← Κύπρος

Αρετή Κιοσίδου ν. Μενέλαος (Παπαδόπουλος) Μουζάλας κ.α., Αρ. Αγωγής: 187/2022, 24/4/2023

Αρετή Κιοσίδου ν. Μενέλαος (Παπαδόπουλος) Μουζάλας κ.α., Αρ. Αγωγής: 187/2022, 24/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ Κλίμακα Εξόδων: €50.000 - €100.000 Αρ. Αγωγής: 187/2022 Μεταξύ: Αρετή Κιοσίδου - και -

  1. Μενέλαος (Παπαδόπουλος) Μουζάλας
  2. Dalia Khalil Ημερομηνία: 24.4.2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα / Αιτούσα: κα Μ. Κέστωρος για ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ Κ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση 2: κ. Ν. Δαμιανού για ΝΙΚΟΣ ΔΑΜΙΑΝΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 23.11.2022 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) Έναυσμα για την έκδοση της παρούσας, αποτελεί η ενδιάμεση αίτηση της ενάγουσας / αιτούσας (στο εξής η «Αιτούσα»), με την οποία αιτείται την παραχώρηση άδειας του Δικαστηρίου με σκοπό την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της Αίτησης της ημερ. 3.8.
  3. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω ότι η Αίτηση ημερ. 3.8.2022 καταχωρίστηκε μονομερώς από την Αιτούσα, η οποία πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο διατάζονται οι εναγομένοι / καθ' ων η αίτηση να εγκαταλείψουν και/ή τερματίσουν και/ή να άρουν την παράνομη επέμβαση επί του διαμερίσματος το οποίο βρίσκεται στην οδό [ ] (στο εξής το «διαμέρισμα»), καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους καθ' ων η αίτηση και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή φίλους των από το να εισέρχονται και/ή παραμένουν και/ή παρεμβαίνουν και/ή επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στο διαμέρισμα και/ή διαμένουν στο διαμέρισμα και/ή στερούν το δικαίωμα απόλαυσης της ιδιοκτησίας της Αιτούσας και/ή των κληρονόμων, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Μετά την επίδοση του διατάγματος ημερ. 4.8.2022, η καθ' ης η αίτηση 2 καταχώρισε την ένστασή της. Ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν εμφανίστηκε, επομένως το διάταγμα ημερ. 4.8.2022 κατέστη απόλυτο σε σχέση με αυτόν. Σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ημερ. 3.8.2022 και τα οποία παραθέτω τηλεγραφικά, η Αιτούσα είναι η διαχειρίστρια της περιουσίας του τέως συζύγου της από 4.11.2021 και κληρονόμοι της περιουσίας του είναι η θυγατέρα την οποία απέκτησε με την Αιτούσα, καθώς επίσης και τα 3 τέκνα του τα οποία απέκτησε από τον προηγούμενο του γάμο. Η περιουσία του αποβιώσαντος έλκει δικαιώματα από το διαμέρισμα δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, το οποίο δεν είχε μεταβιβαστεί επ' ονόματι του αποβιώσαντος κατά τον χρόνο του θανάτου του. Ως η Αιτούσα υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, γενική πεποίθηση ήταν ότι το διαμέρισμα θα πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο και το προϊόν της πώλησης θα διανεμηθεί στους κληρονόμους ή θα πωληθεί σε ένα εκ των κληρονόμων, καταβάλλοντας το ποσό στους έτερους κληρονόμους. Κατόπιν αποστολής σχετικής επιστολής των δικηγόρων της προς τους κληρονόμους αναφορικά με τα διαβήματα που θα λαμβάνονταν σε σχέση με το διαμέρισμα, έλαβε απαντητική επιστολή από τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση 2, με την οποία την πληροφορούσαν ότι την κατοχή και χρήση του διαμερίσματος είχε η πελάτιδά τους, η οποία μάλιστα έδωσε στον καθ' ου η αίτηση 1 το ποσό των €5.000.-, βάσει συμφωνίας της με τον καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος είχε στην κατοχή του νόμιμη εξουσιοδότηση και/ή δήλωση των κληρονόμων του αποβιώσαντος. Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο, ως αναφέρει η Αιτούσα, αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας, καθότι ουδέποτε το υπέγραψε και με επιστολή της δικηγόρου της προς την αστυνομία, κατήγγειλε τα σχετικά έγγραφα. Αναφέρει επίσης η ομνύουσα, ότι οι καθ' ων η αίτηση ενεργούν από κοινού και σε συνεννόηση και ότι η καθ' ης η αίτηση 2 επεμβαίνει παρανόμως και ενεργεί δολίως και χρησιμοποιεί το διαμέρισμα προς όφελός της, χωρίς να έχει κανένα νόμιμο δικαίωμα. Η καθ' ης η αίτηση 2 καταχώρισε ένσταση στην Αίτηση ημερ. 3.8.2022, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ιδίας. Σε αυτήν η ομνύουσα αρνείται και απορρίπτει τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας και παραθέτει τη δική της εκδοχή επί των γεγονότων. Αποτελεί ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση 2 ότι η Αιτούσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου του ότι διέμενε στην Κύπρο και ότι γνώριζε ότι η καθ' ης η αίτηση 2 κατοικούσε εντός του διαμερίσματος, το οποίο αγόρασε και ανακαίνισε, ανεβάζοντας τοιουτοτρόπως την αξία του, καθώς ήταν σε άσχημη κατάσταση και όλα τα υλικά έχρηζαν αντικατάστασης. Είναι ισχυρισμός της ομνύουσας, μεταξύ άλλων, ότι η Αιτούσα απέκρυψε από το Δικαστήριο τα όσα σχετίζονται με την αξία του επίδικου διαμερίσματος. Ως περαιτέρω αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, ο εναγόμενος 1 ήτο άτυπα αντιπρόσωπος των κληρονόμων για σκοπούς πώλησης του διαμερίσματος, ως είχαν συμφωνήσει. Ως προς το πληρεξούσιο έγγραφο, η καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι ως έχει πληροφορηθεί από τον καθ' ου η αίτηση 1, υπογράφτηκε από τους κληρονόμους του αποβιώσαντα καθώς επίσης και από την ίδια την Αιτούσα την οποία συνάντησε ο ίδιος στην Λευκωσία. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας ότι με τον καθ' ου η αίτηση 1 συμφώνησε την αγορά του διαμερίσματος για ποσό €68.000 πληρώνοντας στον καθ' ου η αίτηση 1 προκαταβολή €5.000 και κατέχει το διαμέρισμα από 26.10.
  4. Έκτοτε, πλήρωνε όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφελείας σε σχέση με το διαμέρισμα και πίεζε τον καθ' ου η αίτηση 1 να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματί της και ήταν πάντοτε έτοιμη να καταβάλει το τίμημα πώλησης. Σκοπός της Αιτούσας, αναφέρει η ομνύουσα, είναι να επωφεληθεί της αύξησης της αξίας του διαμερίσματος, η οποία επήλθε μετά την ανακαίνιση στην οποία προέβη η ίδια επί του διαμερίσματος, μετά τη συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος μεταξύ αυτής και του καθ' ου η αίτηση
  5. Συνεπεία των όσων έλαβαν χώρα, η καθ' ης η αίτηση 2 καταχώρισε αγωγή εναντίον της Αιτούσας και των κληρονόμων. Μετά την καταχώριση της ένστασης της καθ' ης η αίτηση 2, η Αιτούσα καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση, καθώς επίσης και αίτηση αντεξέτασης της καθ' ης η αίτηση 2 σε σχέση με ορισμένες παραγράφους της ένορκης της δήλωσης η οποία συνοδεύει την ένσταση στην Αίτηση ημερ. 3.8.
  6. Η υπό κρίση Αίτηση ημερ. 23.11.2022, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτούσας, στην οποία η τελευταία αναφέρει ότι αιτείται άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α, ώστε να απαντήσει στους «ατυχείς και ψευδείς ισχυρισμούς της Ενόρκου Δηλούσας». Περαιτέρω η ομνύουσα αναφέρει ότι επιθυμεί να απαντήσει συμπληρωματικώς ώστε να διευκρινίσει τα όσα αναφέρει η καθ' ης η αίτηση σε σχέση με την απόκρυψη γεγονότων από πλευράς της. Ως αναφέρει, τα όσα επιθυμεί να απαντήσει, αφορούν αποκλειστικά στις παραγράφους 6, 9(γ), (δ), (στ), 11 και 16 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση 2 στην Αίτηση ημερ. 3.8.
  7. Τέλος, επιθυμεί να αποκαλύψει στο Δικαστήριο απόδειξη είσπραξης ποσού €10.000 το οποίο καταβλήθηκε από την καθ' ης η αίτηση 2 προς τον καθ' ου η αίτηση
  8. Η Αίτηση εδράζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Δ.48 Κ. 1 - 9, 4

(2), Δ.64, επί της νομολογίας, των αρχών της επιείκειας, των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, την πρακτική και τον φάκελο της υπόθεσης. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην Αίτηση ημερ. 23.11.2022, με την οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «(α) Τα γεγονότα που επικαλείται η Αιτήτρια δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (β) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις γενικά για την έκδοση άδειας συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως αλλά και ειδικότερα για την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας-αιτήτριας ημερομηνίας 3/08/2022 επί της οποίας η ενάγουσα επέτυχε μονομερώς Προσωρινό Διάταγμα. (γ) Το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει θεραπεία (προσωρινό διάταγμα) επί της μονομερούς αίτησης ημερ. 03/08/2022 και η αιτήτρια επιχειρεί να επανορθώσει παράλειψη πληροφόρησης/αποκάλυψης κατά τρόπο πρωθύστερο με σκοπό να μεταβάλει ή να αλλοιώσει την εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο και γενικότερα επιχειρείται η εισαγωγή μαρτυρίας η οποία πιθανόν να αλλοιώσει ή να τροποποιήσει τα γεγονότα πάνω στα οποία είχε βασιστεί η αρχική αίτηση. Αποδοχή της αίτησης θα ήρε την δυνατότητα το Δικαστήριο να εξετάσει την ορθότητα των εκδοθέντων μονομερών Διαταγμάτων με βάση τα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του κατά το στάδιο της έκδοσης του, αντιπαραβάλλοντας τα με τα στοιχεία που θα τεθούν από το ενιστάμενο μέρος. (δ) Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι αχρείαστη και μη αναγκαία αφού αφορά ή αναφέρεται σε παράθεση επιχειρηματολογίας και σε θέματα που θα εκδικαστούν στην ουσία της υπόθεσης ή αφορούν στην ουσία της αγωγής. (ε) Η προτεινόμενη ένορκη δήλωση στοχεύει την αξιοπιστία της εναγομένης και/ή στην επέκταση των θεμάτων πέραν από το ενδεδειγμένο πλαίσιο της αίτησης ημερομηνίας 3/08/2022 κατά τρόπο αθέμιτο και απαράδεκτο ή και μη ενδεδειγμένο. (στ) Η αίτηση ή και η συνοδευτική ένορκη δήλωση, δεν εξηγεί, ούτε δίδει ικανοποιητική εξήγηση για υποβολή αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο 3 ½ μήνες μετά την έκδοση του διατάγματος και ένα μήνα σχεδόν μετά την ένσταση της καθ΄ης η αίτηση (εναγομένης 2). (ζ) Δεν αποκαλύπτεται ούτε καθορίζεται σαφώς και επαρκώς καλός λόγος για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ή και καλός λόγος εν τη εννοία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού ή και της νομολογίας. (η) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ή και τα στοιχεία που απαιτούνται υπό τις περιστάσεις. (θ) Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι άκυρη ή και απαράδεκτη ή και χωρίς αποδεικτική αξία ή και δεν αποτελεί μαρτυρία ή και δεν μπορεί να στηρίξει ή να στήριζε την αίτηση ή οιαδήποτε θεραπεία ή και δεν μπορεί να αποτελεί πραγματική βάση ή μαρτυρία. (ι) Η αίτηση δεν στοιχειοθετείται και είναι δίκαιο και εύλογο όπως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ασκηθεί εναντίον της αίτησης». Η Ένσταση εδράζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 ως έχει τροποποιηθεί, αρ. 2, 29, 30, 32 και 43, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, αρ. 3 - 5 και 9, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.50, Δ.51, Δ.55, Δ.59, Δ.64, Δ.39 Θ.1, 2, 6, 10 και 21, Δ.48 Θ.1, 2- 9, 4
(2),12 και 13, στο αρ. 30 του Συντάγματος, στο αρ. 6
(1)της ΕΣΔΑ, στη νομολογία και στις γενικές εξουσίες και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το υπόβαθρο των γεγονότων που στηρίζουν την Ένσταση εμφαίνεται στην ένορκη δήλωση της Χ.Μ. που την συνοδεύει, όπου μεταξύ άλλων, η ομνύουσα αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση. Ως προς την παράγραφο 2 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η ομνύουσα αναφέρει ότι στο μεγαλύτερο μέρος της, αποτελεί επιχειρηματολογία ή εικασίες ή υποθέσεις και όχι παράθεση πραγματικών ισχυρισμών. Σε ότι αφορά στην απόδειξη καταβολής ποσού από την εναγομένη 2 προς τον εναγόμενο 1, η ομνύουσα αναφέρει ότι κατοχή του διαμερίσματος είχε και έχει η εναγόμενη 2, πράγμα το οποίο η ίδια κατέδειξε στην ένορκη της δήλωση, ενώ η απόδειξη αυτή επιβεβαιώνει την αγορά του διαμερίσματος από την εναγομένη 2, πράγμα το οποίο όφειλε να είχε αποκαλύψει στην αρχική της ένορκη δήλωση η Αιτούσα. Από τη στιγμή που η Αιτούσα δεν έθετε στην αρχική της ένορκη δήλωση την καθ' ης η αιτηση 2 ως κάτοχο και αγοραστή του διαμερίσματος, η προσκόμιση της απόδειξης αυτής σε κατοπινό στάδιο, ούτε αναγκαία είναι, ούτε προσθέτει ή συμπληρώνει στην παράλειψη αποκάλυψης που έγινε. Ως προς τις υπο-παραγράφους της παραγράφου 3 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η ομνύουσα αναφέρει ότι συνιστούν εξήγηση στην παράλειψη αποκάλυψης και όχι απάντηση, διαζεύξεις και επιχειρηματολογία. Ως περαιτέρω αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, δια της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στοχεύεται η αξιοπιστία των διαδίκων, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να είναι αντικείμενο διαδικασίας που αφορά σε έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Επιπρόσθετα, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι σε σχέση με το ζήτημα της αποκάλυψης ή μη όλων των ουσιωδών γεγονότων, τούτο θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο μέσα στο πλαίσιο εκδίκασης της Αίτησης ημερ. 3.8.2022, κατόπιν σχετικής αξιολόγησης. Τέλος, κριτήριο για την έγκριση τέτοιας Αίτησης είναι η ύπαρξη καλού λόγου, ο οποίος εν προκειμένω απουσιάζει παντελώς. Ήταν υποχρέωση της Αιτούσας να παραθέσει όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον αποτάθηκε μονομερώς, πράγμα που δεν έπραξε. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση των ικανών γραπτών τους αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[1] Έχω δε διεξέλθει της Αίτησης και της Ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν εκάστη, μετά των συνημμένων Τεκμηρίων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Το αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως καλύπτεται από τη Διαταγή 48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διαλαμβάνει τα εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Η παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του Δικαστηρίου ως επίδικα. Ως προς το τι συνιστά «καλό λόγο», δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος και συναρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πρέπει να σκοπεί στην ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης είτε της Ένστασης, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του ολοκληρωμένη εικόνα της διαφοράς, για σκοπούς ορθής και δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης. Επισημαίνεται ότι η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με σκοπό την αντίκρουση των ισχυρισμών της άλλης πλευράς που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος το οποίο χορηγήθηκε μονομερώς δεν συνιστά «καλό λόγο», χωρίς τούτο να αποτελεί βεβαίως άκαμπτο κανόνα, εφόσον η κάθε περίπτωση κρίνεται βάσει των ειδικών περιστατικών της.[2] Ούτε η επανάληψη ή η επιχειρηματολογία συνιστούν καλούς λόγους επίτρεψης καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.[3] Οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα συνοψίζονται με σαφήνεια στην απόφαση της Έντιμης Δημητριάδου - Ανδρέου Δ ημερ. 2.4.2021 στην Πολ. Εφ. υπ' αρ. 45/21: «Τα συμπεράσματα τα οποία εύκολα εξάγονται από την ανάγνωση του κειμένου της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας, είναι, κατ' αρχάς, τα ακόλουθα: (i) Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση δια κλήσεως ή την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. (ii) Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» αφ' εαυτών υποδηλώνουν το ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να επιτρέψει ή όχι την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (iii) Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που την ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα έπρεπε να του επιτραπεί. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48, θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου, είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματικής ένορκης δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει». Αξίζει να υπομνησθεί ότι άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν δίδεται στις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει θεραπεία με μονομερή Αίτηση και ο Αιτητής επιδιώκει να διορθώσει τυχόν παραλείψεις του ή να αλλοιώσει την εικόνα που είχε αρχικά παρουσιάσει στο Δικαστήριο, εισάγοντας γεγονότα ή μαρτυρία, καθώς το Δικαστήριο θα εξετάσει την ορθότητα της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος βάσει των στοιχείων τα οποία είχαν τεθεί ενώπιόν του κατά την έκδοση του διατάγματος, αντιπαραβάλλοντάς τα με τα στοιχεία που θα τεθούν από το ενιστάμενο μέρος.[4] Υπενθυμίζεται ότι σε κάθε περίπτωση, η Αιτούσα φέρει το βάρος απόδειξης να πείσει το Δικαστήριο ότι τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να εξακολουθήσουν να βρίσκονται σε ισχύ, δεδομένου του ότι πρώτον, ορθώς εκδόθηκαν βάσει των όσων είχαν αρχικώς τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεύτερον, του ότι ορθώς θα πρέπει να οριστικοποιηθούν βάσει των επιπρόσθετων στοιχείων τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από την άλλη πλευρά, μετά την επίδοση του διατάγματος. Τέλος, σημειώνεται ότι η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση πρέπει να επισυνάπτεται στην Αίτηση, έτσι ώστε να γίνεται αντιληπτό το περιεχόμενο της μαρτυρίας που προτίθεται να εισάξει ο αιτών.[5] Υπό το φως των ανωτέρω αρχών και αφού έχω μελετήσει τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, δεν κρίνω ότι συντρέχει καλός λόγος ώστε να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της καταχώρισης της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Είναι η θέση της πλευράς της Αιτούσας, ότι με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση πρόθεσή της είναι να απαντήσει συμπληρωματικώς σε ορισμένους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς. Υπενθυμίζεται ότι με την Αίτηση ημερ. 3.8.2022 εκδόθησαν μονομερώς προσωρινά διατάγματα, στη βάση των στοιχείων που είχαν πρωταρχικά τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Διευκρινίζεται ότι τούτο δεν αποκλείει την έγκριση αιτήματος καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, νοουμένου ότι αφενός μεν δεν επιχειρείται η αλλοίωση ή η συμπλήρωση της εικόνας που είχε αρχικά δοθεί στο Δικαστήριο, αφετέρου δε αποκαλύπτεται καλός λόγος από την Αιτούσα. Κατόπιν εξέτασης όλων όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, καταλήγω ότι η Αιτούσα δεν προέβαλε καλό λόγο και ότι μπορούσε να είχε θέσει εξαρχής ενώπιον του Δικαστηρίου τα όσα αναφέρονται στην πρώτη υπο-παράγραφο της παραγράφου 3 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως και ειδικότερα τα όσα αφορούν στην διαμονή της, εφόσον πρόκειται για γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση της κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης ημερ. 3.8.2022. Τυχόν αποδοχή αυτής της παραγράφου της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, θα εξουδετερώσει την ένσταση της άλλης πλευράς περί μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος επί του σημείου αυτού, εν αντιθέσει με τα όσα τάσσει η σχετική νομολογία επί του θέματος. Επισημαίνω ότι το κατά πόσο τα γεγονότα τα οποία επικαλείται το ενιστάμενο μέρος είναι ουσιώδη ή όχι, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο μέσα στο πλαίσιο της διαδικασίας της ενδιάμεσης Αίτησης ημερ. 3.8.2022. Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην υπο-παράγραφο (i) της παραγράφου 3 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, αυτά αποτελούν επανάληψη των όσων τίθενται στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και εν πάση περιπτώσει συνιστούν επιχειρηματολογία και δεν προσθέτουν οποιαδήποτε διευκρίνιση στις θέσεις και τους ισχυρισμούς που προέβαλε εξαρχής η Αιτούσα. Ως προς τις υπο-παραγράφους (ii) - (iii) της παραγράφου 3 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, πρόκειται για επιχειρηματολογία η οποία δεν προσθέτει οτιδήποτε στις θέσεις της Αιτούσας. Συνεπακόλουθα, δεν καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος ώστε να επιτραπεί η εισαγωγή των πιο πάνω υπο-παραγράφων. Σε σχέση με την θέση της Αιτούσας ότι επιθυμεί να απαντήσει στους ψευδείς ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση, ως η παράγραφος 2 και οι υπο-παράγραφοι (α) και (β) της παραγράφου 3 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, επισημαίνεται αρχικώς ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση ενδιάμεσης αίτησης για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ή στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε στην Τσαδιώτης (βλ. υποσημ. 2): «.στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατη που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Ως προς την απόδειξη καταβολής ποσού €10.000 την οποία επιθυμεί να προσκομίσει η Αιτούσα και την οποία ισχυρίζεται ότι έλαβε μετά την καταχώριση της Αίτησης, χωρίς να παραγνωρίζω την αιτιολογία που δίδεται περί μεταγενέστερης λήψης της, δεν θεωρώ ότι πρόκειται για στοιχείο αναφορικά με το οποίο προκύπτει καλός λόγος να επιτραπεί να κατατεθεί σε αυτό το στάδιο, καθώς δεν προσθέτει οτιδήποτε στις ήδη τιθέμενες ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις των μερών. Εξάλλου, η καθ' ης η αίτηση 2 δεν αρνείται ότι προέβη σε συμφωνία αγοράς του διαμερίσματος με τον καθ' ου η αίτηση 1, αλλά το αντίθετο. Εν πάση περιπτώσει, ως έχω αναφέρει ανωτέρω, το Δικαστήριο μέσα στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν θα υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς. Επιπρόσθετα, το κατά πόσο οι ισχυρισμοί και τα τεκμήρια που κατέθεσε η πλευρά της καθ' ης η αίτηση 2 είναι αντιφατικά μεταξύ τους, ως αναφέρεται στην παράγραφο 3(β) της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, αποτελεί επιχειρηματολογία και ζήτημα το οποίο θα εξετασθεί και θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνεπακόλουθα, δεν βρίσκω ότι έχει παρουσιαστεί καλός λόγος ή ότι είναι αναγκαία η εισαγωγή των παραγράφων 2 και 3(α) και (β) της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ή ότι θα εξυπηρετήσουν με οποιοδήποτε τρόπο τη διαδικασία. Τέλος, αναφορικά με την υπο-παράγραφο 3(γ) της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ούτε και σε σχέση με αυτήν θεωρώ ότι παρουσιάστηκε καλός λόγος εισαγωγής της, εφόσον πρόκειται για πεποίθηση της ενόρκως δηλούσας, επιχειρηματολογία σε σχέση με τεκμήριο που κατέθεσε η άλλη πλευρά και επανάληψη των ισχυρισμών της περί συνεργασίας μεταξύ των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ήδη τέθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 3.8.2022. Ως εκ τούτου, ούτε αυτό το μέρος της παραγράφου 3 θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει με οποιοδήποτε τρόπο τη διαδικασία. Στη βάση των πιο πάνω, οι σχετικοί λόγοι ένστασης υπ' αρ. (α), (β), (γ), (δ), (ζ) και (η) επιτυγχάνουν και η Αίτηση απορρίπτεται, παρέλκει δε η εξέταση οιωνδήποτε άλλων ζητημάτων ή ισχυρισμών. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση 2 ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος στης διαδικασίας. (Υπ.)............ Χρ. Γ. Ππεκρή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερ. 17.7.2014, Μαρίας Κοκκίνου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Πολ. Εφ. υπ' αρ. 29/2014 ημερ. 3.11.2016 & A. Messios&SonsLtd. και άλλος ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195. [3] Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1)
(2012)1Α Α.Α.Δ 643. [4] Μαρια Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Πολ. Εφ. αρ. 29/2014 ημερ. 3.11.2016, ECLI:CY:DOD:2016:6 & Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. του πλοίου LIPA
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. [5] Βερεγγάρια Παναγιώτη Παπακοκκινου κ.α ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεια Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 242/2011, 10 Απριλίου
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.