Δημοκρατία ν. Harpreet Singh, Αρ. Υπόθεσης: 522/23, 29/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 522/23 Δημοκρατία ν. Harpreet Singh Κατηγορουμένου 29 Σεπτεμβρίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κα Σ. Στυλιανού Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα στις κατηγορίες: · Της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1) · Της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Κεφ. 154 (κατηγορία 2) · Της κατοχής επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο, κατά παράβαση του άρθρου 3 του Περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμος, Κεφ.159 (κατηγορία 3) Περαιτέρω κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, στην κατηγορία της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής του, κατά παράβαση του άρθρου 19(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (κατηγορία 4). Α. Γεγονότα Τα γεγονότα που αφορούν τις κατηγορίες 1-3 εμφαίνονται στην απόφαση μας ημερ. 22.9.23 και δεν προτιθέμεθα να τα επαναλάβουμε στο σύνολο τους. Αρκεί να σημειώσουμε τα εξής. Στις 25.1.23, ο Παραπονούμενος έχοντας προηγουμένως διευθετήσει συνάντηση με ομοεθνή του (τον Ι.), έξω από το κοιμητήριο Φρενάρους, μετέβη στο μέρος περί τις 18:40, όπου πράγματι συνάντησε τον εν λόγω ομοεθνή του με τον οποίο συνομίλησαν για 5-10 λεπτά. Ακολούθως, ο τελευταίος τον κάλεσε να εισέλθουν στο κοιμητήριο για να πάρει κάποια πράγματα του, παράκληση στην οποία ο Παραπονούμενος συναίνεσε και εισήλθε στο εν λόγω κοιμητήριο ακολουθώντας τον, για να δεχθεί όμως επίθεση, τόσο από αυτόν όσο και από άλλους τρεις ομοεθνείς του. Ο Παραπονούμενος αναγνώρισε τα πρόσωπα αυτά τα οποία γνώριζε, εκ των οποίων, ένας ήταν και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τον χτύπησε από πίσω με ένα κορμό δέντρου με αποτέλεσμα να πέσει κάτω, όπου συνέχισε να δέχεται χτυπήματα, τόσο από αυτόν όσο και από τα άλλα τρία πρόσωπα τα οποία είχαν στην κατοχή τους μαχαίρι, (μαρμάρινη) κολόνα και σωλήνα. Τα πρόσωπα αυτά αφού τον έσυραν από το σημείο εκείνο σε δεύτερο σημείο εντός του κοιμητηρίου, συνέχισαν να του επιτίθενται, καταφέροντας του πολλά και αλλεπάλληλα χτυπήματα, για 20 περίπου λεπτά. Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, αποτέλεσε περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι σε κάποιο στάδιο της επίθεσης και ενώ ο Παραπονούμενος βρισκόταν πεσμένος ανάσκελα, αυτός τον χτυπούσε με κορμό δέντρου στο πόδι, στο χέρι και στο χείλος, ενώ δύο εκ των άλλων προσώπων του κρατούσαν τα πόδια. Μετά δε το πέρας της επίθεσης, οι δράστες εγκατέλειψαν το μέρος, αφήνοντας τον Παραπονούμενο, ο οποίος είχε στο μεταξύ χάσει τις αισθήσεις του, πολύ σοβαρά τραυματισμένο και χωρίς κινητό τηλέφωνο, αφού και αυτό το κατέστρεψαν κατά τη διάρκεια της επίθεσης. Ο Κατηγορούμενος όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του, χρησιμοποιώντας ένα ραβδί, περπάτησε αργά και με δυσκολία προς συγκεκριμένο περίπτερο όπου πίστευε ότι θα μπορούσε να αναζητήσει βοήθεια, για να εντοπιστεί τελικά τυχαία πλησίον του σημείου εκείνου από τον Μ.Κ.4, με τον οποίο διέμενε και ο οποίος ήταν εν τέλει και το άτομο που τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Συνεπεία της επίθεσης, ο Παραπονούμενος υπέστη πέντε διακριτά κατάγματα, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση δύο φορές, για δύο εξ αυτών και να νοσηλευθεί από τις 26.1.23 μέχρι και τις 22.2.23, οπόταν εξήλθε με οδηγίες για βάδιση χωρίς φόρτιση καθώς και οδηγίες για λήψη αντιπηκτικής και αντιβιοτικής αγωγής. Συγκεκριμένα υπέστη:
(1)ανοικτό κάταγμα κνήμης δεξιά,
(2)κάταγμα μηριαίου κονδύλου δεξιά,
(3)κάταγμα ωλένης αριστερά,
(4)κάταγμα ακρωμιοκλειδικής αριστερά και
(5)κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης (Θ10). Περαιτέρω υπέστη και θλαστικά τραύματα κνήμης δεξιά, κνήμης αριστερά, γονάτων άμφω και θλαστικό τραύμα άνω χείλους και έσω, τα οποία συνίσταντο στη λύση του δέρματος στα σημεία εκείνα και των οποίων έγινε καθαρισμός και συρραφή. Σε σχέση με την κατηγορία 4, την οποία ως λέχθηκε ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε, τα γεγονότα εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και έχουν ως ακολούθως. Ο Κατηγορούμενος αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 18.06.2018, με άδεια παραμονής ως φοιτητής, η οποία έληξε στις 18.06.
- Στις 22.07.2019 υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου η οποία απορρίφθηκε στις 21.04.2021, με τη σχετική απόφαση να του έχει επιδοθεί στις 5.5.
- Στη συνέχεια, στις 21.05.2021, ο Κατηγορούμενος υπέβαλε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία επίσης απορρίφθηκε στις 07.06.
- Στις 27.11.2022 ο Κατηγορούμενος υπέβαλε εκ νέου αίτηση για το καθεστώς του, η οποία κρίθηκε απαράδεκτη και συνάμα καταχώρησε προσφυγή κατά της απόφασης που εξέδωσε το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία αποσύρθηκε στις 13.12.2022, με αποτέλεσμα έκτοτε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Β. Αγόρευση προς Μετριασμό H συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψιν προς όφελος του το λευκό του ποινικό μητρώο, καθώς και το γεγονός ότι τα άλλα τρία πρόσωπα που εμπλέκονται στην επίθεση δεν έχουν διωχθεί, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης αδικοπραγούντων. Πέραν των ανωτέρω κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, υιοθετώντας σχετικά προς τούτο την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ενώ περιπλέον ζήτησε όπως προσμετρήσει υπέρ του και η ταλαιπωρία που ο ίδιος υπέστη ως εκ της δίωξης και κράτησης του αλλά και ως εκ του γεγονότος ότι εξαιτίας αυτής απώλεσε την εργασία του καθώς και το ότι μετά το πέρας της υπόθεσης αναμένει να απελαθεί από τη Δημοκρατία. Γ. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α), που είναι και το σοβαρότερο που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και διά βίου. Για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη, ενώ για το αδίκημα της κατοχής επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο, προνοείται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €2562 ή και οι δύο αυτές ποινές. Το δε αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής, επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 12 µήνες ή πρόστιµο που δεν υπερβαίνει τα €1708 ή και τις δύο αυτές ποινές. Είναι καλώς νομολογημένο ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής και παράλληλα σημαντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψιν κατά τη διεργασία αυτή. (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.248, 250, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ., 25/21, ημερ. 8.3.22). Στην προκειμένη περίπτωση η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων, με προεξάρχουσα αυτή του αδικήματος του άρθρου 228(α), εμφαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Επεξηγείται όμως με ευκρίνεια και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου από όπου προκύπτει και το αξιοκατάκριτο της συμπεριφοράς που εμπίπτει εντός της εμβέλειας του εν λόγω άρθρου. Χαρακτηριστικά τα λεχθέντα στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 342 όπου υποδείχθηκε ότι: «Το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε ο εφεσείων είναι από τα πλέον σοβαρά που στοιχειοθετεί ο Ποινικός Κώδικας. Το Άρθρο 228, Κεφ.154, ποινικοποιεί σοβαρές πράξεις βίας, επαγόμενες δυσμενείς συνέπειες για το θύμα και πράξεις βίας, δυνάμενες, λόγω των επιθετικών μέσων (όπλων), που χρησιμοποιούνται, μεταξύ των οποίων και το μαχαίρι (Άρθρο 228(β)), να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία του θύματος.» Είναι δε σαφώς νομολογημένο πως το αδίκημα του άρθρου 228(α) είναι σοβαρότερο από το παρεμφερές αδίκημα στη βάση του άρθρου 231 και μέσα ακριβώς από τη σύγκριση τους αναδύεται με περισσή ευκρίνεια η αυξημένη σοβαρότητα του πρώτου. Παραπέμπουμε σχετικά στην Achraf κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά. Ποιν. Εφ.156/21 κ.ά., ημερ. 15.4.22 όπου λέχθηκε ρητώς πως: «Το αδίκημα του Άρθρου 228 (α) του Κεφ.154,[1] που οι Εφεσείοντες παραδέχτηκαν ότι διέπραξαν, είναι πολύ σοβαρό και πιο σοβαρό από το αδίκημα δυνάμει του Άρθρου 231 του Κεφ.154.[2] Οι επιπτώσεις στο θύμα μπορεί να είναι οι ίδιες, δηλαδή η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, όμως υπάρχει ειδοποιός διαφορά ως προς την πρόθεση του παραβάτη. Στην περίπτωση του Άρθρου 231, η πρόκληση της βλάβης παραπέμπει σε ηθελημένη ενέργεια, αλλά δεν περιλαμβάνει πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει το αποτέλεσμα. Προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι και 7 χρόνια. Στην περίπτωση του Άρθρου 228, υπάρχει σκοπός, δηλαδή πρόθεση πρόκλησης της βαριάς σωματικής βλάβης, που διαφοροποιεί άρδην τα δεδομένα. Σε αυτή την περίπτωση ο νομοθέτης προνόησε τη δια βίου φυλάκιση.» Καθίσταται λοιπόν πρόδηλο ότι ο Νομοθέτης, κατέταξε ως πολύ σοβαρότερες τις πράξεις οι οποίες έχουν ως σκοπό τους την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης σε σύγκριση με πράξεις οι οποίες, παρόλο που επιφέρουν το ίδιο αποτέλεσμα, εντούτοις δεν υπήρχε από πλευράς δράστη τέτοιος σκοπός. Η διαφοροποίηση βέβαια δεν είναι τυχαία. Είναι σαφέστατη η πρόθεση του Νομοθέτη να αποδώσει εντονότερη αποτρεπτικότητα σε ποινές που αφορούν πράξεις και δράστες που σκοπεύουν τον βαρύ τραυματισμό κάποιου συνανθρώπου τους. Εν γένει δε πρέπει να λεχθεί ότι η σοβαρότητα αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας και τα οποία θέτουν σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του ατόμου, επισημάνθηκε κατ' επανάληψιν από τη νομολογία. Όπως λέχθηκε από παλαιά στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλος
(2001)2 Α.Α.Δ.95, η χρήση βίας κατά συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. «Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί και η κατ' επανάληψιν διαπιστωθείσα ανησυχητική τάση που παρουσιάζεται στη διάπραξη αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της βίας, διαπίστωση στην οποία και εμείς δυστυχώς οδηγούμαστε, αντλώντας δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον μας και που στην συντριπτική τους πλειοψηφία, αφορούν αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας. Έχει δε υποδειχθεί ότι τέτοιας φύσεως αδικήματα, τα οποία διαπράττονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα και τα οποία ενέχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και της βίαιης επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του, θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια. (βλ. και Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.221/17, ημερ. 15.10.19 και Αστυνομία ν. Καλλιτσιώνη κ.α., Ποιν. Έφ.223/18 κ.ά., ημερ.27.11.19, Αστυνομία ν. Μιχαήλ, Ποιν. Έφ.78/19, ημερ. 15.10.20). Όπως δε υποδεικνύεται και στο σύγγραμμα του Γεωργίου Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελίδες 116 και 117, η πλέον συνηθισμένη ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα είναι η ποινή φυλάκισης, το ύψος της οποίας εξαρτάται από τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Εν ολίγοις δηλαδή, όπως προκύπτει και μέσα από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη με την έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, τις βλάβες που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα, χωρίς ωστόσο η ύπαρξη ή μη καταλοίπων να είναι πάντα καθοριστική στη σοβαρότητα του αδικήματος[1]. Επίσης η ύπαρξη προσχεδιασμού προσμετράται ως επιβαρυντικός παράγοντας εκεί όπου εντοπίζεται (βλ. Αχταρ κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 397), όπως επίσης και η συμμετοχή σε ομάδα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σενέκκη
(2012)2 Α.Α.Δ 285). Περαιτέρω λαμβάνεται υπόψιν κατά πόσο η επίθεση έγινε σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία άλλων προσώπων εφόσον κάτι τέτοιο αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά (Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 327). Στη Λαζαρή (ανωτέρω) έγινε ανασκόπηση στη νομολογία με την επισήμανση ότι οι αναφερθείσες υποθέσεις κρίθηκαν χρόνια πριν και ότι δυστυχώς, χρόνια μετά, αδικήματα που στρέφονται εναντίον της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, όχι μόνο δεν παρουσιάζουν κάμψη, αλλά συνεχίζουν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, κάτι που δικαιολογεί την επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.577, Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.551 και Hamisi Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.235/13 κ.ά., ημερ. 5.10.16). Ανασκόπηση στη γενικότερη νομολογία καταδεικνύει αφενός τη σοβαρότητα με την οποία τα αδικήματα αυτά αντιμετωπίζονται και αφετέρου ότι οι ποινές κυμαίνονται μεταξύ 18 μηνών έως 9 ετών αναλόγως των περιστάσεων και των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών στοιχείων που εντοπίζονται στην κάθε μια. Στην υπόθεση Χατζηπέτρου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 468, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3,5 ετών στον 22 ετών εφεσείοντα, κατόπιν μερικής ακρόασης, υπό περιστάσεις όπου, χωρίς οργάνωση ή σχεδιασμό, ο τελευταίος ο οποίος είχε προηγουμένως καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, επιτέθηκε με μαχαίρι στον Παραπονούμενο, φρουρό ασφαλείας σε κέντρο, όταν αυτός κατόπιν οδηγιών του εργοδότη του, απέβαλε τον πρώτο από το κέντρο, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει κάταγμα της πλευράς στο σημείο εισόδου και κάκωση του παρεγχύματος του πνεύμονα, τα οποία τελικά δεν του άφησαν μόνιμες βλάβες. Στη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέου
(2008)2 Α.Α.Δ. 207 όπου ο εφεσίβλητος περιέλουσε την παραπονούμενη με βενζίνη και αφού την καταδίωξε την πυρπόλησε με τον αναπτήρα του λόγω άρνησης της να επανασυνδεθεί μαζί του, η επιβληθείσα ποινή των 7 ετών κατόπιν παραδοχής, αυξήθηκε κατ' έφεση σε 9 έτη. Στην υπόθεση Adelin Ion v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 146 ο εφεσείων κατά τη διάρκεια συμπλοκής έριξε thinner σε ομοεθνή του και έθεσε φωτιά στο υγρό, καταφέροντας του αργότερα και κτύπημα στο κεφάλι με εργαλείο. Η επιβληθείσα ποινή των 7 ετών που επιβλήθηκε πρωτοδίκως μειώθηκε σε 4 έτη, αφού λήφθηκε υπόψιν πέραν από το λευκό μητρώο, η απουσία προσχεδιασμού, η άμεση παραδοχή, η μεταμέλεια του, το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν αυτός που κάλεσε την αστυνομία και το ασθενοφόρο, η ύπαρξη πρόκλησης σε κάποιο βαθμό από το θύμα καθώς και η απουσία μαρτυρίας περί μόνιμων καταλοίπων. Στην υπόθεση Δημοκρατία v. Λαζαρή Ποιν. Εφ. 25/21, ημερ. 8.3.22, η ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που επιβλήθηκε πρωτοδίκως στον 24 ετών εφεσίβλητο κατόπιν παραδοχής, αυξήθηκε σε 7 έτη, υπό περιστάσεις όπου ο τελευταίος μετέβη απρόσκλητος στην οικία της παραπονούμενης και την πυροβόλησε από απόσταση 6-7 μέτρων, δύο φορές με κυνηγετικό όπλο, ενώ αυτή βρισκόταν στη βεράντα της, αδυνατώντας να αποδεχθεί την επιθυμία του θύματος να διακόψει την ερωτική σχέση που είχε μαζί του. Στην Achraf κ.α. v. Δημοκρατίας κ.ά., Ποιν. Εφ.156/21 ημερ. 15.4.22, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών κατόπιν παραδοχής υπό περιστάσεις όπου ο παραπονούμενος και η σύζυγος του εφεσείοντα, οι οποίοι έτυχε να οδηγούν τα οχήματα τους στον ίδιο δρόμο, διαφώνησαν ως προς το εάν ο παραπονούμενος είχε προβεί σε άσεμνη χειρονομία με σεξουαλικό υπονοούμενο έναντι της. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η σύζυγος του εφεσείοντα να τηλεφωνήσει στον τελευταίο και να τον ενημερώσει σχετικά και αυτός να προσέλθει μαζί με τον αδελφό του και να επιτεθούν στον παραπονούμενο, χτυπώντας τον σε διάφορα μέρη του σώματος του, χρησιμοποιώντας σε κάποιο στάδιο και αλουμινένια σκάλα αλλά και σκουπόξυλο. Συνεπεία της επίθεσης ο Παραπονούμενος είχε υποστεί συμπιεστικό κάταγμα κρανίου και υποσκληρίδιο αιμάτωμα, κατάσταση η οποία κρίθηκε σοβαρή με αποτέλεσμα να κρατηθεί για νοσηλεία στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης, για να αποκατασταθεί όμως η υγεία του, μετά την πάροδο κάποιων ημερών. Σημειώνεται βεβαίως πως οι προηγούμενες αποφάσεις ασφαλώς παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, για τον λόγο ότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.1). Πέραν όμως των ανωτέρω, η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος εμφαίνεται και από τα ίδια τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από τα οποία αναδύεται ένα καλά προσχεδιασμένο έγκλημα, αφού οι δράστες, μεταξύ αυτών και ο Κατηγορούμενος, έχοντας προηγουμένως συνομωτήσει προς τούτο, έντεχνα κατάφεραν να οδηγήσουν τον Παραπονούμενο στο συγκεκριμένο απόμερο σημείο (κοιμητήριο), σε χρόνο που δεν αναμένετο να υπάρχει κίνηση με σκοπό να του επιτεθούν ταυτόχρονα και αιφνιδιαστικά. Πράγμα το οποίο έπραξαν, υπό το κράτος υπερίσχυσης και τιμωρίας και έχοντας σαφή πρόθεση να του προκαλέσουν πραγματικά σοβαρές σωματικές βλάβες. Εξ ου και δεν σταμάτησαν παρά μόνο όταν πράγματι τις προκάλεσαν, ενώ επέλεξαν να είναι αριθμητικά περισσότεροι, να έχουν στην κατοχή τους τα αντικείμενα που προαναφέρθηκαν και να του επιτεθούν μαινόμενοι και ομαδικά για 20 περίπου λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Παραπονούμενος, ανίκανος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, δεχόταν συνεχόμενα και αλλεπάλληλα χτυπήματα. Όπως δε υποδείχθηκε και στο πλαίσιο της καταδικαστικής απόφασης, ο απόλυτος συγχρονισμός τους κατά τη στιγμή της επίθεσης, σε συνδυασμό με τη χρονική διάρκεια, την επιμονή και το μένος με το οποίο διενήργησαν την επίθεση αλλά και το γεγονός ότι η επίθεση έγινε από τέσσερα άτομα έναντι ενός με τη χρήση αντικειμένων που ήταν, ή που ως εκ της χρήσης τους κατέστησαν επικίνδυνα, δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε άλλη κατάληξη, παρά το ότι οι δράστες, συμπεριλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου, είχαν προηγουμένως συμφωνήσει και αποφασίσει τη διενέργεια της εν λόγω ομαδικής επίθεσης, με σκοπό να επιφέρουν βαριά σωματική βλάβη στον Παραπονούμενο, πράγμα που εν τέλει πέτυχαν. Πρόκειται επομένως για σοβαρότατης μορφής εγκληματική συμπεριφορά, με τη βία που επιδείχθηκε να έχει θέσει σε μεγάλο κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα του Παραπονούμενου, τον οποίο οι δράστες εγκατέλειψαν αναίσθητο και αβοήθητο έχοντας καταστρέψει και το κινητό του τηλέφωνο. Παρά δε το ότι με δεδομένη την προηγηθείσα συμφωνία τους για να επιτεθούν και να προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη στον Παραπονούμενο, δεν έχει σημασία ποιος κατέφερε ποιο χτύπημα ή ποιος προκάλεσε ποια βλάβη στον Παραπονούμενο (βλ. σχετικά Kesov κ.α. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 348, 360-361[2]), εντούτοις οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο βαθμός συμμετοχής του Κατηγορούμενου, δεν ήταν αμελητέος. Τουναντίον, φαίνεται να είχε ουσιαστικό βαθμό συμμετοχής στην επίθεση, αφού αρχικά χτύπησε τον Παραπονούμενο από πίσω με κορμό δέντρου, με αποτέλεσμα να συμβάλει στη πτώση του στο έδαφος, ενώ στη συνέχεια, σε άλλο σημείο της επίθεσης όταν ο Παραπονούμενος βρισκόταν ανάσκελα, τον χτυπούσε με τον κορμό δέντρου στο πόδι, στο χέρι και στο χείλος, ενώ δύο άλλα άτομα του κρατούσαν τα πόδια, προφανώς για να μην μπορεί να αντιδράσει. Στη βάση των ανωτέρω λοιπόν, προσμετρούμε ως ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία το ότι ο Κατηγορούμενος συμμετείχε σε ένα καλά προσχεδιασμένο έγκλημα, το ότι έδρασε ως ομάδα μαζί με τους άλλους ομοεθνείς του έναντί του Παραπονούμενου, το βαθμό συμμετοχής του Κατηγορούμενου ως αυτός ανωτέρω επεξηγήθηκε καθώς και το ότι κατά τη διάρκεια του συμβάντος ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε επικίνδυνο επιθετικό όπλο και συγκεκριμένα κορμό δέντρου. Περαιτέρω σοβαρότητα στην παρούσα προσδίδει και η διάρκεια του συμβάντος, αλλά και η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου κατά τη διάρκειά του, όπου μαζί με τους άλλους δράστες με μένος και πράξεις ωμής βίας του επιτίθεντο για 20 περίπου λεπτά, καταφέροντας του αλλεπάλληλα χτυπήματα. Στα πιο πάνω επιβαρυντικά στοιχεία θα πρέπει να προστεθεί και η χωρίς σημάδια ενοχής μετέπειτα συμπεριφορά του, όπου χωρίς ίχνος τύψεων τον εγκατέλειψε (όπως και οι υπόλοιποι) αβοήθητο. Γνωρίζοντας μάλιστα πολύ καλά, πως στην κατάσταση και το μέρος όπου αφέθηκε θα ήταν πολύ δύσκολο να εντοπιστεί, όχι μόνο λόγω του απόμερου σημείου στο οποίο εγκαταλήφθηκε, αλλά και διότι είχαν φροντίσει να του καταστρέψουν και το κινητό του τηλέφωνο. Η πλήρης λοιπόν αδιαφορία και αναλγησία του για τις συνέπειες του συνόλου των πράξεων του, παρά το ότι αυτές ήταν απόλυτα προβλεπτές καθιστούν τη δράση του ιδιαίτερα σοβαρή. Περαιτέρω επιβαρυντικό στοιχείο για την παρούσα υπόθεση θεωρούμε και την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη ο Παραπονούμενος και δη των θλαστικών τραυμάτων, αλλά πολύ περισσότερο των πέντε καταγμάτων που υπέστη σε διάφορα μέρη του σώματος του (και τα οποία καταγράφηκαν αναλυτικά ανωτέρω), για δύο μάλιστα εκ των οποίων χρειάστηκε να χειρουργηθεί δύο φορές και να νοσηλευθεί σχεδόν ένα μήνα. Δεν παραβλέπουμε βεβαίως πως δεν φαίνεται να έχουν μείνει στον Παραπονούμενο οποιαδήποτε μόνιμα κατάλοιπα, χωρίς ωστόσο αυτό να διαγράφει τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, ή να μειώνει τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη ο Παραπονούμενος αλλά και το φόβο και πανικό που αναμφίβολα βίωσε, δεχόμενος μια σφοδρή επίθεση σε ένα απόμερο σημείο από μια ομάδα μαινόμενων προσώπων, κατά τα άλλα φίλων του. Ούτε βέβαια εξαλείφει την προφανή αγωνία του, όταν εγκατελειμμένος στο κοιμητήριο, συνήλθε και αντελήφθη ότι βρισκόταν αβοήθητος και βαριά χτυπημένος χωρίς τρόπο να επικοινωνήσει με κάποιον για βοήθεια. Δεν διαλανθάνει επίσης την προσοχή μας ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία και πως εν τέλει το όλο συμβάν φαίνεται να επεσυνέβη επί ασήμαντης στην ουσία αφορμής. Και τούτο διότι ως προέκυψε από τη μαρτυρία, την προηγούμενη του συμβάντος ο Παραπονούμενος είχε μεταβεί στην οικία του Κατηγορούμενου για να συναντήσει τον (Ι.), ο οποίος επίσης διέμενε εκεί και να τον ρωτήσει για ποιο λόγο, έχοντας φύγει από το σπίτι του Μ.Κ.4 (όπου φιλοξενούντο μαζί από τον τελευταίο), έκλεψε προσωπικά αντικείμενα του τελευταίου (Μ.Κ.4). Εκεί προκύπτει πως στην προσπάθεια του να εισέλθει, έσπασε το τζάμι της πόρτας, με τη ζημιά βέβαια να έχει στη συνέχεια αποκατασταθεί πλήρως από τον Μ.Κ.4, ο οποίος ανέλαβε και πλήρωσε €25 προς πλήρη αποζημίωση της προκληθείσας ζημιάς, πράγμα που ήταν άλλωστε αποδεκτό και από τον Μ.Υ.2, που διαχειριζόταν την εν λόγω οικία όπου διέμενε ο Κατηγορούμενος. Επί τούτου σημειώνουμε ότι τόσο η κοινωνία, όσο και τα Δικαστήρια, γίνονται πολύ συχνά μάρτυρες περιστατικών τα οποία ενώ θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί μεταξύ των εμπλεκόμενων, απολήγουν στη χρήση ηθελημένης βίας, σοβαρότατου μάλιστα βαθμού, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση, παραπέμποντας σε αρχέγονα πάθη και ζωώδη ένστικτα, γεγονός το οποίο καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, προς πάταξη του φαινομένου αυτού και αποτροπή άλλων επίδοξων παραβατών. Πάρα τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σημειώνουμε πως, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο που συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Στο πλαίσιο αυτό και προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψιν κατ' αρχάς το λευκό του ποινικό μητρώο, το οποίο καταδεικνύει ότι πριν τη επίδειξη αυτής της οπωσδήποτε αξιοκατάκριτης συμπεριφοράς, δεν είχε απασχολήσει τη δικαιοσύνη με οποιοδήποτε τρόπο. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός ότι δεν φαίνεται να έχουν μείνει οποιαδήποτε μόνιμα κατάλοιπα στον Παραπονούμενο, χωρίς ωστόσο αυτό να διαγράφει τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη αλλά και το φόβο που αναμφίβολα αισθάνθηκε, ως επεξηγήσαμε και πιο πάνω. Επίσης λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές του περιστάσεις και δη πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 28 ετών, ο οποίος κατάγεται από την Ινδία και είναι το μεγαλύτερο από τα δύο παιδιά της οικογένειας του. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψιν και τις δυσκολίες, (οικονομικές και όχι μόνον) που αντιμετώπισε μεγαλώνοντας, αφού ο πατέρας του δεν εργαζόταν, καθ' ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα αλκοολισμού και απεβίωσε το 2012, ενώ η μητέρα του ανέκαθεν απασχολείτο με τα οικιακά. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν πως στην Κύπρο ο Κατηγορούμενος ήλθε το 2018 με σκοπό να σπουδάσει και ότι ένεκα οικονομικών δυσκολιών που δεν του επέτρεπαν να καλύψει τα δίδακτρα, διέκοψε τη φοίτηση του ένα χρόνο αργότερα, με αποτέλεσμα να εργοδοτηθεί για τρία χρόνια σε εργοστάσιο ανακύκλωσης μετάλλων και ακολούθως σε εργοστάσιο μαρμάρων, αποστέλλοντας περί τα €500 μηνιαίως στην οικογένεια του προς υποστήριξη της. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψιν ότι τελεί υπό κράτηση από τις 17.3.23 και ότι ως εκ της δίωξης και κράτησης του απώλεσε την εργασία του καθώς και το ότι ως λέχθηκε από τη συνήγορό του, αναμένει ότι μετά το πέρας της υπόθεσης θα απελαθεί από τη Δημοκρατία. Στη βάση των ανωτέρω λαμβάνουμε υπόψιν και τις δυσμενείς επιπτώσεις της ενδεχόμενης φυλάκισης στον ίδιο αλλά και στη συμβία του με την οποία διατηρεί δεσμό από το 2018 και με την οποία διέμενε πριν τη σύλληψη του, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Ως προς την εισήγηση της υπεράσπισης όπως προσμετρήσουμε προς όφελος του το γεγονός ότι τα άλλα τρία πρόσωπα που εμπλέκονται στο συμβάν δεν έχουν διωχθεί, με τον Κατηγορούμενο να είναι ο μόνος που εν τέλει θα τιμωρηθεί για τα αδικήματα των κατηγοριών 1-3, σημειώνουμε τα εξής. Στην Xiaojin κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ 104, λέχθηκε πράγματι πως η μη δίωξη συγκατηγορούμενου αποτελεί μετριαστικό παράγοντα στο πλαίσιο της ίσης μεταχείρισης, αλλά μόνο όπου οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή[3]. Εκεί η μη δίωξη του εγκεφάλου κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί μετριαστικός παράγοντας καθότι δεν ήταν σκόπιμη και ηθελημένη, δεδομένου του ότι αυτός συνελήφθη την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων ως παράνομος αλλοδαπός και απελάθηκε χωρίς η Αστυνομία να γνωρίζει οτιδήποτε για την εμπλοκή του στην υπόθεση, ενώ προσπάθειες για εντοπισμό του μέσω της Interpol, απέβησαν άκαρπες. Επίσης κρίθηκε ότι η διακοπή της διαδικασίας εναντίον πρώην συγκατηγορούμενου δεν οφειλόταν σε σκόπιμη ενέργεια, αλλά διότι αυτό το πρόσωπο παραβαίνοντας τους όρους της απόλυσης του εγκατέλειψε την Κύπρο χωρίς να είναι δυνατό να εντοπισθεί. Στην προκειμένη περίπτωση ο Μ.Κ.2 του οποίου η μαρτυρία κρίθηκε αποδεκτή, ανέφερε ότι ένεκα του ότι εν σχέσει με τα λοιπά άτομα που εμπλέκονταν στο συμβάν ο Παραπονούμενος ήταν σε θέση να αναφέρει μόνο το μικρό τους όνομα, έγιναν ενέργειες και του υποδείχθηκαν φωτογραφίες ατόμων με το όνομα που ο τελευταίος έδωσε στην Αστυνομία, χωρίς ωστόσο να αναγνωρίσει οποιοδήποτε πρόσωπο, πέραν του ατόμου με το οποίο είχε συναντηθεί εκτός του κοιμητηρίου και το οποίο καταζητείται. Ό,τι επομένως προκύπτει είναι πως η Αστυνομία, με βάση τα στοιχεία που είχε στη διάθεση της έκανε προσπάθειες για να διακριβώσει την ταυτότητα των δραστών, πράγμα που κατέστη δυνατόν μόνο σε σχέση με ένα εκ των εναπομεινάντων δραστών, ο οποίος καταζητείται χωρίς όμως να έχει ακόμη εντοπιστεί, εξ ου και η παρούσα καταχωρίστηκε μόνο εναντίον του Κατηγορούμενου. Συνεπώς δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε προσπάθεια ευνοϊκότερης μεταχείρισης των άλλων προσώπων, ούτε και κατ' επέκταση τίθεται ζήτημα άνισης μεταχείρισης αδικοπραγούντων και απόδοση προς τον Κατηγορούμενο του αντίστοιχου ελαφρυντικού. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψιν για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Τονίζεται δε ότι η εξατομίκευση, η οποία ως είναι καλά νομολογημένο έχει πάντα τη θέση της, ακόμα και σε σοβαρές υποθέσεις όπου απαιτούνται αποτρεπτικές ποινές, εντούτοις δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 176/28, ημερ. 11.1.19, Λαζαρή, (πιο πάνω)). Καταλήγουμε συνεπώς ότι οι μόνες κατάλληλες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Κρίνουμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο: · Στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 5 ετών. · Στην κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Στις κατηγορίες 1 και 3 δεν επιβάλλουμε ποινή εφόσον τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν περιέχονται στην κατηγορία 2. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Στη βάση δε του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Kεφ.155, η έκτιση της ποινής να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, ήτοι από 17.3.23. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (βλ. Πισκόπου (ανωτέρω) Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005), 2 Α.Α.Δ. 639, Urgur v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 189, και Λαζαρή (ανωτέρω)) [2] Όπου λέχθηκαν τα εξής: «Ανεξάρτητα όμως τούτου, όπως πολύ ορθά στο σχετικό απόσπασμα της σελ. 28 το πρωτόδικο δικαστήριο επισημαίνει, εφόσον εφεσείων και πρώην συγκατηγορούμενοι του έδρασαν από κοινού στην επίθεση εναντίον των δύο παραπονουμένων και ο εφεσείων δεν αποσύρθηκε από τον παράνομο σκοπό της επίθεσης εναντίον του Μ.Κ.3, είναι άσχετο αν ο τελευταίος δέχθηκε κτυπήματα μόνο από τους πρώην συγκατηγορουμένους του εφεσείοντα». [3] βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο