← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. MAGDI SAAD HAWWASH AZIZ, Αρ. Υπόθεσης: 5186/22, 5/4/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. MAGDI SAAD HAWWASH AZIZ, Αρ. Υπόθεσης: 5186/22, 5/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Μιντή Προσ., Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 5186/22 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Κατηγορούσα Αρχή v. MAGDI SAAD HAWWASH AZIZ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 5 Απριλίου 2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χ''Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κα. Δ. Ζησιμοπούλου Κατηγορούμενος (παρών) ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος για τα πιο κάτω αδικήματα: 1. Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας κατά παράβαση του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης Τρίτου) Νόμου του 2000, άρθρα, 3

(1)(α), 4(α) 38 και 40 και άρθρο 20Α του Περί Μηχανoκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Οχημάτων Νόμου 86/72
  1. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδηγήσεως κατά παράβαση των άρθρων 8 και 15 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001
  2. Κατοχή Πλαστής Άδειας Οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2,7 και 47(δ) του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001 και και
  3. Χρήση Πλαστής Άδειας κατά παράβαση των άρθρων 2,7 και 47(β) του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001
  4. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με ληγμένη άδεια οδηγήσεως κατά παράβαση των άρθρων 8, 15 και 49
(4)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001 6. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των περιορισμών που τίθενται κατά την οδήγηση, σε κάτοχο άδειας οδηγήσεως μαθητευόμενου κατά παράβαση των άρθρων 15, 16
(1)και 50
(1)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, ήτοι ότι δεν επέβαινε στη θέση του συνοδηγού πρόσωπο που κατείχε άδεια οδηγήσεως για χρονική περίοδο 5 ετών της ίδιας κατηγορίας 7. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από μαθητευόμενο οδηγό και μεταφορά επιβάτη ο οποίος δεν κατέχει ισχύουσα άδεια οδηγήσεως κατά παράβαση των άρθρων 15, 16
(2)και 50
(2)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, ήτοι ότι μετέφερε επιβάτη ο οποίος δεν κατείχε άδεια οδηγήσεως της κατηγορίας του οχήματος που χρησιμοποιούσε 8. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των περιορισμών που τίθενται κατά την οδήγηση, σε κάτοχο άδειας οδηγήσεως μαθητευόμενου κατά παράβαση των άρθρων 15, 16
(6)και 50
(3)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου, ήτοι ότι ενόσω οδηγούσε όχημα δεν έφερε σε εμφανή θέση μπροστά και πίσω το διακριτικό σήμα ''Ε''. 9. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να είναι προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 12, 15
(1), 17
(2)και 18 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/86 και του άρθρου 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72 και 10. Παράληψη χρήσεως κατά την οδήγησης κατάλληλου σήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(2)(β)
(5)(β)(ιι) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών και του άρθρου 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72, ήτοι ότι ενώ προτίθετο να στρίψει παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το σχετικό σήμα. Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε άλλες δύο κατηγορίες οι οποίες διακόπηκαν με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και συνίστανται στο ότι στις 20.10.22 ο Μ1 επί του κατηγορητηρίου καθώς διενεργούσε μηχανοκίνητη περιπολία στην λεωφόρο 1ης Απριλίου στο Παραλίμνι ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [..]. Διαπίστωσε ότι οδηγούσε ο κατηγορούμενος διαπράττοντας τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί. Υποδείχθηκε στον Μ1, ως άδεια οδήγησης μια πλαστική κάρτα. Έγιναν εξετάσεις επί του εγγράφου και διαπιστώθηκε ότι δεν επρόκειτο για αυθεντική άδεια οδήγησης. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κλήθηκε και έδωσε κατάθεση με βάση την οποία, παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και επίσης ότι την εν λόγω υποτιθέμενη άδεια την είχε αγοράσει από το διαδίκτυο έναντι 60 ευρώ. Κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «I am sorry». Ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος κυπριακής άδειας οδήγησης μαθητευόμενου, την οποία δεν έδειξε εκείνη τη στιγμή αλλά επέδειξε άλλη άδεια η οποία ήταν αυτή που διαπιστώθηκε ότι ήταν πλαστή. Δεν βαρύνεται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες ο κατηγορούμενος, έχει ωστόσο 1 βαθμό ποινής στην άδεια οδηγήσεως του. Η συνήγορος υπεράσπισης του κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής του ανέφερε πως ο κατηγορούμενος κατάγεται από την Αίγυπτο, είναι 36 ετών, πατέρας 3 ανηλίκων παιδιών και βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 10 έτη τουλάχιστον, αρχικά ως εργάτης και πλέον ως αιτητής πολιτικού ασύλου. Ένας εκ των λόγων που αιτήθηκε άσυλο από τη Δημοκρατία είναι διότι λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεων του, τυγχάνει διωγμού στη χώρα του και δη στην περιοχή όπου βρίσκεται η οικογένεια του. Παρότι αιτήθηκε άσυλο, εξακολουθεί να εργάζεται στον τομέα της γεωργίας προκειμένου να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Ο λόγος που οδηγήθηκε στη διάπραξη των αδικημάτων της 3ης και 4ης κατηγορίας ήταν η ανάγκη του να μετακινείται εφόσον ως αιτητής πολιτικού ασύλου πλέον, δεν έχει δικαίωμα να αιτηθεί ανανέωσης της μαθητικής άδειας οδηγού που κατείχε προ του παραπάνω αιτήματος του αλλά ούτε και να καταστεί κάτοχος άδειας οδηγήσεως. Πλέον δεν οδηγεί και οι μετακινήσεις του γίνονται μέσω του εργοδότη που τον απασχολεί. Δεν έχει απασχολήσει ποτέ την Κυπριακή Δημοκρατία για οποιοδήποτε αδίκημα όλα αυτά τα χρόνια που βρίσκεται στην Κύπρο. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε άμεση ποινή φυλάκισης ζητήθηκε από την Υπεράσπιση όπως ληφθεί υπόψη η άμεση και ειλικρινής απολογία του, η μεταμέλεια του και το λευκό του ποινικό μητρώο. Πρόκειται για άτομο περιορισμένης μορφωτικής κατάστασης και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει στη ζωή του τον οδήγησαν στη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία έχει κριθεί ένοχος. Εάν δεν είχε τόσο μεγάλη ανάγκη τη μετακίνηση δεν θα διέπραττε τα εν λόγω αδικήματα. Έχω λάβει υπόψη μου κάθε τι λέχθηκε και από τις δύο πλευρές. Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρές, όπως διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Σε ό,τι αφορά την 1η κατηγορία, της ανασφάλιστης οδήγησης δηλαδή, πρόσωπο που καταδικάζεται ένοχο, υπόκειται μεταξύ άλλων σε ποινή φυλάκισης. Ο σχετικός Νόμος προβλέπει ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλια ευρώ (€1.000) ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής. Επιβάλλεται επίσης μέχρι και εξάμηνη στέρηση της άδειας οδηγήσεως σε περίπτωση πρώτης καταδίκης. Σε σχέση με την 2η κατηγορία, το άρθρο 49
(1)(α) του Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου του 2001 προβλέπει ποινή φυλάκισης σε πρόσωπο που καταδικάζεται, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή/και στις δύο αυτές ποινές Σε σχέση με τα αδικήματα της 3ης και 4η κατηγορίας, το άρθρο 47(β) και (δ) αντίστοιχα, του Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου του 2001, προβλέπεται ποινή φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Σε σχέση με την 5η κατηγορία, το άρθρο 49
(4)του Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου προβλέπει ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500) ή/και στις δύο αυτές ποινές. Σε σχέση με την 6η κατηγορία, το άρθρο 50
(1)του Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου προβλέπει προβλέπεται ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000), ή και στις δύο αυτές ποινές. Σε σχέση με την 7η κατηγορία, το άρθρο 50
(2)του Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου προβλέπει ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δυο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Σε σχέση με την 8η κατηγορία το άρθρο 50
(3)του Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου προβλέπει ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. Σε σχέση με την 9η κατηγορία το άρθρο 17
(2)του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες ή σε αμφότερες τις ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής. Επιπρόσθετα, δυνάμει του άρθρου 18 του ίδιου Νόμου ανεξάρτητα από την επιβολή οποιασδήποτε ποινής, από αυτές που προνοούνται από τις διατάξεις του άρθρου 17, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για αδίκημα δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 17, στερηθεί της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν θα υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία καταδίκης του. Σε σχέση με την 11η κατηγορία, το άρθρο 72 των Κανονισμών Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως προβλέπει φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1749 (1000ΛΚ), ή και στις δυο αυτές ποινές. Επιπρόσθετα, το άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72 προβλέπει ως επιπρόσθετη εξουσία στο Δικαστήριο που καταδικάζει οποιοδήποτε πρόσωπο για αδίκημα που προβλέπεται μεταξύ άλλων στους δυνάμει του Νόμου Κανονισμούς την επιβολή, σε περίπτωση που δεν προβλέπεται ειδικά άλλως πως, στέρηση του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης ο καταδικασθείς για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες Από το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, σοβαρότερες κρίνω τις κατηγορίες 1, 3 και 4, χωρίς ωστόσο να υποτιμώ τη σημασία των υπόλοιπων αδικημάτων. Πρόκειται ωστόσο για αδικήματα τα οποία συνήθως τιμωρούνται δια της επιβολής χρηματικής ποινής ή ακόμη και αποστέρησης του δικαιώματος του καταδικασθέντα να κατέχει άδεια οδηγήσεως, για περίοδο που το Δικαστήριο κρίνει πρέπουσα υπό τις περιστάσεις, εν αντιθέσει με τα αδικήματα που αφορούν καταρτισμό ή χρήση ή και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, όπου στις πλείστες των περιπτώσεων, η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον ενδεδειγμένη και συνήθως επιβαλλόμενη ποινή. Η ακολουθία ως προς τον τρόπο που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα αδικήματα, είναι μεν ενδεικτική κατά κάποιο τρόπο, της συνήθους ποινής που επιβάλλεται αλλά και του τρόπου αντιμετώπισης του συγκεκριμένου αδικήματος, ωστόσο άμεση βοήθεια, δεν είναι δυνατό να αντληθεί από σχετικές προηγούμενες αποφάσεις, λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης αλλά και της σημασίας που ενέχει η διεργασία εξατομίκευσης της ποινής. (βλ. LCA DOMIKI LTD v. RKA KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.ά.,
(2015)2 (Α) ΑΑΔ 91 και Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 141/2017 ημερομηνίας 31.5.2019). Κάθε υπόθεση εξάλλου κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά (και ιδιαίτερα) περιστατικά. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας πλαστή άδεια οδήγησης προσπάθησε να εξαπατήσει τις Κυπριακές Αρχές. Όπως έχει λεχθεί, στην υπόθεση Ματούρ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36, κατάχρηση της φιλοξενίας που προσφέρεται σε ξένους υπηκόους στην Κύπρο, προκύπτουσα ως γεγονός από τη χρήση πλαστών εγγράφων (στην υπόθεση Ματούρ αφορούσε κατοχή και χρήση πλαστού διαβατηρίου), συνιστά σοβαρό αδίκημα το οποίο δικαιολογεί την επιβολή ανάλογα αυστηρών κυρώσεων. Ωστόσο, όπως έχω προαναφέρει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της. Προς εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλω στον Κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο και τις προσωπικές περιστάσεις του όπως και τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει, όπως επίσης και τις συνέπειες που θα έχει η απόφαση επί της ποινής του, σε σχέση με το αίτημα του για παραχώρηση ασύλου από τη Δημοκρατία. Σε σχέση με τις συνέπειες από τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης στην οικογένεια του, την οποία βοηθά οικονομικά, επισημαίνω ότι με βάση τη νομολογία ο παράγοντας αυτός λαμβάνεται μεν υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας, δεν είναι, όμως, καθοριστικής σημασίας για την επιλογή του είδους της ποινής (Βλ. Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315, Tibor Domotov και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 328). Συνεκτιμώντας επομένως όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένη την αναγκαιότητα της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή στην παρούσα για τον κατηγορούμενο είναι η ποινή φυλάκισης. Και τούτο έχοντας πάντα κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Στην προκειμένη περίπτωση, η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής πέραν της φυλάκισης θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα.. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο: Στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 1 μηνός Στην 2η κατηγορία καμιά ποινή, ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην 1η κατηγορία και ενόψει του γεγονότος ότι είναι παρεπόμενη αυτής Στην 3η κατηγορία καμιά ποινή, ενόψει του ότι η κατοχή πλαστής άδειας οδήγησης συνιστά συστατικό στοιχείο της χρήσης πλαστής άδειας, αδίκημα που προσάπτεται στον κατηγορούμενο στην 4η κατηγορία, στην οποία επιβάλλω ποινή φυλάκισης 5 μηνών Στην 5η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 20 ημερών Στην 6η, 7η και 8η κατηγορία, καμιά ποινή ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην 5η κατηγορία Στην 9η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών Στην 11η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχω ήδη επιβάλει. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
  1. Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
  2. Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
  3. Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, στην παρούσα περίπτωση ελλείπει το στοιχείο της αποκόμισης κέρδους από μέρος του κατηγορούμενου και η έλλειψη αποκόμισης οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους από την παράνομη πράξη, μειώνει σε μεγάλο βαθμό τη σοβαρότητα των περιστατικών με βάση σχετική νομολογία (βλ. Αθανάσης Μιχάλη Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 121 , καθώς επίσης σχετίζεται άμεσα με τυχόν κίνητρο του κατηγορουμένου να διαπράξει το αδίκημα. Επίσης, από το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου εκλαμβάνω ως προκύπτων γεγονός ότι η διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό καθώς και ότι για το εν λόγω περιστατικό έχει πράγματι μετανιώσει. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι από την ημέρα που βρίσκεται στη Δημοκρατία αλλά και από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων, δεν φαίνεται να έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Είναι γι' αυτό το λόγο που κρίνω, έστω με κάποιο δισταγμό ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις αναστολή της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί ευελπιστώντας ότι η ευκαιρία αυτή που του δίδεται, θα τύχει με ορθό τρόπο εκμετάλλευσης από τον ίδιο και δεν θα απασχολήσει ξανά τις Αρχές της Δημοκρατίας καθ' οποιονδήποτε τρόπο. Τέλος, σε σχέση με την 1η κατηγορία, επιβάλλεται επιπρόσθετα της πιο πάνω ποινής φυλάκισης, η ποινή της στέρησης του δικαιώματος του κατηγορουμένου να λάβει άδεια οδηγήσεως για περίοδο 3 μηνών από σήμερα. Η πλαστή άδεια οδηγήσεως που κατασχέθηκε από την Αστυνομία, να καταστραφεί. Επίσης, η παρούσα απόφαση να σταλεί στην Υπηρεσία Ασύλου για ενημέρωση τους. ........... (Υπ.) Ε. Μιντή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.