήθηκε το αποτέλεσμα αυτό και πληροφορήθηκε ότι υποχρεούται να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα για τελική εξέταση και αν αποφύγει ή αρνηθεί να το πράξει δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα. Έδωσε δύο ικανοποιητικά δείγματα με τελική ένδειξη ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ήτοι 108μg/100ml. Πληροφορήθηκε για το αποτέλεσμα και απάντησε «είδες ότι είμαι καλά;». Όταν ενημερώθηκε ότι θα διωχθεί ποινικά απάντησε «ναι, καλά». Ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, το περιεχόμενο της υιοθετήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης του με ορισμένες διευκρινίσεις. Συνοπτικά, εκεί αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 43 ετών, κατάγεται από εξαμελή φτωχή οικογένεια από τη Βουλγαρία και είναι πατέρας μιας ενήλικης θυγατέρας, με τη μητέρα της οποία είχε παντρευτεί. Μετέπειτα έλαβαν διαζύγιο. Έχασε και τους δύο γονείς του σε νεαρή ηλικία. Φοίτησε μέχρι τη Β' Λυκείου και στη συνέχεια εκπλήρωσε τη στρατιωτική θητεία του στη χώρα του. Εργαζόταν ως ξυλουργός μέχρι το χρονικό σημείο που μετακόμισε στην Κύπρο. Στην ηλικία των 25 ετών γνώρισε την πρώην σύζυγο του με την οποία στη συνέχεια απέκτησαν ένα παιδί. Αργότερα, περί το έτος 2010 λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων, χώρισαν και έκτοτε η ανήλικη θυγατέρα του διαμένει στη Βουλγαρία μαζί με τη μητέρα της, η οποία ανέλαβε τη φροντίδα και επιμέλεια της. Ο κατηγορούμενος από τότε μέχρι και σήμερα διατηρεί επικοινωνία μαζί της και καταβάλλει διατροφή έναντι των εξόδων της. Από το 2015 μέχρι και σήμερα συζεί με άλλη γυναίκα, ομοεθνή του με την οποία το 2017 αποφάσισαν να μετακομίσουν στην Κύπρο λόγω των δύσκολων οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν στη χώρα του. Μετά την άφιξη του στην Κύπρο εργάστηκε ως καλουψιής μέχρι και τον Οκτώβριο του 2022 όπου η εργασία του τερματίστηκε. Από τότε μέχρι και σήμερα αναφέρει η Έκθεση δεν εργάζεται και συντηρείται από το μισθό που λαμβάνει η συμβία του από την εργασία της. Σε σχέση με αυτό, διευκρινίστηκε από την κα. Πασή πως ο κατηγορούμενος έχει πολύ προσφάτως εργοδοτηθεί, πλην όμως παρέλειψε ο ίδιος να το αναφέρει στη Λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας που του έλαβε τη συνέντευξη για σκοπούς ετοιμασίας της Έκθεσης που ζητήθηκε. Εξέφρασε τέλος, τη μεταμέλεια του για το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Η συνήγορος υπεράσπισης του ανέφερε επιπροσθέτως των πιο πάνω, πως o κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, τους κινδύνους που θα μπορούσε να προκαλέσει αυτή του η συμπεριφορά και απολογείται. Διένυσε το έτος 2022 μια πολύ δύσκολη περίοδο στη ζωή του, δεν είχε εργασία, τον συντηρούσε η συμβία του καθώς επίσης τον ενίσχυε οικονομικά έτσι ώστε να καλύπτει τις υποχρεώσεις του προς το παιδί του το οποίο βρίσκεται στη Βουλγαρία. Ζητήθηκε όπως ληφθεί υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής του η άμεση παραδοχή του, και το γεγονός ότι και από τις δύο υποθέσεις που αντιμετωπίζει δεν κινδύνεψε οποιοσδήποτε. Η έκνομη συμπεριφορά του αποτελεί παρελθόν για τον ίδιο μιας και μόλις προσφάτως εξασφάλισε εργασία. Η περίοδος ανεργίας που διένυσε, τον ώθησε κακώς στην κατανάλωση αλκοόλ. Ο ίδιος αισθανόταν ότι μπορούσε να οδηγήσει και οι αποστάσεις που διένυσε με το όχημα του ήταν πολύ μικρές. Ζητήθηκε περαιτέρω όπως ληφθεί υπόψη η μεταμέλειά του, οι αλλαγές στις προσωπικές του συνθήκες, ως επίσης και το γεγονός ότι η μητέρα του παιδιού του λόγω προβλημάτων που αντιμετωπίζει δεν εργάζεται και ίδιος της αποστέλλει μηνιαίως ένα ποσό και τη συντηρεί όπως επίσης και το παιδί του. Κατά διαστήματα ενόσω ήταν άνεργος ο κατηγορούμενος λάμβανε βοήθεια από κοινοτικά παντοπωλεία της περιοχής που διαμένει με τη συμβία του. Αναγνωρίστηκε επιπρόσθετα ότι το γεγονός ότι βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη της ίδιας φύσεως αδικήματος, μπορεί να μειώσει την επιείκεια που μπορεί το Δικαστήριο να επιδείξει, αλλά εισηγήθηκε η κα. Πασή πως η διευρυμένη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δικαιολογεί την απόδοση στον κατηγορούμενο όχι μιας δεύτερης αλλά μιας τελευταίας ευκαιρίας, ενόψει της νέας αρχής που ξεκίνησε στη ζωή του. Ενδεχόμενη ποινή άμεσης φυλάκισης θα τιμωρήσει ουσιαστικά κατά την Υπεράσπιση και τρίτα άτομα τα οποία δεν ευθύνονται για τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο κατά το στάδιο επιλογής της ποινής που θα επιβάλει, καλείται από τη μια, να εξατομικεύσει την ποινή στο πλαίσιο των ιδιαιτέρων συνθηκών που περιβάλλουν τον συγκεκριμένο παραβάτη και, από την άλλη, να εξισορροπήσει στο πιο πάνω πλαίσιο το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης. Η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Ούτε και το Δικαστήριο θα πρέπει μηχανιστικά να επιβάλλει ποινή με βάση τις σχετικές προβλέψεις επ' αυτής στο Νόμο, ακριβώς για να διατηρείται η πιο πάνω ισορροπία. Όσο πιο σοβαρό είναι ένα αδίκημα, τόσο εντονότερη αναφύεται η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, σε μια προσπάθεια αποτροπής άλλων επίδοξων παραβατών λόγω της ιδιότητας του Δικαστηρίου, να λειτουργεί μεταξύ άλλων ως πομπός στην κοινωνία, στέλνοντας σε αυτήν τα ανάλογα κοινωνικά και άλλα μηνύματα. Είναι γι' αυτό το λόγο που η όποια εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και αδήριτης ανάγκης για αποτροπή τους, νοουμένου πάντοτε ότι συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η κατηγορία στην οποία ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, είναι αναμφίβολα σοβαρή. Τούτο διαφαίνεται και από την προβλεπόμενη στο σχετικό Νόμο ποινή. Με βάση το σχετικό άρθρο 11
(1)(γ) του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν. 174/86, σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει τα 70μ g/100ml ή τα 159mg/100ml αντίστοιχα, πρόσωπο που καταδικάζεται, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο, ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές. Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ είναι συμπεριφορά ανεπίτρεπτη, εγωιστική και καταδικαστέα. Είναι με ιδιαίτερη ανησυχία που διαπιστώνω πως πρόκειται για αδίκημα το οποίο βρίσκεται σε συνεχή έξαρση, παρά τις επανειλημμένα ολέθριες συνέπειες που προκαλεί κατά καιρούς. Αναφέρομαι σαφώς στα τροχαία δυστυχήματα που προκαλούνται συχνά από ασυνείδητους, μεθυσμένους οδηγούς και παρασύρουν στο θάνατο αθώους συμπολίτες μας ή ακόμη τον ίδιο τον εαυτό τους. Φρονώ πως στην παρούσα περίπτωση είναι από καθαρή τύχη που δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε βλάβη σε οποιονδήποτε ή ό,τιδηποτε από τον τρόπο οδήγηση του κατηγορουμένου. Δεν μου διαφεύγει το -αναντίλεκτο- γεγονός ότι είναι η οδηγική συμπεριφορά του κατηγορουμένου που ήγειρε υποψίες στην Αστυνομία ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ έτσι ώστε να προχωρήσουν σε σχετικό έλεγχο. Έτυχε θεωρώ καθαρά από τον παράγοντα τύχη, να μη βρεθεί κανείς ευτυχώς, στο δρόμο του κατηγορουμένου. Οι συνέπειες επομένως που θα μπορούσαν δυνητικά να προκληθούν από την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, δεν μπορούν να παραγνωριστούν από το Δικαστήριο, τουναντίον λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα, σε όλους τους οδηγούς που χρησιμοποιούν τους δρόμους, ότι όμοιες συμπεριφορές όπως αυτή του κατηγορουμένου, είναι απαράδεκτες και δεν υπάρχει περιθώριο οποιασδήποτε μορφής ανοχής τους. Ωστόσο δεν μπορώ να μη σχολιάσω το γεγονός ότι η ίδια η Αστυνομία ενώ θα έπρεπε να συλλάβει την ίδια ώρα τον κατηγορούμενο και να τον προσάγει ενώπιον Δικαστηρίου εντός 24 ωρών όπως σχετικά ορίζει το άρθρο 49Α του Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου του 2001 (το οποίο παραδόξως αποτελεί και μέρος της νομικής βάσης της κατηγορίας) ώστε να εξεταστεί μεταξύ άλλων και η αποστέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να κατέχει άδεια οδηγήσεως εκκρεμούσης της διερεύνησης του αδικήματος, άφησε τον κατηγορούμενο ελεύθερο κατηγορώντας τον αργότερα (και σε ό,τι αφορά την ποινική υπόθεση με αρ. 402/23, 5 και πλέον μήνες μετά τη διάπραξη του αδικήματος). Εν πάση περιπτώσει, αν και η παραπάνω καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας (και άλλης) υπόθεση κρίνω πως είναι αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις, δεν είναι τέτοιας έκτασης που να καθίσταται ικανή να εξουδετερώσει την αυστηρότητα με την οποία θα πρέπει να κριθεί η έκνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα όπως αυτό που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη. Οι λόγοι αυτής της αναγκαιότητας εξηγήθηκαν πιο πάνω. Δε σημαίνει ωστόσο αυτόματα πως το Δικαστήριο δεν εξακολουθεί να υποχρεούται όπως εξατομικεύσει στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αλλά και των περιβάλλουσων αυτό συνθηκών, την ποινή τελικώς θα επιβάλει. Προς όφελος του κατηγορουμένου, λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28), τη μεταμέλεια του καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του. Η σημασία ωστόσο των προσωπικών του περιστάσεων δεν μπορεί να είναι καθοριστικής σημασίας καθότι όπου το στοιχείο της αποτροπής ενός αδικήματος προβάλλεται ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας και διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέτου
(2001)2 ΑΑΔ 438, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575). Τα πιο πάνω είναι συναφή και με το προηγούμενο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου το οποίο δε δύναται να παραγνωριστεί και τούτο ως μέτρο καθοριστικό της επιείκειας που δύναται το Δικαστήριο να επιδείξει. Προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορούμενου δεν αποτελούν μεν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής , αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306, Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787). Εδώ, ο κατηγορούμενος ενώ του είχε αποδοθεί μια δεύτερη ευκαιρία από Δικαστήριο, διατάζοντας την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην ποινική υπόθεση 4094/21, λίγο αργότερα αγνόησε και περιφρόνησε, τόσο τους νόμους της Δημοκρατίας όσο και το Δικαστήριο που αντί να τον στείλει άμεσα στη φυλακή, του έδωσε την ευκαιρία να ανασυνταχθεί και να αναμορφωθεί, χωρίς προφανώς ο κατηγορούμενος να πράξει ο,τιδήποτε από τα παραπάνω. Ουδεμία δικαιολογία δόθηκε για την παραπάνω απόφαση του κατηγορουμένου. Ούτε και δέχομαι το γεγονός πως τα οικονομικά του προβλήματα είναι αυτά που τον οδήγησαν στη διάπραξη των αδικημάτων καθότι η αγορά και κατανάλωση αλκοόλ δε συνάδει με την εικόνα ενός ατόμου που του ελλείπουν βασικές ανάγκες. Πως είναι δυνατό να μην μπορούσε να καλύψει τις βασικές ανάγκες του αλλά να ήταν σε θέση να αγοράζει και να καταναλώνει αλκοόλ; Ενδεικτική η αναφορά στα γεγονότα ότι στη θέση του συνοδηγού του οχήματος του κατηγορουμένου, βρίσκονταν άδεια μπουκάλια αλκοόλ. Όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες που λήφθηκαν προς όφελος του κατηγορουμένου, είναι ικανοί να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα του επιβληθεί, αλλά όχι το είδος της που εν όψει των περιστατικών που περιβάλλουν το αδίκημα αλλά και του προηγούμενου οδηγικού μητρώου του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να είναι άλλο σαφώς από την επιλογή της ποινής φυλάκισης. Η σοβαρότητα των γεγονότων δεν είναι αμελητέα ενόψει του συνδυασμού των παραπάνω δεδομένων. Σε σχέση με την άδεια οδηγήσεως του δεν έχει λεχθεί ο,τιδήποτε και δεν έχει συνακόλουθα καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που να θεωρηθεί ως ειδικός λόγος ώστε να μην προχωρήσω και στην επιβολή αυτού του είδους της ποινής. Επιδεικνύοντας συνεπώς κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει άδεια οδηγήσεως για περίοδο 8 μηνών. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχω επιβάλει. Το άρθρο 3
(2)του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Αρ. 95/72) αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Τονίζω ότι οι διατάξεις του άρθρου 3
(2)εξετάζονται και εφαρμόζονται από το Δικαστήριο, κατά προτεραιότητα και ανεξάρτητα από τη διεργασία που ακολουθείται αναφορικά με την ενεργοποίηση ή μη της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον ίδιο Κατηγορούμενο αναφορικά με προηγούμενη καταδίκη. Η εν λόγω διεργασία διέπεται από χωριστές διατάξεις, εκείνες του άρθρου 4 του Ν.95/72. Έχει νομολογιακά διευκρινισθεί ότι η ενεργοποίηση ποινής φυλάκισης με αναστολή, με βάση το Άρθρο 4
(1)ανωτέρω, είναι ποινή για το προηγούμενο αδίκημα, δηλαδή, για το αδίκημα στο οποίο επιβλήθηκε. Δεν είναι ποινή για το νέο αδίκημα που διαπράχθηκε μέσα στην καθορισμένη περίοδο της αναστολής της εκτέλεσης της πρώτης ποινής - (βλ., μεταξύ άλλων, Louca v. Republic
(1986)2 C.L.R. 141· Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 251· Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409· Έλβις Αντωνίου Σύμκασης ν. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 1, Νίκος Ευαγγέλου Αργυρού Χριστούδκιας ν. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52). Η αλληλουχία των ενεργειών του Δικαστηρίου είναι η εξής꞉ Το Δικαστήριο πρώτα εκδίδει την ετυμηγορία ενοχής για το αδίκημα που εκδικάζει και το οποίο διαπράχθηκε μέσα στην περίοδο της αναστολής προηγούμενης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Σε δεύτερο στάδιο επιβάλλει ποινή για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει. Σε τρίτο στάδιο εξετάζει όλα τα περιστατικά και ασκεί την εξουσία του δυνάμει του Άρθρου 4
(1)του Νόμου 95/72 και τότε αποφασίζει αν θα ενεργοποιήσει ολόκληρη την ποινή ή μικρότερη ποινή, ή αν θα διατάξει τροποποίηση του αρχικού διατάγματος, ή αν δεν θα λάβει κανένα μέτρο (Ιερόθεος Μιχαήλ Χριστοδούλου κ.α. ν Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 443, Μαρίας Σωτηριάδου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356). Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή από τη νομολογία ότι όταν επιβάλλονται διαδοχικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς τη δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, είναι καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή όπως βεβαιωθεί ότι το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό. (Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 62, Ηρακλέους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Bocskei v. R. [1970] 54 Cr. App. R. 519). Στην παρούσα περίπτωση είναι πασιφανές πως ουδείς εκ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να αποφασιστεί η αναστολή ή όχι της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην παρούσα υφίσταται έτσι ώστε να δικαιολογείται αναστολή της. Συνεπώς η ποινή φυλάκισης που έχω επιβάλει στον κατηγορούμενο στην παρούσα είναι άμεση και η ισχύς της προσμετρά από τις 12/4/2023 που ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση. Η δε στέρηση της άδειας οδηγήσεως ισχύει από σήμερα. Τέλος, σε σχέση με το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της προηγούμενης ποινής φυλάκισης που του είχε επιβληθεί αρκεί να αναφέρω ότι το άρθρο 4
(1)του Νόμου 95/72, αντανακλά την πολιτική του Νόμου σε σχέση με τις συνέπειες παράβασης των όρων της αναστολής που δίδεται και θεωρεί την ενεργοποίηση της ποινής σαν τον κανόνα και την υιοθέτηση των υπαλλακτικών μέτρων σαν την εξαίρεση. Όπου οι όροι ανασταλείσας ποινής φυλάκισης παραβιάζονται και αγνοούνται, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο διατάχθηκε η αναστολή καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για να μην ενεργοποιηθεί η ποινή φυλάκισης εξαφανίζεται. Καθοριστικός παράγοντας είναι το κατά πόσο η παράβαση των όρων αναστολής δύναται να κριθεί για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα της μειωμένη εξ' αιτίας οποιωνδήποτε ελαφρυντικών περιστάσεων που παρουσιάζονται. Στην απουσία κατάλληλων περιστάσεων που μειώνουν την βαρύτητα της παράβασης των όρων της αναστολής, ενεργοποίηση πρέπει, σαν κανόνας, να διατάσσεται (βλ. Dimitri Parashou Louka v. The Police
(1986)2 C.L.R. 141, Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 409 και Χριστούδκιας ανωτέρω). Η ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής φυλάκισης συνδέεται κατ' εξοχή με τους λόγους για τη μη τήρηση των όρων δυνάμει των οποίων η ποινή είχε ανασταλεί και όχι με την ομοιότητα μεταξύ του νέου αδικήματος και εκείνου για το οποίο είχε διαταχθεί όπως ανασταλεί η ποινή (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 251). Εξετάζοντας λοιπόν το ζήτημα επί της προκειμένης υπόθεσης, όπως αναφέρω και πιο πάνω στην απόφαση μου, ο κατηγορούμενος δεν έχει καταδείξει και δεν έχει δώσει καμιά δικαιολογία για την παράβαση των όρων αναστολής, ούτε έχω εντοπίσει από τα γεγονότα της υπόθεσης, οποιαδήποτε περιστατικά που να μειώνουν την βαρύτητα της παράβασης ή να καθιστούν την ενεργοποίηση άδικη υπό τις περιστάσεις. Αντιθέτως είναι εμφανές από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ότι καθόλου δεν τον ενδιέφερε ότι του δόθηκε από το Δικαστήριο μια δεύτερη ευκαιρία, την οποία όφειλε να εκμεταλλευτεί και σεβαστεί ευλαβικά. Τουναντίον, σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα, αγνόησε επιδεικτικά το Δικαστήριο και την ευκαιρία που του δόθηκε. Ως εκ τούτου, το υπόβαθρο δυνάμει του οποίου εκεί διατάχθηκε αναστολή δεν υφίστανται πλέον. Κρίνω δε ότι η μη ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης στην παρούσα, θα έχει ως αποτέλεσμα, η φυλάκιση με αναστολή να χάσει το νόημά της και να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητά της. Περαιτέρω κρίνω, ότι ενόψει του ύψους της ποινής φυλάκισης που εδώ του έχει επιβληθεί, η ενεργοποίηση μέρους της προηγούμενης ποινής που του επιβλήθηκε δεν θα είναι υπερβολική ποινή εν τω σύνολο και υπό τις περιστάσεις. Επομένως, διατάσσεται περαιτέρω, η ενεργοποίηση μέρους της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην ποινική υπόθεση με αρ. 4094/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, και δη διατάσσεται η ενεργοποίηση της φυλάκισης για περίοδο 2 μηνών η οποία επιβάλλεται διαδοχικά της ποινής που του επιβλήθηκε στην παρούσα. ............ (Υπ.) Ε Μιντή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο