Δημοκρατία ν. Harpreet Singh, Αρ. Υπόθεσης: 522/23, 22/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 522/23 Δημοκρατία ν. Harpreet Singh Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κα Σ. Στυλιανού. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 - κατηγορία 1), της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης (άρθρο 228(α) του Κεφ. 154 - κατηγορία 2) και της κατοχής επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο (άρθρο 3 του Περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμος, Κεφ.159 - κατηγορία 3). Σημειώνεται βέβαια, ότι στο πλαίσιο της παρούσας ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την κατηγορία της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής του (άρθρο 19(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 - κατηγορία 4), στην οποία ωστόσο δήλωσε παραδοχή, με αποτέλεσμα η κατηγορία αυτή να παραμένει για γεγονότα και ποινή, με σκοπό την επιβολή ποινής μετά την αποπεράτωση της ακρόασης σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες. Προς ευχερέστερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν, σημειώνουμε ότι θέση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι σε άγνωστο χρόνο μέχρι και τις 25.1.23, ο Κατηγορούμενος, μαζί με άλλα τρία πρόσωπα, συνωμότησαν να επιτεθούν και να προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη στον Παραπονούμενο και ότι πράγματι, την 25.1.23 στο κοιμητήριο Φρενάρους έχοντας στην κατοχή τους επιθετικά όπλα, του επιτέθηκαν, προκαλώντας του βαριά σωματική βλάβη. Από την άλλη, θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι ο ίδιος ουδέποτε ενεπλάκη σε τέτοιο επεισόδιο και ότι δεν βρισκόταν στο μέρος της ισχυριζόμενης επίθεσης κατά τον επίδικο χρόνο.
- Η Διαδικασία Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες και συγκεκριμένα τον ορθοπεδικό, Δρ Π.Γ. (Μ.Κ.1), τον Αστ. 1381, Κ.Α. (Μ.Κ. 2), τον Παραπονούμενο, G.S. (M.K.3) και τον Α.Κ. (Μ.Κ.4), που ήταν το άτομο στην οικία του οποίου διέμενε ο Παραπονούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αφότου ο Κατηγορούμενος (Μ.Υ.1) κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώ κάλεσε και ένα μάρτυρα υπεράσπισης, ήτοι τον Α.Π. (Μ.Υ.2), ο οποίος διαχειριζόταν την οικία στην οποία διέμενε ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Κατατέθηκαν συνολικά 8 τεκμήρια, ως επίσης μια έκθεση και διάφορες άλλες καταθέσεις, ως Έγγραφα Α-Ε.
- Σύνοψη Μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1, ορθοπεδικός ιατρός στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου, υιοθέτησε και επεξήγησε την ιατρική έκθεση που ετοίμασε σε σχέση με τον Παραπονούμενο (Έγγραφο Α), ο οποίος έτυχε νοσηλείας και χειρουργήθηκε στο εν λόγω νοσοκομείο, μετά από τον ισχυριζόμενο ξυλοδαρμό που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας. Μεταξύ άλλων, στην εν λόγω έκθεση (Έγγραφο Α) αναφέρεται ότι υπέστη πέντε διακριτά κατάγματα καθώς επίσης και θλαστικά τραύματα, ενώ επίσης γίνεται αναφορά στον τρόπο αντιμετώπισης τόσο αυτών όσο και των καταγμάτων, θέματα στα οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας και με την προφορική του μαρτυρία. Αντεξετάστηκε σε σχέση με το πιστοποιητικό Τεκμήριο 1, το οποίο συνυπέγραψε ο ίδιος μαζί με άλλη παθολόγο ιατρό και συγκεκριμένα σε σχέση με το ότι, δύο εκ των καταγμάτων επί του Εγγράφου Α, αναφέρονται ότι ευρίσκονται στην αριστερή πλευρά ενώ στο Τεκμήριο 1 αναφέρονται ότι ευρίσκονται στη δεξιά. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι αυτό οφείλεται σε λάθος και διευκρίνισε ότι η ορθή αναφορά περιέχεται στο Έγγραφο Α. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο Β), με την οποία αναφέρεται στις ενέργειες του σε σχέση με την παρούσα, μεταξύ των οποίων ήταν και η παρακολούθηση, κατά την 8.3.23, της οικίας την οποία του είχε υποδείξει ο Παραπονούμενος κατά την 22.2.23 (βλ. Τεκμήριο 2) ως την οικία στην οποία διέμενε ένα εκ των ατόμων που τον είχαν χτυπήσει, το οποίο ο ίδιος γνώριζε ως «Happy». Επίσης αναφέρεται και στα της σύλληψης προσώπου το οποίο εντόπισε στην εν λόγω οικία για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, αλλά και αργότερα δυνάμει του Τεκμηρίου
- Αναφέρεται περαιτέρω στην παράδοση των δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου, στην πληροφόρηση περί διεξαγωγής αναγνωριστικής παράταξης, με τον Κατηγορούμενο να μην συναινεί σε τούτο (βλ. Τεκμήριο 6), αλλά να αναφέρει πως συμφωνεί όπως, οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμεί να τον αναγνωρίσει, το πράξει μέσω του ειδικού μονοδρομικού υαλοπίνακα. Κάτι το οποίο πράγματι έγινε και σχετική προς τούτο είναι η κατάθεση του Παραπονούμενου Έγγραφο Δ καθώς και η κατάθεση του Αστ. 3811 Χ.Σ (Τεκμήριο 8), η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Ο Μ.Κ.2 επίσης κατέθεσε δέσμη φωτογραφιών του κοιμητηρίου Φρενάρους, όπου κατ' ισχυρισμόν διαπράχθηκαν τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 (Τεκμήριο 7). Ανέφερε επίσης ότι ως προς το κίνητρο για την επίθεση, ο Παραπονούμενος του είχε πει προφορικά ότι αυτός και ο Ι., διέμεναν με έναν Κύπριο πολίτη (Μ.Κ.4), ο οποίος τους φιλοξενούσε και ο οποίος έδιωξε σε κάποια στιγμή τον Ι. λόγω μη επίδειξης καλής συμπεριφοράς. Το πρόσωπο αυτό, φεύγοντας έκλεψε το κινητό του Μ.Κ.4 και ο Παραπονούμενος πήγε στο σπίτι όπου διέμενε πλέον, για να τον ρωτήσει για ποιο λόγο φέρθηκε έτσι στον Μ.Κ.4, ο οποίος τους είχε βοηθήσει. Εκεί κατά λάθος είχε σπάσει ένα τζάμι και στη βάση των ανωτέρω ο Παραπονούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι πίστευε, ότι για αυτό το λόγο το πρόσωπο αυτό με τα άλλα τρία πρόσωπα, του έστησαν καρτέρι στο κοιμητήριο και τον ξυλοφόρτωσαν. Αντεξετάστηκε ως προς το γιατί δεν καταγράφηκε η θέση αυτή του Παραπονούμενου στην κατάθεση του, με τον ίδιο να αναφέρει ότι ο Παραπονούμενος δεν ήθελε να εμπλέξει στην ιστορία τον Κύπριο που τον είχε φιλοξενήσει, ενώ επίσης του υποβλήθηκε ότι έγινε καταγγελία για το περιστατικό με το τζάμι και δεν διερευνήθηκε, θέση την οποία απέρριψε. Ο Μ.Κ.3 (Παραπονούμενος) με την κατάθεση του, Έγγραφο Γ, την οποία υιοθέτησε, αναφέρθηκε στα γεγονότα της επίδικης ημερομηνίας, ενώ με την κατάθεση του Έγγραφο Δ, αναφέρθηκε στην αναγνώριση του Κατηγορούμενου μέσω του ειδικού μονοδρομικού υαλοπίνακα, ως ενός εκ των προσώπων που τον χτύπησαν και συγκεκριμένα του προσώπου που τον χτυπούσε με ένα κορμό σε όλο του το σώμα και τον οποίο γνωρίζει ως «Happy». Για το επίδικο συμβάν, στο Έγγραφο Γ, ανέφερε ότι στις 25.1.23 του τηλεφώνησε ο φίλος του ο I. και του ανέφερε ότι επιθυμούσε να μείνει στο σπίτι όπου διέμενε ο ίδιος, δηλαδή στο σπίτι του Μ.Κ.4, ο οποίος τον είχε βρει λίγες μέρες προηγουμένως και του προσέφερε στέγη μέχρι να βρει δουλειά και μέρος για να μείνει. Ο I. του είπε ότι βρισκόταν στη δουλειά και τον κάλεσε για να συναντηθούν στο κοιμητήριο (Φρενάρους), όπου πράγματι συναντήθηκαν γύρω στις 18:40 και μίλησαν για λίγο. Ακολούθως ο I. του είπε να πάνε μέσα για να πάρει τα ρούχα του και ο Παραπονούμενος τον ακολούθησε. Όταν όμως μπήκαν μέσα, τρία άλλα πρόσωπα τα οποία ήταν ήδη εντός του κοιμητηρίου κρυμμένα πίσω από δέντρα, ήρθαν από πίσω του και τον χτύπησαν με μια σιδερένια σωλήνα στον αριστερό του ώμο και στο χέρι και έπεσε κάτω. Αναγνώρισε ότι επρόκειτο για τους ομοεθνείς του, και συγκεκριμένα για τους «Happy», J., και A.. Τους ρωτούσε ποιο ήταν το πρόβλημα αλλά αυτοί δεν τον άκουγαν και συνέχισαν να τον χτυπούν. Ο Ι. κρατούσε μια σιδερένια σωλήνα, ο «Ηappy» κρατούσε ένα κορμό δέντρου, ο J. μια μαρμάρινη κολόνα και ο A. ένα μαχαίρι. Τον χτυπούσαν για μισή ώρα, του έσπασαν το τηλέφωνο για να μην μπορεί να καλέσει αστυνομία/ασθενοφόρο και μετά έφυγαν τρέχοντας. Ο ίδιος έμεινε στο έδαφος με σπασμένο το δεξί του πόδι και το αριστερό του χέρι και αιμορραγώντας από παντού. Μετά σηκώθηκε αργά και περπάτησε μέχρι το κατάστημα «Poplife», όπου τον εντόπισε ο Μ.Κ.4 και τον μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου νοσηλεύτηκε μέχρι τις 22.2.
- Με την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι ο λόγος που ο Μ.Κ.4 έδιωξε τον Ι. ήταν επειδή ούρησε στο κρεβάτι του. Υποστήριξε επίσης ότι φεύγοντας ο Ι. έκλεψε αντικείμενα του Μ.Κ.4, με αποτέλεσμα ο Παραπονούμενος να μεταβεί σε συγκεκριμένο σημείο όπου διέμενε παλιά και να τα εντοπίσει και ακολούθως να τον πάρει ο ίδιος τηλέφωνο για να του ζητήσει το λόγο. Ανέφερε επίσης ότι τον Κατηγορούμενο τον είχε δει τουλάχιστον 12-13 φορές πριν το επεισόδιο, προσθέτοντας πως ο τελευταίος είναι συγγενής με τον I. και τον A., οι οποίοι διέμεναν μαζί του, ενώ είναι φίλος με τον J.. Ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσες φορές τον χτύπησε ο συγκεκριμένος Κατηγορούμενος, αλλά τόνισε πως τον χτυπούσαν πολύ για 15-20 λεπτά. Θέση του ήταν επίσης πως ο Κατηγορούμενος τον χτυπούσε στο πίσω μέρος (πλάτη) και ότι μετά όταν έπεσε κάτω ανάσκελα, ο I. και ο J. του κρατούσαν τα πόδια και ο Κατηγορούμενος άρχισε να τον χτυπά, υποστηρίζοντας ότι του έσπασε το χέρι, του χτύπησε στο άνω χείλος με κορμό δέντρου και επίσης του χτύπησε άσχημα στο πόδι. Υποστήριξε περαιτέρω ότι τον απείλησαν πως αν μιλούσε σε οποιονδήποτε, θα τον σκότωναν. Αντεξετάστηκε ως προς το τι ακριβώς είχε προηγηθεί του επίδικου συμβάντος, για να του υποβληθεί ότι οι θέσεις που προώθησε με την προφορική του μαρτυρία, δεν εντοπίζονται ή και δεν συνάδουν με τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του. Επίσης αντεξετάστηκε επί τω ότι την προηγούμενη του συμβάντος είχε σπάσει το γυαλί μιας οικίας, θέση με την οποία συμφώνησε επεξηγώντας ότι επρόκειτο για το σπίτι του Κατηγορούμενου και ότι δεν είχε πρόθεση να σπάσει το γυαλί. Του υποβλήθηκε επίσης ότι ζήτησε από οικείο στον Κατηγορούμενο πρόσωπο ποσό €1000 για να αποσύρει την υπόθεση, παραδεχόμενος προς το εν λόγω πρόσωπο πως η καταγγελία του ήταν ψευδής, θέση με την οποία διαφώνησε. Περιπλέον αμφισβητήθηκε η θέση του ότι στην κατάσταση που βρισκόταν, περπάτησε 40 λεπτά για να φτάσει στο κατάστημα «Poplife», ενώ επίσης αμφισβήτησης έτυχε και η θέση του ότι ο Μ.Κ.4 τον συνάντησε εκεί τυχαία. Επίσης αντεξετάστηκε αναφορικά με το πώς είχε δει ότι το πρόσωπο που τον χτύπησε από πίσω ήταν ο Κατηγορούμενος, όπου ανέφερε ότι το πρόσωπο αυτό ήταν το πρώτο που τον χτύπησε και ο ίδιος γύρισε πλευρικά και τον είδε ενώ έπεφτε. Ο Μ.Κ.4 υιοθέτησε την κατάθεση του Έγγραφο Ε, στην οποία αναφέρει ότι περί τα μέσα Ιανουαρίου 2023, είχε συναντήσει τον Παραπονούμενο με άλλον ένα Ινδό, οι οποίοι δεν είχαν που να μείνουν και αποφάσισε να τους βοηθήσει, παρέχοντας τους χώρο διαμονής. Το άλλο πρόσωπο όμως, το οποίο ως διευκρίνισε με την προφορική του μαρτυρία γνώριζε με το όνομα «Κάλι», δημιουργούσε προβλήματα και έτσι μια μέρα τον έδιωξε, αφήνοντας μαζί του μόνο τον Παραπονούμενο. Στις 25.1.23, ο Παραπονούμενος του είχε πει ότι θα πήγαινε στο χωριό για να βρει κάποιους φίλους του και κατά τις 21:30, ενώ ο ίδιος πήγαινε προς το κατάστημα «Poplife», τον εντόπισε τυχαία χτυπημένο και πεσμένο σε παρακείμενο πάρκο, γεμάτο αίματα στο πρόσωπο και στο πόδι του, το οποίο φαινόταν σπασμένο επειδή ήταν «ζαβό». Κατά τη μεταφορά του στο Νοσοκομείο, ο Παραπονούμενος του ανέφερε ότι τον είχαν χτυπήσει τέσσερις ομοεθνείς του με σίδερα. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο λόγος που έδιωξε το άλλο πρόσωπο, ήταν επειδή ενώ του παρείχε κρεβάτι, αυτός επέμενε να χρησιμοποιεί το δικό του (Μ.Κ.4), αλλά αρνήθηκε ότι υπήρξε περιστατικό όπου το εν λόγω πρόσωπο ούρησε στο κρεβάτι του. Ανέφερε όμως ότι το πρόσωπο αυτό του έκλεψε ένα τηλέφωνο και μια κολόνια και όταν το ανακάλυψε πήγαν μαζί με τον Παραπονούμενο και ο τελευταίος τα βρήκε σε μια τσάντα του Κατηγορούμενου, τα πήραν και επέστρεψαν στο σπίτι τους. Γνώριζε ότι την επίδικη μέρα ο Παραπονούμενος θα βρισκόταν με φίλους του, χωρίς όμως να γνωρίζει συγκεκριμένα ονόματα, ενώ ως ανέφερε δεν γνωρίζει κάποιον με το όνομα I. Αρνήθηκε ότι το βράδυ πριν το επίδικο συμβάν έγινε κάποιο περιστατικό σε κάποιο άλλο σπίτι, αλλά δέχθηκε ότι μέρες πριν ο Παραπονούμενος είχε πάει σε ένα σπίτι και χτύπησε την πόρτα η οποία έπεσε και έσπασε, χωρίς όμως να έχει πρόθεση να σπάσει το τζάμι. Ο ίδιος ανέλαβε την ευθύνη και πλήρωσε τη ζημιά που ανερχόταν σε €25 και το θέμα έληξε. Ως προς το γιατί δεν αναφέρονται αυτά στην κατάθεση του, ανέφερε ότι στην κατάθεση του ανέφερε τα γεγονότα που ήταν κοντά με το συμβάν ενώ το συγκεκριμένο είχε προηγηθεί. Επίσης αντεξετάστηκε ως προς τη θέση του ότι στις 21:30, ο ίδιος πήγαινε σε συγκεκριμένο κατάστημα, για να του υποβληθεί ότι το κατάστημα τέτοια ώρα είναι κλειστό, με τον ίδιο να επιμένει ότι πράγματι πήγαινε προς το εν λόγω κατάστημα και ότι πάντως βρήκε τον Παραπονούμενο στο σημείο όπου ανέφερε, περί τα 20-25 μέτρα από το κατάστημα. Σε υποβολή ότι δεν τον βρήκε τυχαία αλλά γνώριζε ότι ήταν εκεί, επέμεινε ότι τυχαία τον εντόπισε. Ο Κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε τις καταθέσεις του, Τεκμήρια 5 και
- Με τη μαρτυρία του ουσιαστικά υποστήριξε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στο συμβάν και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο σπίτι του. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι τον ίδιο τον φωνάζουν και με το όνομα «Ηappy», υποστήριξε ότι δεν ξαναείδε ποτέ τον Παραπονούμενο και πως η πρώτη φορά που τον είδε ήταν στο Δικαστήριο. Αντεξετάστηκε αναφορικά με το πώς θυμόταν τί έκανε στις 25.1.23, όταν ερωτήθηκε περί τούτου στις 10.3.23 από την Αστυνομία, με τον ίδιο να αναφέρεται σε σημειωματάριο που τηρούσε. Ερωτηθείς αν απάντησε τη συγκεκριμένη ερώτηση βλέποντας το ημερολόγιο του, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να το συμβουλευτεί αφού βρισκόταν στην Αστυνομία και εν τέλει ανέφερε ότι δεν το χρειαζόταν επειδή θυμόταν. Κληθείς δε να παρουσιάσει το εν λόγω σημειωματάριο, ανέφερε ότι δεν θυμόταν που βρίσκεται, για να καταλήξει στο ότι η φίλη του το πέταξε. Ως προς τη θέση ότι ο Παραπονούμενος τον ενέπλεξε για να πάρει χρήματα, υποστήριξε ότι αυτό το πληροφορήθηκε από τη φίλη του, η οποία με τη σειρά της το είχε πληροφορηθεί από κάποιο άτομο που ζει στις Βρυσούλες. Υποστήριξε επίσης ότι η φίλη του, με δύο άλλα άτομα, πήγαν στη φάρμα και του έδωσαν χρήματα. Σε άλλο σημείο ερωτηθείς ως προς το κίνητρο του Παραπονούμενου να τον εμπλέξει ψευδώς, πέραν από την αναφορά στα χρήματα, πρόσθεσε πως ο Παραπονούμενος τηλεφώνησε στη φιλενάδα του ίδιου και της ζήτησε να περάσει μια νύχτα μαζί του, για να αποσύρει το παράπονο του. Σε υποβολή ότι του έστησε καρτέρι με άλλα άτομα και τον ξυλοκόπησαν άγρια και ότι ο ίδιος τον χτυπούσε για 15-20 λεπτά με κορμό δέντρου διαφώνησε και επανέλαβε ότι δεν τον γνωρίζει καν. Επίσης ανέφερε ότι γνωρίζει απλά τον I., τον οποίο είδε 1-2 φορές, ενώ αρνήθηκε ότι γνωρίζει τα άλλα δύο πρόσωπα, ήτοι τους A. και J. και επίσης αρνήθηκε ότι είναι συγγενής με τους A. και I. ή και ότι διέμεναν μαζί. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι διαχειρίζεται οικία που ανήκει στην αδερφή του και την οποία ενοικιάζει εδώ και πέντε περίπου χρόνια στον Κατηγορούμενο, από τον οποίο εισπράττει το ενοίκιο. Ως ανέφερε ο Κατηγορούμενος διέμενε εκεί με μια ομοεθνή του, η οποία ακόμα διαμένει εκεί. Ερωτηθείς αν είχε δει οποιοδήποτε άλλο Ινδό να διαμένει μαζί τους, ανέφερε ότι όσες φορές είχε πάει για να εισπράξει ενοίκια δεν είδε κανένα. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι επισκεπτόταν το σπίτι μηνιαίως για είσπραξη των ενοικίων ή και για να τους δώσει κάποιο προϊόν από το περιβόλι του και επομένως δέχθηκε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει τί γινόταν εκεί, τις μέρες που δεν το επισκεπτόταν. Για το συμβάν με το τζάμι, που δέχθηκε πως επεσυνέβη στην εν λόγω οικία, ανέφερε ότι το πληροφορήθηκε την επόμενη μέρα και αφού συναντήθηκε με τον Μ.Κ.4, ο τελευταίος του πρότεινε να του πληρώσει τη ζημιά, πράγμα το οποίο έπραξε, καταβάλλοντας του €25, με αποτέλεσμα το ζήτημα να λήξει.
- Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Ευρήματα Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων. Πριν από οτιδήποτε άλλο, πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής, παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Τούτο βέβαια δεν ήταν ασύνδετο με τη θέση που προώθησε ο Κατηγορούμενος πως δεν είχε εμπλοκή, ούτε ήταν παρών ή γνώριζε οτιδήποτε για το συμβάν. Ήταν βέβαια η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι, το γεγονός πως η κατάθεση Τεκμήριο 8 κατατέθηκε εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, επιλύει και το μοναδικό αμφισβητούμενο θέμα στην υπόθεση, του εάν δηλαδή ο Κατηγορούμενος εμπλέκεται στην υπόθεση. Συγκεκριμένα, ήταν η εισήγηση του κ. Δημοσθένους ότι: «. θα μπορούσε ευχερώς να υποστηριχθεί από πλευράς ΚΑ ό,τι τα ζητήματα της παρουσίας του κατηγορούμενου στη σκηνή του εγκλήματος και της συμμετοχής του στο έγκλημα, ανάγονται ουσιαστικά ως δεδομένο και άρα το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αξιολογήσει μαρτυρία για να καταλήξει σε σχετικά επί των ζητημάτων αυτών σε ευρήματα. Το δηλωθέν παραδεκτό γεγονός αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και υπερισχύει έναντι οποιασδήποτε άλλης σ,υγκρουόμενης, επί του σημείου αυτού μαρτυρίας (βλ. παρόμοια περίπτωση, ΜΑΡΙΟΣ ΑΣΠΡΗΣ v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 39/2002, 4/4/2023.» Η εισήγηση αυτή, δεν θεωρούμε πως αποτυπώνει στην πραγματικότητα τα διαμειφθέντα. Κατ' αρχάς σύμφωνα με τα πρακτικά ημερ. 24.7.23, σελ. 56 διαμείφθηκαν τα εξής: «Κος Δημοσθένους: Συνεπώς κατατίθεται από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου της κατάθεση του Αστυφύλακα 3811, Χριστόδουλου Σωτηρίου. Κα Στυλιανού: Μάλιστα, δεν υπάρχει ένσταση Δικαστήριο: Επομένως η κατάθεση του Αστυφύλακα 3811, X. Σωτηρίου, κατατίθεται εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της και σημειώνεται ως Τεκμήριο 8.» Στην κατάθεση Τεκμήριο 8 ο Αστ. 3811 Χ.Σ. αναφέρει ότι στην παρουσία του ο Παραπονούμενος αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο μέσω ειδικού μονοδρομικού υαλοπίνακα, ως το πρόσωπο που γνωρίζει ως «Happy» και ως ένα από τα πρόσωπα που του επιτέθηκαν στις 25.1.23 χτυπώντας τον με κορμό δέντρου και ως το πρόσωπο που του πήρε το τηλέφωνο του μετά που το έσπασαν. Ό,τι επομένως προκύπτει από την εν λόγω κατάθεση είναι πως, ο Αστ. 3811 όντας παρών κατά τη διαδικασία αναγνώρισης, περιγράφει το τί διαμείφθηκε στην παρουσία του και δη πως ο Παραπονούμενος αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως ένα εκ των δραστών, χωρίς πάντως να βεβαιώνει ο ίδιος ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πράγματι ο δράστης. Επομένως με την αποδοχή της αλήθειας του περιεχομένου της κατάθεσης αυτής, τίποτε περισσότερο από το τί έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία αναγνώρισης, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προκύπτει. Εξ ου και η υπεράσπιση, η οποία σημειωτέον προωθούσε εξ αρχής ως υπερασπιστική γραμμή πως ο Κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά το συμβάν, έκρινε (και ορθώς) πως μπορούσε να προβεί στη δήλωση που καταγράφηκε ανωτέρω σε σχέση με την κατάθεση αυτή, χωρίς να επηρεάζεται η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου. Σημειώνουμε επομένως εξ αρχής, πως το ζήτημα αυτό παραμένει ανοικτό να αποφασιστεί στη βάση της προσφερθείσας μαρτυρίας, που επικεντρώνεται στη μαρτυρία (αναγνώρισης) που προσέφερε ο Παραπονούμενος. Αρκούμαστε επί του παρόντος να σημειώσουμε πως εκ της φύσης της βέβαια μια τέτοια μαρτυρία θα πρέπει να τύχει ελέγχου στη βάση των ειδικών αρχών αξιολόγησης της μαρτυρίας αναγνώρισης βάσει της υπόθεσης R. v. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, η οποία σύμφωνα με την υπόθεση Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.160 είναι η αυθεντία η οποία πραγματεύεται διεξοδικά τις αρχές που διέπουν την αναγνώριση και τις διαδικασίες οι οποίες πρέπει να ακολουθούνται. Επανερχόμενοι όμως στα μη αμφισβητούμενα γεγονότα σημειώνουμε πως ένεκα ακριβώς της υπερασπιστικής γραμμής που προωθήθηκε, ήταν λογικό και αναμενόμενο να μην αμφισβητηθεί η μαρτυρία του Παραπονούμενου ως προς το ότι υπέστη επίθεση και ότι ένεκα αυτής υπέστη τις σωματικές βλάβες που περιέγραψε, ούτε όμως και το ανακριτικό έργο που ακολούθησε προς διερεύνηση της υπόθεσης. Διερεύνηση - Μ.Κ.2 Αρχίζοντας από το τελευταίο ζήτημα, σημειώνουμε κατ' αρχάς πως παρέμεινε αναντίλεκτη στο μεγαλύτερο μέρος της η μαρτυρία του Μ.Κ.2, η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων τις ενέργειες του κατά την 8.3.23, οπόταν έθεσε υπό παρακολούθηση την οικία που του είχε υποδειχθεί από τον Παραπονούμενο στις 22.2.23, ως την οικία ενός εκ των ατόμων που κτύπησαν τον Παραπονούμενο και συγκεκριμένα του «Ηαppy». Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ο εντοπισμός του Κατηγορούμενου τον οποίο συνέλαβε αρχικά για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και ακολούθως για τα αδικήματα που αναφέρονται στο ένταλμα σύλληψης, Τεκμήριο 3. Επιπλέον δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Μ.Κ.2 του επεξήγησε και τα δικαιώματα του ως συλληφθέντα, τα οποία του επέδωσε και στη μητρική του γλώσσα, ούτε ότι στις 10.3.23, ο Μ.Κ.2 έπραξε το ίδιο και σε σχέση με τα δικαιώματα του ως υπόπτου/κατηγορουμένου. Περαιτέρω μη αμφισβητούμενη ήταν και η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο στη μητρική του γλώσσα, στην παρουσία του τότε συνηγόρου του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 5). Το ίδιο ισχύει επίσης και για τη μαρτυρία του καθ' όσον αφορά την πληροφόρηση της οποίας έτυχε ο Κατηγορούμενος για τη διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης με ακόμα έξι άτομα, καθώς και τη θέση του τελευταίου ότι δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει (βλ. Τεκμήριο 6). Μη αμφισβητούμενο ήταν από την υπεράσπιση και το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο μέσω του ειδικού μονοδρομικού υαλοπίνακα ως ένα εκ των δραστών, χωρίς βεβαίως να αποδέχεται ότι όντως ήταν ο δράστης, ενώ επίσης ήταν αποδεκτό από την υπεράσπιση ότι ο Κατηγορούμενος είναι γνωστός και με το όνομα «Happy», πράγμα που και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε κατά τη μαρτυρία του. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι η δέσμη φωτογραφιών που κατατέθηκε από τον ίδιο, απεικονίζει το κοιμητήριο Φρενάρους, όπου έλαβε χώρα η επίθεση (Τεκμήριο 7). Ούτε όμως αμφισβητήθηκαν οι ενέργειες του Μ.Κ.2 προς εντοπισμό των λοιπών δραστών. Συγκεκριμένα επί τούτου ο μάρτυρας ανέφερε ότι ένεκα του ότι εν σχέσει με τα λοιπά άτομα που εμπλέκονταν στο συμβάν ο Παραπονούμενος ήταν σε θέση να αναφέρει μόνο το μικρό τους όνομα, έγιναν ενέργειες και του υποδείχθηκαν φωτογραφίες ατόμων με το όνομα που έδωσε χωρίς ωστόσο να αναγνωρίσει οποιοδήποτε πρόσωπο, πέραν του ατόμου με το οποίο είχε συναντηθεί εκτός του κοιμητηρίου και το οποίο καταζητείται. Ανεξαρτήτως του ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε, σημειώνουμε πως ούτως ή άλλως ο μάρτυρας αυτός άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, απαντούσε με αμεσότητα και προθυμία ενώ δεν διαφάνηκε να πρόσκειται προς οποιαδήποτε πλευρά, ούτε και είχε οποιοδήποτε συμφέρον να εξυπηρετήσει, ούτε βέβαια και οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της παρούσας. Η δε περιορισμένη αμφισβήτηση της οποίας έτυχε κατά την αντεξέταση του, δεν κατέδειξε λόγους που να επηρεάζουν τη γενικά καλή εντύπωση που άφησε. Για παράδειγμα ως προς το γιατί δεν κατέγραψε τη θέση του Παραπονούμενου για το κίνητρο που, κατά τη θέση του τελευταίου, είχε ο Κατηγορούμενος και οι λοιποί εμπλεκόμενοι να του επιτεθούν, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος του το είχε πει προφορικά, λέγοντας του πως δεν ήθελε να περιληφθεί στην κατάθεση του για να μην εμπλέξει στην υπόθεση τον Μ.Κ.4, ο οποίος τον είχε βοηθήσει. Κατ' αρχάς πρέπει να πούμε πως η ουσία των όσων ανέφερε ότι του λέχθηκαν από τον Παραπονούμενο, υποστηρίχθηκε από τον τελευταίο κατά τη μαρτυρία του ενώ και η υπεράσπιση αποδέχεται ότι τα όσα ο Παραπονούμενος επικαλέστηκε ως κίνητρο είχαν πράγματι επισυμβεί το βράδυ πριν την επίδικη επίθεση, στην οικία όπου διέμενε ο Κατηγορούμενος. Ασχέτως βέβαια του ότι η υπεράσπιση αμφισβητεί ότι αυτά αποτελούν πράγματι κίνητρο για εμπλοκή του Κατηγορούμενου στα επίδικα γεγονότα. Τώρα ως προς τη θέση της υπεράσπισης ότι ο λόγος που προβλήθηκε για μη συμπερίληψη των αναφορών αυτών στην κατάθεση του Παραπονούμενου δεν συνάδει λογικά, αφού ο Μ.Κ.4 ήταν ήδη εμπλεκόμενος στην υπόθεση, έχοντας μεταφέρει τον Παραπονούμενο στο νοσοκομείο, πρέπει να πούμε ότι η θέση αυτή δεν μας βρίσκει βέβαια σύμφωνους. Και τούτο διότι η απλή μεταφορά του Παραπονούμενου στο νοσοκομείο δεν ενέπλεκε τον Μ.Κ.4, με τον τρόπο και στο βαθμό που τον εμπλέκουν τα γεγονότα τα οποία αναφέρθηκαν στον Μ.Κ.2 από τον Παραπονούμενο. Ως προς τη θέση της υπεράσπισης η οποία τέθηκε στον Μ.Κ.2, ότι δηλαδή υποβλήθηκε καταγγελία για το συμβάν με το τζάμι και δεν εξετάστηκε, θέση την οποία ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε, πρέπει να πούμε ότι αυτή παρέμεινε μετέωρη, αφού καμία περαιτέρω μαρτυρία προσήχθη προς αυτή την κατεύθυνση. Αντίθετα τόσο ο Μ.Κ.4 όσο και ο Μ.Υ.2 αλλά και ο Παραπονούμενος υποστήριξαν ότι η ζημιά που προέκυψε, πληρώθηκε από τον Μ.Κ.4 και το ζήτημα έληξε. Επομένως δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε το οποίο να δύναται να κλονίσει τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο ο εν λόγω μάρτυρας κατέθετε και συνεπώς αποδεχόμαστε τις ως άνω ενέργειες του και τη μαρτυρία του στο σύνολο της, τα οποία καθίστανται ευρήματα μας. Σωματικές Βλάβες- Μ.Κ.1 Το επόμενο ζήτημα που παρέμεινε εν πολλοίς μη αμφισβητούμενο, ήταν οι σωματικές που υπέστη ο Παραπονούμενος. Επί τούτου σημειώνουμε πως αυτές επιβεβαιώνονται από το Έγγραφο Α και εν γένει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, η οποία παρέμεινε ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας και συγκεκριμένα ως ιατρός ορθοπεδικός. Η εμπειρογνωμοσύνη του στον τομέα που κατέθεσε δεν αμφισβητήθηκε και με βάση τα όσα ο ίδιος ανέφερε τον αποδεχόμαστε και εμείς ως τέτοιο. Ο Μ.Κ.1 επεξήγησε λεπτομερώς τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο Παραπονούμενος και τις σωματικές βλάβες που εντοπίστηκαν ως το Έγγραφο Α που ετοίμασε ο ίδιος και το οποίο υιοθέτησε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι κατά την εξέταση του υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία, υπερηχογράφημα και ακτινογραφία από τις οποίες διαφάνηκε ότι υπέστη:
(1)ανοικτό κάταγμα κνήμης δεξιά,
(2)κάταγμα μηριαίου κονδύλου δεξιά,
(3)κάταγμα ωλένης αριστερά,
(4)κάταγμα ακρωμιοκλειδικής αριστερά και
(5)κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης Θ
- Ως προς το πρώτο κάταγμα (κνήμης δεξιά), εξήγησε ότι χειρουργήθηκε άμεσα με εξωτερική οστεοσύνθεση και ότι μετέπειτα, στις 10.2.23, έγινε ακόμη μια επέμβαση για αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης και διενέργεια εσωτερικής οστεοσύνθεσης με πλάκα και βίδες. Για το δεύτερο κάταγμα (μηριαίου κονδύλου δεξιά στο γόνατο), ανέφερε ότι επρόκειτο για ρωγμώδες κάταγμα χωρίς παρεκτόπιση, για το οποίο η τοποθέτηση γυψονάρθηκα που είχε προηγηθεί, κάλυπτε το εν λόγω κάταγμα από πλευράς αντιμετώπισης, χωρίς να χρειαστεί να γίνει οτιδήποτε περαιτέρω. Το τρίτο κάταγμα (ωλένης), χειρουργήθηκε με εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκα και βίδες και σε δεύτερη φάση στις 10.2.23 μαζί με το κάταγμα της κνήμης, ενώ τα κατάγματα υπό στοιχεία 4 και 5, αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά. Ως προς τα θλαστικά τραύματα κνήμης δεξιά, κνήμης αριστερά, γονάτων άμφω και το θλαστικό τραύμα άνω χείλους και έσω, τα οποία συνίσταντο στη λύση του δέρματος στα σημεία εκείνα, ανέφερε ότι έγινε καθαρισμός και συρραφή τους. Τέλος ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος εξήλθε από την ορθοπεδική κλινική στις 22.2.23, με οδηγίες για βάδιση χωρίς φόρτιση, αντιπηκτική και αντιβιοτική αγωγή. Πέραν του ότι ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε επί των όσων ανέφερε, με εξαίρεση ένα σημείο στο οποίο θα αναφερθούμε κατωτέρω, σημειώνουμε πως άφησε και σε εμάς καλή εντύπωση. Ήταν μάρτυρας που δεν γνώριζε οποιονδήποτε εκ των εμπλεκομένων στην υπόθεση, ούτε είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον να εξυπηρετήσει. Η εντύπωση που αποκομίσαμε ήταν ότι ο εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό να παραθέσει την επιστημονική του άποψη επί των όσων ερωτάτο, δίδοντας τα απαραίτητα στοιχεία και εχέγγυα για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει τη μαρτυρία του, συμμορφούμενος πλήρως προς τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων, τις οποίες είχαμε υπόψιν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του[1]. Το μοναδικό ζήτημα που απασχόλησε κατά την αντεξέτασή του, ήταν η αναφορά στο Τεκμήριο 1 ότι τα κατάγματα υπό στοιχεία 3 και 4 του Εγγράφου Α τοποθετούνται στη δεξιά πλευρά, ενώ στο Έγγραφο Α στην αριστερή. Ο μάρτυρας επεξήγησε με περισσή ευκρίνεια πως το Τεκμήριο 1 ετοιμάστηκε ενόσω ο Παραπονούμενος βρισκόταν στις πρώτες βοήθειες και ότι η σχετική αναφορά επ' αυτού πρόκειται περί λάθους. Περαιτέρω διευκρίνισε ότι η ορθή καταγραφή εντοπίζεται στο Έγγραφο Α. Αποδεχόμαστε πως πράγματι η αναφορά στο Τεκμήριο 1 οφείλεται σε καλόπιστο λάθος και περαιτέρω αποδεχόμαστε ως ορθή την καταγραφή στο Έγγραφο Α. Επιπλέον και έχοντας κατά νου τη γενικότερη καλή εντύπωση που άφησε ο μάρτυρας, του οποίου η μαρτυρία ήταν σαφής και χαρακτηρίζετο από συνοχή, αποδεχόμαστε εν γένει τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που εντοπίστηκαν στον Παραπονούμενο, αλλά και την αντιμετώπιση της οποίας έτυχε. Τα όσα δε ανέφερε, με τη διόρθωση στην οποία προέβη σε σχέση με το Τεκμήριο 1, καθίστανται επομένως και ευρήματα μας. Επίθεση- Μ.Κ.3 (Παραπονούμενος), Μ.Κ.4, Κατηγορούμενος και Μ.Υ.2 Προχωρώντας τώρα στα γεγονότα που αφορούν την επίθεση διαπιστώνουμε πως και πάλιν ένεκα της γραμμής υπεράσπισης που προωθήθηκε, ουσιαστικά δεν μπορούσε και δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε συγκεκριμένο τρόπο η πτυχή της μαρτυρίας του Παραπονούμενου που αφορούσε το ότι τη δεδομένη ημερομηνία είχε υποστεί επίθεση με τον τρόπο που ο ίδιος την περιέγραψε και στο μέρος που ανέφερε, τηρουμένης βεβαίως της θέσης της υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν παρών. Πρέπει βέβαια να λεχθεί πως παρά τη μη συγκεκριμένη αμφισβήτηση αρκετών και ουσιαστικών πτυχών της μαρτυρίας του Παραπονούμενου, υποδεικνύονται από την υπεράσπιση κατ' ισχυρισμόν αδυναμίες και αντιφάσεις στη μαρτυρία του Παραπονούμενου, είτε αφ' εαυτής είτε σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, οι οποίες κατά τη θέση της δεν μπορούν να επιτρέψουν την αποδοχή της μαρτυρίας του, αλλά θα πρέπει να οδηγήσουν σε κρίση περί γενικότερης αναξιοπιστίας του. Θα αναφερθούμε σε αυτές στην πορεία, επί του παρόντος όμως και έχοντας κατά νου την αντεξέταση της οποίας έτυχε ο Παραπονούμενος, διαπιστώνουμε πως στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι περί τον Ιανουάριο του 2023, ο ίδιος με άλλον ένα Ινδό διέμεναν με τον Μ.Κ.4, κατόπιν που αυτός τους το πρότεινε, αφού δεν είχαν που να μείνουν. Ούτε ότι στη συνέχεια λόγω κάποιας συμπεριφοράς που το πρόσωπο αυτό επέδειξε, ο Μ.Κ.4 το έδιωξε, με το πρόσωπο αυτό να παίρνει, φεύγοντας, κάποια αντικείμενα του Μ.Κ.4, τα οποία ο Παραπονούμενος κατάφερε να εντοπίσει και να δώσει στον Μ.Κ.
- Εξάλλου η ίδια ήταν και η θέση του Μ.Κ.4 ο οποίος άφησε γενικά καλή εντύπωση, με εξαίρεση κάποια σημεία στα οποία η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για λόγους που επεξηγούμε πιο κάτω και οι οποίοι όμως δεν δύνανται να πλήξουν τη γενικότερη αξιοπιστία του. Έγινε πολύς λόγος από την υπεράσπιση για το όνομα του εν λόγω προσώπου, και δη για το ότι ο Παραπονούμενος αποκαλεί το εν λόγω άτομο Ι., ενώ ο Μ.Κ.4 «Κάλι», δηλώνοντας παράλληλα πως δεν γνωρίζει άτομο με το όνομα Ι.. Δεν θεωρούμε το ζήτημα αυτό τόσο σημαντικό, εφόσον η ουσία είναι πως πράγματι ο Μ.Κ.4 φιλοξενούσε τον Παραπονούμενο μαζί με ακόμα έναν Ινδό, τον οποίο καθόλου δεν αποκλείεται ο Μ.Κ.4 να γνώριζε με αυτό το όνομα, δηλαδή «Κάλι». Το ότι δε ο Παραπονούμενος δεν διευκρινίζει στην κατάθεση του ότι ο Ι. ήταν το πρόσωπο το οποίο διέμενε προηγουμένως μαζί του στην οικία του Μ.Κ.4 (ως ήταν η θέση του κατά την προφορική του μαρτυρία) και πάλιν δεν θεωρούμε ότι μεταβάλλει τα ουσιώδη γεγονότα, ούτε αποτελεί παράλειψη δυνάμενη να επηρεάσει τη συνολική εικόνα του μάρτυρα. Επίσης η υπεράσπιση έδωσε έμφαση στο ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου και του Μ.Κ.4 δεν συνάδει, καθ' όσον αφορά στο λόγο που το πρόσωπο αυτό εκδιώχθηκε από την οικία του Μ.Κ.
- Και τούτο αφού ο μεν Παραπονούμενος ανέφερε ότι είχε ουρήσει στο κρεβάτι του Μ.Κ.4, ο δε Μ.Κ.4 ανέφερε ότι χρησιμοποιούσε το κρεβάτι του χωρίς την άδεια του. Είναι προφανές πως η προβαλλόμενη από την υπεράσπιση ως ουσιώδης αντίφαση, δεν αποτελεί τέτοια, ούτε και κατ' επέκταση λόγο για να κρίνουμε είτε τον Παραπονούμενο είτε τον Μ.Κ.4 αναξιόπιστο. Εξάλλου το ουσιώδες, το οποίο αποτέλεσε και κοινό τόπο, είναι ότι το άτομο αυτό είχε επιδείξει κάποια μη αποδεκτή συμπεριφορά, εξ ου και εκδιώχθηκε, και πως φεύγοντας είχε πάρει κάποια αντικείμενα του Μ.Κ.4, τα οποία ο Παραπονούμενος εντόπισε σε τσάντα του εν λόγω προσώπου σε εγκαταλελειμμένο υποστατικό όπου διέμενε παλαιότερα. Το εάν δε ο Παραπονούμενος είχε πάει μόνος ή με τον Μ.Κ.4 για να βρουν τα αντικείμενα αυτά και πάλιν δεν αποτελεί κατά την κρίση μας ζήτημα που μπορεί να επηρεάσει ή να κλονίσει τη γενικότερη μαρτυρία είτε του Παραπονούμενου είτε του Μ.Κ.
- Αντίθετα τέτοιες μικροαντιφάσεις είναι φυσικές και καταδεικνύουν απουσία οποιασδήποτε προσυνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν. Αποτέλεσε επίσης κοινό τόπο μεταξύ Παραπονούμενου και υπεράσπισης ότι την προηγούμενη του συμβάντος ο πρώτος είχε μεταβεί στην οικία του Κατηγορούμενου όπου, ως παρέμεινε μη αμφισβητούμενο διέμενε και ο Ι., για να ζητήσει το λόγο από τον Ι. για την κλοπή των αντικειμένων του Μ.Κ.
- Και λέγουμε πως παρέμεινε μη αμφισβητούμενο ότι ο Ι. διέμενε εκεί, αφού ως προκύπτει από τα πρακτικά ουδέποτε αμφισβητήθηκε κατά τη μαρτυρία του Παραπονούμενου η σαφής θέση που πρόβαλε, ότι ο Ι. είναι συγγενής με τον Κατηγορούμενο και ότι κατά το χρόνο εκείνο έμεναν μαζί, αφού καμία περί του αντιθέτου υποβολή του έγινε. Παρεμβάλλουμε εδώ πως ο Μ.Κ.4 τοποθέτησε το συμβάν αυτό, μέρες πριν τα γεγονότα της επίθεσης. Παρά τη γενικά καλή εντύπωση που άφησε, η επί του προκειμένου μαρτυρία του, η οποία δεν συνάδει με την κοινή θέση Παραπονούμενου και υπεράσπισης, δεν θεωρούμε πως μπορεί να γίνει αποδεκτή, χωρίς όμως να προκύπτει σκοπιμότητα πίσω από την αναφορά του ή κάποιος άλλος λόγος, πέραν του ότι γνήσια δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει στον ορθό χρόνο το εν λόγω συμβάν. Επιστρέφοντας όμως στα γεγονότα, σημειώνουμε πως αποτέλεσε κοινό τόπο ότι ο Παραπονούμενος έχοντας μεταβεί στην οικία του Κατηγορούμενου, και στην προσπάθεια του να εισέλθει σε αυτήν, έσπασε το τζάμι της πόρτας, με αποτέλεσμα ο ίδιος να φύγει από εκεί χωρίς να μιλήσει με τον Ι.. Το αν βέβαια το τζάμι έσπασε από πρόθεση ή κατά λάθος, δεν είναι και πάλιν το ζητούμενο. Το ουσιώδες κατά την κρίση μας εδώ είναι ότι το ζήτημα της ζημιάς έληξε, αφού ως ο Μ.Κ.4 ανέφερε, πλήρωσε τη ζημιά στον Μ.Υ.2 ο οποίος διαχειριζόταν την εν λόγω οικία, θέση την οποία προώθησε και ο Παραπονούμενος και με την οποία συμφώνησε και ο ίδιος ο Μ.Υ.
- Μέσα σε αυτό το πλέγμα δεν φαντάζει καθόλου παράξενη η θέση του Παραπονούμενου ότι την επομένη του συμβάντος με το τζάμι, υπήρξε επικοινωνία μεταξύ Παραπονούμενου και Ι. που οδήγησε στην επίμαχη συνάντηση. Υπήρξε βέβαια εισήγηση ότι ο Παραπονούμενος ψεύδετο, επειδή ενώ αρχικά ανέφερε ότι ήταν ο Ι. που του είχε τηλεφωνήσει στις 25.1.23 (πριν τα επίμαχα γεγονότα), κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος που τον είχε καλέσει για να τον ρωτήσει για ποιο λόγο είχε κλέψει τα αντικείμενα του Μ.Κ.4., οπόταν και έγινε η συζήτηση που οδήγησε στη συνάντηση. Δεν θεωρούμε ουσιώδη την υποδειχθείσα διαφοροποίηση στη μαρτυρία του, ούτε και κρίνουμε σημαντικό αν ο Παραπονούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.4 ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία θα μετέβαινε για να συναντήσει φίλους του ή συγκεκριμένα τον Ι.. Και τούτο διότι το ουσιώδες γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, παραμένει το ότι πράγματι κατόπιν επικοινωνίας Παραπονούμενου και Ι., συμφωνήθηκε συνάντηση, η οποία πράγματι έλαβε χώρα έξω από το κοιμητήριο Φρενάρους, περί τις 18:40 στις 25.1.
- Από εκεί και έπειτα δεν αμφισβητήθηκε η γενικότερη εξέλιξη των γεγονότων. Ότι δηλαδή αφού συνομίλησαν Παραπονούμενος και Ι. περί τα 10 λεπτά, ο Ι. τον κάλεσε να πάνε εντός του κοιμητηρίου για να πάρει (ο Ι.) κάποια πράγματα που είχε εκεί, οπόταν εισερχόμενος ο Παραπονούμενος εντός του κοιμητηρίου ακολουθώντας τον Ι., δέχθηκε επίθεση από τον Ι. και τρία άλλα πρόσωπα τα οποία ήταν προηγουμένως κρυμμένα πίσω από δέντρα εντός του κοιμητηρίου. Τα εν λόγω τρία πρόσωπα ερχόμενα από πίσω, τον χτύπησαν συνεπικουρούμενα από τον Ι., στο σημείο Χ1 επί της φωτογραφίας 5 του Τεκμηρίου 7, και μετά τον έσυραν στο δεύτερο σημείο (Χ2) επί της ίδιας φωτογραφίας, όπου συνέχισαν να τον χτυπούν για περίπου 15-20 λεπτά με τον τρόπο που περιέγραψε. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι τα πρόσωπα αυτά είχαν μαζί τους τα αντικείμενα που ο Παραπονούμενος ανέφερε και συγκεκριμένα μια σιδερένια σωλήνα, ένα κορμό δέντρου[2], μια μαρμάρινη κολόνα και ένα μαχαίρι. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι μετά την ολοκλήρωση της επίθεσης τον εγκατέλειψαν στο μέρος και έφυγαν. Υποδείχθηκε βέβαια στον Παραπονούμενο πως στην κατάθεση του αναφέρει ότι τον χτυπούσαν 30 λεπτά ενώ με τη μαρτυρία του ανέφερε ότι τον χτυπούσαν για 15-20 λεπτά, με τον ίδιο να αναφέρει ότι στην πρώτη αναφορά των 30 λεπτών, συμπεριέλαβε και το χρόνο (των 10 περίπου λεπτών) που είχε συνομιλήσει με τον Παραπονούμενο έξω από το κοιμητήριο. Είναι βέβαια γεγονός, πως αυτό που αναφέρει στην κατάθεση του είναι ότι τον χτυπούσαν για 30 λεπτά. Εν πάση περιπτώσει όμως, δεν θεωρούμε ότι αναμένεται κάποιος να μπορεί να καθορίσει με μαθηματική ακρίβεια τη διάρκεια ενός τέτοιου συμβάντος, ούτε και θεωρούμε πως μικρές αποκλίσεις σε αυτό το πλαίσιο δύνανται να πλήξουν τη γενικότερη αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Επίσης αντεξετάστηκε ως προς το πώς κατ' ισχυρισμόν είδε τους δράστες, εφόσον ως ανέφερε σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ήταν αναίσθητος. Περαιτέρω αντεξετάστηκε και ως προς το πώς κατ' ισχυρισμόν είδε τον Κατηγορούμενο, αφού ο τελευταίος τον είχε χτυπήσει από πίσω. Εν σχέσει με τα ζητήματα αυτά σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι ο μάρτυρας επεξήγησε με καθαρότητα ότι έχασε τις αισθήσεις του μετά τα 20 λεπτά, αφήνοντας σαφέστατα να γίνει αντιληπτό ότι για ένα μεγάλο μέρος της επίθεσης είχε τις αισθήσεις του, γεγονός το οποίο άλλωστε προκύπτει αβίαστα και από το γεγονός ότι προέβη σε λεπτομερείς περιγραφές των ενεργειών στις οποίες προέβαιναν τα άτομα που του επιτέθηκαν. Περαιτέρω και χωρίς βέβαια στο στάδιο αυτό να αποφασίζουμε την ορθότητα της αναγνώρισης, αφού το ζήτημα αυτό ως προαναφέρθηκε θα τύχει εξέτασης με βάση τις αρχές της υπόθεσης Turnbull (πιο πάνω), σημειώνουμε πως ο μάρτυρας εξήγησε πειστικά με ποιο τρόπο είχε την ευκαιρία να δει το άτομο που τον χτύπησε από πίσω και το οποίο αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο, λέγοντας ότι προτού πέσει γύρισε πλευρικά, αποκτώντας έτσι οπτική επαφή μαζί του. Επίσης με εξίσου πειστικό τρόπο επεξήγησε ότι σε άλλο σημείο δεχόταν χτυπήματα ευρισκόμενος στο έδαφος ανάσκελα, έχοντας οπτική επαφή τόσο με τα πρόσωπα που του κρατούσαν τα πόδια όσο και με το πρόσωπο που τον χτυπούσε (το οποίο αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι θέση του Παραπονούμενου στην κατάθεση του (Έγγραφο Γ) ήταν ότι αφού εισήλθε στο κοιμητήριο, τρία πρόσωπα ερχόμενα από πίσω, τον χτύπησαν με μια σιδερένια σωλήνα ενώ κατά την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι πρώτος τον χτύπησε ο Κατηγορούμενος τον οποίο, αφού γύρισε πλευρικά, είχε την ευκαιρία να δει προτού πέσει. Δεν θεωρούμε όμως ότι σε ένα τόσο γρήγορα εξελισσόμενο συμβάν μπορεί να αναμένεται κάποιος να καθορίζει με κινηματογραφική ακρίβεια τη χρονολογική σειρά των συμβάντων, ούτε βέβαια διαφοροποιήσεις ως η ανωτέρω καταδεικνύουν ασυνέπεια ή έλλειψη συνοχής. Ιδίως αν ληφθεί υπόψιν το γεγονός που προκύπτει αβίαστα από τη μαρτυρία του Παραπονούμενου, ότι δηλαδή τα χτυπήματα ήταν πολλά, αλλεπάλληλα και συνεχόμενα. Το ουσιώδες για εμάς είναι πως δέχθηκε χτύπημα και από το πρόσωπο που αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο, τον οποίο είχε την ευκαιρία να δει γυρίζοντας πλευρικά προτού πέσει. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, η ευχέρεια που είχε ο Παραπονούμενος να δει το πρόσωπο αυτό επισφραγίζεται από το ότι ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, σε μετέπειτα στάδιο της επίθεσης, όταν o ίδιος πλέον βρισκόταν πεσμένος στο έδαφος ανάσκελα, το πρόσωπο αυτό τον χτυπούσε με κορμό δέντρου, ενώ δύο άλλα πρόσωπα του κρατούσαν τα πόδια. Άλλη πτυχή της μαρτυρίας του που αμφισβητήθηκε αφορούσε το πώς υπολόγισε ότι ο χρόνος που χρειάστηκε για να φτάσει από το κοιμητήριο στο κατάστημα «Poplife» ήταν 40 λεπτά εφόσον δεν είχε ρολόι, αλλά και πώς περπάτησε τέτοια απόσταση εφόσον ως η θέση του είχε υποστεί τόσο σοβαρές σωματικές βλάβες. Εν σχέσει με το πρώτο είναι αντιληπτό πως η αναφορά του προκύπτει καθ' υπολογισμό. Ως προς το δεύτερο ανέφερε ότι αφότου συνήλθε, προσπάθησε να περπατήσει αργά κρατώντας ένα ραβδί, για να φτάσει κοντά στο κατάστημα «Poplife», επειδή παρακείμενο περίπτερο ανήκε σε φίλο του Μ.Κ.4 και πίστευε πως ο εν λόγω φίλος του Μ.Κ.4 θα του τηλεφωνούσε για να τον ειδοποιήσει σχετικά. Θέσεις οι οποίες έχουν συνοχή και συνάδουν λογικά, αφού αν ο Παραπονούμενος παρέμενε στο κοιμητήριο, είναι αμφίβολο αν θα εντοπιζόταν και πότε. Ως προς το σημείο όπου τον εντόπισε ο Μ.Κ.4 αυτό επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο (τον Μ.Κ.4) χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί, αφού ό,τι υποβλήθηκε στον Μ.Κ.4 κατά την αντεξέταση του ήταν ότι δεν τον εντόπισε τυχαία ως η θέση του, με τον ίδιο να απορρίπτει την υποβολή και να παραμένει σταθερός στη θέση του, την οποία αποδεχόμαστε, αφού δεν εντοπίζουμε να είχε και οποιοδήποτε λόγο να ψευσθεί. Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Μ.Κ.4 τον μετέφερε στο νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκαν οι προαναφερθείσες σωματικές βλάβες που υπέστη και όπου νοσηλεύθηκε μέχρι τις 22.2.23 οπόταν και έλαβε εξιτήριο. Από εκεί και έπειτα δεν αμφισβητήθηκε ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία ο Παραπονούμενος υπέδειξε προς τους Λοχ. 3051 και Μ.Κ.2 την κατοικία διαμονής του Κατηγορούμενου, ως ενός εκ των προσώπων που τον είχαν χτυπήσει και τον οποίο γνωρίζει ως «Happy». Σχετικό είναι και το Τεκμήριο 2 το οποίο επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Από την ανάλυση που προηγήθηκε είναι προφανές ότι οι εισηγήσεις της υπεράσπισης περί αντιφάσεων και αναξιοπιστίας του Παραπονούμενου και εν γένει της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής αφορούσαν επουσιώδη ζητήματα, ανίκανα να πλήξουν στην πραγματικότητα την αξιοπιστία του Παραπονούμενου. Ανεξαρτήτως δε του ότι ως εξηγήσαμε μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του παρέμεινε αναντίλεκτο, πρέπει και εμείς να πούμε πως εν γένει άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, δίδοντας την εικόνα προσώπου που βίωσε τα γεγονότα και που είχε πρόθεση να αναφέρει την αλήθεια. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του είναι το γεγονός ότι παρά τα όσα καταλόγισε στον Κατηγορούμενο, ο οποίος ως υποστήριξε ήταν εκ των δραστών, εντούτοις δεν δίστασε να αναφέρει ότι σε κάποια στιγμή όταν ο ίδιος προσπάθησε να σηκωθεί και ο Ι. ετοιμαζόταν να τον χτυπήσει με τη σωλήνα, το πρόσωπο που αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο τον απέτρεψε γιατί όπως είπε στον Ι., αν το έκανε θα τον σκότωνε. Η μαρτυρία του γενικά είχε συνοχή και συνάφεια με τη λογική και ο ίδιος παρέμενε σταθερός στις θέσεις του χωρίς να εντοπίζονται αντιφάσεις τέτοιας φύσεως που να πλήττουν τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθετε. Επομένως και με τις επισημάνσεις στις οποίες έχουμε προβεί ανωτέρω αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του και προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα με εξαίρεση το ζήτημα της ορθότητας της αναγνώρισης, στο οποίο θα επανέλθουμε. Από την άλλη οι θέσεις του Κατηγορούμενου ότι δήθεν δεν είχε ξαναδεί ποτέ προηγουμένως τον Παραπονούμενο ή και ότι τελευταίος προέβαλε ψευδή καταγγελία ζητώντας από τη φιλενάδα του Κατηγορούμενου να κοιμηθεί μαζί του για να αποσύρει το παράπονο του, ή η θέση ότι δεν γνώριζε τον I., αρνούμενος την οποιαδήποτε συγγένεια μαζί του, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Και τούτο διότι παρ' όλο που ήταν πολύ ουσιώδεις ακούστηκαν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και ουδέποτε τέθηκαν στον Παραπονούμενο. Σημειώνεται ότι ο Παραπονούμενος είχε αναφέρει κατά την κυρίως εξέταση του ότι είχε βρεθεί με τον Κατηγορούμενο 12-13 φορές προηγουμένως, και παρά την ως άνω τοποθέτηση του καμία σαφής υποβολή του έγινε πως πρώτη φορά είχαν ιδωθεί στο Δικαστήριο, ως ήταν η θέση που προώθησε ο Κατηγορούμενος. Το ότι βεβαίως ο Κατηγορούμενος γνώριζε από προηγουμένως τον Παραπονούμενο επιβεβαιώνεται και από τη θέση που η ίδια η συνήγορος υπεράσπισης του υπέβαλε και την οποία εντίμως ο Παραπονούμενος δέχθηκε, ότι δηλαδή την προηγουμένη του συμβάντος είχε μεταβεί στο σπίτι όπου διέμενε ο Κατηγορούμενος όπου έσπασε ένα τζάμι. Εξ άλλου αν πράγματι δεν διέμενε εκεί δεν θα είχε ούτε λόγο ο Παραπονούμενος να τον αναζητήσει εκεί. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παράλειψης αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας πάνω σε συγκεκριμένες θέσεις και θέματα. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 στη σελ. 590 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599. Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ... Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων.» Στην προκειμένη περίπτωση οι παραλείψεις αυτές πράγματι πλήττουν σε καίριο βαθμό την αξιοπιστία της εκδοχής του Κατηγορούμενου, η οποία ήταν βέβαια προβληματική και επί των δικών της όρων και εν γένει παρουσίαζε διάφορες εγγενείς αδυναμίες. Για παράδειγμα σε σχέση με τη θέση που προώθησε η υπεράσπιση, ότι δηλαδή η καταγγελία υποβλήθηκε έχοντας ως κίνητρο την αποκόμιση οικονομικού οφέλους, διαφάνηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε προσωπική γνώση του ζητήματος αυτού αλλά έλαβε γνώση από την φίλη του. Η οποία βέβαια με τη σειρά της το είχε πληροφορηθεί σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο από κάποιο άτομο από τις Βρυσούλες, ο οποίος ουδέποτε κατονομάστηκε. Επί τούτου σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι η γενικότητα και αοριστία με την οποία προωθήθηκε η συγκεκριμένη θέση, δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο πράγματι αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό στον Κατηγορούμενο. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, επισημαίνουμε περαιτέρω πως πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, της οποίας η αποδοχή δεν αποκλείεται βέβαια με βάση τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, αλλά κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε αυτήν λαμβάνεται υπόψιν με βάση το άρθρο 27 του Κεφ. 9, το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας και ειδικά οι παράμετροι που αναφέρονται στο εδάφιο
(2). Σύμφωνα δε με το εδάφιο
(3)λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. σχετικά και την Νικηφόρου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.19/2022, ημερ. 6/3/2023 και την εκεί αναφερόμενη νομολογία). Στην προκειμένη περίπτωση η εξ ακοής μαρτυρία είναι δεύτερου βαθμού, με το πρόσωπο που έχει προβεί στην αρχική δήλωση[3] να παραμένει άγνωστο. Η δε φίλη του Κατηγορούμενου, παρά το ότι παρέμεινε αναντίλεκτο ότι ευρίσκεται ακόμα στην Κύπρο, εντούτοις δεν κλήθηκε, χωρίς να δοθεί κάποια εξήγηση, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες εάν η επίμαχη δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς και ορθά, ενώ σίγουρα η μη κλήση είτε του προσώπου από τις Βρυσούλες είτε της φίλης του Κατηγορούμενου για να δώσει επί του προκειμένου μαρτυρία, οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι για το συγκεκριμένο ζήτημα η υπεράσπιση δεν προσκόμισε την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Έχοντας υπόψιν τα πιο πάνω κρίνουμε πως δεν θα ήταν ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να αποδώσουμε βαρύτητα σε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του. Πέραν όμως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος γενικά δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, αφού ήταν έκδηλη η απουσία συνοχής στη μαρτυρία του, η οποία καθιστούσε μη πειστικές τις προωθούμενες υπ' αυτόν θέσεις. Για παράδειγμα επέμεινε ότι θυμόταν τί έκανε στις 25.1.23 όταν ερωτήθηκε για αυτό στις 10.3.23, επειδή ως ανέφερε καταγράφει ό,τι κάνει σε ημερολόγιο. Ερωτηθείς όμως εάν συμβουλεύθηκε το ημερολόγιο του για να απαντήσει τη συγκεκριμένη ερώτηση στην Αστυνομία, ανέφερε ότι δεν το είχε μαζί του, αφήνοντας έτσι μετέωρη τη θέση του ως προς το πώς θυμόταν με τόση λεπτομέρεια τί έκανε εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα. Την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν διασυνέδεσε με κάποιο αξιομνημόνευτο συμβάν που θα δικαιολογούσε την ενθύμηση της, μετά από την πάροδο τόσου χρόνου. Κληθείς δε να παρουσιάσει το ημερολόγιο αυτό, ανέφερε πολύ βολικά ότι δεν το έχει, για να καταλήξει εν τέλει ότι η φιλενάδα του τα πέταξε όλα. Η δε θέση του ότι στο σπίτι διέμενε μόνο με τη φίλη του, δεν υποστηρίχθηκε ουσιαστικά από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος παρά το ότι άφησε γενικά καλή εντύπωση, εντούτοις επισκεπτόταν μεμονωμένα την υπό ενοικίαση οικία για να εισπράξει ενοίκια εκ μέρους της αδερφής του ή και για να τους πάρει καμιά φορά προϊόντα που παρήγαγε και ως εκ τούτου δεν μπορούσε με βεβαιότητα να γνωρίζει αν διέμεναν εκεί και άλλα πρόσωπα. Η απόρριψη της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου καταρρίπτει και το άλλοθι που προσπάθησε ανεπιτυχώς να προωθήσει, ότι δηλαδή κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο σπίτι του. Επί τούτου υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό τη γνωστή αρχή ότι νοουμένου ότι κάτι τέτοιο εγείρεται από τον Κατηγορούμενο, η ανατροπή του άλλοθι βαρύνει πάντοτε την Κατηγορούσα Αρχή (Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.100) και ότι ακόμα και εύλογη αμφιβολία ως προς την ύπαρξη του είναι δυνατό να οδηγήσει σε απαλλαγή ενός κατηγορουμένου (Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.195). Τονίζεται πως ανάμεσα στις αρχές της υπόθεσης Turnbull η οποία ως ήδη αναφέρθηκε πραγματεύεται τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της αναγνώρισης, εμπεριέχεται και η καθοδήγηση ότι το Δικαστήριο πρέπει να είναι προσεκτικό όταν συνεκτιμά τη μαρτυρία αναγνώρισης σε αντιδιαστολή με εκείνη του άλλοθι ενός κατηγορουμένου, καθότι η επίκληση άλλοθι μπορεί να γίνει για πολλούς λόγους. Παρότι ένα ψευδές άλλοθι θα αποτελούσε υπό προϋποθέσεις υποστηρικτική μαρτυρία της αναγνώρισης ενός κατηγορούμενου (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.172, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.259), η ουσία είναι πως ακόμα και κατάρριψη του άλλοθι δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ο κατηγορούμενος ευρίσκετο εκεί που ο αναγνωρίζων μάρτυρας υποστηρίζει ότι τον είδε («Το Δίκαιο της Απόδειξης», Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ.404, Saleh Ali Al-Hamad v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.117). Είναι για αυτό το λόγο που έχουμε αφήσει τελευταίο το ζήτημα της αναγνώρισης, έχοντας επίγνωση πως πρόκειται για το ουσιαστικότερο ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα υπόθεση. Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο Παραπονούμενος εμφανίστηκε ενώπιόν μας με πρόθεση να πει την αλήθεια για το τί έγινε και ότι όντως πίστευε πως ο Κατηγορούμενος ήταν εκ των προσώπων που τον χτύπησαν, τον οποίο και αναγνώρισε με τον τρόπο που αναφέρθηκε από τον Μ.Κ.2. Δεν αποκλείεται όμως να σφάλλει στην πραγματικότητα και είναι για αυτόν ακριβώς τον λόγο που μαρτυρία αυτής της φύσεως πρέπει να τύχει ελέγχου στη βάση των ειδικών αρχών αξιολόγησης της μαρτυρίας αναγνώρισης βάσει της υπόθεσης R. v. Turnbull (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε σε πολλές ημεδαπές αποφάσεις[4]. Διευκρινίζουμε πως όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(2013)2 Α.Α.Δ.601: «. θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull, εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου εξαρτάται, αποκλειστικά ή ουσιαστικά, από την αναγνωριστική μαρτυρία και η ορθότητα της εν λόγω μαρτυρίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση». Εξηγήθηκε στην υπόθεση Καττής ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ.438 ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις αποτελεί υποχρέωση του δικαστηρίου να προειδοποιηθεί για τον κίνδυνο εσφαλμένης αναγνώρισης. Είναι ακριβώς στο πλαίσιο αυτό που το αγγλικό ποινικό εφετείο, στην υπόθεση Turnbull έθεσε κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες σχετίζονται με την ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης του κατηγορούμενου ως του προσώπου το οποίο ενέχεται στην υπόθεση. Οι αρχές αυτές όπως συνοψίζονται στο σύγγραμμα Archbold, εκδ. 2000, παρ.14-17 επιβάλλουν όπου η υπόθεση στηρίζεται εξ ολοκλήρου ή κατ' ουσίαν στην ορθότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης, το δικαστήριο: α) Να προειδοποιήσει τον εαυτό του για την ιδιαίτερη ανάγκη προσοχής πριν την καταδίκη με βάση τέτοια μαρτυρία. β) Να καθοδηγηθεί για τον λόγο που είναι αναγκαία μια τέτοια ιδιαίτερη ανάγκη προσοχής. γ) Να έχει υπόψιν ότι ένας μάρτυρας που σφάλλει δυνατόν να είναι πειστικός μάρτυρας και ότι υπάρχουν αρκετοί μάρτυρες που δυνατόν να σφάλλουν. δ) Να καθοδηγηθεί ότι πρέπει να εξετάσει προσεκτικά τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η αναγνώριση. ε) Να εντοπίσει οποιαδήποτε τυχόν αδυναμία στη μαρτυρία αναγνώρισης. στ) Όπου χρειάζεται να λαμβάνει υπόψιν ότι δυνατόν να προκύψει λανθασμένη αναγνώριση ακόμα και στενών συγγενών και φίλων. ζ) Να εντοπίσει τη μαρτυρία που πιθανόν να εμφανίζεται ότι υποστηρίζει την αναγνώριση. η) Να εντοπίσει τη μαρτυρία που πιθανόν να εμφανίζεται ότι υποστηρίζει την αναγνώριση, αλλά η οποία στην πραγματικότητα δεν έχει αυτή την ποιότητα. Ειδικά για την υποχρέωση αυτοκαθοδήγησης λέχθηκαν τα ακόλουθα ως αποδόθηκαν στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης», (ανωτέρω): «Ο Δικαστής υποχρεούται να αυτοκαθοδηγείται ότι οφείλει να εξετάζει προσεκτικά τις περιστάσεις της αναγνώρισης από τον καθένα μάρτυρα ξεχωριστά. Για πόσο χρονικό διάστημα διατήρησε τα μάτια ο μάρτυς στον κατηγορούμενο; Από ποια απόσταση; Υπό ποιο είδος φωτισμού; Εμποδιζόταν καθόλου η ορατότητα από την τροχαία κίνηση ή το πλήθος; Είχε δει τον κατηγορούμενο προηγουμένως; Πόσες φορές; Αν μονάχα μερικές φορές τον είχε δει, είχε οποιοδήποτε ειδικό λόγο να τον θυμάται; Πόσος χρόνος μεσολάβησε από την ώρα πού τον είδε αρχικώς μέχρι την αναγνώριση που έγινε στον αστυνομικό σταθμό; Υπήρξε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση με την περιγραφή που έδωσε για τον κατηγορούμενο και για την εμφάνιση του όταν πρωτομίλησε με την Αστυνομία;» Ειδικότερα σε σχέση με την παρούσα περίπτωση όπου έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του Παραπονούμενου ότι γνώριζε καλά τον Κατηγορούμενο, αφού τον είδε 12-13 φορές στην οικία του, έπεται πως αυτό που έχουμε ενώπιον μας είναι ζήτημα αναγνώρισης γνωστού προσώπου (recognition) που διαφέρει από την αναγνώριση ατόμων που είναι άγνωστα σε αυτόν που προβαίνει στην αναγνώριση (identification). Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη
(2014), στη σελίδα 402, σημειώνεται πως στις περιπτώσεις αναγνώρισης προσώπου που είναι γνωστός στο μάρτυρα (και ιδιαίτερα αν ο τελευταίος τον ξέρει καλά), η ποιότητα της αναγνώρισης κρίνεται πέραν των όποιων επιπρόσθετων κριτηρίων προσδιορίζονται στην Turnbull, στη βάση της σχετικής μαρτυρίας με ιδιαίτερη αναφορά στη χρονική διάρκεια της παρατήρησης, στην απόσταση από τον κατηγορούμενο, και στην αναγνώριση της φωνής του (σε περίπτωση που υπήρξε στοιχομυθία ή μονόλογος) αλλά και του ονόματος του στη σκηνή σε περίπτωση ασφαλώς που το όνομα αναφέρθηκε. Σε σχέση με την αναγνωριστική μαρτυρία που προσέφερε ο Παραπονούμενος έχουμε αυτοπροειδοποιηθεί για την ειδική ανάγκη προσοχής προτού στηριχθούμε σε αυτήν. Ο λόγος για αυτή την ιδιαίτερη ανάγκη έγκειται ακριβώς στο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, το ζητούμενο είναι κατά πόσον ήταν παρών ο κατηγορούμενος ο οποίος το αρνείται, σε συνδυασμό με την αντίθετη θέση ενός ή πολλών μαρτύρων οι οποίοι προβάλλουν ότι ήταν ο δράστης. Αυτό σε περαιτέρω συνδυασμό με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης καθιστά ιδιαιτέρως σημαντική τη μαρτυρία κάποιου (που ισχυρίζεται την παρουσία του κατηγορούμενου), ο οποίος όμως μάρτυς ακόμα και αν είναι πειστικός και καλής πίστης είναι δυνατόν να σφάλλει ως προς την ταυτότητα του προσώπου που υποστηρίζει ότι είδε. Έχοντας προειδοποιηθεί ως ανωτέρω και έχοντας υπόψιν τη μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση οφείλουμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα: (
- i)Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει ο έλεγχος να αρχίσει αφενός με το εύρημα μας ότι τέσσερα άτομα επιτέθηκαν στον Παραπονούμενο με τον μη αμφισβητούμενο τρόπο που περιέγραψε και δη ότι τον χτύπησαν κρατώντας ο μεν Κατηγορούμενος κορμό δέντρου, ο Ι. σωλήνα, ο J. μαχαίρι και o A. κολόνα, προκαλώντας του τα τραύματα στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω και τα οποία αποτελούν ευρήματα μας. Η εν λόγω έκθεση Έγγραφο Α, καταδεικνύει λεπτομερέστερα την πολλαπλότητα και την έκταση των τραυμάτων καθώς και τη σφοδρότητα της επίθεσης την οποία είχε δεχθεί. (
- ii)Ο ένας εκ των δραστών ήταν πρόσωπο που ο Παραπονούμενος είχε συμφωνήσει να συναντήσει στο κοιμητήριο και με το οποίο πράγματι συναντήθηκε στο συμφωνηθέν σημείο, όπου συνομίλησαν για 5-10 λεπτά, πράγμα το οποίο δεν επιτρέπει την παραμικρή αμφιβολία ως προς το ποιο ήταν το άτομο αυτό. Το πρόσωπο αυτό αποτέλεσε περαιτέρω εύρημα μας ότι ήταν συγγενής του Κατηγορούμενου αλλά και του Α. και διέμεναν μαζί, ενώ ήταν φίλος με τον J. (iii) Ο Παραπονούμενος γνώριζε πολύ καλά τον Κατηγορούμενο αφού όντας φίλος με τον Ι., ο οποίος διέμενε με τον Κατηγορούμενο, επισκέφτηκε την οικία όπου αυτοί διέμεναν περί τις 12-13 φορές όπου έφαγαν μαζί. (
- iv)Η διάρκεια της επίθεσης ήταν αρκετά μεγάλη (περί τα 20 -30 λεπτά) και ο ίδιος δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του παρά μόνο μετά τα 20 λεπτά και εν πάση περιπτώσει μετά που έλαβε χώρα ένα μεγάλο μέρος της επίθεσης. Περαιτέρω όταν χτυπήθηκε από πίσω και προτού πέσει στο έδαφος είχε γυρίσει πλευρικά και είδε το πρόσωπο που τον χτύπησε και το οποίο αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο, ενώ και στη συνέχεια ευρισκόμενος στο έδαφος ανάσκελα είχε την ευχέρεια να παρατηρήσει τόσο τα πρόσωπα που του κρατούσαν τα πόδια όσο και το πρόσωπο που τον χτυπούσε στο χέρι, στο πόδι και στο πρόσωπο, που και πάλιν αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο. (
- v)Περαιτέρω έχουμε υπόψιν πως η αναγνώριση έγινε λίγο πριν τις 7 μ.μ. κατά τη διάρκεια του Ιανουαρίου, δηλαδή χειμερινού μήνα καθώς και τη σχετική προς τούτο αναφορά του Μ.Κ.2[5]. Εντούτοις όμως δεν υποβλήθηκε στον Παραπονούμενο εισήγηση ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν από πλευράς φωτισμού ήταν τέτοιες που δεν επέτρεπαν την αναγνώριση, από τόσο μάλιστα κοντινή απόσταση ως αυτή που βρέθηκε ο Παραπονούμενος με τους δράστες και δη το πρόσωπο που αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο ή έστω ότι ήταν τέτοιες που δύνανται να καταστήσουν την ποιότητα της μαρτυρίας φτωχή. Ούτε και προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Το γεγονός δε ότι ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι μπαίνοντας στο κοιμητήριο δεν μπόρεσε να δει τα άλλα τρία πρόσωπα, δεν μεταβάλλει τα πράγματα, αφού τα πρόσωπα αυτά σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παραπονούμενου βρίσκονταν κρυμμένα πίσω από δέντρα, τα οποία εκ των πραγμάτων έκρυβαν την παρουσία τους, χωρίς να υπεισέρχεται ο παράγοντας του φωτισμού. Επομένως η παρατήρηση δεν έγινε μεν υπό ήρεμες περιστάσεις δεδομένης της σφοδρότητας της επίθεσης, όμως σίγουρα προσμετρά με αντίθετη ροπή το γεγονός ότι δεν ήταν περίπτωση στιγμιαίας επίθεσης, η οποία εκ των πραγμάτων αφαιρεί ουσιωδώς τη δυνατότητα παρατήρησης και κατ' επέκταση ορθής αναγνώρισης του δράστη. Αντιθέτως η επίθεση διήρκεσε αρκετό χρόνο με τον ίδιο να δέχεται τα χτυπήματα ευρισκόμενος σε πολύ κοντινή απόσταση από τους δράστες. Αυτή η κοντινή απόσταση από την οποία είχε την ευχέρεια να δει τους δράστες και δη το πρόσωπο που αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο για ένα όχι αμελητέο διάστημα, καθώς και το γεγονός ότι τον γνώριζε αφού είχαν συναντηθεί 12-13 φορές και έφαγαν μαζί, δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας ότι η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης του Παραπονούμενου ήταν πάρα πολύ καλή αν όχι εξαιρετική. Εν ολίγοις δηλαδή και έχοντας δεόντως προειδοποιηθεί για τους κινδύνους εσφαλμένης αναγνώρισης ακόμα και από ένα καλόπιστο και πειστικό κατά τα λοιπά μάρτυρα, θεωρούμε πως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης ήταν τέτοια υφής που δεν απαιτείται να αναζητηθεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να τείνει να επιρρώσει ή ενδυναμώσει την ορθότητα της αναγνώρισης, όπως για παράδειγμα συμβαίνει σε περιπτώσεις όπου η αναγνωριστική μαρτυρία είναι πτωχή[6]. Συνεπώς αποτελεί εύρημα μας ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που περιέγραψε ο Παραπονούμενος ως ένα εκ των τεσσάρων δραστών και δη το πρόσωπο που τον είχε χτυπήσει αρχικά από πίσω και το οποίο αργότερα, όταν ευρισκόταν στο έδαφος πεσμένος ανάσκελα, τον χτυπούσε με κορμό δέντρου στο χέρι, στο άνω χείλος και στο πόδι. 4. Νομική Πτυχή Κατηγορία 1 (Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος) Στην προκειμένη περίπτωση ό,τι αποδίδεται στον Κατηγορούμενο με την κατηγορία αυτή είναι η συνομωσία με τα άλλα τρία πρόσωπα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, προς διάπραξη του κακουργήματος της επίθεσης προκαλούσας βαριά σωματική βλάβη. Στη Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, υποδείχθηκε πως το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Περαιτέρω επισημάνθηκε πως δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσον δε, οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο[7]. Ως δε συνάγεται από τη σχετική νομολογία το actus reus της συνωμοσίας είναι η ίδια η συμφωνία, το δε mens rea της είναι η πρόθεση κοινής συμμετοχής προς επιτέλεση της παράνομης πράξης. Εξ ου και στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 53/17, 64/17, 66/17, 69/17, ημ. 5.12.17, υποδείχθηκε πως πρέπει να αποδεικνύεται τόσο η συμφωνία όσο και η πρόθεση (mens rea) για εκτέλεση ενός παράνομου σκοπού. Λέχθηκε επίσης με αναφορά στη Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646, ότι η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και ότι κατ΄ εξοχήν αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο αποδέχεται στη δοσμένη περίπτωση. Περαιτέρω υποδείχθηκε ότι η ύπαρξη συμφωνίας σπάνια αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία, αλλά εξάγεται ως συμπέρασμα από τη συντονισμένη δράση των κατηγορουμένων προσώπων, ως ανάγκη ακριβώς να αποτελέσει η συντονισμένη δράση μαρτυρία για το εν λόγω αδίκημα[8]. Επισημαίνεται επίσης, ότι το αδίκημα δεν συνίσταται στη συντονισμένη δράση (concerted action), αλλά στην εξυπακουόμενη προηγούμενη συμφωνία (inferred anterior agreement) και η συντονισμένη δράση συνιστά μαρτυρία για το αδίκημα της συνωμοσίας. Στα πλαίσια τέτοιας περιστατικής μαρτυρίας δεν απαιτείται η απόδειξη συνάντησης και ρητής συμφωνίας για προώθηση του παρανόμου σκοπού, αλλά αρκεί η συναγωγή συμπεράσματος περί συναντίληψης από τη δράση των κατηγορουμένων προς προώθηση του κοινού τους σκοπού. Ως προς τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της περιστατικής μαρτυρίας σωρεία νομολογίας[9] υποδεικνύει, αφενός την όχι υποδεέστερη αξία της, εφόσον μάλιστα τείνει να αποκλείσει το ανθρώπινο λάθος που μπορεί να παρεισφρήσει σε μια άμεση μαρτυρία, και αφετέρου την ανάγκη διαπίστωσης άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ περιστατικής μαρτυρίας και ενοχής. Εν ολίγοις δηλαδή, η περιστατική μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια, ώστε στο σύνολο της να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμενη λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνομωσίας. Εν τούτοις όμως, με βάση τα ανωτέρω ευρήματα μας προκύπτει κατ΄ αρχάς ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν άγνωστος με τα άλλα τρία άτομα με τα οποία κατηγορείται ότι συνωμότησε, αλλά συγγενής με τους I. και Α. με τους οποίους μάλιστα διέμενε κατά τον εν λόγω χρόνο και φίλος με τον τέταρτο (J.). Ο δε Παραπονούμενος κατά την ημερομηνία που επεσυνέβη η επίθεση είχε ενωρίτερα επικοινωνία με τον Ι., στο πλαίσιο της οποίας ο τελευταίος τον κάλεσε να βρεθούν έξω από το κοιμητήριο Φρενάρους στις 18:
- Δηλαδή αργά το απόγευμα αν ληφθεί υπόψιν ότι το συμβάν έλαβε χώρα κατά τη χειμερινή περίοδο και δη κατά την 25.1.
- Γίνεται επομένως εύκολα αντιληπτό ότι το μέρος συνάντησης που επιλέγηκε και προτάθηκε στον Παραπονούμενο, ήταν μέρος που δεν αναμένετο να παρουσιάζει κατά το δεδομένο χρόνο κίνηση και πράγματι, κατά το χρόνο που ο Παραπονούμενος είχε συναντήσει τον I., δεν αναφέρεται η παρουσία άλλων προσώπων. Ενώ δε ο Ι., ο οποίος αργότερα συμμετείχε στην εναντίον του Παραπονούμενου επίθεση, θα μπορούσε να του επιτεθεί από αυτό το χρονικό σημείο, εντούτοις δεν το πράττει. Αντίθετα αφότου συναντιούνται, περιορίζεται στο να συνομιλήσει μαζί του για λίγο έξω από το κοιμητήριο και στη συνέχεια να τον καλέσει να πάνε εντός αυτού με τη δικαιολογία να πάρει (ο Ι.) κάποια προσωπικά του αντικείμενα. Μπαίνοντας δε στο κοιμητήριο και αφού προχώρησε λίγο εντός αυτού, ο Παραπονούμενος δέχθηκε επίθεση τόσο από τον I. καθώς και από τα άλλα τρία πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου, τα οποία βρίσκονταν εντός του κοιμητηρίου κρυμμένα πίσω από τα δέντρα και τα οποία άρχισαν να τον χτυπούν από κοινού με τον Ι.. Διαρκούσης δε της επίθεσης, η οποία κράτησε περί τα 20-30 λεπτά, τα πρόσωπα αυτά συνομιλούσαν και εν γένει «συνεργάζονταν» μεταξύ τους επιτιθέμενοι προς τον Παραπονούμενο, έχοντας στην κατοχή τους τα αντικείμενα που ανέφερε ο Παραπονούμενος δηλαδή σωλήνα, κολόνα, κορμό δέντρου και μαχαίρι. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Παραπονούμενου ότι ο Ι. και ο Α. του κρατούσαν τα πόδια, για να μπορεί ο Κατηγορούμενος να τον χτυπά με τον κορμό δέντρου. Ενέργεια ενδεικτική αφενός της συνεργασίας τους και αφετέρου της σφοδρότητας της επίθεσης που δέχθηκε ο Παραπονούμενος, η οποία αντικατοπτρίζεται και στις πολύ σοβαρές σωματικές βλάβες που περιγράφονται στο Έγγραφο Α και επεξηγήθηκαν λεπτομερώς από τον Μ.Κ.1 και αφορούν μεταξύ άλλων πέντε διακριτά κατάγματα, δύο εκ των οποίων χρειάστηκαν χειρουργική επέμβαση. Όταν δε ολοκλήρωσαν τις ενέργειες τους, τα τέσσερα πρόσωπα αναχώρησαν όλοι μαζί από το μέρος αφήνοντας τον εκεί. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων τα οποία προκύπτουν από την κριθείσα ως αποδεκτή μαρτυρία, για το Δικαστήριο δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως οποιοσδήποτε καλόπιστος και αντικειμενικός παρατηρητής εξετάζοντας και κρίνοντας τα πιο πάνω γεγονότα, θα διαπιστώσει αμέσως και χωρίς δυσκολία πως τόσο από πλευράς χρόνου στον οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα όσο και από πλευράς συμμετεχόντων στα διαδραματιζόμενα προσώπων, παρατηρούνται πλήρως εναρμονισμένες δράσεις, οι οποίες στόχευαν και εν τέλει κατέληξαν στην επίθεση και πρόκληση σοβαρότατων σωματικών βλαβών στον Κατηγορούμενο. Δεν διατηρούμε λοιπόν καμία αμφιβολία ότι οι ως άνω ενέργειες του Κατηγορούμενου και των άλλων τριών προσώπων, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η υλοποίηση της προηγηθείσας συμφωνίας τους, να οδηγήσουν με έντεχνο τρόπο τον Παραπονούμενο στο συγκεκριμένο απόμερο σημείο, σε χρόνο που δεν αναμένετο να υπάρχει κίνηση και να του επιτεθούν ταυτόχρονα και αιφνιδιαστικά, με σκοπό να του προκαλέσουν τις πραγματικά σοβαρές σωματικές βλάβες που εν τέλει του προκάλεσαν, εξ ου και επέλεξαν να είναι αριθμητικά περισσότεροι, να έχουν στην κατοχή τους τα αντικείμενα που προαναφέρθηκαν και να του επιτεθούν ομαδικά και σε ερημικό μέρος. Εν ολίγοις δηλαδή, ο απόλυτος συγχρονισμός τους κατά τη στιγμή της επίθεσης, σε συνδυασμό με τη χρονική διάρκεια, την επιμονή και το μένος με το οποίο διενήργησαν την επίθεση αλλά και το γεγονός ότι η επίθεση έγινε από τέσσερα άτομα έναντι ενός με τη χρήση αντικειμένων που ήταν, ή που ως εκ της χρήσης τους κατέστησαν επικίνδυνα, δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε άλλη κατάληξη. Θα ήταν άλλωστε το άκρον άωτον των συμπτώσεων να δεχθεί κάποιος ότι τα εν λόγω πρόσωπα, τα οποία ως λέχθηκε είναι γνωστά μεταξύ τους, βρέθηκαν στο κοιμητήριο Φρενάρους τυχαία αργά το απόγευμα της συγκεκριμένης μέρας και αποφάσισαν όλοι την ίδια στιγμή και χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη συμφωνία προς τούτο να επιτεθούν στο ίδιο άτομο την ίδια χρονική στιγμή με τον τρόπο που το έπραξαν. Στη βάση των ανωτέρω κρίνουμε ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνομωσίας ως η Κατηγορία
- Κατηγορία 2 (Πράξεις που στοχεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης) Το άρθρο 228 (α) επί του οποίου εδράζεται ουσιαστικά η κατηγορία αυτή, στο βαθμό που ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας, προβλέπει ότι όποιος με σκοπό την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με οποιοδήποτε μέσο τραυματίζει παράνομα ή προκαλεί βαριά σωματική βλάβη σε άλλο, είναι ένοχος κακουργήματος. Σημειώνεται βέβαια πως η συγκεκριμένη κατηγορία (όπως και η 3η κατηγορία) που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, εδράζεται και επί του άρθρου 20 του Κεφ. 154, το οποίο πραγματεύεται το ζήτημα της ευθύνης αυτουργού και το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων, ότι εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός. Εν σχέσει τώρα με το αδίκημα του άρθρου 228(α), ό,τι αξίζει να τονισθεί, είναι πως για την απόδειξη του, χρειάζεται να αποδειχθεί, όχι μόνο η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, αλλά και η συγκεκριμένη (ειδική) πρόθεση (specific intent) προκειμένου να προκληθεί βαριά σωματική βλάβη (βλ. Παρούτη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 446). Η ειδική αυτή πρόθεση εκτός όπου ρητώς προκύπτει, είναι δυνατό να συναχθεί μέσα από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Το τι συνιστά δε, «βαριά σωματική βλάβη», απαντάται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, όπου ορίζεται ως: «..σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη νόμιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης» Η δε έννοια της «σωματικής βλάβης», επίσης ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, ως «σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε αυτή είναι μόνιμη είτε είναι προσωρινή». Στην υπόθεση Αχτάρ κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, λέχθηκε πως στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης θα πρέπει να αποδίδεται η συνήθης γραμματική της έννοια. Επιπλέον και με αναφορά στην αγγλική υπόθεση D.P.P. v. Smith
(1960)44 Cr. App. R. 261 και το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice,
(2007), σελ. 1858, παρ. 19-206, λέχθηκε πως δεν είναι αναγκαίο, κατά τη σύγχρονη νομολογία, η βαριά σωματική βλάβη να είναι είτε μόνιμη, είτε επικίνδυνη. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 38η έκδ., Κεφάλαιο 20, Τμήμα 4, σελ. 986 παρ. 2657, η έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης αποδίδεται ως εξής με αναφορά και στην υπόθεση Smith (ανωτέρω) η οποία υιοθετήθηκε στην Αχτάρ (ανωτέρω): « "Grievous bodily harm" should be given its ordinary and natural meaning of really serious bodily harm, and it is undersirable to attempt any further definition of it: DPP v. Smith
(1961)A.C. 290, HL; R. v. Cunningham
(1982)A.C. 566, HL; R. v. Brown (A.)
(1994)1 A.C. 212, HL; R. v. Brown and Stratton
(1998)Crim L.R. 485, CA. It is not necessary that the harm should be either permanent or dangerous: R. v. Ashman
(1858)1 F. & F. 88. Nor is it a precondition that the victim should require treatment or that the harm would have lasting consequences; in assessing whether particular harm was "grievous", account had to be taken of the effect on, and includes psychiatric injury: R. v. Ireland; R. v. Bustow
(1998)A.C. 147, HL; but not psychological injury; R. v. Dhaliwal
(2006)2 Cr.App. R. 24,CA» (η έμφαση είναι δική μας) Στην υπόθεση Evripides Christou v. The Police
(1972)2 C.L.R. 38 αποφασίστηκε ότι το κάταγμα πλευράς για το οποίο νοσηλεύτηκε ο παραπονούμενος στο νοσοκομείο, συνιστούσε βαριά σωματική βλάβη εντός της έννοιας του άρθρου 4 του Κεφ.154. Παρομοίως, στις υποθέσεις Αντρέας Αεροπόρος v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275 και Γεώργιος Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463, κρίθηκε ότι τραύματα στο πρόσωπο, μεταξύ των οποίων και κάταγμα ρινικού οστού που προκλήθηκε από δυνατές γροθιές συνιστούσε επίσης βαριά σωματική βλάβη. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 η οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και κρίθηκε ως αποδεκτή προκύπτει ότι ο Παραπονούμενος υπέστη πέντε διαφορετικά κατάγματα και συγκεκριμένα:
(1)ανοικτό κάταγμα κνήμης δεξιά,
(2)κάταγμα μηριαίου κονδύλου δεξιά,
(3)κάταγμα ωλένης αριστερά,
(4)κάταγμα ακρωμιοκλειδικής αριστερά και
(5)κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης (Θ10). Επίσης υπέστη και θλαστικά τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματος του, των οποίων έγινε καθαρισμός και συρραφή. Εν σχέσει δε με το πρώτο κάταγμα (κνήμης δεξιά) χειρουργήθηκε άμεσα με εξωτερική οστεοσύνθεση, ενώ στις 10.2.23, έγινε ακόμη μια επέμβαση για αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης και διενέργεια εσωτερικής οστεοσύνθεσης με πλάκα και βίδες. Κατά την ίδια ημερομηνία (10.2.23) χειρουργήθηκε και το τρίτο κάταγμα (ωλένης) με εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκα και βίδες και σε δεύτερη φάση στις 10.2.23. Το δεύτερο κάταγμα μηριαίου κονδύλου δεξιά αντιμετωπίστηκε με γυψονάρθηκα, ενώ τα κατάγματα υπό στοιχεία 4 και 5 αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά. Εξερχόμενος δε από την ορθοπεδική κλινική στις 22.2.23, μετά από ένα σχεδόν μήνα έλαβε οδηγίες για βάδιση χωρίς φόρτιση, αντιπηκτική και αντιβιοτική αγωγή. Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω και ιδιαίτερα τη φύση και την έκταση των τραυμάτων και δη των καταγμάτων που υπέστη, ως ανωτέρω περιγράφονται, καθώς και το γεγονός ότι χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργείο σε δύο περιπτώσεις με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί από τις 26.1.23 μέχρι τις 22.2.23, οδηγούμαστε στο αναπόδραστο συμπέρασμα πως οι σωματικές βλάβες που υπέστη, εμπίπτουν σαφέστατα στον ορισμό της βαριάς σωματικής βλάβης εν τη εννοία του άρθρου 228(α) του Κεφ. 154, ως αυτή ανωτέρω αναλύθηκε. Η δε ανάλυση που προηγήθηκε στο πλαίσιο της κατηγορίας 1 καταδεικνύει και την ύπαρξη της ειδικής πρόθεσης για πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης που πρέπει να υπάρχει. Εν ολίγοις δηλαδή το γεγονός πως η επίθεση ήταν προσχεδιασμένη, διενεργήθηκε από τέσσερα άτομα έναντι ενός, σε συνδυασμό με τη διάρκεια και το μένος των συμμετεχόντων οι οποίοι για τουλάχιστον 20 λεπτά χτυπούσαν με επικίνδυνα αντικείμενα τον Παραπονούμενο και οι οποίοι δεν σταμάτησαν, παρά μόνο όταν του προκάλεσαν τις πολύ σοβαρές σωματικές βλάβες που περιέχονται στο Έγγραφο Α, θεωρούμε πως δεν αφήνουν περιθώρια άλλης κατάληξης, παρά ότι σκοπός και πρόθεση του Κατηγορούμενου και των άλλων προσώπων που συμμετείχαν στην επίδικη επίθεση, ήταν να του προκαλέσουν πραγματικά σοβαρές σωματικές βλάβες («really serious bodily harm»)[10], πράγμα που εν τέλει πέτυχαν. Είναι βέβαια δεδομένο ότι ο Παραπονούμενος δεν προκάλεσε αφ' εαυτού το σύνολο των βλαβών που προκλήθηκαν, ούτε διενήργησε το σύνολο των πράξεων που τις προκάλεσαν. Όμως με δεδομένο το γεγονός ότι κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και δεδομένου του ότι ως ήδη λέχθηκε συνωμότησε με τα άλλα τρία άτομα για τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος και με τη δική του συμπεριφορά παρείχε βοήθεια και συνέδραμε στη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος χτυπώντας τον Παραπονούμενο με κορμό δέντρου με τον τρόπο που ο τελευταίος περιέγραψε στη μαρτυρία του, καταλήγουμε πως στοιχειοθετείται η σχετική κατηγορία εναντίον του στον απαιτούμενο βαθμό (βλ. σχετικά Kesov κ.α. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 348, 360-361[11]) Κατηγορία 3 (Κατοχή επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο) Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος βάσει του άρθρου 3
(1)του περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου, Κεφ.159 απαιτείται να καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος: (α) Σε δημόσιο χώρο (public place) (β) Χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία («without lawful authority or reasonable excuse») (γ) Είχε μαζί του (has with him) (δ) Επιθετικό όπλο («. any offensive weapon .»). Αξίζει να σημειωθεί ότι το αδίκημα του άρθρου 3
(1)είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 1 του Αγγλικού Prevention of Crime Act 1953 και επομένως χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα Archbold 2000, §24-107 - 24-125, όπου αναλύονται τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Ο όρος «δημόσιος χώρος» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 159, και με βάση τη σχετική ερμηνεία που εκεί δίδεται, περιλαμβάνει υποστατικά ή τόπο στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο το κοινό έχει ή του επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, είτε µε πληρωµή είτε µε άλλο τρόπο. Για το δε θέμα της νόμιμης εξουσιοδότησης ή εύλογης δικαιολογίας, διευκρινίζουμε ότι το άρθρο 3
(1)του Κεφ.159 εναποθέτει το βάρος ύπαρξης της στον Κατηγορούμενο («. the proof whereof shall lie on him .»). Σε σχέση με την έννοια της κατοχής (has with him) θεωρούμε πως έχει τη συνήθη και φυσική της σημασία, ως αυτή συναντάται και σε σχέση με άλλα αδικήματα (Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)1 Α.Α.Δ.663). Αρκούμαστε στο να πούμε ότι εν πρώτοις η κατοχή σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου (βλ. και Archbold 2000 §24-110). Σχετικά με την έννοια του «επιθετικού όπλου» τυγχάνει εφαρμογής η ερμηνεία που δίδει το άρθρο 2 του Κεφ.159, όπου αναφέρεται ότι σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο έχει κατασκευαστεί ή προσαρμοστεί για χρήση προς πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο ή ζημιάς σε περιουσία ή το οποίο σκοπείται από τον κάτοχο του για τέτοια χρήση. Στο σύγγραμμα Archbold (πιο πάνω) §24-115, γίνεται αναφορά στην R v. Simpson (C), 78 Cr. App. R. 115 στην οποία εξετάστηκε ο όρος «επιθετικό όπλο» στο αντίστοιχο αγγλικό άρθρο, που είναι επίσης πανοιότυπο με τον ημεδαπό ορισμό και προσδιορίστηκαν τρεις κατηγορίες επιθετικών όπλων και συγκεκριμένα: (α) Τα κατασκευασθέντα για χρήση και πρόκληση τραυματισμού, δηλαδή τα αφ' εαυτών επιθετικά («offensive per se»), (β) Τα προσαρμοσθέντα για ένα τέτοιο σκοπό («adapted for use») και (γ) Τα μεταφερόμενα για τέτοιο σκοπό, δηλαδή εκείνα τα οποία αν και δεν έχουν κατασκευαστεί ή προσαρμοστεί για ένα τέτοιο σκοπό εντούτοις μεταφέρονται με πρόθεση πρόκλησης τραυματισμού. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις η κατηγορούσα αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε το όπλο μαζί του με σκοπό να προκαλέσει τραυματισμό (βλ. Davis v. Alexander 54 Cr. App.R. 398 DC). Με βάση τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3 ως τροποποιήθηκε, ο Κατηγορούμενος μαζί με τα άλλα τρία πρόσωπα στο κοιμητήριο Φρενάρους είχαν στην κατοχή τους μαχαίρι, κορμό δέντρου, κομμάτι από κολόνα και μεταλλική σωλήνα, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσουν ως επιθετικά όργανα εναντίον του Παραπονούμενου. Το ότι ο χώρος στον οποίο ευρισκόταν ο Κατηγορούμενος δηλαδή το κοιμητήριο Φρενάρους είναι δημόσιος χώρος, δεν αμφισβητήθηκε και πράγματι αποτελεί χώρο στον οποίο το κοινό έχει πρόσβαση. Το ότι δε ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ένα κορμό δέντρου και τα άλλα πρόσωπα είχαν στην κατοχή τους αντίστοιχα μαχαίρι, κομμάτι από κολόνα και μεταλλική σωλήνα προκύπτει από τα ευρήματα μας στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας. Επομένως τα ζητήματα που απομένουν να αποφασιστούν είναι πρώτον κατά πόσον τα εν λόγω αντικείμενα αποτελούν επιθετικά όργανα, δεύτερον κατά πόσο υπήρχε νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία για να τα έχουν μαζί τους στο συγκεκριμένο μέρος και τρίτον κατά πόσον ο Κατηγορούμενος μπορεί να κριθεί ένοχος σε σχέση με τη μεταφορά τόσο του αντικειμένου που αποδίδεται στον ίδιο ότι είχε μαζί του, όσο και των αντικειμένων που είχαν μαζί τους τα άλλα τρία πρόσωπα στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο περιέχεται στην έκθεση αδικήματος της κατηγορίας 3 μετά από σχετική τροποποίηση της και το οποίο έτυχε ανάλυσης αμέσως πιο πάνω. Αρχίζοντας από το πρώτο ερώτημα, σημειώνουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο κορμός δέντρου που κρατούσε ο Κατηγορούμενος δεν κατασκευάστηκε ούτε προσαρμόστηκε με σκοπό τη χρήση και πρόκληση τραυματισμού. Εν ολίγοις δηλαδή δεν αποτελεί αφ' εαυτού επιθετικό όπλο(«offensive per se»). Όμως στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα πάντα με τα ως άνω ευρήματα μας το εν λόγω αντικείμενο προοριζόταν από τον Κατηγορούμενο για να προκαλέσει βλάβη στον Παραπονούμενο εφόσον με αυτό τον χτύπησε επανειλημμένα, ως η δοθείσα υπό του Παραπονούμενου μαρτυρία. Τούτου δεδομένου καταλήγουμε ότι και αυτό εμπίπτει αναμφίβολα στον ορισμό του επιθετικού όπλου εν τη εννοία του επίδικου άρθρου. Τα ίδια ισχύουν και για το κομμάτι από κολόνα, αλλά και τη σωλήνα. Όσον δε αφορά στο μαχαίρι αυτό αποτελεί κατ' εξοχήν όργανο που κατασκευάστηκε για να τεμαχίζει αντικείμενα, αλλά παράλληλα, χρησιμοποιούμενο ανάλογα, μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε πρόσωπο και ως εκ τούτου θεωρούμε πως αποτελεί επιθετικό όπλο per se. Ως προς το δεύτερο, την ύπαρξη νόμιμης εξουσιοδότησης ή εύλογης δικαιολογίας, εναπόκειτο ως ήδη επεξηγήθηκε, στον Κατηγορούμενο να προσκομίσει ανάλογη μαρτυρία για να τα αποδείξει, πράγμα το οποίο δεν έπραξε αφού σύμφωνα με την εκδοχή που προωθήθηκε αρνείτο ότι ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο παρών. Εκδοχή η οποία όμως δεν κρίθηκε πειστική και απερρίφθη για τους λόγους που επεξηγήθηκαν. Ερχόμενοι τώρα στο τρίτο ζήτημα, σημειώνουμε πως με βάση τα ανωτέρω, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε μαζί του στο επίδικο κοιμητήριο τον κορμό δέντρου, τον οποίο μάλιστα χρησιμοποίησε επιτιθέμενος προς τον Παραπονούμενο, οδηγεί στην απόδειξη της κατηγορίας στο μέρος αυτό. Και τούτο διότι δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ως εκ του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούσε το εν λόγω αντικείμενο, πως είχε πλήρη επίγνωση του τί είχε μαζί του ως και της φύσης του. Ως προς το εάν τώρα ο Κατηγορούμενος δύναται να κριθεί ένοχος για τα αντικείμενα τα οποία είχαν μαζί τους τα άλλα τρία πρόσωπα στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ. 154, σημειώνουμε πως σχετική με την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου σε αυτό το πλαίσιο είναι η υπόθεση Χατζηξενοφώντος v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 26/20 ημερ. 6.10.21, όπου Κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος (πρωτόδικα) τόσο για το μικρό μαχαίρι που μετέφερε ο ίδιος όσο και για αντικείμενα που μετέφερε άλλο πρόσωπο (ο Κατηγορούμενος 1) στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ. 154. Ανατρέποντας την καταδίκη του Εφεσείοντα για τα αντικείμενα που μετέφερε το άλλο πρόσωπο, λέχθηκε πως: «Για την καταδίκη του Εφεσείοντα σε σχέση με τα τρία επιθετικά όπλα που μετέφερε ο κατηγορούμενος 1, απαιτείτο η απόδειξη τουλάχιστο μιας από τις περιπτώσεις που διαλαμβάνονται στις παρ. (β), (γ) ή (δ) του άρθρου 20 του Κεφ.154 [5] και ουσιαστικά μιας από τις δύο τελευταίες. Στην Κονναρή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 184/2019, ημερ.1.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:B73 γίνεται παραπομπή στην Attorney-General's Reference (No. 1 of 1975) ημερ. 25.4.1975 και ότι: «To procure means to produce by endeavor. You procure a thing by setting out to see that it happens and taking the appropriate steps to produce that happening». Συμφωνούμε με τη θέση της υπεράσπισης ότι η απλή συνοδεία του κατηγορούμενου 1, με γνώση ότι ο τελευταίος μετέφερε τα επιθετικά όπλα, δεν αποδείκνυε, χωρίς άλλο, συνδρομή, παρακίνηση ή προαγωγή για την μεταφορά τους. Ακόμα και στη βάση του ευρήματος του Κακουργιοδικείου ότι ο Εφεσείων είχε συνοδεύσει τον κατηγορούμενο 1 με τη θέληση του. Άλλο σχετικό «συμπέρασμα» δεν περιέχεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου. Καταλήγουμε επομένως ότι δεν τεκμηριωνόταν η κατηγορία σε σχέση με τα τρία επιθετικά όπλα που μετέφερε ο κατηγορούμενος 1.» Στην υπό εξέταση περίπτωση και με βάση την κριθείσα ως αποδεκτή μαρτυρία αυτό που προκύπτει είναι πως τα άλλα τρία πρόσωπα είχαν μαζί τους κατά τη στιγμή της επίθεσης ένα μαχαίρι, μια σωλήνα και μια κολόνα, και ότι όλα τα πρόσωπα αυτά μαζί με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος κρατούσε κορμό δέντρου, τον χτυπούσαν. Η μαρτυρία αυτή κατ' ανάλογο τρόπο προς τα νομολογηθέντα στην Χατζηξενοφώντος (ανωτέρω), δεν θεωρούμε πως είναι ικανή, χωρίς άλλο, για να στοιχειοθετήσει συνδρομή, παρακίνηση ή προαγωγή για τη μεταφορά των αντικειμένων αυτών από τα άλλα τρία πρόσωπα. Τούτο όμως δεν μεταβάλλει το γεγονός που αναφέραμε και πιο πάνω, ότι δηλαδή, σύμφωνα με τα ευρήματα μας ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο είχε στην κατοχή του τον κορμό δέντρου στο συγκεκριμένο μέρος. Τούτου δεδομένου και λαμβάνοντας υπόψιν και τη συνδρομή των λοιπών συστατικών στοιχείων του αδικήματος, κρίνουμε πως στοιχειοθετείται μέρος του κατηγορητηρίου, για το οποίο ο Κατηγορούμενος μπορεί να κριθεί ένοχος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 85
(1)[12] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, χωρίς να χρειάζεται τροποποίηση (Issa and Another v. Republic
(1989)2 C.L.R. 39[13], Fatma Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62, 68[14]).
- Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις Κατηγορίες 1, 2 και
- (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] (βλ. μεταξύ άλλων Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Kayat Trading Limited v. Genzvme Corporation
(2013)1Α Α.Α.Δ. 438) [2] Σημειώνουμε πως στην πιστή μετάφραση της κατάθεσης του Παραπονούμενου χρησιμοποιήθηκε ο όρος κορμός δέντρου, ενώ κατά την προφορική μαρτυρία χρησιμοποιήθηκε ο όρος κορμός ξύλου, χωρίς ωστόσο να διαφοροποιείται το γεγονός ότι επρόκειτο για κορμό δέντρου. [3] (πρόσωπο από τις Βρυσούλες) [4] (βλ. μεταξύ άλλων Πουτζιουρής κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.309, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ.174, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.259) [5] Πρακτικό ημερ. 24.7.23, σελ. 18. [6] (π.χ περιπτώσεις φευγαλέας ματιάς ή μεγαλύτερης παρακολούθησης υπό δύσκολες συνθήκες - βλ. Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ. 404) [7] (βλ. επίσης Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, 142-3, Χαραλάμπους κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ.96/16, 100/16 και 101/16, ημερ.28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B430 και Ερωτοκρίτου κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ.53/17, 64/17, 66/17 και 69/17, ημερ.15.12.17). [8] (Βλ. Phipson on Evidence 18th ed. ch.38 και Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice
(2016)para.33-14, 33-15) [9] (Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, Χριστάκης Χαραλάμπους Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331, Παλάσκα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 53/13, ημ. 20.1.17) [10] Βλ. D.P.P. v. Smith (ανωτέρω) [11] Όπου λέχθηκαν τα εξής: «Ανεξάρτητα όμως τούτου, όπως πολύ ορθά στο σχετικό απόσπασμα της σελ. 28 το πρωτόδικο δικαστήριο επισημαίνει, εφόσον εφεσείων και πρώην συγκατηγορούμενοι του έδρασαν από κοινού στην επίθεση εναντίον των δύο παραπονουμένων και ο εφεσείων δεν αποσύρθηκε από τον παράνομο σκοπό της επίθεσης εναντίον του Μ.Κ.3, είναι άσχετο αν ο τελευταίος δέχθηκε κτυπήματα μόνο από τους πρώην συγκατηγορουμένους του εφεσείοντα». [12] Αν μέρος μόνο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο αποδεικνύεται και το μέρος που αποδείχτηκε συνιστά ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος δύναται, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα το οποίο αποδεικνύεται ότι διέπραξε. [13] It is clear from the wording of this section that in cases of unlawful possession, as the present one, where an accused is charged for possession of a larger quantity of the articles referred to in the charge the Court instead of amending the charge may find the accused guilty in respect of the quantity actually found in his possession. [14] Here, we think that the case comes clearly under section 85
(1); and the Judge could have convicted on the counts as they were originally framed, stating that certain of the allegations in the particulars had not been established. If what has been proved was sufficient to support the count upon which the accused was charged, the Judge could convict without making any amendment cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο