← Κύπρος

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΡΑΚΑ ν. ΓΙΑΝΝΗΣ .Α. ΓΙΑΝΝΗ, Αριθμός Αγωγής: 1568/2014, 13/3/2023

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΡΑΚΑ ν. ΓΙΑΝΝΗΣ .Α. ΓΙΑΝΝΗ, Αριθμός Αγωγής: 1568/2014, 13/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €10.000 - €50.000 Αριθμός Αγωγής: 1568/2014 Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΡΑΚΑ Ενάγοντας και ΓΙΑΝΝΗΣ .Α. ΓΙΑΝΝΗ Εναγόμενος Ημερομηνία: 13 Μαρτίου2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Ν. Γ. Νικολάου για Ν.Γ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Π. Χ''Πέτρος για ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Την 12.11.2014 ο ενάγων καταχώρισε την παρούσα αγωγή εναντίον του εναγομένου, δια της οποίας αξιοί την έκδοση απόφασης υπέρ του για ποσό €42.124,40 ως μη πληρωθέν τίμημα για πωληθέντα και παραδοθέντα αγαθά ή και υπόλοιπο λογαριασμού ή και δυνάμει τιμολογίων ή και δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και για παρασχεθείσες υπηρεσίες, πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν υπεύθυνος σταθμού πετρελαιοειδών ΕΚΟ στο Αυγόρου (το «πρατήριο») δυνάμει γραπτής συμφωνίας. Τα δικαιώματα του παραχωρήθηκαν στον ενάγοντα από την ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων Λτδ, που αποτελεί τη νέα ονομασία της ΣΠΕ Παραλιμνίου Λτδ με την οποία έχει συγχωνευθεί η ΣΠΕ Αυγόρου από 11.1.

  1. Ο εναγόμενος ήταν πελάτης του ενάγοντα και κατά ή περί τα έτη 2010 - 2013 αγόραζε διαφόρων ειδών καύσιμα επί πιστώσει. Παρόλο που ο εναγόμενος κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά στον ενάγοντα, την 2.1.2013 το υπόλοιπο του λογαριασμού του ανήλθε στις €42.124,40 το οποίο αρνείται να καταβάλει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένης επιστολής του δικηγόρου του ημερ. 12.3.2014 δια της οποίας ζητείτο η καταβολή του εν λόγω ποσού. Ο εναγόμενος καταχώρισε Υπεράσπιση, στην οποία εγείρει προδικαστική ένσταση ως προς τη νομιμοποίηση του ενάγοντα να εγείρει την παρούσα αγωγή. Άνευ βλάβης της προδικαστικής του ένστασης, ο εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και τον καλεί σε απόδειξη των ισχυρισμών του. Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό του εναγομένου, ότι η συνεργασία του με τον Ενάγοντα άρχισε το 2004 και διεκόπη περί τα τέλη του 2011 και οποιαδήποτε μεταγενέστερη χρέωση δεν τον αφορά. Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό χρωστούσε στον ενάγοντα το έχει εξοφλήσει και έχουν εκδοθεί σχετικές αποδείξεις. Άνευ βλάβης της θέσης του αυτής, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα, το ποσό αυτό είναι πολύ μικρότερο από αυτό που αξιώνει ο ενάγων. Τέλος, αποτελεί ισχυρισμό του εναγομένου ότι ουδέποτε έλαβε την επιστολή ημερ. 12.3.
  2. Στην Απάντησή του ο ενάγων αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς του Εναγομένου συμπεριλαμβανομένης της προδικαστικής του ένστασης και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του ως η Έκθεση Απαίτησης. Περαιτέρω αναφέρει ότι η συνεργασία του με τον εναγόμενο διεκόπη περί το 2013 όταν σταμάτησε να τον προμηθεύει με προϊόντα της ειδικότητας του ένεκα του υπολοίπου που καταγράφηκε στον λογαριασμό του και ισχυρίζεται ότι το έτος 2011 συνεργάζονταν κανονικά και ο εναγόμενος αποδεχόταν πλήρως τις οποιεσδήποτε χρεώσεις γίνονταν επ' ονόματί του. Ως περαιτέρω ισχυρίζεται ο ενάγων, ουδέποτε εξέδωσε και/ή υπέγραψε βεβαίωση προς τον εναγόμενο αναφορικά με εξόφληση οφειλής και ουδέποτε εξέδωσε εξοφλητικό τιμολόγιο ή απόδειξη. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Από πλευράς ενάγοντα κατέθεσαν συνολικά 3 μάρτυρες, τη μαρτυρία των οποίων θα συνοψίσω κατωτέρω. Πρώτος κατέθεσε ο ενάγων, ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και κατέθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια: - Ως Τεκμήριο 1 κατέθεσε την τελευταία συμφωνία ημερ. 19.7.2011 που υπέγραψε με τη ΣΠΕ Αυγόρου. - Ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε το τελευταίο δελτίο παραλαβής που εξέδωσε για τον Εναγόμενο ημερ. 2.1.
  3. - Ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε την σελίδα των «Ανεπίσημων Πιστώσεων» όπου φαίνεται το όνομα του Εναγομένου. - Ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 12.3.
  4. Στην γραπτή του δήλωση ο Ενάγων μεταξύ άλλων αναφέρει ότι εγείρει την παρούσα αγωγή ως υπεύθυνος του σταθμού πώλησης πετρελαιοειδών ΕΚΟ στο Αυγόρου, από τον Αύγουστο του 1994 μέχρι το τέλος του
  5. Ως περαιτέρω αναφέρει, εξυπηρετούσε προσωπικά τους πελάτες, ως ιδιοκτήτης του πρατηρίου, καθότι χρεωνόταν προσωπικά τα καύσιμα που τροφοδοτείτο ο σταθμός και η ΣΠΕ Αυγόρου δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή. Ο ενάγων αναφέρει επίσης ότι ο εναγόμενος ήταν πελάτης του σταθμού από τις αρχές του 2010 μέχρι και το 2013 και αγόραζε επί πιστώσει είδη πετρελαιοειδών. Ως εξηγεί, για κάθε αγορά καυσίμων από τον εναγόμενο εξέδιδε δελτία παραλαβής στα οποία κατέγραφε την ημερομηνία αγοράς, το είδος του καυσίμου, την χρέωση και το εκάστοτε υπόλοιπο. Κάθε φορά, καταγραφόταν χειρόγραφη βεβαίωση ότι ο εναγόμενος οφείλει το αναγραφόμενο επί του δελτίου ποσό και ο εναγόμενος υπέγραφε. Το τελευταίο δελτίο παραλαβής το οποίο ο εναγόμενος υπέγραψε, έφερε χρεωστικό υπόλοιπό €42.124,40 και παρέμεινε απλήρωτο (Τεκ. 2). Κατά το τέλος κάθε ημερολογιακού έτους ο ενάγων υπέβαλλε προς την ΣΠΕ Αυγόρου όλα τα έγγραφα που τηρούσε για κάθε πελάτη για σκοπούς ετήσιου ελέγχου και διατηρούσε συνοπτικό κατάλογο όπου κατέγραφε τους χρεώστες (Τεκ. 3). Για τη συνέχιση της συνεργασίας του με κάθε πελάτη, ετοίμαζε νέο δελτίο παραλαβής στο οποίο μεταφέρονταν τα συσσωρευμένα υπόλοιπα και ο πελάτης τα αποδεχόταν ώστε η συνεργασία να συνεχίσει. Την 2.1.2013 ετοίμασε νέο δελτίο για τον εναγόμενο, το οποίο αυτός υπέγραψε, πλην όμως αυτό το έγγραφο προσκομίστηκε στην ΣΠΕ Αυγόρου και δεν το έχει στην κατοχή του. Ως ο ενάγων επιπρόσθετα αναφέρει, λόγω του υψηλού υπολοίπου του εναγομένου, είχε δεχθεί παρατηρήσεις από την ΣΠΕ Αυγόρου να μην παραχωρήσει περαιτέρω πίστωση στον εναγόμενο και έτσι το 2013 συνεργάστηκαν πολύ περιορισμένα και τοις μετρητοίς. Παρόλο που σε κάθε επίσκεψη του εναγομένου, τον ενημέρωνε για το οφειλόμενο ποσό και το ενδεχόμενο λήψης νομικών μέτρων εναντίον του, αυτός ουδέποτε κατέβαλε το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ως εκ τούτου του απέστειλε σχετική προειδοποιητική επιστολή ημερ. 12.3.2014 μέσω του δικηγόρου του (Τεκ. 4), στην οποία ο εναγόμενος ουδέποτε ανταποκρίθηκε. Ως διευκρίνισε κατά την κυρίως εξέτασή του ο ενάγων, στο Τεκ. 1 φαίνεται ο μισθός που λάμβανε από την ΣΠΕ Αυγόρου, πλην όμως εξήγησε ότι πληρωνόταν κατά 40% επί των συνολικών κερδών στο τέλος του χρόνου και κατέβαλλε κοινωνικές ασφαλίσεις ως αυτοεργοδοτούμενος. Ως επίσης ανέφερε, ήταν διαχειριστής του πρατηρίου, εξ ου και το όνομα «EKO Petrol Station Avgorou Co-Op (G-Vraka)». Αντεξεταζόμενος ο ενάγων εξήγησε ότι εάν δεν εισέπραττε το οφειλόμενο ποσό από τον πελάτη, η ΣΠΕ Αυγόρου θα του απέκοπτε στο τέλος του χρόνου από το μερίδιο που λάμβανε το 40%. Ως επίσης ανέφερε, ήταν διαχειριστής του πρατηρίου και ενεργούσε σαν ιδιοκτήτης, δηλ. έκανε τις αγορές και τις καταθέσεις. Υπήρχε ως ανέφερε κοινός λογαριασμός και επ' ονόματι του ιδίου και ήταν ο άμεσα υπεύθυνος για τις καταθέσεις και το ισοζύγιο των λογιστικών. Περαιτέρω, παρόλο που δεν είχε συστήσει και εγγράψει κάποια εταιρεία, τα δελτία παραλαβής έφεραν την ονομασία «EKO Petrol Station Avgorou Co-Op (G-Vraka)» και δικαιούχος των αποδείξεων που πληρώνονταν, ως ανέφερε αντεξεταζόμενος, ήταν η ΣΠΕ Αυγόρου, η οποία ήταν ο ιδιοκτήτης του σταθμού. Στο τέλος κάθε χρονιάς, ως εξήγησε, γινόταν ο λογιστικός έλεγχος και αν ο ενάγων όφειλε οποιοδήποτε ποσό στη ΣΠΕ Αυγόρου ως διαχειριστής του πρατηρίου, για οφειλές που δεν εισέπραξε, αυτή η οφειλή του αποκόπτετο από το μερίδιό του για σκοπούς ισοζυγίου και ήταν υπεύθυνος μετά να εισπράξει αυτό το ποσό. Η ΣΠΕ Αυγόρου δεν έφερε ευθύνη για κανένα πελάτη και λάμβανε τα χρήματα σε κάθε περίπτωση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε επίσης ότι υπέγραψε το 1ο συμβόλαιο για να διαχειρίζεται τον σταθμό το 1994, το οποίο ανανεώθηκε το 2011 και δεν το είχε στην κατοχή του καθότι βρίσκεται στα γραφεία της ΣΠΕ και λόγω της συγχώνευσης δεν μπόρεσαν να το εντοπίσουν και να του το προσκομίσουν. Επίσης, υπεδείχθησαν στον ενάγοντα 4 αντίγραφα αποδείξεων τα οποία ο μάρτυρας αναγνώρισε και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  6. Σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι αυτές οι αποδείξεις εκδίδονταν από τον ιδιοκτήτη του σταθμού, ήτοι την ΣΠΕ Αυγόρου, ο ενάγων απάντησε ότι πρόκειται για τις αποδείξεις που είχαν στο πρατήριο. Η δεύτερη μάρτυρας η οποία κατέθεσε εκ μέρους του ενάγοντα ήταν η κα Χ.Κ.Θ. (η «ΜΕ2») οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι εργάζεται στην ΚΕΔΙΠΕΣ από το 2018 και προηγουμένως εργαζόταν στην ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων και ΣΠΕ Ξυλοφάγου. Ως ανέφερε η μάρτυρας, υπόλογος προς την τράπεζα είναι ο υπεύθυνος του πρατηρίου, δηλ. ο κ. Γ.Β. Σε υπόδειξη του Τεκμηρίου 1 η μάρτυρας το αναγνώρισε και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν υπήρχε συμφωνία πριν το 2014 και ότι δεν εντόπισε κάτι για να το παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Ως ανέφερε ωστόσο, γνωρίζει ότι ο ενάγων ήταν υπεύθυνος του πρατηρίου πριν το 2014 και σε υπόδειξη του όρου 12 του Τεκμηρίου 12, ήταν η αντίληψή της ότι σε περίπτωση μη είσπραξης οφειλόμενων ποσών από πελάτες, υπεύθυνος για να τα διεκδικήσει ήταν ο ενάγων. Κατά την αντεξέτασή της η μάρτυρας εξήγησε ότι παρακολουθούσε τις ανεπίσημες πιστώσεις του λογαριασμού του ενάγοντα και ότι υπήρχε αρχείο στο οποίο αναφέρονταν τα ονόματα των χρεωστών. Η ίδια ενημέρωνε το αρχείο αναφορικά με τα ποσά που πιστώνονταν για κάθε χρεώστη. Ως διευκρίνισε αντεξεταζόμενη, για την περίοδο 2010 μέχρι το 2013 δεν είχε εμπλοκή στα του επίδικου πρατηρίου. Περαιτέρω, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον ενάγοντα προσωπικά και ότι δεν γνωρίζει εάν οι πιστώσεις στις οποίες ο ενάγων προέβαινε για τα έτη 2010 - 2013 ήταν χωρίς την συγκατάθεση της ΣΠΕ. Ούτε και γνώριζε η μάρτυρας να απαντήσει εάν ο ενάγων πριν τον Ιούλιο του 2011 είχε γραπτή συμφωνία με την ΣΠΕ. Ως εξήγησε, ο ενάγων λάμβανε μηνιαίο μισθό και επίσης με βάση τη συμφωνία του δούλευε με προμήθεια. Αν έγινε πίστωση και δεν την εισέπραττε, ήταν προσωπικά υπεύθυνος να πληρώσει τη ΣΠΕ. Τελευταίος μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε από πλευράς ενάγοντα ήταν ο Μ.Χ. (ο «ΜΕ3»), ο οποίος εργάζεται ως λειτουργός στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι για την περίοδο 2009 - 2016 εντόπισε τον ενάγοντα στο σύστημα δηλωμένο και ως μισθωτό και ως αυτοτελώς εργαζόμενο και κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 δέσμη εγγράφων από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Περαιτέρω ως Τεκμήριο 7 κατέθεσε έγγραφο από το σύστημα του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπου φαίνονται λεπτομέρειες για τη δραστηριοποίηση του ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 6 δεν υπάρχει ένδειξη αναφορικά με το επάγγελμα του ενάγοντα. Ακολούθως οι συνήγοροι κατέθεσαν από κοινού ως Τεκμήριο 8, για την αλήθεια του περιεχομένου των, δηλώσεις εισοδήματος του ενάγοντα για τα έτη από 2010 μέχρι
  7. Η υπεράσπιση δεν προσκόμισε μαρτυρία. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να παρατεθεί με λεπτομέρεια, επισημαίνεται δε ότι ολόκληρη η μαρτυρία έχει μελετηθεί πλήρως και ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσής της στην παρούσα απόφαση. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση τη λογική, την ποιότητα του περιεχομένου και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν.[1] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[2] Περαιτέρω, η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[3] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[4] Επουσιώδεις δε αντιφάσεις, δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.[5] Τέλος, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[6] Αναφορικά με τον ενάγοντα, μου έκανε θετική εντύπωση καθώς ήταν σε θέση να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο εργαζόταν και απαντούσε με φυσικότητα και σταθερότητα στις ερωτήσεις και στις υποβολές που του υποβάλλοντο κατά την αντεξέτασή του. Ο ενάγων δεν αρνήθηκε ότι ιδιοκτήτης του πρατηρίου ήταν η ΣΠΕ Αυγόρου, τονίζοντας επανειλημμένως ότι σε περίπτωση που δεν εισέπραττε, ως διαχειριστής του πρατηρίου, τις οφειλές, η ΣΠΕ Αυγόρου θα του απέκοπτε το 40% που δικαιούτο να λάβει δυνάμει της συμφωνίας τους, στο τέλος της χρονιάς. Παρά ταύτα, εντοπίζω ένα ουσιώδες κενό στη μαρτυρία του ενάγοντα: ενώ ενέμενε στην θέση του ότι σε περίπτωση οφειλής προς το πρατήριο η ΣΠΕ Αυγόρου θα απέκοπτε από αυτόν στο τέλος της χρονιάς το 40%, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, με την οποία να διαφαίνεται ότι η εν λόγω αποκοπή έγινε σε σχέση το αξιούμενο ποσό και ότι ο ενάγων επιβαρύνθηκε με την πληρωμή του εν λόγω ποσού. Αναφορικά με την ΜΕ2, έκανε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, καθώς δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία της ήταν λογική και σταθερή. Η μάρτυρας με σταθερότητα και συνέπεια απάντησε στις ερωτήσεις που της υπεβλήθησαν και δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι μετέφερε αναλήθειες στο Δικαστήριο, παρά μόνο τη δική της εκδοχή και αντίληψη ως προς τα γεγονότα. Διευκρινίζω, ότι η ΜΕ2 δεν κατέθεσε υπό την ιδιότητα εμπειρογνώμονα, ούτε και ανέφερε ότι είναι νομικός, συνεπώς το γεγονός ότι κατά την κυρίως εξέτασή της κλήθηκε να δώσει τη γνώμη της και να ερμηνεύσει συγκεκριμένο όρο του Τεκ. 1, ενώ ως η ίδια ανέφερε αντεξεταζόμενη δεν παρακολουθούσε τον λογαριασμό του ενάγοντα για τα έτη 2010 - 2013, δεν προσδίδει οτιδήποτε στην υπόθεση του ενάγοντα. Τέλος, σε σχέση με τον ΜΕ3, επρόκειτο για τυπικό μάρτυρα ο οποίος κατέθεσε με σταθερότητα και φυσικότητα ενώπιον του Δικαστηρίου και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Ο ενάγων ενεργούσε ως διαχειριστής του επίδικου πρατηρίου από το 1994 μέχρι το 2017 δυνάμει σύμβασης, η οποία ανανεώθηκε τελευταία φορά την 19.7.
  8. - Ιδιοκτήτης του επίδικου πρατηρίου ήταν η ΣΠΕ Αυγόρου και πλέον είναι η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. - Οι όροι βάσει των οποίων δραστηριοποιείτο ο ενάγων, καθορίζονται στη σύμβαση ημερ. 19.7.2011 (Τεκμήριο 1). - Ο ενάγων χρησιμοποιούσε δελτία παραλαβής τα οποία έφεραν την ονομασία «EKO PETROL STATION Avgorou Co-Op (G. Vraka), αλλά δεν υπήρχε εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο με αυτή την ονομασία. - Ο ενάγων χρησιμοποιούσε αποδείξεις στις οποίες αναγραφόταν «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Σ.Π.Ε. ΑΥΓΟΡΟΥ». - Ο ενάγων λάμβανε μηνιαίο μισθό και πληρωνόταν επίσης με ποσοστό 40% επί των καθαρών κερδών του πρατηρίου στο τέλος κάθε χρονιάς, όταν γινόταν λογιστικός έλεγχος. - Ο ενάγων κατέβαλλε κοινωνικές ασφαλίσεις τόσο ως μισθωτός όσο και ως αυτοεργοδοτούμενος. - Ο ενάγων δέχθηκε παρατηρήσεις από τη Σ.Π.Ε. Αυγόρου, να μην παραχωρήσει περαιτέρω πίστωση στον εναγόμενο και από το 2013 συνεργάστηκαν μόνο τοις μετρητοίς. - Την 12.3.2014 οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν στον εναγόμενο επιστολή δια της οποίας διεκδικούσαν την πληρωμή του ποσού των €42.124,
  9. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στις γραπτές αγορεύσεις τους, τις οποίες έχω μελετήσει ενδελεχώς και αναφορά θα γίνεται όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο,[7] οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών επιχειρηματολογούν σε σχέση με το ζήτημα της νομιμοποίησης του ενάγοντα να εγείρει την παρούσα αγωγή. Είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης και εγειρόμενη προδικαστική ένσταση, ότι ο ενάγων κωλύεται από το να εγείρει την παρούσα αγωγή καθότι ελλείπει το απαιτούμενο προσωπικό και ίδιο όφελος, εφόσον ενεργούσε ως ο υπεύθυνος πωλήσεων στο επίδικο πρατήριο και όχι ως ο δικαιούχος είσπραξής τους. Αυτή, είναι και η μοναδική θέση την οποία προωθεί ο συνήγορος του εναγομένου στη γραπτή του αγόρευση. Στον αντίποδα, ο συνήγορος του ενάγοντα επιχειρηματολογεί ότι η οι όροι 8 και 12 του Τεκμηρίου 1 απαντούν στην προδικαστική ένσταση που εγείρεται από πλευράς εναγομένου καθότι προνοούν ότι ο ενάγων λειτουργούσε ως διαχειριστής του πρατηρίου με διευθυντικά καθήκοντα και ευθύνες και δικαίωμα λήψεως ποσοστού επί των καθαρών κερδών. Η παράγραφος 11(κ) του Τεκμηρίου 1, συνεχίζει ο κ. Νικολάου, δίδει το δικαίωμα και συνάμα την υποχρέωση στον ενάγοντα να διεκδικήσει τις οφειλές χρεωστών. Την απάντηση στο ανωτέρω ζήτημα θα δώσουν οι πρόνοιες της συμφωνίας ημερ. 19.7.2011, της οποίας η εγκυρότητα επισημαίνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Οδηγό για την ερμηνεία μιας σύμβασης, αποτελεί η γραμματική έννοια των λέξεων ή των φράσεων που χρησιμοποιούνται, υπό το φως των σκοπών συνομολόγησης της συμφωνίας, ως αυτοί αποκαλύπτονται από την ίδια τη συμφωνία στο σύνολό της. Για την ορθή δε ερμηνεία μιας σύμβασης, βασικό κριτήριο είναι η συνήθης ερμηνεία των λέξεων και είθισται η αναζήτηση λεξικών αναφορικά με το νόημα των λέξεων στην καθομιλουμένη. Το έγγραφο, πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και όχι αποσπασματικά, ενώ η διακρίβωση της σημασίας των όρων που χρησιμοποιούνται σε μία συμφωνία οδηγεί και σε διακρίβωση της πρόθεσης των μερών.[8] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.2)

(1998)1(Δ) A.A.Δ. 2335: «Το κριτήριο, όπως επισημάναμε:- " .... είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα." (Βλ., επίσης, Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499.)» Ως επίσης αναφέρθηκε στην Ποιηταρίδη v. Anopa Investments Ltd, Πολ. Έφ. 260/11, ημερ. 25.5.2018: «Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων στόχο έχουν τη γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd.
(2010)1 (A) ΑΑΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd.
(2008)1 (A) ΑΑΔ 669). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο) στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή σ' όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών (βλ. σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων,» Τόμος Β, σελ. 479.» Ως προς την αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας, αποτελεί καθιερωμένη νομική αρχή ότι η εξωγενής μαρτυρία είναι αποδεκτή μόνο κατ' εξαίρεση. Ειδικότερα, όταν μία συμφωνία είναι γραπτή, η εξωγενής μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή για να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τροποποιήσει ή να αντικρούσει τους όρους του εγγράφου. Κατ' εξαίρεση, η εξωγενής μαρτυρία είναι επιτρεπτή σε περίπτωση διευκρίνισης ασάφειας ή αμφιβολίας σε ένα έγγραφο με σκοπό τη διευκρίνιση της πρόθεσης των συμβαλλομένων.[9] Στρεφόμενη στο περί ου ο λόγος Τεκμήριο 1,διαπιστώνω καταρχάς ότι δεν υπάρχει σε αυτό ρητός όρος που να προνοεί ότι ο ενάγων έχει δικαίωμα να λαμβάνει νομικά μέτρα. Ούτε και αναφέρεται οτιδήποτε τέτοιο στον όρο 3 του Τεκμηρίου 1, όπου αναγράφονται τα καθήκοντα του ενάγοντα ως διαχειριστή του πρατηρίου. Στον όρο 6, προβλέπεται ρητώς ότι της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου εξαιρούνται το πλυντήριο, η πώληση των αξεσουάρ πλην των πετρελαιοειδών, λιπαντικών κλπ και αναψυκτικά, χυμοί και σοκολάτες τα οποία τυχόν να πωλούνται στο κατάστημα του σταθμού. Για τα δε έξοδα του πλυντηρίου, ενόσω αυτό λειτουργείται από τον ενάγοντα πλήρως και για ίδιον όφελος, ο ενάγων θα επωμίζεται και τα έξοδα συντήρησης και λειτουργικότητας. Από λογική και γραμματική ερμηνεία αυτού του όρου, συνάγεται ότι ο ενάγων σε ότι αφορά στα ανωτέρω είδη, εξαιρουμένων των πετρελαιοδειδών, ήταν ο αποκλειστικός δικαιούχος και υπεύθυνος. Παραθέτω εν συνεχεία, τους εξής όρους της σύμβασης ημερ. 19.7.2011 (Τεκ. 1) τους οποίους κρίνω σχετικούς με το υπό εξέταση ζήτημα: Όρος 11(κ): «Με την επιφύλαξη των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 12 πιο κάτω, δεν θα δικαιούται να παραχωρεί πίστωση σε οποιονδήποτε πρόσωπο εκτός εάν του δοθεί γραπτή συγκατάθεση προς τούτο από τον εργοδότη, η οποία θα δύναται να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή, και σε περίπτωση που παραχωρήσει τέτοια πίστωση χωρίς συγκατάθεση, άνευ βλάβης του δικαιώματος του εργοδότη να τερματίσει την παρούσα λόγω παράβασης της, θα είναι υπόλογος προς τον εργοδότη για οποιονδήποτε ποσό δεν εισπραχθεί μέχρι το τέλος του εκάστοτε λογιστικού τέλους. Οποιαδήποτε καθυστέρηση εκ μέρους του εργοδότη στο να τερματίσει την παρούσα ως προαναφέρεται δεν θα θεωρείται ως απεμπόληση του δικαιώματος αυτού. Για τις πιστώσεις που θα παραχωρούνται δυνάμει της παρούσας παραγράφου ο εργοδοτούμενος θα εκδίδει τιμολόγιο στον πελάτη σε τύπο που θα του υποδείξει ο εργοδότης». Όρος 12: «(α) Πέραν των πιστώσεων που τυχών θα εγκριθούν από τον εργοδότη ως αναφέρεται στην παράγραφο 11(κ), ο εργοδοτούμενος, με την επιφύλαξη των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 12(β), θα δικαιούται για περίοδο εντός έτους από της υπογραφής της παρούσας να παρέχει πίστωση σε φερέγγυους πελάτες, πλην όμως θα είναι υπόλογος προς τον εργοδότη για οποιονδήποτε ποσό δεν εισπραχθεί μέχρι το τέλος του εκάστοτε λογιστικού τέλους. Νοείται ότι οι πιστώσεις ανά πάσα στιγμή δεν θα υπερβαίνουν το ποσό των €2.000 ανά πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, και συνολικά δεν θα υπερβαίνουν ανά πάσα στιγμή το ποσό των €50.
  1. Η περίοδος του ενός έτους όσον αφορά το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να παρέχει πίστωση ως προαναφέρεται, θα δύναται να παραταθεί για περαιτέρω περίοδο/όδους δυνάμει σχετικής/κων επιστολής/λων που θα αποστείλει/έλλει ο εργοδότης. (β) Ο εργοδοτούμενος θα οφείλει να αποστέλλει κατάσταση υπολοίπων των χρεωστών που αναφέρονται εις την παράγραφο 12(α) ανά 15 ημέρες στον εργοδότη, και ο εργοδότης θα δύναται να απαιτήσει από τον εργοδοτούμενο όπως μη παραχωρήσει περαιτέρω πίστωση σε οποιονδήποτε τέτοιο χρεώστη. Νοείται ότι το δικαίωμα αυτό του εργοδότη δεν θα επηρεάζει την ευθύνη του εργοδοτουμένου για τα χρεωστικά υπόλοιπα κακών χρεωστών ως αναφέρεται εις την παράγραφο 12(α)». Όροι 14 και 15: «
  2. Ο εργοδότης θα δικαιούται ανά πάσα στιγμή να συμψηφίζει οιονδήποτε ποσό έχει να λαμβάνει ο εργοδοτούμενος με τις υποχρεώσεις του προς τον εργοδότη και/ή με οποιονδήποτε ποσό για το οποίο ο εργοδοτούμενος είναι υπόλογος δυνάμει της παρούσης».
  3. Καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσας συμφωνίας και καθ' όλη τη διάρκεια που ο εργοδοτούμενος θα παραμένει οφειλέτης προς τον εργοδότη για οιονδήποτε ποσό δυνάμει της παρούσης ο εργοδότης θα έχει ως εξασφάλιση ή/και εγγύηση για οποιοδήποτε ποσό ή υποχρεώσεις που οφείλονται από τον εργοδοτούμενο στον εργοδότη δυνάμει της παρούσης,ανεξάρτητα αν έχει γίνει απαίτηση για τέτοιες υποχρεώσεις ή όχι, γενικό δικαίωμα επίσχεσης προς όφελος του εργοδότη σε οποιοδήποτε ποσό, έγγραφο προς διαπραγμάτευση ή/και περιουσιακό στοιχείο που ανήκουν στον εργοδοτούμενο τα οποία δύνανται ανά πάσα στιγμή να περιέλθουν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του εργοδότη». (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) Κατόπιν προσεκτικής θεώρησης των πιο πάνω, καταλήγω καταρχάς ότι η σύμβαση ημερ. 19.7.2011 καθιστά σαφές ότι ο ενάγων απασχολείτο ως εργοδοτούμενος της ΣΠΕ Αυγόρου, η οποία ήταν ο εργοδότης και ιδιοκτήτης του επίδικου πρατηρίου, υπό τους όρους που καθορίζονται και περιγράφονται λεπτομερώς στη σύμβαση. Ως επίσης διαλαμβάνει η σύμβαση ημερ. 19.7.2011, στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παρείχε πίστωση σε πελάτες, πέραν αυτών που ενέκρινε ο εργοδότης, ήταν «υπόλογος προς τον εργοδότη για οποιονδήποτε ποσό δεν εισπραχθεί μέχρι το τέλος του εκάστοτε λογιστικού τέλους».Υπόλογος προς τον εργοδότη θα ήταν επίσης όταν κατά τις περιπτώσεις που περιγράφονται στον όρο 12(α) της σύμβασης ημερ. 19.7.2011, παραχωρούσε πίστωση σε πελάτες, αναφορικά με οποιοδήποτε ποσό δεν είχε εισπραχθεί μέχρι το τέλος του εκάστοτε λογιστικού έτους. Ανατρέχοντας στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας[10], εντοπίζω ότι η σημασία που αποδίδεται στην λέξη «υπόλογος» είναι «αυτός που πρέπει να δώσει λόγο για τις πράξεις του». Στο Επίτομον Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης[11] εντοπίζω ότι ως «υπόλογος» ορίζεται ο «έχων να δώση λόγον, υπεύθυνος». Καθίσταται λοιπόν σαφές, ότι ο εργοδοτούμενος είχε ευθύνη έναντι του εργοδότη του, για τα ποσά που οφείλοντο προς το πρατήριο μέχρι το τέλος του λογιστικού έτους, αναφορικά με τα οποία την πίστωση είχε παραχωρήσει ο ίδιος. Ακολούθως, στο κείμενο της σύμβασης αναφέρεται ότι «ο εργοδότης θα δικαιούται ανά πάσα στιγμή να συμψηφίζει οιονδήποτε ποσό έχει να λαμβάνει ο εργοδοτούμενος με τις υποχρεώσεις του προς τον εργοδότη και/ή με οποιονδήποτε ποσό για το οποίο ο εργοδοτούμενος είναι υπόλογος δυνάμει της παρούσης». Ανατρέχοντας στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας,[12] εντοπίζω ότι η σημασία που αποδίδεται στην λέξη «συμψηφισμός» είναι «ο συνυπολογισμός του ποσού που δικαιούται να λάβει κάποιος μαζί με τα χρέη του, ώστε να υπάρχει απόσβεση ισόποσων απαιτήσεων». Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγω ότι σε περίπτωση οφειλής πελάτη προς το πρατήριο, εφόσον ο εργοδοτούμενος παρείχε την πίστωση είτε χωρίς την έγκριση του εργοδότη του ως οι πρόνοιες του όρου 11(κ) είτε εντός των πλαισίων που καθορίζει ο όρος 12(α) της σύμβασης ημερ. 19.7.2011, ο εργοδοτούμενος ήταν σε κάθε περίπτωση υπόλογος έναντι του εργοδότη του. Εάν δεν κατόρθωνε να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό, αυτό θα αποκόπτετο από το ποσό που δικαιούτο να εισπράξει επί των καθαρών κερδών, στο τέλος της χρονιάς. Τα ανωτέρω, συνάδουν και με τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα, ο οποίος ανέφερε επανειλημμένως ότι σε περίπτωση οφειλών, θα του αποκόπτετο στο τέλος της χρονιάς το 40%. Περαιτέρω, στον όρο 15 η σύμβαση ημερ. 19.7.2011 αναφέρει ότι καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης και καθ' όλη τη διάρκεια που ο εργοδοτούμενος θα παραμένει οφειλέτης προς τον εργοδότη για οιονδήποτε ποσό δυνάμει της σύμβασης, ο εργοδότης θα έχει ως εξασφάλιση ή/και εγγύηση για οποιοδήποτε ποσό ή υποχρεώσεις που οφείλονται από τον εργοδοτούμενο στον εργοδότη, ανεξάρτητα αν έχει γίνει απαίτηση για τέτοιες υποχρεώσεις ή όχι. Ερμηνεύοντας συνολικά και όχι αποσπασματικά τη σύμβαση, ως οι αρχές της ισχύουσας νομολογίας καθορίζουν, καταλήγω ότι τέτοια απαίτηση μπορούσε να γίνει από τον εργοδότη, ο οποίος είχε πάντοτε τον τελευταίο λόγο σε σχέση με τις ενέργειες του εργοδοτούμενου, ο οποίος παρέμενε καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής τους σχέσης υπόλογος έναντι του εργοδότη. Πέραν των ανωτέρω, διαπιστώνω ότι παρόλο που ο ενάγων ανέφερε αρκετές φορές ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι σε περίπτωση που δεν εισέπραττε τα οφειλόμενα ποσά θα του αποκόπτετο το εν λόγω οφειλόμενο ποσό στο τέλος του έτους, καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε, που να αποδεικνύει ότι εν τέλει αυτά τα ποσά αποκόπησαν από το μερίδιό του. Ούτε και μπορεί αυτό το ερώτημα να απαντηθεί μέσω του Τεκμηρίου
  4. Πρόσθετα σημειώνω ότι η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται ουσιωδώς από την Chrysostomou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, καθότι εκείνη η υπόθεση αφορούσε σε ρητή εκχώρηση χρέους. Εν προκειμένω, δεν προσκομίστηκε τέτοια μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα, ενώ έχω ήδη αποφανθεί επί των όρων της σύμβασης ημερ. 19.7.2011. Σε κάθε περίπτωση, τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης.[13] Συνεπακόλουθα, θα απέρριπτα την αγωγή και για αυτό τον λόγο. Τέλος, ως προς τα επιχειρήματα των συνηγόρων που σχετίζονται με τη σχέση αντιπροσωπείας, επισημαίνω ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν έχει δικογραφηθεί στην Έκθεση Απαίτησης και δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία σχετιζόμενη με ζητήματα αντιπροσώπευσης. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο ενάγων αναφέρεται στην γραπτή του δήλωση σε «δικαιώματα διαχείρισης» και διεκδικεί το αξιούμενο ποσό έναντι του εναγομένου δυνάμει της σύμβασης ημερ. 19.7.2011 και υπό την ιδιότητα του υπεύθυνου του πρατηρίου, όχι του αντιπροσώπου της ΣΠΕ Αυγόρου. Ως γνωστό, ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων εξαρτάται από τα δικόγραφα, τα οποία έχουν πολλάκις παρομοιαστεί με τις προκαθορισμένες γραμμές διαδρομής του τρένου.[14] Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι ο ενάγων δεν κατόρθωσε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση του. Συνεπακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος του εναγομένου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, εφόσον δεν κρίνω ότι συντρέχει υπό τις περιστάσεις οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον γενικό κανόνα, ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. (Υπ.)..................................... Χρ. Ππεκρή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:B267 &MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [2] βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:B267 &MOSSA (MUSSA) MOHAMMEDMUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [3] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). [4] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [5] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [6] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [7] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [8] Σχίζα v. Αδάμου κ.ά., Πολ. Έφ. 7/11, ημερ. 3.11.2016, Χαραλάμπουςκ.α. ν. LibertyLifeInsurancePublicCompanyLtd
(2011)1(Γ)Α.Α.Δ. 1739,Ανόρθωσις ν. Απόλλων
(2002)1Α ΑΑΔ 518 &C.L.R. STOCKBROKERS LTD v. N.K. SHAKOLAS (HOLDINGS) LTD, Πολ. Εφ. αρ. 209/2013 ημερ. 13.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:A239. [9] Πόκουρου κ.ά. v. Κώστα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1618. [10] Γεώργιος Δ. Μπαμπινιώτης
(2019), (5η έκδοση), Αθήνα. [11] Οκτώβριος 1972, Εργοστάσιο Γραφικών Τεχνών ΛΙΘΟΡΠΙΝΤ - Λ. ΣΚΟΥΡΙΑΣ Ε.Π.Ε., Περιστέρι. [12] Γεώργιος Δ. Μπαμπινιώτης
(2019), (5η έκδοση), Αθήνα. [13] Παπαγεωργίου ν Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [14] Αυτόθι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.