ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΠΙΕΡΗ, Αρ. Υπόθεσης: 3822/2022, 29/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Μιντή, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:3822/2022 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Κατηγορούσα Αρχή ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΠΙΕΡΗ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2023 Για κατηγορούσα αρχή: κα Χατζημιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο :κα. Α. Κλαϊδη Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ (μετά από διάλειμμα) O Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών κατά παράβαση του άρθρου 11Β του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/86. Για σκοπούς επιβολής ποινής, στην παρούσα λαμβάνεται υπόψη κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης και συναίνεσης της Κατηγορούσας Αρχής, άλλη μια ποινική υπόθεση που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ενώπιον του Ε.Δ. Αμμοχώστου, η υπ' αρ. 4101/2022 υπόθεση, για την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για ίδιας φύσεως αδίκημα. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης συνίστανται στα εξής: Στις 23/06/22 και περί ώρα 16:05 ενώ ο M1 επί του κατηγορητηρίου διενεργούσε τροχονομικό έλεγχο, ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αρ. εγγραφής [...] το οποίο διαπιστώθηκε πως οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Ηγέρθηκαν στον μάρτυρα υποψίες ότι ο κατηγορούμενος πιθανό να οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών, έτσι τον πληροφόρησε για τις εν λόγω υπόνοιες του καθώς και ότι θα προβεί σε έρευνα στο όχημα του. Ο κατηγορούμενος απάντησε στον Μ1, αφού προηγουμένως ο τελευταίος του επέστησε την προσοχή του Νόμο, «κάνε ελεύθερα εν εχτές που ήπια την ψιλή». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έδωσε δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση με θετική ένδειξη σε κάνναβη, αμφεταμίνες και κοκαΐνη. Με την εμφάνιση στο νάρκοτεστ των παραπάνω ενδείξεων, ο Μ1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενος πως ήταν υπόχρεος να δώσει πρόσθετο δείγμα σάλιου για εργαστηριακές εξετάσεις, αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στον Νόμο, πράγμα το οποίο έγινε. Το δείγμα που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο μεταβιβάστηκε στο Κρατικό Χημείο για διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων και με το πέρας αυτών καταδείχθηκε η ύπαρξη στον οργανισμό του κατηγορουμένου της ουσίας τετραϋδροκανναβινόλης, η οποία υποδηλώνει λήψη κάνναβης καθώς επίσης βενζοϋλοεγκονίνης και μεθυλεστέρα της εγκονίνης, ουσίες οι οποίες υποδηλώνουν τη λήψη και χρήση κοκαΐνης. Γνωστοποιήθηκαν στη συνέχεια τα πιο πάνω αποτελέσματα στον κατηγορούμενο και αυτός απάντησε «οκ». Δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, έχει ωστόσο 7 βαθμούς στην άδεια οδηγήσεως του. Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα της ποινική υπόθεσης με αρ. 4101/2022, αυτά έχουν ως εξής: O κατηγορούμενος ανακόπηκε για τροχονομικό έλεγχο από τον Μ1 επί του κατηγορητηρίου κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και ενόσω οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής [..] στην οδό Μπελογιάννη στην Αγία Νάπα. Ηγέρθηκε υπόνοια στον Μ1 ότι πιθανόν ο κατηγορούμενος να οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, έτσι του ζητήθηκε από τον Μ1 όπως δώσει δείγμα για προκαταρκτικό έλεγχο ναρκωτικών, έλεγχος ο οποίος πραγματοποιήθηκε και κατέδειξε θετικότητα στην κάνναβη και στις αμφεταμίνες. Αφού του γνωστοποιήθηκε το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, του ζητήθηκε περαιτέρω όπως δώσει πρόσθετο δείγμα για σκοπούς εργαστηριακών εξετάσεων, πράγμα το οποίο έγινε. Στάλθηκε το δείγμα που πάρθηκε από τον κατηγορούμενο στο Κρατικό Χημείο για τις σχετικές εξετάσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν και κατέδειξαν την ύπαρξη στον οργανισμό του κατηγορουμένου, της ουσίας τετραϋδροκανναβινόλης η οποία υποδηλώνει τη λήψη κάνναβης ή και ρητίνης κάνναβης. Του γνωστοποιήθηκε το εν λόγω αποτέλεσμα και απάντησε «εντάξει». Προχώρησα με τη διαδικασία γεγονότων και επιβολής ποινής χωρίς να ζητήσω ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας καθότι ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται από δικηγόρο η οποία είναι σε θέση να εκθέσει τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του. (βλ. Τηλέμαχος Τηλεμάχου ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Συνοψίζοντας όσα λέχθηκαν από την πλευρά της συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο το οποίο αντιμετώπιζε προβλήματα που σχετίζονται με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Χρησιμοποιώ παρελθοντικό χρόνο καθότι όπως αναφέρθηκε από την κύρια Κλαΐδη, αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος της ποινικής υπόθεσης 4101/22 ο κατηγορούμενος με τη βοήθεια συγγενικών και άλλων προσώπων κατέβαλε και καταβάλλει προσπάθειες απεξάρτησης από τις εν λόγω ναρκωτικές ουσίες και προς τούτο έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο αντίγραφα ιατρικών βεβαιώσεων διαφορετικών ημερομηνιών από δύο διαφορετικούς επαγγελματίες, ειδικούς ψυχιάτρους, οι οποίες διαπιστώνουν και διατυπώνουν τόσο την προηγούμενη επιθυμία του κατηγορουμένου για απεξάρτηση, αλλά και τις προσπάθειες που κατέβαλε στη συνέχεια, ως επίσης και το αποτέλεσμα των εν λόγω προσπαθειών. Αναφέρεται δε επίσης στις εν λόγω βεβαιώσεις ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο που οι βεβαιώσεις ετοιμάστηκαν ξεκινήσει και παρακολουθούσε θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες. Διαπιστώνονται δε από αμφότερους τους ειδικούς ψυχιάτρους ότι η ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου παρουσίαζε βελτίωση ενώ υπήρξε τυπικός σε όλα τα ραντεβού του και παρακολουθείτο και εξακολουθεί να παρακολουθείται τακτικά από τους εν λόγω ειδικούς. Επιπρόσθετα και σε συνδυασμό με τις ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν η κυρία Κλαΐδη παρουσίασε στο Δικαστήριο δέσμη αντιγράφων εργαστηριακών αναλύσεων με αρνητικά αποτελέσματα, διάφορων ημερομηνιών οι οποίες καταδεικνύουν, αλλά και αποδεικνύουν ταυτόχρονα με βάση την υπεράσπιση (και όπως παρενθετικά διαπιστώνει Δικαστήριο) το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει απεξαρτηθεί από οποιασδήποτε μορφής ουσιών. Σε σχέση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του έγινε εισήγηση από την υπεράσπιση όπως το τελευταίο λάβει υπόψη προς εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου την άμεση παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο, τις προσπάθειες απεξάρτησης αλλά και το αποτέλεσμα αυτών, όπως τούτο καταδεικνύεται από τα αρνητικά αποτελέσματα των εργαστηριακών αναλύσεων ότι αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος της ποινικής υπόθεσης 4101/22 ο Έφορος Μηχανοκίνητων Οχημάτων ανέστειλε την ισχύ της άδειας οδηγήσεως του κατηγορουμένου για περίοδο 8 περίπου μηνών μέχρι και τις 25/03/23 όπου ειδοποιήθηκε ότι κατόπιν της εξέτασης που έτυχε από αρμόδιο ιατροσυμβούλιο κρίθηκε ικανός πλέον να κατέχει την επαγγελματική και άλλη άδεια οδηγήσεως του οπόταν και του έχει επιστραφεί. Τούτο συνιστά κατά την υπεράσπιση κάποιου είδους μορφής εξωδικαστηριακής τιμωρίας σε σχέση με το αδίκημα που διέπραξε λαμβανομένου άποψη ότι η φύση της εργασίας του κατηγορουμένου απαιτεί την κατοχή της επαγγελματικής άδειας οδηγήσεως του προκειμένου να εκτελεί τα καθήκοντά του. Με παραπομπή στη σχετική νομολογία και δη στην υπόθεση Γιαννάκη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 177/2015, ημερ. 21/04/2016 Siminoiu ν. Αστυνομίας
(2012)2ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2ΑΑΔ 583 η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως ο κατηγορούμενος αντιμετωπιστεί με τη δέουσα επιείκεια ούτως ώστε να ενθαρρυνθεί και να συνεχίσει τις προσπάθειες που καταβάλλει για να ορθοποδήσει στη ζωή του. Προσκομίστηκε τέλος, βεβαίωση από την εργοδότρια του κατηγορούμενου, στην οποία βεβαιώνεται η απασχόληση του, η εργατικότητα του καθώς και ότι ο κατηγορούμενος κρίνεται ως άτομο αναγκαίο στην εν λόγω επιχείρηση λόγω του καλού του χαρακτήρα αλλά και της εργατικότητας και αποτελεσματικότητας του. Σε σχέση με το αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δεν μπορώ παρά να επισημάνω με έμφαση την σοβαρότητα του. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της. Το άρθρο 11Ζ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/86 προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11Β σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€3.500) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές. Είναι πασιφανές πως ο νομοθέτης προνόησε τις παραπάνω αυστηρές ποινές, λόγω των αλυσιδωτών συνεπειών που μπορούν να προκληθούν ένεκα συμπεριφοράς όμοιας με αυτή του Κατηγορουμένου, τόσο στα ίδια τα άτομα τα οποία βρίσκονται υπό την επήρεια ναρκωτικών ενόσω οδηγούν, όσο και στους υπόλοιπους συμπολίτες μας που χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ζυπιτής Κώστας κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για προστασία της ασφάλειας τρίτων. Δεν χωρεί αμφισβήτησης η ανευθυνότητα η οποία επιδείχθηκε από τον Κατηγορούμενο, είτε αυτή ήταν λόγω της νεαρής ηλικίας του, είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Αποτελεί ευτύχημα το γεγονός ότι δεν επεσυνέβηκε οποιοδήποτε τροχαίο δυστύχημα λόγω της παραβατικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και αυτό αναφέρεται σαν απλή διαπίστωση, εφόσον δεν μπορεί να πιστώνονται τυχαία γεγονότα, όπως είναι η μη πρόκληση δυστυχήματος, προς όφελος αδικοπραγούντων ατόμων κατά την εξέταση της αρμόζουσας ποινής που θα πρέπει να τους επιβληθεί. Όπως άλλωστε έχει λεχθεί στην απόφαση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί αναμφίβολα την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Παρομοίως, στην απόφαση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 242 λέχθηκαν τα εξής: «Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων.» (η υπογράμμιση δική μου) Το καθήκον βέβαια του Δικαστηρίου να προβαίνει σε εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει στο πρόσωπο του παραβάτη που έχει απέναντι του δεν ατονεί, ούτε και εξουδετερώνεται ακόμη και στις περιπτώσεις έντονης έξαρσης ενός αδικήματος, όπως εν προκειμένω. Λαμβάνω γνώση για το γεγονός ότι η οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών αποτελεί αδίκημα που βρίσκεται σε ιδιαίτερη έξαρση, από τον όγκο των υποθέσεων που καταχωρούνται και τίθενται ενώπιον μου καθημερινά. Είναι γι' αυτό άλλωστε τον λόγο που η εξατομίκευση της ποινής, δεν πρέπει να οδηγήσει τρόπον τινά, σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της αδήριτης ανάγκης για αποτροπή. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, προνοεί μεταξύ άλλων όπως προαναφέρθηκε, ποινή φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης πρέπει να είναι το ύστατο μέτρο στα χέρια του ποινικού δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και όπου οι περιβάλλουσες το αδίκημα και τον παραβάτη συνθήκες, δεν αφήνουν άλλη επιλογή, διότι κάθε άλλη ποινή θα ήταν επιεικέστερη του ορθού (βλ. Zac & others ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης
(1994)2 ΑΔ 128). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω καθώς επίσης τους μετριαστικούς παράγοντες που πιστώνω προς όφελος του κατηγορούμενου από τη μια (αυτοί έγκεινται στο λευκό ποινικό μητρώο του, στην άμεση παραδοχή του, στις προσπάθειες απεξάρτησης που κατέβαλε και καταβάλλει, το νεαρό της ηλικίας του και τις προσωπικές περιστάσεις του) και τη σοβαρότητα του αδικήματος από την άλλη αλλά και τα μηνύματα που θα εξέπεμπα ως Δικαστήριο μέσα από την επιβολή ποινής, καταλήγω ότι η ποινή που αρμόζει υπό τις περιστάσεις να επιβληθεί και είναι η πλέον πρόσφορη σε ό,τι αφορά το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Συνεπώς, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Ενόψει του ύψους της ποινής φυλάκισης που επιβάλλεται στον κατηγορούμενο προχωρώ να εξετάσω, ως ήταν και η εισήγηση της υπεράσπισης, κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις η ποινή αυτή να ανασταλεί εάν τούτο δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Είναι ευρέως γνωστοί οι παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όταν αποφασίζει αν μια ποινή φυλάκισης, η οποία έχει επιβληθεί θα ανασταλεί. Αυτοί οι παράγοντες όπως έχουν διαφανεί μέσα από τη νομολογία είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο διάπραξης ενός αδικήματος, το μητρώο του κατηγορουμένου και η αναγκαιότητα αποτροπής, η διαγωγή μετά της διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303) Στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία από τη μία ότι το αδίκημα είναι σοβαρό. Ωστόσο δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάζεται όχι μόνο μεταμελημένος αλλά και με μια εντελώς διαφορετική στάση ζωής, την οποία θα πρέπει να ενθαρρυνθεί να συνεχίσει. Κρίνω ότι τέτοια ενθάρρυνση θα επιτυγχάνετο μέσα από την αναστολή της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί, έτσι ώστε να μπορεί να συνεχίσει απρόσκοπτα τις προσπάθειες του προς αυτή την πορεία. Στην απόφασή μου έλαβα ότι είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, έχει άμεσα παραδεχθεί το αδίκημα και έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να ορθοποδήσει στη ζωή του. Κρίνω επομένως συνακόλουθα ότι η παρούσα περίπτωση είναι περίπτωση όπου επιβάλλεται, όχι μόνο ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί ώστε να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία, με την ελπίδα ότι η ευκαιρία αυτή που του δίδεται μέσω της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί θα λειτουργήσει ως δαμόκλειος σπάθη για τη μελλοντική συμπεριφορά του αλλά επίσης ότι θα λειτουργήσει ως αρωγός στη διατήρηση της ορθής πορείας που έχει λάβει πλέον στη ζωή του. Η ποινή φυλάκισης επομένως που του έχει επιβληθεί αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Επιπρόσθετα κρίνω ότι τα όσα έχουν αναφερθεί από την κυρία Κλαΐδη σε σχέση με την αναγκαιότητα τήρησης της άδειας οδηγήσεως του είναι ειδικοί λόγοι με βάση τη νομολογία ώστε να μην προχωρήσω σε αποστέρηση της άδειας οδηγήσεως του. Σε αυτή μου την απόφαση παράγοντα καθοριστικό έπαιξε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη αποστερηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα την άδεια οδηγήσεως του και οποιαδήποτε άλλη προσέγγισή μου επί του θέματος θα συνιστούσε κατά την άποψή μου υπέρμετρη και δυσανάλογη ποινή υπό τις περιστάσεις. Τέλος, έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του Άρθρου 11(θ) του Ν. 174/86 διατάζω όπως ο κατηγορούμενο καταβάλει τα έξοδα των εργαστηριακών εξετάσεων που διενεργήθηκαν στην ποινική υπόθεση με αριθμό 3822/22, αλλά και στην ποινική υπόθεση 4101/22 τα οποία ανέρχονται σε 180 πλέον Φ.Π.Α. για έκαστη ποινική υπόθεση. (Υπ.) Ε. Μιντή Προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο