← Κύπρος

Δημοκρατία ν. T., Αρ. Υπόθεσης: 1133/22, 17/11/2023

Δημοκρατία ν. T., Αρ. Υπόθεσης: 1133/22, 17/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1133/22 Δημοκρατία ν. T.... Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Πασή. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (Η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών και η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία των αδικημάτων, θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης, χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό βέβαια, για προστασία των τελευταίων.) Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αρνήθηκε ενοχή σε μια κατηγορία βιασμού (κατηγορία 1), μια κατηγορία της στέρησης της ελευθερίας με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε σεξουαλική κακοποίηση (κατηγορία 2), μια κατηγορία κοινής επίθεσης (κατηγορία 3) και δύο κατηγορίες απειλής βιαιοπραγίας (κατηγορίες 4 και 5). Όλα τα αδικήματα που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο φέρονται να έλαβαν χώρα στις 2.4.

  1. Εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι η Παραπονούμενη, η οποία γνωριζόταν με τον Κατηγορούμενο, μετέβη στις 2.4.22 στο σπίτι του τελευταίου με σκοπό να πωλήσει σε φίλους του, οι οποίοι ως της είχε πει, θα ήταν εκεί, κάποια κοσμήματα στο πλαίσιο της τότε εργασίας της, αλλά και για να πάρει κάποια χρήματα που της όφειλε ο Κατηγορούμενος από προηγούμενη αγορά κοσμημάτων στην οποία προέβη ο ίδιος. Εκεί ο τελευταίος αφού την κλείδωσε στο διαμέρισμα του, είχε σεξουαλική επαφή μαζί της δια της βίας και χωρίς της συναίνεση της, η οποία σταμάτησε όταν η Παραπονούμενη υπέστη κρίση άσθματος, εξ αιτίας της οποίας του ζητούσε να πάει στο νοσοκομείο, πράγμα το οποίο εν τέλει έγινε, αφότου η Παραπονούμενη δημιούργησε σε φασαρία στο διαμέρισμα του. Προς τούτο τηλεφώνησε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ταξί το οποίο τους μετέφερε και τους δύο στο νοσοκομείο, αφού ο Κατηγορούμενος επέμεινε να πάει μαζί της, φοβούμενος μήπως αυτή αποκαλύψει σε οποιοδήποτε το τί έγινε. Επίσης θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι ο Κατηγορούμενος την απείλησε τόσο στο διαμέρισμα του όσο και εντός του ταξί, πως αν αποκάλυπτε οτιδήποτε από ό,τι έγινε θα τη σκότωνε, θα την έκανε να δει το κακό του πρόσωπο και θα έπινε το αίμα της. Τέλος, ήταν ουσιώδης θέση της κατηγορούσας αρχής πως η Αστυνομία ενεπλάκη, όταν φίλος της Παραπονούμενης, με τον οποίο αυτή είχε τηλεφωνική επικοινωνία ενόσω βρισκόταν στην οικία του Κατηγορούμενου, αντελήφθη ότι αυτή κινδύνευε και ειδοποίησε σχετικά την αστυνομία, η οποία κατόπιν διαφόρων ενεργειών εντόπισε την Παραπονούμενη, η οποία βρισκόταν πλέον στο νοσοκομείο. Θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι κατά την επίδικη ημερομηνία δεν υπήρξε σεξουαλική επαφή μεταξύ τους και πως η ίδια επινόησε εκδικητικά την κατηγορία του βιασμού (και τις υπόλοιπες επί του κατηγορητηρίου), επειδή μετέβη στο σπίτι του με σκοπό να κάνει σεξ μαζί του, έναντι αμοιβής €100 (πράγμα που είχαν ξανακάνει περί τους δύο-τρεις μήνες προηγουμένως) και εκεί αντελήφθη ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε αυτό το ποσό για να της το δώσει. Περαιτέρω ήταν θέση της υπεράσπισης κότι η Παραπονούμενη προώθησε τα περί βιασμού, επειδή είχε δει μεγάλο αριθμό αστυνομικών στο νοσοκομείο και πανικοβλήθηκε. Προς απόδειξη των κατηγοριών η κατηγορούσα αρχή κάλεσε επτά μάρτυρες, ήτοι την Αστ. 1694 Γ. Γ. (Μ.Κ.1), την Παραπονούμενη Ν. C. M. (Μ.Κ.2), τον Ε.Γ., οδηγό ταξί (Μ.Κ.3), τον G.L.A., φίλο της Παραπονούμενης (M.K.4), τον Δ.Φ., φύλακα στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου (Μ.Κ.5), την Μ.Θ., νοσηλευτική λειτουργό (Μ.Κ.6) και την Α.Π., ιατροδικαστή (Μ.Κ.7). Περαιτέρω κατατέθηκαν 12 τεκμήρια καθώς και η ιατροδικαστική έκθεση μαζί με διάφορες άλλες καταθέσεις, ως Έγγραφα Α-Θ. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατατέθηκε και εγκρίθηκε αριθμός παραδεκτών γεγονότων, αναφορά στα οποία θα γίνει πιο κάτω. Αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής, ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Α. Σύνοψη Μαρτυρίας Η Μ.Κ.1 υιοθέτησε την κατάθεση της Έγγραφο Α, όπου αναφέρει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε ότι η Παραπονούμενη βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου (Γ.Ν.Α.) και ότι μετέβη και η ίδια εκεί όπου τη συνάντησε. Επίσης ανέφερε ότι όταν το έπραξε η τελευταία βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, ότι της ζήτησε να της πει τί συνέβη και αυτή της έλεγε ότι αν μιλήσει, το πρόσωπο αυτό θα την σκοτώσει, ότι την καθησύχασε και ότι εν τέλει μετά από κάποια λεπτά της ανέφερε ότι βιάστηκε από τον Κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε με το όνομα Oliver και της εξήγησε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτό συνέβη, καθώς και ότι το εν λόγω πρόσωπο μετέβη μαζί της στο νοσοκομείο για να είναι σίγουρος ότι η ίδια δεν θα μιλούσε σε κανένα, αλλά επειδή έκανε φασαρία τον έδιωξαν. Η Μ.Κ.1 ανέφερε επίσης, ότι μέσω του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης εντόπισε το πρόσωπο το οποίο ήταν με την Παραπονούμενη λίγο προηγουμένως, ότι φεύγοντας από το νοσοκομείο μετέβη με την Παραπονούμενη προς υπόδειξη της οικίας του εν λόγω προσώπου, ότι εκεί μετέβη και αργότερα την ίδια μέρα όπου εντόπισε τον Κατηγορούμενο, ότι του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και αυτός της ανέφερε ότι δεν είχε σεξουαλική επαφή με την Παραπονούμενη. Κατέθεσε τις καταθέσεις του Κατηγορούμενου (Τεκμήρια 7 και 8) καθώς και ένα βίντεο από την πλατφόρμα «youtube» το οποίο της παρέδωσε ο ίδιος (Τεκμήριο 3), ενώ επίσης κατέθεσε και συνομιλίες στην εφαρμογή «whatsapp», που εξήχθησαν από το κινητό της Παραπονούμενης (βλ. Τεκμήρια 11 και 12) και οι οποίες ως ανέφερε περιήλθαν στη γνώση της λίγες ημέρες πριν την έναρξη της ακρόασης. Αντεξετάστηκε για να της υποβληθεί, με αναφορά και στα σχετικά πλάνα από το κλειστό κύκλωμα του Γ.Ν.Α., ότι όταν συνάντησε την Παραπονούμενη αυτή δεν ήταν σε σοκ ούτε έτρεμε, ότι αυτό που αναστάτωσε την Παραπονούμενη, εάν ήταν αναστατωμένη, ήταν ο (μεγάλος) αριθμός αστυνομικών που μετέβη στο μέρος, ότι η ίδια η μάρτυρας τη ρώτησε αν τη βίασε κάποιος και ότι από το φόβο της η Παραπονούμενη, της απάντησε καταφατικά. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με διάφορα ζητήματα που αφορούσαν τις καταθέσεις που λήφθηκαν από την Παραπονούμενη, της υποβλήθηκε ότι έλεγξε το κινητό του Κατηγορούμενου και ότι έσβησε μέρος συνομιλιών του τελευταίου με την Παραπονούμενη, ενώ επίσης της υποβλήθηκε ότι και η Παραπονούμενη έσβησε μέρος των συνομιλιών Τεκμήρια 11 και 12 που εκτυπώθηκαν από το τηλέφωνο της και ότι εν γένει η ίδια (η Μ.Κ.1) προέβη σε επιλεκτική διερεύνηση της υπόθεσης, θέσεις τις οποίες απέρριψε. Η Παραπονούμενη (Μ.Κ.2), υιοθέτησε τις καταθέσεις της Έγγραφα Β (ημερ. 6.4.22), Γ (ημερ. 3.4.22) και Δ (ημερ.4.4.22). Με τις δύο πρώτες χρονολογικά καταθέσεις της (Έγγραφα Γ και Δ), περιγράφει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες γνώρισε τον Κατηγορούμενο, το λόγο για τον οποίο τον επισκέφθηκε την επίδικη ημερομηνία καθώς και τα γεγονότα ως κατά τη θέση της εκτυλίχθηκαν στο διαμέρισμα του κατά την εν λόγω ημερομηνία, οπόταν ο Κατηγορούμενος τη βίασε. Ανέφερε επίσης ότι από το σοκ που έπαθε, υπέστη κρίση άσθματος, δεν μπορούσε να αναπνεύσει και έτσι ο Κατηγορούμενος πανικοβλήθηκε και σταμάτησε, ενώ ακολούθως και μετά από δική της επιμονή δέχθηκε να την πάρει στο νοσοκομείο, εν μέσω απειλών ότι αν έλεγε σε κάποιον οτιδήποτε θα την σκότωνε και θα έβλεπε το κακό του πρόσωπο. Επίσης ήταν η θέση της ότι και στο ταξί την απείλησε ξανά ότι αν μιλήσει σε κάποιον θα την σκότωνε και θα έπινε το αίμα της, με αποτέλεσμα να φοβηθεί και να μην πει κάτι στον ταξιτζή. Περαιτέρω ανέφερε ότι στο πρώτο πρόσωπο που την εξέτασε (το οποίο ως διευκρίνισε ήταν γυναίκα) φοβήθηκε να πει την αλήθεια, επειδή ο Κατηγορούμενος την ακολουθούσε και έτσι ερωτηθείσα σχετικά, αναφέρθηκε μόνο στην κρίση άσθματος. Ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος έκανε φασαρία και έτσι τον έδιωξαν και όταν έμεινε μόνη ήρθε η Μ.Κ.1., ότι στο νοσοκομείο συνειδητοποίησε ότι η τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ενώ βρισκόταν στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου με τον Μ.Κ.4, δεν είχε διακοπεί και ότι αυτός άκουγε τα πάντα και ειδοποίησε την Αστυνομία. Με την κατάθεση Έγγραφο Β, την οποία έδωσε αφότου είδε το βίντεο (Τεκμήριο 3) που την έδειχνε να ευρίσκεται στο σπίτι του Κατηγορούμενου, παραδέχθηκε ότι αντίθετα με τα όσα είχε αναφέρει στις πρώτες δύο καταθέσεις της, είχε πάει πολλές φορές σπίτι του Κατηγορούμενου, ότι το εν λόγω βίντεο γυρίστηκε τη μέρα που του πώλησε το σταυρό και την αλυσίδα, ότι κάθε φορά που πήγαινε στο σπίτι του αυτός της πρότεινε χρήματα για να κοιμηθεί μαζί του, αλλά η ίδια αρνιόταν, χωρίς όμως οποιαδήποτε φορά να ήταν επιθετικός απέναντι της, εξ ου και πήγαινε στο σπίτι του χωρίς να φαντάζεται πως θα της έκανε κάτι τέτοιο. Ανέφερε επίσης ότι την επίδικη ημερομηνία πήγε στο σπίτι του με σκοπό να δείξει τα κοσμήματα της σε φίλους του (υποψήφιους πελάτες) και πριν πάει ο Κατηγορούμενος της έστειλε μηνύματα ότι αν πάει και περάσει μαζί του το βράδι τότε θα της έδινε €100, αλλά η ίδια και πάλι τον αγνόησε γιατί σκέφτηκε ότι αυτός ήταν άλλος ένας τρόπος να την πείσει. Ανέφερε περαιτέρω ότι πίστευε πως αν η ίδια δεν ήθελε τίποτε δεν θα συνέβαινε και εξήγησε ότι ο λόγος που δεν τα ανέφερε όλα αυτά από την αρχή ήταν γιατί φοβόταν ότι σε περίπτωση που τους έλεγε ότι ξαναπήγε στο σπίτι του με τη θέληση της, δεν θα την πίστευαν ότι τη βίασε. Κατά την προφορική της μαρτυρία αναγνώρισε τα Τεκμήρια 10 -12, ανέφερε ότι ποτέ δεν έκανε συναινετικό σεξ με τον Κατηγορούμενο, είτε επί πληρωμή είτε χωρίς και εξήγησε ότι η μόνη φορά που έκανε σεξ με τον Κατηγορούμενο ήταν στις 2.4.22, όταν τη βίασε. Επίσης ανέφερε ότι στον Μ.Κ.4 τηλεφώνησε πριν το βιασμό γιατί αισθανόταν τρομοκρατημένη και ήθελε να φοβίσει τον Κατηγορούμενο ότι θα καλούσε την αστυνομία, αλλά δεν του είπε τί πραγματικά συνέβαινε επειδή πίστευε ότι ο Κατηγορούμενος θα νόμιζε ότι μιλούσε με την Αστυνομία, ενόψει του ότι δεν καταλάβαινε τη γλώσσα τους και έτσι θα φοβόταν και θα σταματούσε. Αντεξετάστηκε μεταξύ άλλων ως προς τις αντιφάσεις, που κατά την υπεράσπιση, προκύπτουν από τις καταθέσεις της και ιδιαίτερα ως προς το γιατί είχε αναφέρει ότι αντάλλαξαν τηλέφωνα την ημέρα που βρέθηκαν τυχαία στο φούρνο, εφόσον συνομιλούσε μαζί του και τον επισκεπτόταν στο σπίτι του από πολύ προηγουμένως, ως προς τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αναγκαίο να δώσει δύο καταθέσεις, ως προς το εάν η εργασία της στο περίπτερο ήταν νόμιμη, δεδομένου του καθεστώτος της ως αιτήτριας ασύλου, ως προς το εάν ενώ εργαζόταν ως αυτοεργοδοτούμενη λάμβανε και επίδομα από το κράτος, ως προς τους λόγους που δεν ανέφερε τα όσα συνέβαιναν στον Μ.Κ.4 με τον οποίο είχε συνομιλία, αλλά και ως προς το γιατί δεν ανέφερε τα, κατά τη θέση της, διαδραματισθέντα ούτε στον ταξιτζή αλλά ούτε και στη νοσοκόμα που την εξέτασε στο νοσοκομείο. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με το πώς η ίδια εξέλαβε την παρουσία αριθμού αστυνομικών στο μέρος αλλά και ως προς τα μηνύματα Τεκμήρια 11 και 12 για να της υποβληθεί ότι τα αλλοίωσε, με την ίδια να αρνείται τις σχετικές υποβολές. Ο Μ.Κ.3 (οδηγός ταξί), υιοθέτησε την κατάθεση του Έγγραφο Ε, στην οποία αναφέρει ότι στις 2.4.22 και περί ώρα 22:56, του τηλεφώνησε ένας άντρας και του ζήτησε να μεταφέρει μια κοπέλα στο νοσοκομείο γιατί δεν αισθανόταν καλά και περιέγραψε το τί αντελήφθη κατά την άφιξη του αλλά και κατά τη διαδρομή. Ανέφερε μεταξύ άλλων ότι οι δύο συζητούσαν μεταξύ τους έντονα και ο άντρας της έλεγε ότι την αγαπά και νοιάζεται για αυτήν και αυτή του έλεγε ότι είναι κακό άτομο και ότι δεν νοιάζεται για αυτήν, ότι στον ίδιο δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ήταν ζευγάρι και ότι ο άντρας έτρεφε αγάπη προς τη γυναίκα. Ανέφερε επίσης ότι όταν έφθασαν, ο ίδιος κατέβηκε να μιλήσει με ένα γνωστό του, ότι η κοπέλα πήγε κοντά του και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να την πάρει πίσω όταν τελειώσει και ότι αμέσως κοντά τους πήγε και ο άντρας, ο οποίος της είπε να πάνε μέσα και ότι έχει αυτός το τηλέφωνο του μάρτυρα. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι όταν αντίκρισε τη γυναίκα φαινόταν "νορμάλ", ότι της έδωσε τη σακούλα προληπτικά επειδή δεν φαινόταν καλά, πράγμα που έκρινε από το γεγονός ότι ζητούσε να πάει στο νοσοκομείο και όχι από κάτι που είδε σε αυτήν. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε αντιληφθεί η κοπέλα να έτρεμε ή να βρισκόταν σε σοκ, ούτε να ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένη, ότι οι δύο μιλούσαν έντονα στην αγγλική γλώσσα την οποία αντιλαμβάνεται ο ίδιος, όχι όμως 100%, ότι δεν απέκλειε να του είπε ο Κατηγορούμενος όταν τους συνάντησε αρχικά ότι βρήκε την κοπέλα στο δρόμο και ήθελε να την βοηθήσει, αλλά παράλληλα ανέφερε πως αν του το έλεγε και το θυμόταν όταν έδιδε την κατάθεση του, θα το είχε αναφέρει. Επίσης ανέφερε ότι δεν τον άκουσε να την αποκαλεί «μαύρη» σε οποιοδήποτε στάδιο, ενώ κατά την επαναξέταση ερωτηθείς αν παρατήρησε ότι δεν ήταν αναστατωμένη ή σοκαρισμένη και αν έδωσε σημασία σε αυτά τα πράγματα, ανέφερε ότι δεν μπαίνει σε πολλές λεπτομέρειες διότι έχει «τα δικά του», ήταν περασμένη και η ώρα και πως αν έδινε σημασία στον καθένα που μπαίνει στο ταξί θα έπρεπε να γράψει βιβλία. Ο Μ.Κ.4, υιοθέτησε την κατάθεση του Έγγραφο Στ, στην οποία αναφέρει ότι κατάγεται από το Καμερούν, ότι είναι φίλος με τον Α., ο οποίος διατηρεί δεσμό με την Παραπονούμενη και ότι και με την Παραπονούμενη διατηρεί φιλική σχέση και μιλούν συχνά στο τηλέφωνο. Επίσης αναφέρει ότι στις 2.4.22 τον πήρε τηλέφωνο η Παραπονούμενη μέσω «Whatsapp», ότι είχαν μια φυσιολογική συζήτηση χωρίς να του πει που βρισκόταν, ότι καθώς μιλούσαν κάποιος άλλος φίλος του τον κάλεσε με αποτέλεσμα η κλήση με την Παραπονούμενη να τεθεί σε αναμονή, ότι ο ίδιος νόμισε ότι η Παραπονούμενη διέκοψε την κλήση και ότι όταν ολοκλήρωσε το άλλο τηλεφώνημα, αντελήφθη ότι η κλήση με την Παραπονούμενη συνέχιζε, αλλά η Παραπονούμενη δεν μιλούσε. Ότι μπορούσε, παρά ταύτα, να ακούσει μια αντρική φωνή η οποία έλεγε "Σου είπα ότι σ' αγαπώ" και την Παραπονούμενη να του λέει "Άφησε με θέλω να φύγω", ότι άκουσε την Παραπονούμενη να τσιρίζει λέγοντας "Άφησε με μόνη" και τον άντρα να της λέει "Δεν θα πάεις πουθενά" και ότι επίσης άκουσε την Παραπονούμενη να του λέει "Είμαι ασθματική. Παρε με νοσοκομείο" και ο άντρας να της λέει "Θα σε πάρω στο νοσοκομείο αλλά όχι τώρα". Ενόψει του ότι η Παραπονούμενη δεν ανταποκρίνετο στα μηνύματα του και επειδή φοβήθηκε και πανικοβλήθηκε από αυτά που άκουγε, κάλεσε τον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, όπου έδωσε το τηλέφωνο της Παραπονούμενης και του φίλου του Α., τον οποίο εν τέλει κάλεσε η Αστυνομία, αφού η Παραπονούμενη δεν ανταποκρινόταν. Επίσης ανέφερε ότι η Παραπονούμενη τελικά απάντησε τις κλήσεις και τους ανέφερε ότι βρισκόταν στο νοσοκομείο και ότι ο ίδιος όταν πληροφορήθηκε πως την βρήκαν πήγε για ύπνο. Θέση του ήταν επίσης ότι την επόμενη μέρα η Παραπονούμενη του ανέφερε ότι η ίδια τσακώθηκε με τον άντρα αυτό (σωματικά) και γι' αυτό έπαθε κρίση άσθματος και έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο, ενώ επίσης του ανέφερε ότι η Αστυνομία θα την έπαιρνε τη μέρα εκείνη για να την εξετάσει ο γιατρός. Ανέφερε επίσης ότι η κλήση παρέμεινε ανοικτή για περίπου 40 λεπτά και ότι αυτό που συνέβαινε κατά τη διάρκεια της κλήσης ήταν τρομακτικό. Αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, ως προς τη διάρκεια της συνομιλίας του με την Παραπονούμενη για να του υποβληθεί πως δεν μίλησαν 3-4 λεπτά αλλά 12, ως προς το γεγονός ότι δεν αναφέρει στην κατάθεση του ότι η διάρκεια της κλήσης ήταν 40 λεπτά, ως προς το τί ακριβώς είχε ακούσει, πόσο καθαρά μπορούσε να ακούσει τα όσα κατ' ισχυρισμόν άκουσε, αλλά και ως προς το πότε άκουσε την Παραπονούμενη να λέει «είμαι ασθματική, πάρε με στο νοσοκομείο». Ο Μ.Κ.5 υιοθέτησε την κατάθεση του Έγγραφο Ζ με την οποία ανέφερε ότι εργάζεται ως φρουρός στο Γ.Ν.Α., ότι στις 2.4.22 βρισκόταν καθήκον, ότι είδε έναν άντρα τον οποίο αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο, ο οποίος φαινόταν συγχισμένος και μιλούσε στο τηλέφωνο με σπαστά ελληνικά και αγγλικά. Επίσης ανέφερε ότι στο μέρος των εγγραφών βρισκόταν μια κοπέλα πιθανόν αφρικανικής καταγωγής, η οποία έκανε την εγγραφή της για να εξεταστεί, ότι αφότου ολοκλήρωσε την εγγραφή της την έβαλε να καθίσει στο χώρο υποδοχής και ότι μετά πήγε προς το μέρος του προαναφερόμενου άντρα, ο οποίος άρχισε από μόνος του να του λέει ότι ενδιαφέρεται για την κοπέλα, ότι την έφερε στο νοσοκομείο γιατί νοιάζεται για εκείνη και ότι την αγαπά. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος φώναξε στην κοπέλα για να δουν αν μπορούσαν να βρουν μια λύση και η ίδια του ανέφερε μπροστά από τον άντρα ότι θέλει την ησυχία της και ότι δεν θέλει άλλα προβλήματα με αυτόν. Επίσης ανέφερε ότι η κοπέλα προέβη σε μια κίνηση με τα χέρια της, από την οποία ο μάρτυρας αντελήφθη ότι πιθανόν ο Κατηγορούμενος να την είχε πιάσει από το λαιμό με τα χέρια του. Μετά από αυτά η γυναίκα κάθισε στο χώρο υποδοχής και ο άντρας αποχώρησε από το νοσοκομείο. Περιέγραψε την κοπέλα ως φοβισμένη και ταραγμένη και αντεξετάστηκε ως προς το γεγονός ότι δεν εντοπίζονται τέτοιες αναφορές στην κατάθεση του, ενώ κληθείς να αναφέρει πως αντελήφθη ότι ο Κατηγορούμενος ήταν συγχυσμένος, ανέφερε ότι είχε αμηχανία, νευρικότητα και εν γένει δεν ήταν ήσυχος. Δεν θυμόταν αν ο Κατηγορούμενος έκανε φασαρία, αλλά δεν απέκλεισε να τον έβγαλε έξω αν έκανε κάτι τέτοιο. Δεν αισθάνθηκε όμως ότι η κατάσταση μεταξύ τους ήταν τέτοια που έπρεπε να καλέσει την Αστυνομία, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να έφυγε πριν έρθει η αστυνομία, αλλά θέση του ίδιου ήταν πως πριν έρθει η αστυνομία ο Κατηγορούμενος ήταν εκεί. Σε υποβολή ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα μεταξύ τους για να βοηθήσει, διαφώνησε. Η Μ.Κ.6 υιοθέτησε την κατάθεση της Έγγραφο Θ, στην οποία αναφέρει ότι εργάζεται ως νοσηλευτική λειτουργός στο Γ.Ν.Α., ότι στις 2.4.22 και ώρα 23:00 αξιολόγησε στο δωμάτιο διαλογής την Παραπονούμενη, ότι στο δωμάτιο ήταν μόνο οι δύο τους, ότι η πόρτα ήταν κλειστή και ότι Παραπονούμενη της είχε αναφέρει ως συμπτώματα τη δυσκολία στην αναπνοή και την κόπωση, συμπτώματα που είχε για μια ώρα περίπου προηγουμένως. Ανέφερε επίσης ότι η μάρτυρας φαινόταν φοβισμένη και ότι έξω από γυαλί του δωματίου διαλογής στεκόταν άντρας ο οποίος κοίταζε μέσα (τον οποίο αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο), ότι αυτός κάτι έλεγε ενόσω μιλούσε με την κοπέλα χωρίς η ίδια να δίνει σημασία σε αυτό, ότι σε κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο της κοπέλας και αυτή το απάντησε χωρίς η μάρτυρας να δίνει σημασία για να ακούσει τί έλεγε και ότι ο άντρας όταν την είδε της είπε να κλείσει το τηλέφωνο για να συνεχίσει η διαδικασία αξιολόγησης της. Ανέφερε επίσης ότι η ίδια όταν τον άκουσε, άνοιξε την πόρτα με σκοπό να λάβει τη βοήθεια του για να συνεννοηθεί καλύτερα μαζί της για το rapid test, γιατί η εντύπωση που είχε ήταν ότι ήταν φοβισμένη και ότι πιθανόν να μην καταλάβαινε. Θέση της ήταν επίσης ότι όταν του άνοιξε αυτός της μίλησε απότομα λέγοντας της να συνεργαστεί με τους γιατρούς και τους νοσηλευτές και ότι μετά από αυτό ο Κατηγορούμενος έμεινε έξω και η μάρτυρας έκλεισε την πόρτα, ότι διενήργησε το τέστ και ότι ακολούθως και λόγω του τρόπου που ο άντρας της είχε μιλήσει, την ρώτησε αν συνέβαινε κάτι, αλλά η κοπέλα δεν της απάντησε. Μετά τη διαλογή της είπε να πάει για εγγραφή και να περιμένει στην αίθουσα αναμονής να την φωνάξουν και αργότερα εξετάστηκε από ιατρό. Αντεξετασθείσα δεν θυμόταν αν κατά το χρόνο που η Παραπονούμενη εισήλθε στο δωμάτιο διαλογής, οποιοδήποτε άλλο άτομο μπήκε ή προσπάθησε να εισέλθει σε αυτό, ούτε μπορούσε να δώσει άλλες λεπτομέρειες σχετικά με την αναφορά της ότι ο Κατηγορούμενος μίλησε απότομα στην κοπέλα. Ανέφερε επίσης ότι όταν είδε την κοπέλα αρχικά δεν αντελήφθη τα χαρακτηριστικά που εντόπισε όταν την είδε μέσα, ότι η πίεση της ήταν κανονική και ότι τα μόνα συμπτώματα που της ανέφερε ήταν αυτά που καταγράφει στην κατάθεση της. Η Μ.Κ.7 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας και συγκεκριμένα ιατραδικαστής και υιοθέτησε την έκθεση Έγγραφο Θ, την οποία ετοίμασε, αφού εξέτασε την Παραπονούμενη στις 3.4.
  2. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι από την εξέταση της δεν εντόπισε κακώσεις στα γεννητικά της όργανα, ούτε άλλες κακώσεις στο υπόλοιπο σώμα. Υποστήριξε επίσης ότι η απουσία κακώσεων στα γεννητικά όργανα ή στο υπόλοιπο σώμα της Παραπονούμενης δεν δύναται ούτε να επιβεβαιώσει, αλλά ούτε και να αποκλείσει βιασμό. Αντεξετάστηκε για να της υποβληθεί ότι η απουσία κακώσεων στα γεννητικά όργανα ή στο σώμα της, τη στιγμή που η ίδια ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε χαστούκια και ότι ο Κατηγορούμενος την έπιασε από το λαιμό και ότι εν τέλει την βίασε, καταδεικνύει ότι δεν υπέστη κακοποίηση ή βιασμό, θέση με την οποία η μάρτυρας διαφώνησε επεξηγώντας ότι τέτοια τοποθέτηση είναι ιατροδικαστικά εσφαλμένη. Ο Κατηγορούμενος, ως ήδη λέχθηκε επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Οι καταθέσεις όμως που έδωσε στην αστυνομία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7 και
  3. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 7 πέραν από κάποιες προσωπικές πληροφορίες, αναφέρει ότι δεν είχε σεξουαλική επαφή τη δεδομένη ημερομηνία με την Παραπονούμενη, αλλά δύο μήνες προηγουμένως με τη συγκατάθεση της, ότι την επίδικη νύχτα την κάλεσε στο διαμέρισμα του για να κάνουν σεξ, ότι αυτή του είπε ότι θα πήγαινε νοουμένου ότι θα την πλήρωνε €100, ότι ο ίδιος κατά το χρόνο που την κάλεσε ήταν λίγο μεθυσμένος και ότι εξ αιτίας τούτου, της είπε ότι θα της έδινε τα €
  4. Επίσης αναφέρει ότι όταν πήγε στο σπίτι του η Παραπονούμενη του ζήτησε τα €100 για να κάνουν σεξ, ότι αυτός της είπε ότι δεν τα είχε, και ότι τότε αυτή άρχισε να φωνάζει και να τον απειλεί επειδή της είπε ψέματα, ενώ μετά του είπε ότι δεν αισθανόταν καλά και συγκεκριμένα του ανέφερε ότι είχε πρόβλημα με το στομάχι της και του ζήτησε να την πάρει στο νοσοκομείο, πράγμα που αυτός έκανε καλώντας ταξί που τους μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου και πάλιν τον απείλησε. Με τη συμπληρωματική κατάθεση του Τεκμήριο 8, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα λεγόμενα του στην κατάθεση Τεκμήριο 7, σημειώνοντας ότι το σεξ που είχε κάνει με την Παραπονούμενη επ' αμοιβή, ήταν τρεις μήνες προηγουμένως και ότι επίσης έχει βίντεο μαζί της το οποίο παρέδωσε στην Μ.Κ.1 (βλ. Τεκμήριο 3). Β. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  5. Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων. Ι. Καταγγελία- Διερεύνηση (Μ.Κ.1, Μ.Κ.4, Μ.Κ.7) Προτού λεχθεί οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να σημειωθεί πως ένα μέρος των γεγονότων και δη αυτών που αφορούν τη διερεύνηση της υπόθεσης παρέμεινε, ως επί το πλείστον αναντίλεκτο. Και αναφερόμαστε βέβαια κατ' αρχάς στη μαρτυρία του Μ.Κ.4, ο οποίος παρ' ότι αμφισβητήθηκε επί άλλων σημείων, αναφορά στα οποία θα γίνει στη συνέχεια, εντούτοις δεν αμφισβητήθηκε, ούτε και του έγινε οποιαδήποτε υποβολή, εν σχέσει με τη θέση του ότι κατά την 2.4.22 τηλεφώνησε στην Αστυνομία και ανέφερε ότι, συνεπεία τηλεφωνικής επικοινωνίας του με την Παραπονούμενη είχε αντιληφθεί ότι αυτή βρισκόταν με άγνωστο άντρα, σε μέρος που δεν γνώριζε ο ίδιος, υπό τις περιστάσεις που τους περιέγραψε και οι οποίες εγκυμονούσαν κίνδυνο για την ίδια. Τη θέση του αυτή την αποδεχόμαστε και αποτελεί συνακόλουθα και εύρημα μας, αφού και η Μ.Κ.1 ανέφερε, χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί, ότι στις 2.4.22 και περί ώρα 23:00 ενημερώθηκε από συγκεκριμένο συνάδελφο της ότι είχε επικοινωνήσει με το Σταθμό αλλοδαπός άντρας, με το όνομα Guy (που είναι το μικρό όνομα του Μ.Κ.4) και ανέφερε ότι φίλη του (με το μικρό όνομα της Παραπονούμενης και καταγόμενη από τη χώρα καταγωγής της τελευταίας), βρισκόταν στο σπίτι ενός άντρα και ότι αυτός την πίεζε να κάνει σεξ μαζί του, ότι έκλαιγε και ότι δεν ήξερε τί της συνέβαινε. Μετά λοιπόν από την ενημέρωση της οποίας έτυχε η Αστυνομία από τον Μ.Κ.4, τη συνέχεια στα όσα ακολούθησαν δίδει η μαρτυρία της Μ.Κ.
  6. Η Μ.Κ.1 δεν γνώριζε οιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων μερών, ούτε και διαφάνηκε να είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Επρόκειτο δηλαδή για ανεξάρτητη μάρτυρα, η οποία κατέθεσε ως προς το πώς αντελήφθη τα πράγματα και περιέγραψε καθηκόντως τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη της, ως εκ της εμπλοκής της στη διερεύνηση της παρούσας. Εν γένει η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από ευθείς και λεπτομερείς απαντήσεις, χωρίς διάθεση υπεκφυγής. Η βασιμότητα των όσων ανέφερε επιβεβαιώνεται και από την αντιπαραβολή της μαρτυρίας της με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση, γραπτή και προφορική. Μεγάλο δε μέρος της δεν αμφισβητήθηκε. Πέραν λοιπόν από τη μη αμφισβήτηση της θέσης της περί της ενημέρωσης της Αστυνομίας από τον Μ.Κ.4 για τα ανωτέρω, δεν αμφισβητήθηκε ούτε η θέση της ότι ακολούθησαν ενέργειες μέσω υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών και ότι η ίδια ενημερώθηκε εν τέλει ότι το πρόσωπο στο οποίο αφορούσε η πληροφορία βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου (Γ.Ν.Α.), όπου μετέβη και η ίδια. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ότι πριν η ίδια φτάσει στο μέρος και δει την Παραπονούμενη, την τελευταία είδε μια νοσοκόμα στο δωμάτιο διαλογής (Μ.Κ.6), χωρίς η Παραπονούμενη να αποκαλύψει στην εν λόγω νοσοκόμα οτιδήποτε περί βιασμού. Πράγμα, που ανέφερε στην ίδια τη Μ.Κ.1, όταν έφθασε στο νοσοκομείο και μίλησαν κατ' ιδίαν στο σχετικό δωμάτιο της Αστυνομίας. Από αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας της, ό,τι αμφισβητήθηκε αφορούσε αφενός την περιγραφή της Παραπονούμενης όταν την εντόπισε η ίδια στο Γ.Ν.Α. και αφετέρου τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες, η τελευταία της ανέφερε ότι βιάστηκε από τον Κατηγορούμενο. Ως προς το πρώτο ζήτημα που αφορά την περιγραφή της Παραπονούμενης, σημειώνουμε ότι πράγματι αμφισβητήθηκε έντονα η θέση της (Μ.Κ.1) ότι η Παραπονούμενη ήταν σε κατάσταση σοκ, ότι έτρεμε ολόκληρη και ότι τα πόδια της χτυπούσαν νευρικά στο έδαφος. Και τούτο, με αναφορά και στα πλάνα από το Γ.Ν.Α, τα οποία της υπεδείχθησαν (βλ. Τεκμήριο 1.11). Πρέπει βέβαια να τονιστεί αφενός πως τα πλάνα που της υποδείχθηκαν, δεν προέρχονται από το δωμάτιο της αστυνομίας όπου η Μ.Κ.1 συνομίλησε με την Παραπονούμενη[1] και αφετέρου ότι προηγούνται χρονικά της στιγμής που η Μ.Κ.1 την είδε. Είναι βέβαια γεγονός ότι, στα πλάνα που υπεδείχθησαν στην Μ.Κ.1, οι κινήσεις της Παραπονούμενης φαίνονται να είναι, εν πολλοίς, συγκροτημένες. Τούτο όμως, δεν αποκλείει, κατά την κρίση μας, τη θέση της Μ.Κ.1, ότι η Παραπονούμενη ήταν πράγματι στην κατάσταση που περιέγραψε, κατά το χρόνο και χώρο που η ίδια την είδε και που ως ήδη λέχθηκε, διέφερε από το χρόνο και χώρο των πλάνων που της υποδείχθηκαν. Και τούτο διότι η εισήγηση της υπεράσπισης παραλείπει να λάβει υπόψη ότι, κατά το χρόνο που λήφθηκαν τα πλάνα, δεν ετίθετο θέμα από πλευράς Παραπονούμενης υποβολής καταγγελίας, ούτε ανέμενε την εμπλοκή της Αστυνομίας (η οποία θυμίζουμε ότι ενεπλάκη ένεκα των ενεργειών του Μ.Κ.4). Όταν δε πλέον η Μ.Κ.1 τη συνάντησε, η Παραπονούμενη ήρθε, εκ των πραγμάτων, απρόσμενα αντιμέτωπη με το δίλημμα της καταγγελίας των συμβάντων, για τα οποία μάλιστα είχε ήδη, ως η θέση της απειληθεί, ότι αν τα αποκάλυπτε θα κινδύνευε από τον Κατηγορούμενο. Υπό το πρίσμα αυτό λοιπόν, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τη σχετική εισήγηση της υπεράσπισης. Εξάλλου η Μ.Κ.1 δεν είχε λόγο να επινοήσει την περιγραφή αυτή της Παραπονούμενης, ούτε άλλωστε μας υποδείχθηκε κάποιο κίνητρο που δυνατόν να είχε για να ενεργήσει έτσι, ούτε εν πάση περιπτώσει γνώριζε την Παραπονούμενη ή τον Κατηγορούμενο, για να έχει λόγο να υποστηρίξει την πρώτη, έναντι του δεύτερου. Η δε παραστατικότητα και αμεσότητα με την οποία περιέγραφε την Παραπονούμενη, δεν αφήνει σε εμάς καμία αμφιβολία πως βίωσε, τα όσα κατέθετε[2]. Ως προς τη θέση της υπεράσπισης, ότι η Παραπονούμενη όταν εξήλθε από το γραφείο της αστυνομίας (βλ. Τεκμήριο 1.11, ώρα 1:04:05) φαίνεται επίσης να είναι ήρεμη, πρέπει να πούμε πως αντίθετα με τις εισηγήσεις της υπεράσπισης, δεν θεωρούμε πως τούτο πλήττει τη θέση της Μ.Κ.1 ως προς την περιγραφή της λίγο πριν. Αντίθετα κρίνουμε πως η συνέχεια αυτή είναι μάλλον αναμενόμενη, αν ληφθεί υπόψη η θέση της Μ.Κ.1 ότι στο μεταξύ η Παραπονούμενη καθησυχάστηκε και μπόρεσε να αισθανθεί ασφαλής και να της αναφέρει τα όσα κατά τη θέση της είχαν προηγηθεί. Έχοντας αποδεχθεί τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 επί της περιγραφής της Παραπονούμενης για τους λόγους που πιο πάνω επεξηγήθηκαν, επανερχόμαστε στο δεύτερο ζήτημα αμφισβήτησης της μαρτυρίας της, που αφορά τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η Παραπονούμενη ανέφερε στην εν λόγω μάρτυρα ότι βιάστηκε από τον Κατηγορούμενο. Επί τούτου η Μ.Κ.1 αντεξετάστηκε εκτενώς, για να της υποβληθεί ότι ένεκα της πληροφόρησης που (η Μ.Κ.1) είχε λάβει πριν μεταβεί στο νοσοκομείο, η ίδια υπέβαλε στην Παραπονούμενη ότι βιάστηκε, χωρίς η τελευταία να της αναφέρει (αυτόβουλα) οτιδήποτε για βιασμό. Ως και πιο πάνω υποδείξαμε δεν εντοπίζουμε λόγο ή κίνητρο από πλευράς Μ.Κ.1, για να πράξει κάτι τέτοιο. Άλλωστε και η ίδια η μάρτυρας ήταν κατηγορηματική στο ότι ουδέποτε ενεργεί με αυτόν τον τρόπο και ότι ούτε στην προκειμένη περίπτωση, ενήργησε ως της υποβλήθηκε. Εξάλλου ως πολύ λογικά εξήγησε, δεν είχε λόγο να εξωθήσει την Παραπονούμενη σε μια τέτοια δήλωση, αφού πράττοντας τούτο το μόνο που θα επιτύγχανε, ήταν να προσθέσει όγκο εργασίας στον εαυτό της, εμπλέκοντας τον στη διερεύνηση μιας χρονοβόρας και δύσκολης υπόθεσης βιασμού. Ως προς το εάν η αναφορά βιασμού ήταν αποτέλεσμα φόβου που η Παραπονούμενη αισθάνθηκε ένεκα της παρουσίας πολλών μελών της αστυνομίας στο μέρος, τούτο αποτελεί ζήτημα που θα εξετάσουμε στη συνέχεια με αναφορά και στη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Επί του παρόντος σημειώνουμε τη θέση της Μ.Κ.1 ότι κατά το χρόνο που η Παραπονούμενη της εξιστόρησε τα συμβάντα, ευρίσκονταν μόνες τους στο δωμάτιο της αστυνομίας. Την αφήγηση λοιπόν προς τη Μ.Κ.1, από την Παραπονούμενη, των όσων κατά την τελευταία έλαβαν χώρα, ακολούθησε η ενημέρωση του ιατρού από την Μ.Κ.1, ο οποίος την εξέτασε εξωτερικά. Τούτο δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μεταξύ των δύο πλευρών και αποτελεί συναφώς και δικό μας εύρημα. Ως προς το γιατί η Μ.Κ.1 ενημέρωσε τον ιατρό ότι υπήρχε ισχυρισμός βιασμού, πριν αυτός την εξετάσει, αποδεχόμαστε την πειστική εξήγηση που έδωσε η Μ.Κ.1, ότι δηλαδή σε περιπτώσεις βιασμού ακολουθεί ιατροδικαστική εξέταση και έτσι η ίδια καθηκόντως όφειλε να ενημερώσει σχετικά τον ιατρό, για να μπορέσει να προβεί στις περαιτέρω απαιτούμενες ενέργειες για τη διενέργεια της ιατροδικαστικής εξέτασης. Με τον ίδιο δε πειστικό τρόπο εξήγησε το, εν πολλοίς αυτονόητο, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος δεν εξετάστηκε από ιατροδικαστή επειδή δεν υπήρχαν εξωτερικές κακώσεις ή καταγγελία ότι υπήρχε αντίσταση και τραυματισμός του. Τούτο οδηγεί συναφώς και στην απόρριψη της εισήγησης της υπεράσπισης, ότι τούτο συνιστά άλλη μια ένδειξη της ελλειπούς διερεύνησης της υπόθεσης, στην οποία κατά τη θέση της υπεράσπισης, προέβη η Μ.Κ.
  7. Επίσης από τη μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ότι, μετά που η Παραπονούμενη της είχε αναφέρει ότι το πρόσωπο που εμπλέκετο στην υπόθεση την είχε συνοδεύσει στο νοσοκομείο, η ίδια (η Μ.Κ.1) μέσω του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του Γ.Ν.Α., εντόπισε το πρόσωπο το οποίο ήταν με την Παραπονούμενη λίγο προηγουμένως. Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι υπέδειξε τα σχετικά πλάνα στην Παραπονούμενη και αυτή της ανέφερε ότι πράγματι αυτό ήταν το πρόσωπο στο οποίο αναφερόταν και ότι φεύγοντας από το νοσοκομείο περί τις 01.45 π.μ. της 3.4.22, μετέβη με την Παραπονούμενη προς υπόδειξη της οικίας του εν λόγω προσώπου. Επίσης κοινό τόπο αποτέλεσε και το ότι την ίδια μέρα μετέβη στο διαμέρισμα που της υπέδειξε προηγουμένως η Παραπονούμενη, όπου εντόπισε τον Κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο αυτός ανέφερε "I swear I didn't make sex with her", του επέδωσε γραπτώς τα δικαιώματα του, ενώ από τον Κατηγορούμενο λήφθηκαν δύο καταθέσεις (βλ. Τεκμήρια 7 και 8) καθώς και ένα βίντεο από την πλατφόρμα «youtube» (βλ. Τεκμήριο 3). Ως προς τη λήψη της πρώτης κατάθεσης της Παραπονούμενης τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 3.4.22 (Έγγραφο Γ), σημειώνουμε πως παρά τη σχετική αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε η Μ.Κ.1, δεν προέκυψε οποιαδήποτε σκοπιμότητα από τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης στην αγγλική γλώσσα. Πράγμα που προκύπτει πως έγινε, αφενός διότι η Παραπονούμενη πράγματι γνώριζε σε ικανοποιητικό βαθμό την αγγλική γλώσσα και αφετέρου διότι δεν υπήρχε ευχέρεια να ληφθεί στη γαλλική γλώσσα, με την παρουσία διερμηνέα, κατά το δεδομένο χρόνο. Όταν δε κλήθηκε για να δώσει κατάθεση στη μητρική της γλώσσα στις 4.4.22 (Έγγραφο Δ), υιοθέτησε την πρώτη (Έγγραφο Γ ημερ. 3.4.22), πράγμα που επιβεβαιώνει τη θέση της Μ.Κ.1, ότι ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο την κάλεσε για να δώσει συμπληρωματική κατάθεση, ήταν για να βεβαιωθεί ότι η πρώτη κατάθεση δεν περιείχε κάποιο λάθος, εξ ου και στο πλαίσιο της δεύτερης κατάθεσης, υιοθέτησε την πρώτη. Το ότι η Μ.Κ.1 δεν θυμόταν αν παράλληλα προέκυψαν και άλλα πράγματα που έπρεπε να ερωτηθεί, δεν θεωρούμε ότι επηρεάζει την αντικειμενικότητα της μάρτυρος, ούτε μεταβάλλει καθ' οιονδήποτε τρόπο την όλη εικόνα ή την αξιοπιστία της. Εξάλλου δεν είναι ασύνηθες, ούτε βέβαια και μεμπτό, μετά από τη λήψη μιας κατάθεσης να προκύψει ανάγκη για λήψη δεύτερης, με σκοπό τη διευκρίνιση ζητημάτων που μπορεί να προκύπτουν από την πρώτη. Το εάν δε η Παραπονούμενη προέβαλε αντιφατικές θέσεις στο πλαίσιο των δύο αυτών καταθέσεων της ή αν από το περιεχόμενο τους προκύπτουν ζητήματα που πλήττουν εν γένει την αξιοπιστία της, αυτό αποτελεί ζήτημα που θα απασχολήσει στο πλαίσιο της αξιολόγησης της δικής της μαρτυρίας. Επί του παρόντος όμως δεν θεωρούμε ότι υπάρχουν τέτοια στοιχεία ενώπιον μας που να μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι, η λήψη των δύο αυτών καταθέσεων καταδεικνύει πλημμέλεια ή μερολήψία από πλευράς της Μ.Κ.1 κατά την επιτέλεση του έργου της διερεύνησης, ως η θέση που επανειλημμένα της τέθηκε. Το δε γεγονός ότι η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ήταν η αστυνομία που κάλεσε την Παραπονούμενη για συμπληρωματική κατάθεση, ενώ η Παραπονούμενη ανέφερε ότι η ίδια ήταν αυτή που το ζήτησε, δεν θεωρούμε ότι αποτελεί ζήτημα δυνάμενο να κρίνει την γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων αυτών, αλλά αντίθετα καταδεικνύει απουσία προσυνεννόησης μεταξύ τους, ως προς το τί θα κατέθεταν. Σε μείζον θέμα επιχείρησε βέβαια να αναγάγει η υπεράσπιση και το ότι το πρόσωπο προς το οποίο η Παραπονούμενη αναφέρει ότι τηλεφώνησε ενόσω βρισκόταν στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου, ήταν άντρας και όχι πρόσωπο γένους θηλυκού όπως εκ λάθους φαίνεται να καταγράφεται στην πρώτη της κατάθεση (Έγγραφο Γ)[3]. Η Μ.Κ.1 το απέδωσε σε λάθος, το ίδιο και η Παραπονούμενη. Πράγματι και εμείς είμαστε πεπεισμένοι ότι επρόκειτο περί λάθους που δεν αντελήφθη η Παραπονούμενη όταν της αναγνώστηκε η κατάθεση και εκεί αποδίδουμε την εν λόγω αναφορά, χωρίς άλλες προεκτάσεις. Αφού ούτως ή άλλως, δεν υπήρξε καμμιά εισήγηση ενώπιον μας, ότι υπήρχε άλλο πρόσωπο θηλυκού γένους, που είχε εμπλακεί στα όσα διαδραματίζονταν και εν πάση περιπτώσει το πρόσωπο το οποίο τηλεφώνησε στην Αστυνομία για να αναφέρει αυτά που αντελήφθη ενώ συνομιλούσε με την Παραπονούμενη, παρέμεινε αναντίλεκτο πως ήταν άντρας και δη ο Μ.Κ.
  8. Ως προς τη μεροληψία που ουσιαστικά της καταλογίστηκε, με αναφορά στο ότι όταν συνάντησε τον Κατηγορούμενο έλεγξε το κινητό του και ότι αφότου αυτός της έδειξε τις συνομιλίες του με την Παραπονούμενη, αυτή έσβησε μέρος αυτών από το τηλέφωνο του, σημειώνουμε τα εξής. Η μάρτυρας με ειλικρίνεια δέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος της έδειξε στο κινητό του ένα video στο «youtube», αλλά απέρριψε κατηγορηματικά τα περί διαγραφής μέρους των συνομιλιών του με την Παραπονούμενη. Αποδεχόμαστε τη θέση της αυτή, αφού η γενική υποβολή που της έγινε παρέμεινε εν πολλοίς μετέωρη, χωρίς να συνοδευθεί από οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία που να δημιουργεί έστω κάποια υπόνοια, ότι κάτι τέτοιο συνέβη. Ως προς τα μηνύματα Τεκμήρια 11 και 12, τα οποία εκτύπωσε από το κινητό της Παραπονούμενης, σε σχέση με τα οποία της τέθηκε πως η Παραπονούμενη διέγραψε μέρη των συνομιλιών αυτών, η μάρτυρας επέμεινε πως ό,τι της υπέδειξε η Παραπονούμενη εκτυπώθηκε και ευρίσκεται στο Δικαστήριο. Επί τούτου σημειώνουμε πως δεν διατηρούμε καμμιά αμφιβολία, πως η μάρτυρας εκτύπωσε ό,τι της υπέδειξε η Παραπονούμενη κατά τον εν λόγω χρόνο, αφού ως ήδη υποδείξαμε κανένα συμφέρον ή όφελος θα είχε να παραποιήσει μαρτυρία. Ως προς το χρόνο που έγινε η εκτύπωση και πάλιν αποδεχόμαστε ότι έγινε αρκετούς μήνες μετά την καταγγελία και λίγο πριν την έναρξη της ακρόασης, και τούτο διότι τότε περιήλθε στην αντίληψη της Μ.Κ.1, η ύπαρξη τους. Επομένως δεν θεωρούμε ότι ευσταθεί η εισήγηση περί μεροληπτικής διερεύνησης επειδή, «ούσα και ανακρίτρια της υπόθεσης, ενώ έλαβε τρεις καταθέσεις από την Παραπονούμενη, περίμενε 17 μήνες μετά την καταγγελία για να ζητήσει να φέρει το κινητό της η παραπονούμενη . », αφού εκ των πραγμάτων δεν είχε ένδειξη είτε από πλευράς Κατηγορούμενου, είτε από πλευράς Παραπονούμενης, για την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων. Το αν βέβαια η Παραπονούμενη είχε διαγράψει οποιοδήποτε μέρος των συνομιλιών αυτών, εννοείται ότι αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ίδιας και μόνο, εξ ου και επί τούτου θα επανέλθουμε κατωτέρω. Επί του παρόντος πάντως, σημειώνουμε τη θέση της ότι η ίδια δεν αντελήφθη οτιδήποτε διαγραμμένο στο κινητό της Παραπονούμενης. Επίσης άλλο στοιχείο μεροληπτικής συμπεριφοράς που της καταλογίζεται, είναι ότι απέφυγε να καταγράψει όλα όσα έγιναν εκείνο το βράδυ στο Τεκμήριο 2 και συγκεκριμένα ότι παρέλειψε να καταγράψει την άφιξη τριών αστυνομικών στο ΤΑΕΠ, όπως και τις συνομιλίες της με νοσοκόμους και το γιατρό, ενώ επίσης της αποδίδεται ότι παρέλειψε να λάβει από αυτούς κατάθεση. Επί τούτου κατ' αρχάς σημειώνουμε ότι το Τεκμήριο 2, αποτελεί στην ουσία μια σύνοψη των σημαντικότερων, κατά τη μάρτυρα σημείων, που περιέχουν τα πλάνα που λήφθηκαν από το νοσοκομείο και ως τέτοια, δεν αναμένεται να περιέχει κάθε πτυχή των εκεί διαμειφθέντων. Εξάλλου τα ίδια τα πλάνα τέθηκαν ενώπιον μας αυτούσια (βλ. Τεκμήριο 1.11) και συνεπώς αδυνατούμε να αποδώσουμε στη μάρτυρα οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο, λόγω μη αναφοράς των όσων η υπεράσπιση υπέδειξε. Σε κάθε περίπτωση σημειώνουμε ότι, όπως και η ίδια η Μ.Κ.1 πειστικά εξήγησε, οι άλλοι αστυνομικοί δεν είχαν κάποιο ουσιαστικό ρόλο, ούτε κάποια μαρτυρία να προσφέρουν, ο δε γιατρός είχε ετοιμάσει έκθεση και μπορούσε να κληθεί να μαρτυρήσει σε σχέση με αυτή. Ούτε βέβαια θα μπορούσε ευλόγως η Μ.Κ.1 να προβλέψει ότι η υπεράσπιση θα προέβαλλε τη θέση ότι, η Παραπονούμενη κατήγγειλε ψευδώς βιασμό, επειδή είδε στο μέρος πολλούς αστυνομικούς και φοβήθηκε, για να τίθετο θέμα από πλευράς της μάρτυρος να δώσει έμφαση στην παρουσία τους. Ως προς τους νοσοκόμους δε, σημειώνεται πως λήφθηκε κατάθεση από τη Μ.Κ.6, η οποία είχε πρώτη εξετάσει την Παραπονούμενη και δεν είναι αντιληπτό ούτε και υποδείχθηκε, τί θα προσέθετε στην υπόθεση προς όφελος του Κατηγορούμενου η λήψη καταθέσεων από άλλους νοσοκόμους, ή πώς ακριβώς επηρεάστηκε ο Κατηγορούμενος στην υπεράσπιση του από τη μη λήψη καταθέσεων από αυτούς. Επομένως είναι προφανές πως οι θέσεις της υπεράσπισης περί μεροληπτικής διερεύνησης παρέμειναν εν πολλοίς σε επίπεδο υποβολών που δεν έγιναν δεκτές και δεν υποστηρίχθηκαν από μαρτυρία. Έμειναν κατ' επέκταση μετέωρες και χωρίς ίχνος ερείσματος που να τείνει να δημιουργήσει, έστω και εν είδει υπόνοιας, την πιο αμυδρή αμφιβολία στο μυαλό μας περί της ύπαρξης τέτοιας μεροληψίας από πλευράς Μ.Κ.
  9. Πόσω δε μάλλον να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι διερεύνησε την υπόθεση, λαμβάνοντας ως δεδομένη την ενοχή του Κατηγορούμενου, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης, την οποία υπό το φως των ανωτέρω δεν μπορούμε να αποδεχθούμε. Επομένως και στη βάση των ανωτέρω, αποδεχόμαστε στο σύνολο τη μαρτυρία της Μ.Κ.1, στην οποία και βασιζόμαστε για να εξαγάγουμε ανάλογα ευρήματα. Βεβαίως παρά την καλή εντύπωση που άφησε η μάρτυρας, τονίζουμε ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την εντύπωση που η ίδια απεκόμισε διαβάζοντας τα μηνύματα Τεκμήρια 11 και 12, όσο και αν πιστεύουμε ότι ειλικρινώς εξέφρασε την άποψη αυτή. Και τούτο διότι το ζήτημα αυτό άπτεται της αξιολόγησης της μαρτυρίας των εμπλεκομένων στα ουσιώδη γεγονότα και ως τέτοιο, θα κριθεί από το ίδιο το Δικαστήριο. Πέραν των ανωτέρω σημειώνουμε πως παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο ότι στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, η Παραπονούμενη κατόπιν ενεργειών της Αστυνομίας, εξετάστηκε στις 3.4.22 από τη Μ.Κ.7, πράγμα το οποίο επιβεβαιώθηκε και από την ίδια τη Μ.Κ.7, της οποίας η εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα της ιατροδικαστικής επιστήμης δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Στη βάση δε των ανωτέρω, την αποδεχόμαστε και εμείς ως εμπειρογνώμονα στον τομέα αυτό. Ήταν μάρτυρας που δεν γνώριζε οποιονδήποτε εκ των εμπλεκομένων στην υπόθεση, ούτε είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον να εξυπηρετήσει. Η εντύπωση που αποκομίσαμε ήταν ότι η ίδια προσπάθησε με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό να παραθέσει την επιστημονική της άποψη επί του ζητούμενου, που δεν ήταν άλλο από το εάν η απουσία κακώσεων στα γεννητικά και περιγεννητικά όργανα ή και στο υπόλοιπο σώμα, την οποία διαπίστωσε (βλ. Έγγραφο Θ) και η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο βιασμού ή κακοποίησης. Η μάρτυρας δίδοντας τα απαραίτητα στοιχεία και εχέγγυα για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει τη μαρτυρία της και συμμορφούμενη πλήρως προς τις σχετικές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων, τις οποίες είχαμε υπόψιν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της[4], εξήγησε πειστικά τους λόγους για την κατάληξη της. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι αποτελεί γενική αρχή της ιατροδικαστικής επιστήμης ότι η μη εύρεση κακώσεων στα εν λόγω σημεία δεν μπορεί, ούτε να επιβεβαιώσει, αλλά ούτε και να αποκλείσει βιασμό. Παρά δε τις αντίθετες εισηγήσεις της υπεράσπισης, η μάρτυρας παρέμεινε σταθερή στη θέση της, την οποία αιτιολόγησε, λέγοντας αφενός πως μετά από χαστούκισμα, πολλές φορές το μόνο που προκύπτει είναι κάποια ερυθρότητα που διαρκεί πολύ λίγο χρόνο και δεν συνοδεύεται από οίδημα ή εκχύμωση ή ακόμα και εντυπώματα και αφετέρου ότι η Παραπονούμενη εξετάστηκε από την ίδια την επομένη του συμβάντος. Αφήνοντας έτσι να γίνει ξεκάθαρα αντιληπτό, ότι ο μη εντοπισμός τέτοιων ενδείξεων την επομένη, δεν αποκλείει να είχε υποστεί χαστούκισμα, ως ήταν η θέση της, αλλά ούτε και το αντίθετο. Εξήγησε ακόμα ότι η ύπαρξη είτε εντυπώματος είτε οιδήματος είτε εκχύμωσης, εξαρτάται και από το πόσο ισχυρή είναι η δύναμη με την οποία διενεργείται η επίθεση, αλλά και η σωματική διάπλαση του ατόμου που δέχεται την επίθεση, επισημαίνοντας, πως η εδώ Παραπονούμενη, ήταν άτομο μέτριας σωματικής διάπλασης και όχι για παράδειγμα παιδί, επί του δέρματος του οποίου, μπορεί ευκολότερα να παραμείνει ένδειξη κάποιας κακοποίησης. Τούτων δεδομένων αδυνατούμε να αποδεχθούμε τη θέση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι η μάρτυρας εντέχνως απέφευγε να απαντήσει ευθέως, αφού ό,τι παρατηρήσαμε ήταν ότι διασυνέδεε τα όσα ανέφερε με δεδομένα της υπόθεσης. Στο ίδιο πλαίσιο υπέδειξε επίσης ότι ο λαιμός, όπου η Παραπονούμενη είχε υποδείξει επίθεση, είναι ευαίσθητο όργανο με αποτέλεσμα οποιαδήποτε πίεση ακόμη και μικρής ισχύος, να εκλαμβάνεται από το άτομο που τη δέχεται ως μεγάλη. Για να καταλήξει έτσι στο ότι, ακόμα και η αναφορά της Παραπονούμενης ότι την έσφιγγε δυνατά από το λαιμό, να μην μπορεί να οδηγήσει οπωσδήποτε σε συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να εντοπιστούν σχετικές ενδείξεις στο σημείο εκείνο και μάλιστα ώρες μετά το επίδικο συμβάν. Απέρριψε δε τη θέση ότι τα δεδομένα της υπόθεσης συνιστούν ειδική περίπτωση και πως τα όσα ανέφερε αποτελούν τον γενικό κανόνα, που δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα. Τουναντίον τόνισε πως η μη εύρεση κακώσεων σε περιπτώσεις βιασμού δεν είναι κάτι το πρωτόγνωρο, αφού απαιτείται μεγάλη βιαιότητα για να φανούν ενδοκολπικές ή περιγεννητικές κακώσεις ή αιμορραγίες. Στη βάση λοιπόν του συνόλου της μαρτυρίας της αποδεχόμαστε τόσο τα ευρήματα της Μ.Κ.7 κατά την ιατροδικαστική εξέταση ως το Έγγραφο Θ, καθώς και το σχετικό συμπέρασμα της ότι η απουσία κακώσεων στα σημεία που αναφέρει στην έκθεση της, δεν μπορεί να αποδείξει, αλλά ούτε και να αποκλείσει ενδεχόμενο βιασμού ή άλλης κακοποίησης. Προτού ολοκληρώσουμε τα όσα αφορούν το ανακριτικό στάδιο σημειώνουμε πως δηλώθηκαν ως παραδεκτά, τα γεγονότα που αφορούν τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν σε επίπεδο γενετικού υλικού, τα οποία αποτελούν και δικά μας περαιτέρω ευρήματα. Συγκεκριμένα δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι:
  10. Από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν σε επίπεδο γενετικού υλικού δεν εντοπίστηκαν σπερματικά κύτταρα ή σπερματικές ουσίες ή γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου ή άλλου ανδρός στην περιοχή των γεννητικών οργάνων της Παραπονούμενης, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά.
  11. O μη εντοπισμός σπερματικών κυττάρων ή σπερματικών ουσιών ή και γενετικού υλικού αντρικής προέλευσης σε κολπικά επιχρίσματα, δεν στηρίζει αλλά ούτε και αποκλείει ισχυρισμό για διείσδυση αντρικού πέους στον κόλπο ενός ατόμου.
  12. Στα σεντόνια Τεκμήριο 1.1, δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό της Παραπονούμενης.
  13. Δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου στο στηθόδεσμο χρώματος άσπρου Τεκμήριο 1.9 (είτε στην εξωτερική είτε στην εσωτερική πλευρά) ή σε οποιαδήποτε άλλα ρούχα της Παραπονούμενης.
  14. Όταν ένα άτομο έρχεται σε επαφή με γυμνά χέρια ή σώμα με ένα αντικείμενο δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι στο αντικείμενο εκείνο θα ανιχνευτεί το γενετικό του υλικό. ΙΙ. Τα Γενονότα της 2.4.22 (Παραπονούμενη (Μ.Κ.2), Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5, Μ.Κ.6, Κατηγορούμενος) Ένεκα του ότι ουσιωδέστερη μάρτυρας των γεγονότων αυτών ήταν η Παραπονούμενη, οφείλουμε εξαρχής να παρατηρήσουμε πως εκ της φύσης της υπόθεσης το πρώτο που μας απασχόλησε ήταν το κατά πόσον ισχύει ο κανόνας πρακτικής, ο οποίος επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας και την αυτοπροειδοποίηση του για τους ενδεχόμενους κινδύνους να καταλήξει σε εύρημα ενοχής, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Το αδίκημα του βιασμού στην προκειμένη περίπτωση εδράζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  15. Όπως δε εν τέλει διευκρινίστηκε στην υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.147/16 κ.ά., ημερ. 20.11.19, παρά τις καταργήσεις σε διάφορα νομοθετήματα εντούτοις «. παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονουμένων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα .». Παρά ταύτα όμως εντοπίζεται πως τα επίδικα αδικήματα συνιστούν και αδικήματα βίας εν τη εννοία του Ν.115(Ι)/21, με βάση το άρθρο 29[5] του οποίου, προνοείται ότι για την απόδειξη αδικήµατος βίας κατά γυναίκας, δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής µαρτυρίας, μεταξύ άλλων, της ένορκης µαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης µε µόνη την ένορκη µαρτυρία γυναίκας. Ως προς την ερμηνεία της πρόνοιας αυτής οφείλουμε να σημειώσουμε ότι δεν έχουμε εντοπίσει απόφαση του Εφετείου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία να πραγματεύεται το ζήτημα αυτό. Παρά ταύτα στην Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473, η οποία αφορούσε αδικήματα κατά παράβαση του Ν. 87(Ι)/07, με βάση το άρθρο 4

(3)του οποίου προνοείται ότι δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία για την απόδειξη αδικημάτων που στηρίζονται στον εν λόγω νόμο, λέχθηκαν τα εξής, ως προς την ερμηνεία της πρόνοιας αυτής και τις συνέπειες της, τα οποία θεωρούμε ότι ισχύουν κατ' αναλογίαν και στην προκειμένη περίπτωση: «Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριμενοποιηθεί. Προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο παράδειγμα του καθυστερημένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούμενης αντιφατικής δήλωσης του μάρτυρα. . Αφ' ης στιγμής το Δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία και τέτοια μαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόμενα θέματα, το περιεχόμενο και την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένος τύπος.» Κατ΄ ανάλογο τρόπο στην Ποινική Έφεση 148/19, Γ.Χ. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.2.2021, έχοντας υποδείξει την κατάργηση της πρόνοιας στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 περί απαίτησης για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού και ανάλογης αυτοπροειδοποίησης, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι «.όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Κ.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 272/2017, ημερομηνίας 26.9.2019, «.το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται σε κατάλληλες περιπτώσεις ως το ίδιο κρίνει ορθό να προβεί σε τέτοια αυτοπροειδοποίηση ή να αναζητήσει ενίσχυση, ακριβώς λόγω του ελλοχεύοντος κινδύνου που περικλείει η μαρτυρία ανήλικου παιδιού, ιδιαίτερα σε υποθέσεις σεξουαλικής φύσεως». Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, αυτό που χρήζει τονισμού είναι πως η ύπαρξη ή απουσία κανόνα πρακτικής ή διακριτικής ευχέρειας προς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας/αυτοπροειδοποίησης, δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι ουσιαστικότερη μάρτυρας των επίδικων γεγονότων είναι αναμφίβολα η Παραπονούμενη, με τη μαρτυρία της να κρίνεται άκρως σημαντική για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Έχοντας ακριβώς συναίσθηση της σοβαρότητας της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, εννοείται ότι την έχουμε αξιολογήσει με κάθε δυνατή προσοχή, αντιπαραβάλλοντας κάθε πτυχή της μαρτυρίας της με την υπόλοιπη μαρτυρία για να ελεγξουμε την αξιοπιστία της. Πριν από οτιδήποτε άλλο, πρέπει να λεχθεί ότι ένα μέρος της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί συνεπώς, μέρος και των δικών μας ευρημάτων. Συγκεκριμένα εκ της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε ότι κατάγεται από το Καμερούν, ότι ήρθε στην Κύπρο τον Αύγουστο του 2020, ότι υπέβαλε αίτηση ασύλου η οποία απερρίφθη και ότι κινήθηκε προς ανατροπή της απόφασης αυτής, χωρίς να έχει λάβει ακόμα απάντηση. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο συγκατοικούσε με μια κοπέλα και ένα άντρα, με τον οποίο είχε δημιουργήσει στην πορεία δεσμό και ότι από τον Σεπτέμβριο του 2021 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2022 εργαζόταν σε συγκεκριμένο περίπτερο στην περιοχή Παραλιμνίου. Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι αφότου σταμάτησε την εργασία αυτή, απασχολείτο με τη μεταπώληση κοσμημάτων και ότι ακολούθως βρήκε εργασία ως καθαρίστρια σε ξενοδοχείο, όπου και εργάζεται ακόμα. Μέρος του κοινού υποβάθρου γεγονότων αποτέλεσε και το ότι η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος είχαν γνωριστεί κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της στο περίπτερο, ότι είχαν ανταλλάξει από τότε αριθμούς τηλεφώνων και ότι συνομιλούσαν στην εφαρμογή "Whatsapp" από τον Νοέμβριο
  1. Βέβαια τέθηκε θέμα από την υπεράσπιση ότι η Παραπονούμενη δεν αποκάλυψε στις δύο πρώτες καταθέσεις της, ότι η ανταλλαγή τηλεφώνου έγινε από τότε που εργαζόταν στο περίπτερο, ότι συνομιλούσαν στην εφαρμογή «Whatsapp» από τον Νοέμβριο του 2021 και ότι είχαν συναντηθεί στο διάστημα αυτό κάποιες φορές πριν την επίδικη ημερομηνία. Στα ζητήματα αυτά θα επανέλθουμε πιο κάτω. Επί του παρόντος όμως, στρέφουμε την προσοχή μας στη θέση της υπεράσπισης πως παρά το ότι πράγματι Κατηγορούμενος και Παραπονούμενη συνομιλούσαν στην εφαρμογή "Whatsapp", εντούτοις τα Τεκμήρια 11 και 12 δεν αποτυπώνουν τις πλήρεις συνομιλίες τους, επειδή η Παραπονούμενη διέγραψε μέρος των συνομιλιών, κατά πώς την βόλευε. Επί τούτου οφείλουμε να σημειώσουμε εν πρώτοις, ότι η θέση αυτή παρέμεινε σε επίπεδο γενικής υποβολής, που δεν έγινε αποδεκτή από τη μάρτυρα και δεν υποστηρίχθηκε στη συνέχεια από οποιαδήποτε μαρτυρία, που να τείνει να καταδείξει κάτι τέτοιο. Ούτε βέβαια και της υποδείχθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη συνομιλία που απουσιάζει από τα εν λόγω τεκμήρια. Από μόνο δε το γεγονός, ότι από τις συνομιλίες αυτές προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος στέλνει, σε πολλές περιπτώσεις, απανωτά μηνύματα, χωρίς να λαμβάνει απάντηση, κάτι το οποίο ήταν εξάλλου και η θέση της Παραπονούμενης ότι ο τελευταίος συνήθιζε να πράττει, σίγουρα δεν μπορεί να εξαχθεί η θέση την οποία προώθησε η υπεράσπιση, ότι δηλαδή η Παραπονούμενη διέγραψε μηνύματα από τις συνομιλίες τους. Το ότι κάποιος μπορεί να θεωρήσει ασύνηθες ή και παράλογο, το να αποστέλλει κάποιος τόσα πολλά μηνύματα χωρίς να λαμβάνει απάντηση, αυτό σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει χωρίς άλλο στο ότι ψεύδεται ένας μάρτυρας, ο οποίος περιγράφει τον παραλογισμό που έχει βιώσει, πόσω δε μάλλον να οδηγήσει στην κατάληξη, ότι επενέβη για να αλλοιώσει την όλη εικόνα. Το ότι δε, η Παραπονούμενη δέχεται ότι έσβησε κάποιο μήνυμα και συγκεκριμένα βίντεο με πορνογραφικό περιεχόμενο, δεν εξυπακούει απαρέγκλιτα ότι έσβησε και άλλα μηνύματα εκ των συνομιλιών τους. Η δε γενική άρνηση της μάρτυρος ότι έσβησε μηνύματα, η οποία είχε προηγηθεί, παρά το ότι είχε σβήσει το συγκεκριμένο μήνυμα-βίντεο, θεωρούμε πως αυτή την έννοια είχε. Από το Τεκμήριο 11 τώρα, που αφορά συνομιλίες μεταξύ 20.11.21 μέχρι και 1.1.22, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ζητά κατά τρόπο πιεστικό από την Παραπονούμενη να συναντηθούν, ότι σε συνάντηση την οποία φαίνεται να είχαν διευθετήσει η Παραπονούμενη δεν παρέστη και ότι γενικά αυτή απαντούσε σποραδικά και μονολεκτικά στα μηνύματα του. Πάντως το βέβαιο είναι, πως δεν φαίνεται πουθενά η Παραπονούμενη να ανταποδίδει το εμφανές ενδιαφέρον, που αυτός επίμονα της εκδηλώνει και το οποίο στην πορεία καθίσταται όλο και πιο σαφές, πως έχει σεξουαλική χροιά. Ενδεικτική αναφορά μπορεί να γίνει στο Τεκμήριο 11, σελ. 4, όπου εντοπίζουμε τα εξής[6]: «27/12/21, 10:32 - 👍 voila: <Medias omis> Goodmorning 😘 I Love you a lot I am crayz but what can I do but Love you Can we meet today 🤣 27/12/21, 11:01 - 👍 voila: What you do 27/12/21, 11:01 - 👍 voila: I missed you 27/12/21, 11:34 - 👍 voila: <Medias omis> 27/12/21, 19:47 - 👍 voila: <Medias omis> 27/12/21, 22:09 - 👍 voila: <Medias omis> 27/12/21, 22:10 - Papa: Humm 27/12/21, 22:10 - 👍 voila: What you do? 27/12/21, 22:10- 👍 voila: Write me 27/12/21, 22:10 - Papa: No 27/12/21, 22:10 - 👍 voila: Why 27/12/21, 22:10 - Papa: Working 27/12/21, 22:10 -👍 voila: I missed you 27/12/21, 22:10 -👍 voila: I want to be your man 27/12/21, 22:11 - 👍 voila: I like you a lot 27/12/21, 22:11 -👍 voila: 😘 .» Προχωρώντας τώρα στο Τεκμήριο 12, τούτο αφορά συνομιλίες από τις 18.1.22 μέχρι και 9.3.22, από τις οποίες προκύπτει μεταξύ άλλων ότι αυτός πιεστικά της ζητούσε να κοιμηθεί μαζί του, ότι της προσέφερε και χρήματα για αυτό το σκοπό και ότι αυτή απέρριψε ένα τέτοιο ενδεχόμενο λέγοντας του ότι δεν είναι πόρνη. Παράλληλα προκύπτει επίσης ότι η Παραπονούμενη του ζητούσε να της πληρώσει χρήματα που φαίνεται να της χρωστούσε. Τα όσα βέβαια ανακύπτουν από το Τεκμήριο 12, επιβεβαιώνουν την Παραπονούμενη σε σχέση με διάφορες πτυχές της μαρτυρίας της, τις οποίες και αποδεχόμαστε. Κατ' αρχάς επιβεβαιώνουν ότι κατά την περίοδο αυτή, δηλαδή μετά τον Ιανουάριο του 2022, η ίδια είχε αρχίσει πράγματι να ασχολείται με το «μικρό εμπόριο» στο οποίο αναφέρθηκε και το οποίο αφορούσε τη μεταπώληση κοσμημάτων, ότι στο πλαίσιο αυτό φαίνεται πράγματι να είχε προβεί σε πώληση προς τον Κατηγορούμενο, ότι καδένα με την οποία τον είχε προμηθεύσει είχε σπάσει, ότι ο ίδιος ζητούσε να τον προμηθεύσει με καινούρια, αλλά και ως προς το ότι ο Κατηγορούμενος είχε οφειλή προς την ίδια, η οποία τουλάχιστον περί τον Φεβρουάριο του 2022 ανήρχετο σε €50 (βλ. Τεκμήριο 12, σελ. 4, ημερ. 22.2.22, ώρα 00:12) και την οποία η Παραπονούμενη του ζητούσε επίμονα να της πληρώσει. Έγινε βέβαια λόγος κατά την αντεξέταση της, για το ότι στην κατάθεση της είχε αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος της χρωστούσε €10 και όχι €
  2. Όμως η εισήγηση αυτή, παραλείπει να λάβει υπόψη ότι η κατάθεση της δόθηκε τον Απρίλιο του 2022, όταν σύμφωνα με τα λεγόμενα της Παραπονούμενης στην κατάθεση της, ο Κατηγορούμενος της είχε ήδη δώσει €
  3. Επομένως, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε αντιφατικό στη μαρτυρία της, αλλά μάλλον η μαρτυρία της επί του προκειμένου, συνάδει με τα μηνύματα Τεκμήριο
  4. Τα πιο πάνω μηνύματα (Τεκμήριο 12) βεβαίως την επιβεβαιώνουν και ως προς το ότι ο Κατηγορούμενος επεδείκνυε προς την ίδια σεξουαλικό ενδιαφέρον (βλ. Έγγραφο Β) και ότι μάλιστα της πρότεινε να της δώσει και χρήματα για να δεχθεί να κάνει σεξ μαζί του και ότι η ίδια δεν είχε αποδεχθεί μια τέτοια πρόταση (βλ. Τεκμήριο 12, σελ. 2, ημερ. 9.2.22, ώρα 19:30 όπου του αναφέρει ότι δεν είναι πόρνη - "I am no prostitue"). Την επιβεβαιώνουν όμως και ως προς το ότι η Παραπονούμενη ζητούσε επανειλημμένα από τον Κατηγορούμενο τα χρήματα που αυτός της όφειλε. Εν ολίγοις δηλαδή, ακόμα και αν σε κάποιες περιπτώσεις, φαίνεται να είναι η Παραπονούμενη που αρχίζει κάποιες από τις συνομιλίες, στο Τεκμήριο 12 φαίνεται πάντως να απορρίπτει ξεκάθαρα το ενδεχόμενο να κάνουν σεξ επ' αμοιβή, ζητά επανειλημμένα τα χρήματα της και παράλληλα του ζητά πλέον να σταματήσει να της μιλά με τον τρόπο που το έπραττε, δηλαδή με σεξουαλικά υπονοούμενα. Σχετικές αναφορές εντοπίζονται μεταξύ άλλων στο Τεκμήριο 12 στις σελίδες 3-4 και συγκεκριμένα στην ημερομηνία 14.2.22 ώρα 22:29 «I do my business. You price my chain you have to pay me», στις 14.2.22 και ώρα 22:35 "Pay my money", στις 14.2.22 και ώρα 22:36 "Stop", στις 14.2.22 και ώρα 22:45 "My money" και "Goodnight" και στις 15.2.22 και ώρα 20:46 "I come to my money", ενώ σε αρκετές περιπτώσεις μετά από αλλεπάλληλες δικές του επικοινωνίες τον καλεί να σταματήσει χωρίς ωστόσο αυτός να συμμορφώνεται. Η υπεράσπιση βέβαια εισηγήθηκε ότι εάν πράγματι η Παραπονούμενη έβρισκε εκνευριστικό ή ενοχλητικό τον Κατηγορούμενο, μπορούσε και θα έπρεπε να είχε διακόψει κάθε επαφή μαζί του. Θα μπορούσε ακόμα, σύμφωνα με την υπεράσπιση, να τον αποκλείσει και από τις επαφές της ή και να τον καταγγείλει στην αστυνομία. Εντούτοις όμως προχωρεί η εισήγηση, η Παραπονούμενη συνέχιζε, παρά τις αλλεπάλληλες επικοινωνίες του και το σεξουαλικό του ενδιαφέρον, να του μιλά. Όμως μέσα στο πλαίσιο που προαναφέρθηκε και ιδίως μέσα από το Τεκμήριο 12, από το οποίο προκύπτει ότι η Παραπονούμενη προσπαθούσε έντονα να λάβει πίσω το ποσό που της όφειλε, θέση την οποία προώθησε και ενόρκως, ουδόλως ξενίζουν οι αναφορές της ότι συνέχιζε να συνομιλεί μαζί του για να μπορέσει, σε κάποια στιγμή, να λάβει το ποσό που της όφειλε. Το οποίο, κατά τον χρόνο των εν λόγω συνομιλιών ανήρχετο, ως προκύπτει και από τις ίδιες τις αναφορές του Κατηγορούμενου στο Τεκμήριο 12, σε €50, ως δηλαδή ήταν και η θέση της Παραπονούμενης. Με πολύ πειστικό τρόπο μάλιστα, η Παραπονούμενη εξήγησε και το γεγονός ότι σε κάποιες περιπτώσεις, όταν της είχε ζητήσει σεξουαλική συνεύρεση, του είχε πει «Tomorrow». Πράγμα που έπραξε, ως εξήγησε, όχι επειδή πράγματι σκόπευε να συνευρεθεί σεξουαλικά μαζί του, ή ακόμα και να τον συναντήσει, αλλά διότι έλπιζε ότι με αυτό τον τρόπο, θα κατάφερνε -χωρίς να διακόψει πλήρως την επικοινωνία μαζί του- να σταματήσει, τουλάχιστον για κάποιο χρόνο, τα αλλεπάλληλα μηνύματα του και την επίμονη επικοινωνία του, η οποία θα πρέπει να λεχθεί πως είναι διάχυτη στα Τεκμήρια 11 και 12 και κυρίως στο τελευταίο. Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε με συνοχή και τη συζήτηση που έλαβε χώρα στις 7.3.22 (βλ. Τεκμήριο 12, σελ. 5-6, μεταξύ των ωρών 20:23 - 20:24) όπου ο ίδιος φαίνεται να της προσφέρει €15 και η ίδια να του ζητά €50, ως δηλαδή ήταν η οφειλή του τότε και αυτός να της απαντά με τέσσερα διαδοχικά μηνύματα, «but seks», «if we do», «I give you», «50». Επί τούτου η Παραπονούμενη εξήγησε πως ό,τι προκύπτει από τη συνομιλία αυτή είναι η εκβιαστική του συμπεριφορά, με την οποία της έλεγε ότι θα της επιστρέψει τα λεφτά που της χρωστούσε τότε, δηλαδή τα €50, αν αυτή δεχόταν να κάνει σεξ («seks») μαζί του, με την ίδια να του λεει "οκ" και "tomorrow" για τον λόγο που αναφέρθηκε ανωτέρω και τον ίδιο να συνεχίζει για μια τουλάχιστον ώρα μετά να της αποστέλνει μηνύματα, χωρίς να λαμβάνει απάντηση από αυτήν. Συνέχεια η οποία απλά επιβεβαιώνει τη θέση της για τις αλλεπάλληλες επικοινωνίες του, τις οποίες η ίδια προσπαθούσε να σταματήσει παραπέμποντας τον, ως εξήγησε, κάποιες φορές, στην επόμενη μέρα. Των πιο πάνω δεδομένων, είναι προφανές πως στο πιο πάνω πλαίσιο εντάσσεται κατά τρόπο απόλυτα φυσικό και η θέση της, ότι κατά την επίδικη ημερομηνία συμφώνησε να τον επισκεφθεί, μεταξύ άλλων και για να λάβει το ποσό των €10 που συνέχιζε να της οφείλει κατά τον εν λόγω χρόνο. Παρεμβάλλεται εδώ πως το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος πράγματι την κάλεσε στις 2.4.22 τηλεφωνικά για να της πει να πάει στο σπίτι του, δεν αμφισβητήθηκε. Επίσης μη αμφισβητούμενο παρέμεινε το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος την επίδικη ημερομηνία χρησιμοποιώντας άλλο αριθμό τηλεφώνου από τον συνήθη (με τον οποίο αντάλλαξε τα μηνύματα Τεκμήρια 11 και 12), είχε αποστείλει τα μηνύματα που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 10 με τα οποία φαίνεται και πάλιν κατ' εξακολούθηση να την καλεί να πάει στο σπίτι του λέγοντας της πως θα της δώσει €100 εάν πάει (If you seriously I give your €100) και στα οποία η Παραπονούμενη, παρέμεινε αναντίλεκτο πως δεν απάντησε. Ήταν βέβαια η εισήγηση της υπεράσπισης ότι η Παραπονούμενη δεν ήταν δυνατόν να είχε πάει στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου για να λάβει (μόνο) €10 και ότι είχε δει τα μηνύματα (βλ. Έγγραφο Β, γραμμές 12-14) και ότι ακριβώς ο λόγος που πήγε εκεί ήταν για να κάνει σεξ επ' αμοιβή και να λάβει αυτά τα χρήματα, επειδή ήταν φιλάργυρη ή τα είχε ανάγκη και ότι εξάλλου αυτό είχε κάνει και προηγουμένως και συγκεκριμένα περί τον Φεβρουάριο του 2022, όταν είχε αποδεχθεί να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του έναντι αμοιβής €
  5. Αρχίζοντας από το ζήτημα της κατ' ισχυρισμόν προηγηθείσας σεξουαλικής επαφής επ' αμοιβή, είναι βέβαια αντιληπτό και από την υπεράσπιση (βλ. σελ. 11 της γραπτής αγόρευσης) πως τέτοια θέση δεν έγινε αποδεκτή από την Παραπονούμενη. Παρά ταύτα εισηγείται η κ. Πασή, πως δεν «αποκλείεται το ενδεχόμενο όντως να πληρώθηκε και να συνευρέθηκε μαζί του» αφού ως υποστηρίζει από το σύνολο των μηνυμάτων δεν προκύπτει «σθεναρή άρνηση της». Πρέπει να πούμε ευθέως, ότι ουδόλως συμμεριζόμαστε αυτή την υποθετική, στην ουσία, θέση. Η Παραπονούμενη κατηγορηματικά απέρριψε την υποβολή, ενώ ως ήδη λέχθηκε και πιο πάνω, τέτοιο συμπέρασμα επ' ουδενί μπορεί να εξαχθεί από τα Τεκμήρια 10, 11 ή και
  6. Η μόνη δε μαρτυρία που υποστηρίζει αυτή τη θέση εντοπίζεται στις καταθέσεις του Κατηγορούμενου. Ο ίδιος ως ήδη λέχθηκε, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, όμως οι καταθέσεις του κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7 και
  7. Ως προς την αξιολόγηση των καταθέσεων του σχετική είναι η Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.109, η οποία υιοθετήθηκε στην Γαβριήλ v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.693. Στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Duncan, 73 Cr. App. R.359 όπου αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και δύναται να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Αναγνωρίζεται δε, ότι όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο περιέχει δηλώσεις εναντίον του συμφέροντος του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης στα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Ως γενικά προκύπτει από τη νομολογία η εκτίμηση της κατάθεσης κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.190, Διευθυντής Τελωνείων ν. Καλλή
(1996)2 Α.Α.Δ.55, Γούμενος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.10). Θέση του Κατηγορούμενου λοιπόν, στην κατάθεση του Τεκμήριο 7, ήταν ότι στις 2.4.22 δεν είχε σεξουαλική επαφή με την Παραπονούμενη, αλλά ότι είχε σεξουαλική επαφή μαζί της δυο μήνες προηγουμένως επ' αμοιβή, με τη συγκατάθεση της. Επίσης θέση του ήταν πως αυτή υπέβαλε ψευδή καταγγελία, επειδή τη δεδομένη ημερομηνία αυτός την κάλεσε να πάει στο σπίτι του για να κάνουν σεξ και αυτή του είπε ότι θα πήγαινε μόνο έναντι αμοιβής €100 και επειδή αυτός όντας μεθυσμένος της είπε εντάξει, όταν αυτή πήγε και του ζήτησε τα χρήματα και αυτός δεν τα είχε, νευρίασε, του είπε ότι θα δει τι θα του κάνει, άρχισε να φωνάζει και μετά του είπε ότι είναι άρρωστη και ότι έχει πρόβλημα με το στομάχι της και του ζήτησε να την πάρει στο νοσοκομείο. Με την κατάθεση του Τεκμήριο 8, αναφέρει πως η σεξουαλική τους επαφή ήταν τρεις μήνες προηγουμένως και ότι ήταν έναντι του ποσού των €100, το οποίο της πλήρωσε και πως υπάρχει και σχετικό βίντεο το οποίο παρέδωσε στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 3). Πέραν του ότι το εν λόγω βίντεο δεν υποστηρίζει τη θέση του περί σεξουαλικής συνεύρεσης, είτε επ' αμοιβή είτε χωρίς, ως ήδη λέχθηκε, από τις συνομιλίες τους δεν προκύπτει πουθενά η Παραπονούμενη να συναίνεσε σε σεξουαλική επαφή στο παρελθόν, πόσω δε μάλλον, έναντι αμοιβής. Τουναντίον και σε ανύποπτο χρόνο, όταν αυτός της προτείνει σεξ επ' αμοιβή, του διευκρινίζει κατά τρόπο κατηγορηματικό ότι δεν είναι πόρνη και απαιτεί συνεχώς να της πληρώσει το ποσό που της οφείλει για πράγματα που του πώλησε. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν θεωρούμε πως μπορούμε να αποδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στις θέσεις του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του περί προηγούμενης σεξουαλικής επαφής επ' αμοιβή. Παραμένει βέβαια η θέση της υπεράσπισης ότι δεν ήταν δυνατόν η Παραπονούμενη να επιθυμούσε να μεταβεί στο σπίτι κάποιου τον οποίο έβρισκε τουλάχιστον ενοχλητικό, για να λάβει €
  1. Το ζήτημα όμως αυτό, η Παραπονούμενη το αντιμετώπισε με αμεσότητα, φυσικότητα και αφοπλιστική ειλικρίνεια, τονίζοντας στην ουσία το προφανές, ότι δηλαδή τα €10 για κάποιον ο οποίος δεν έχει άλλο εισόδημα, είναι πολύ σημαντικά. Για να προσθέσει ότι, εξάλλου ο κύριος λόγος της επίσκεψης ήταν η δυνατότητα που θα είχε να πωλήσει κοσμήματα σε φίλους του, οι οποίοι ως της είχε αναφέρει στο τηλεφώνημα που προηγήθηκε, θα βρίσκονταν εκεί και θα ενδιαφέρονταν για μια τέτοια αγορά. Λόγος ο οποίος απαντά και στο γιατί μετέβη στην οικία του Κατηγορούμενου ενώ η ίδια βρισκόταν σε δεσμό με άλλο πρόσωπο, χωρίς μάλιστα να ενημερώσει το πρόσωπο αυτό σχετικά. Όπως η ίδια με πειστικότητα εξήγησε, δεδομένου ότι η επίσκεψη είχε να κάνει με τη δουλειά της, δεν υπήρχε λόγος να ενημερώσει τον σύντροφο της, τον οποίο φαίνεται ότι γενικότερα δεν ενημέρωνε για την κάθε κίνηση της, στο πλαίσιο της εργασίας της. Η υπεράσπιση βέβαια εντόπισε πως, ερωτηθείσα για το ζήτημα αυτό κατά την αντεξέταση της, η Παραπονούμενη πέραν των ανωτέρω, ανέφερε ότι σκοπός της επίσκεψης ήταν και για να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο να συμπληρώσει κάποιο έντυπο για να αιτηθεί κάποιο επίδομα από το κράτος, πράγμα το οποίο δεν ανέφερε στις καταθέσεις της. Δεν θεωρούμε όμως ουσιώδες το ζήτημα αυτό, κατά τρόπο μάλιστα που η παράλειψη αναφοράς του στην κατάθεση της, να δύναται να οδηγήσει εκ προοιμίου στην απόρριψη της θέσης της, ως προς το λόγο για τον οποίο μετέβη στο σπίτι του. Ως προς τη θέση ότι δεν ήταν σαφής η τοποθέτηση της σε σχέση με το πότε είδε τα μηνύματα Τεκμήριο 10, πρέπει να πούμε ότι το ζήτημα δεν έχει εν τέλει ιδιαίτερη σημασία, αφού είτε τα είδε προτού πάει και δεν απάντησε σε αυτά, είτε δεν τα είδε προτού πάει, το γεγονός παραμένει ότι ανάλογου περιεχομένου μηνύματα είχε λάβει πολλάκις και στο παρελθόν και συναντήθηκε μαζί του[7], χωρίς ωστόσο να έχει καταδειχθεί ότι υπήρξε σεξουαλική επαφή επ' αμοιβή ή άλλως πως, για να τίθεται θέμα να έχει οποιοδήποτε έρεισμα η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης επί του προκειμένου. Ήταν όμως η θέση της υπεράσπισης πως η Παραπονούμενη δεν θα πρέπει να γίνει πιστευτή ούτε ως προς το λόγο για τον οποίο μετέβη στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου την επίδικη μέρα, ούτε όμως και ως προς τα όσα εκεί διαμείφθηκαν, εφόσον στις δύο πρώτες καταθέσεις της απέκρυψε ότι είχαν ο ένας το τηλέφωνο του άλλου από τον καιρό που η Παραπονούμενη εργαζόταν στο περίπτερο και ότι μάλιστα συνομιλούσαν από τον Νοέμβριο του 2021 ως τα Τεκμήρια 11 και 12 και ότι είχε πάει στο σπίτι του και άλλες φορές πριν τη επίδικη ημερομηνία και ότι υπήρχε και σχετικό βίντεο που γυρίστηκε σε μια από τις επισκέψεις της εκεί (βλ. Τεκμήριο 3). Επίσης άλλος λόγος γύρω από τον οποίο επιχειρήθηκε να πληγεί η αξιοπιστία της ήταν το ότι, ως η θέση της υπεράσπισης, η Παραπονούμενη διαφοροποίησε τις θέσεις και λεπτομέρειες που έδωσε μεταξύ πρώτης και δεύτερης κατάθεσης, ενώ επισημάνθηκαν και αντιφάσεις κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της. Είναι γεγονός ότι η Παραπονούμενη στις δύο πρώτες καταθέσεις της ημερ. 3.4.22 και 4.4.22 (Έγγραφα Γ και Δ αντίστοιχα) αναφέρει ότι γνωρίστηκαν με τον Κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της στο περίπτερο και ότι μετά που σταμάτησε την εν λόγω εργασία τον συνάντησε τυχαία στο φούρνο, όπου του ανέφερε για το μικρό εμπόριο που είχε αρχίσει, ότι αντάλλαξαν αριθμούς τηλεφώνου, ότι αυτός αγόρασε μια καδένα με σταυρό και ότι μετά από κάποιες μέρες την πήρε τηλέφωνο και της είπε ότι η καδένα έσπασε και συναντήθηκαν για να του την αλλάξει αλλά δεν είχε χρήματα για να την πληρώσει και συμφώνησαν να της τα επιστρέψει μετά από λίγες μέρες, κάτι που έκανε, δίδοντας της μέρος του οφειλόμενου ποσού (ήτοι €40 από τα €50) και ότι την επίδικη ημερομηνία πήγε στο σπίτι του, επειδή αυτός της είχε πει ότι εκεί θα βρίσκονταν φίλοι του, που θα ενδιαφέρονταν να αγοράσουν χρυσαφικά. Δεν ανέφερε δηλαδή, ότι είχαν ανταλλάξει αριθμούς τηλεφώνου από το χρόνο που αυτή εργοδοτείτο στο περίπτερο, ότι συνομιλούσαν από τον Νοέμβριο του 2021 και ότι είχε πάει και άλλες φορές στο σπίτι του και ότι τη δεδομένη μέρα δεν τον είχε συναντήσει στο περίπτερο, αλλά πήγε απευθείας στο σπίτι του. Όπως η ίδια εξήγησε, ο λόγος έγκειτο στο ότι φοβόταν ότι η Αστυνομία ενδεχομένως μετά από μια τέτοια αποκάλυψη, να μην πίστευε τα όσα είχε βιώσει την επίδικη ημερομηνία και ότι θα περιθωριοποιείτο από τους άλλους ένεκα αυτών των γεγονότων. Η εξέταση αυτού του, ομολογουμένως, σημαντικού ζητήματος, απαιτεί τη συνεκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων, κάτω από τις οποίες δόθηκαν οι καταθέσεις αυτές. Κατ' αρχάς ως ήδη λέχθηκε, η Παραπονούμενη είναι ένα αλλοδαπό πρόσωπο, χωρίς οποιουσδήποτε άλλους συγγενείς στην Κύπρο, πλην κάποιους φίλους που απέκτησε εδώ. Ούτε προκύπτει, να είχε οποιαδήποτε άλλη επαφή με την αστυνομία της χώρας μας στο παρελθόν. Για τα δε επίδικα γεγονότα, φαίνεται η ίδια να μέμφεται τον εαυτό της («τα είχα με τον εαυτό μου», «ήμουν συγχυσμένη», ήταν κάποιες από τις αναφορές της) επειδή ούσα πολύ βέβαια ότι τίποτε δεν θα συνέβαινε αν η ίδια δεν ήθελε (κρίνοντας και από το ότι ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε βίαιη/επιθετική συμπεριφορά στο παρελθόν), μετέβη στο διαμέρισμα του την επίδικη ημερομηνία. Δίδοντας έτσι προτεραιότητα στην προώθηση της εργασίας της και αγνοώντας ουσιαστικά, όλη την προηγούμενη του συμπεριφορά, με την οποία ο ίδιος της είχε καθαρά δείξει ότι επιθυμούσε τη σεξουαλική επαφή μαζί της. Αισθανόταν δε πως οι άλλοι θα την περιθωριοποιούσαν ένεκα των γεγονότων αυτών ή και των επιλογών της, ενώ στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί και η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου την οποία η ίδια χαρακτηρίζει «εκφοβιστική». Υπό το πρίσμα αυτό και τη συναισθηματική της κατάσταση ως την βίωσε και ως η ίδια παραστατικά μας μετέφερε, δεν θεωρούμε αφύσικο το γεγονός ότι στο λίγο χρόνο εντός του οποίου βρέθηκε αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο καταγγελίας και εντός του οποίου έδωσε μάλιστα και την πρώτη της κατάθεση, η ίδια επέλεξε λόγω ανασφάλειας και προφανώς εσφαλμένα, να μην αναφερθεί στα εν λόγω γεγονότα. Το γεγονός δε ότι την ίδια γραμμή γεγονότων επαναλαμβάνει και την επόμενη μέρα όταν καλείται να δώσει τη δεύτερη της κατάθεση στη γαλλική γλώσσα (Έγγραφο Δ), δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη, αλλά είναι μάλλον λογικά αναμενόμενο, δεδομένης της προηγηθείσας κατάθεσης (Έγγραφο Γ) με το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Όταν δε πλέον βρέθηκε αντιμέτωπη με το βίντεο (Τεκμήριο 3), και χωρίς καθόλου να αλλοιώσει τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τον ισχυριζόμενο βιασμό, με ειλικρίνεια παρέθεσε το πλήρες φάσμα των προηγούμενων επικοινωνιών τους, προχωρώντας μάλιστα να δώσει και λεπτομέρειες, πολύ πέραν αυτών που προέκυπταν από το εν λόγω βίντεο. Συγκεκριμένα παραδέχθηκε ότι είχε μεταβεί πολλές φορές στο σπίτι του, καθώς και ότι το σταυρό και την καδένα, του τις είχε πωλήσει τη μέρα που λήφθηκε εκείνο το βίντεο. Παραδέχθηκε επίσης ότι πήγαινε στο σπίτι του κάθε φορά που χαλούσαν τα κοσμήματα του με σκοπό να του πωλήσει άλλα και να κερδίσει χρήματα και ότι κάθε φορά που πήγαινε στο σπίτι του, αυτός της πρότεινε χρήματα για να μείνει και περάσει το βράδι ερωτικά μαζί του, τονίζοντας παράλληλα, εντίμως με χαρακτηριστική ειλικρίνεια, ότι ουδέποτε προηγουμένως είχε γίνει βίαιος απέναντι της, παρά το ότι η ίδια κάθε φορά αρνιόταν. Εξ ου και δεν είχε υποψιαστεί ότι υπήρχε περίπτωση τα γεγονότα να εξελιχθούν στις 2.4.22, ως τα περιέγραψε. Στη βάση δε των ανωτέρω αδυνατούμε να ακολουθήσουμε τη συλλογιστική της υπεράσπισης και να θεωρήσουμε χωρίς άλλο, ότι το γεγονός αυτό μπορεί εκ προοιμίου να μας οδηγήσει στην απόρριψη του συνόλου της μαρτυρίας της. Ήταν βέβαια η θέση της υπεράσπισης ότι και επί της περιγραφής των γεγονότων εντοπίζονται αντιφάσεις, τόσο στις καταθέσεις της όσο και στο πλαίσιο της προφορικής της μαρτυρίας. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό επισημαίνουμε κατ' αρχάς ότι η Παραπονούμενη σε πλήρη συνοχή με τη θέση που προώθησε ως προς τον κύριο λόγο της επίσκεψης, ανέφερε ότι φτάνοντας στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου διαπίστωσε ότι δεν ήταν κανένας από τους φίλους του παρών, ως η ίδια ανέμενε, οπόταν και ευλόγως τον ρώτησε πού βρίσκονταν οι φίλοι του. Αυτός της ανέφερε ότι έρχονταν. Ανέφερε επίσης η Παραπονούμενη, ότι στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος την ρώτησε αν ήθελε κάποιο ποτό, ότι αυτή του ζήτησε χυμό και ότι ο τελευταίος πήγε στο περίπτερο για να πάρει, κλειδώνοντας την εντός του διαμερίσματος. Επιστρέφοντας δε, κλείδωσε και πάλι την πόρτα ενώ έφερε μόνο βότκα και δύο κουτιά κρασί, αλλά όχι χυμό. Η μετάβαση του Κατηγορούμενου στο περίπτερο, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά, αλλά ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι σε καμμιά περίπτωση ο Κατηγορούμενος κλείδωσε την Παραπονούμενη όταν πήγε στο περίπτερο, ούτε έπραξε κάτι τέτοιο όταν επέστρεψε. Προσπαθώντας μάλιστα να πλήξει την αξιοπιστία της, η συνήγορος του Κατηγορούμενου της υπέδειξε ότι δεν αναφέρει στις καταθέσεις της πως είχε κλειδώσει και όταν επέστρεψε από το περίπτερο. Δεν θεωρούμε πως η παράλειψη αυτή, καταδεικνύει πως ψεύδεται εν γένει η Παραπονούμενη. Κατ' αρχάς η Παραπονούμενη ξεκάθαρα ανέφερε από την πρώτη της κατάθεση ότι πηγαίνοντας στο περίπτερο, ο Κατηγορούμενος την κλείδωσε μέσα στο διαμέρισμα. Περαιτέρω δεν βλέπουμε πως θα επηρέαζε τη δική της εκδοχή επί της ουσίας, το εάν ήταν ή όχι κλειδωμένη μέσα και στη συνέχεια, για να έχει σημασία η επινόηση μιας τέτοιας παραμέτρου από την ίδια, χωρίς στην πραγματικότητα να υφίσταται. Το ενδεχόμενο να προώθησε τη θέση αυτή ψευδώς, επειδή ήθελε να δείξει ότι δεν μπορούσε να διαφύγει, καταρρέει αφού με δεδομένη την από πλευράς της περιγραφείσα ισχύ του Κατηγορούμενου έναντι της, προέκυπτε εκ των πραγμάτων η αδυναμία της να διαφύγει, χωρίς να απαιτείτο οτιδήποτε άλλο και δη η επίμαχη αναφορά περί κλειδώματος. Ανέφερε επίσης ότι η ίδια αρνήθηκε να πιει και ότι ο Κατηγορούμενος άρχισε να πίνει ο ίδιος από το χαρτόνι και ότι ακολούθως αφού πέρασαν 15 λεπτά (βλ. Έγγραφο Δ, σελ. 2, γραμμή 20) χωρίς οι φίλοι του να έχουν έρθει, του είπε ότι θα έφευγε. Τότε αυτός κάθισε δίπλα της και άρχισε να της λέει ότι την αγαπά και ότι αν μείνει μαζί του θα της δώσει πολλά λεφτά και ότι η ίδια του ζήτησε να σταματήσει να της μιλά με αυτά τα λόγια, λέγοντας του ότι πήγε εκεί μόνο για να πωλήσει τα κοσμήματα της, θέσεις οι οποίες συνάδουν πλήρως, τόσο με τα όσα επανειλημμένα της ανέφερε ο Κατηγορούμενος μέσω μηνυμάτων αλλά και με τη στάση της ίδιας μέχρι εκείνη τη στιγμή (βλ. Τεκμήρια 10 - 12). Ενώ λοιπόν βρισκόντουσαν στον καναπέ, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος άρχισε να την φιλά στο λαιμό και να την αγγίζει στο στήθος και να της ζητά να τον χαϊδέψει, οπόταν επειδή η συμπεριφορά αυτή άρχισε να την φοβίζει - και ευλόγως -, του ανέφερε ότι θα καλούσε την Αστυνομία. Για να γίνει μάλιστα πιο πιστευτή, πήρε το τηλέφωνο της προσποιούμενη ότι μιλούσε με την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα όμως κάλεσε τον Μ.Κ.4, με τον οποίο συνομιλούσε στη γαλλική γλώσσα για άσχετα θέματα. Η υπεράσπιση υποστήριξε πως σε καμία εκ των καταθέσεων της Παραπονούμενης δεν προκύπτει η θέση, ότι είχε προλάβει να μιλήσει με τον Μ.Κ.
  2. Επί τούτου αρκούμαστε να υποδείξουμε ότι στο Έγγραφο Δ, σελ. 2, στη γραμμή 28, η φράση «Χωρίς να προλάβω να μιλήσω στον Guy» διαγράφηκε με τη σύμφωνη γνώμη της υπεράσπισης, εφόσον διαφάνηκε και έγινε δεκτό από όλες τις πλευρές, ότι δεν εντοπιζόταν αντίστοιχη αναφορά στο (πρωτότυπο) γαλλικό κείμενο. Στη δε κατάθεση Έγγραφο Γ, η Παραπονούμενη αναφερόμενη στην κλήση της με τον Μ.Κ.4 αναφέρει «καθώς προσπαθούσα να μιλήσω μαζί της[8], ο Oliver με έσπρωξε και έπεσε κάτω το τηλέφωνο μου», φράση από την οποία ουδόλως προκύπτει ότι η Παραπονούμενη, δεν είχε μιλήσει μαζί του. Εξ άλλου εάν δεν υπήρξε κλήση, δεν εξηγείται πώς ο Μ.Κ.4 κατέληξε να ειδοποιεί την αστυνομία λίγο αργότερα, πράγμα το οποίο επιβεβαιώθηκε, ως προαναφέρθηκε και από την ίδια την αστυνομία. Πέραν όμως των ανωτέρω, έγινε επίσης πολύς λόγος από την υπεράσπιση για το ότι δεν είναι λογικό να πήρε τον φίλο της (Μ.Κ.4) και να του μιλούσε στα γαλλικά, θεωρώντας πως ο Κατηγορούμενος θα πίστευε πως η ίδια μιλούσε με την αστυνομία. Ούτε, συνεχίζει η εισήγηση της υπεράσπισης, είναι δυνατόν να μιλούσε μαζί του και να μην του ανέφερε το τί πραγματικά συνέβαινε. Επί τούτου, κατ' αρχάς πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι στο στάδιο εκείνο ο Κατηγορούμενος, δεν είχε ακόμα αρχίσει να φωνάζει και να επιδεικνύει οποιουδήποτε είδους βιαιότητα, σύμφωνα με την Παραπονούμενη[9], εξ ου και ο Μ.Κ.4 περιγράφει και αυτός τη συνομιλία του με την Παραπονούμενη σε εκείνο το σημείο, ως μια κανονική συνομιλία. Η δε Παραπονούμενη, πίστευε ακόμα ότι είχε τα πράγματα υπό έλεγχο και πως αν τον εκφόβιζε πως θα καλούσε την Αστυνομία, θα σταματούσε. Θέση απόλυτα λογική, λαμβανομένου υπόψιν του ιστορικού και δη της σαφούς θέσης της ότι ποτέ προηγουμένως δεν επέδειξε βίαιη συμπεριφορά έναντι της, παρά το ότι είχε αρνηθεί και στο παρελθόν τις προτάσεις του, οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια 11 και
  3. Τούτου δεδομένου δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τη μομφή της υπεράσπισης προς την Παραπονούμενη, ως προς το ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε εκ των όσων συνέβησαν, έως εκείνη τη στιγμή, στον Μ.Κ.
  4. Ανεξαρτήτως όμως τούτου πρέπει να λεχθεί ότι, το πώς κάποιο άτομο μπορεί να λειτουργήσει ευρισκόμενο υπό περιστάσεις ως αυτές και αν οι ενέργειες της Παραπονούμενης ήταν υπό τις περιστάσεις λογικές ή αναμενόμενες, δεν είναι το ζητούμενο. Το βέβαιο είναι όμως πως, αποτελούν ένδειξη ότι η Παραπονούμενη δεν προσπάθησε σε καμμιά περίπτωση να ωραιοποιήσει τα πράγματα ή να αλλοιώσει τα γεγονότα. Το ότι δε πράγματι υπήρξε τηλεφώνημα προς το Μ.Κ.4 επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος αργότερα, ως ήδη αναφέραμε επικοινώνησε με την Αστυνομία, η οποία επίσης επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος στις καταθέσεις του, δεν αναφέρει οτιδήποτε περί τηλεφωνήματος. Αντιθέτως προβάλλει την εν πολλοίς αφύσικη θέση, στην οποία υπό τις περιστάσεις αδυνατούμε να προσδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα, ότι η Παραπονούμενη έχοντας του ζητήσει η ίδια €100 για να συναινέσει να μεταβεί στο σπίτι του για σεξ, μετέβη εκεί, όπου αντελήφθη ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε χρήματα για να της δώσει για να κοιμηθεί μαζί του, οπόταν αρχικά νευρίασε και φώναζε και αμέσως μετά του είπε ότι ήταν άρρωστη και του ζήτησε να την πάρει στο νοσοκομείο. Επί των πιο πάνω σημειώνουμε κατ' αρχάς πως, η θέση ότι η Παραπονούμενη ήταν αυτή που του είχε ζητήσει τα €100, καταρρίπτεται πλήρως από τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο 10, από όπου φαίνεται σαφέστατα ότι είναι ο ίδιος που της προτείνει να της δώσει €
  5. Πέραν όμως τούτου το οποίο καθιστά την εκδοχή του προβληματική επί των δικών της όρων, η όλη εκδοχή του εγγενώς στερείται συνοχής, αφού ουδόλως εξηγείται η ξαφνική ασθένεια που αποδίδεται στην Παραπονούμενη από τον Κατηγορούμενο, ενώ αμέσως προηγουμένως ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι ήταν νευριασμένη και φώναζε. Περαιτέρω η πιο πάνω εκδοχή του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του όπου στην ουσία ισχυρίζεται ότι εκδικητικά υποβλήθηκε η καταγγελία εναντίον του[10], δεν συνάδει ούτε με τη θέση που προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι δηλαδή η Παραπονούμενη υπέβαλε την καταγγελία λόγω του φόβου που αισθάνθηκε ένεκα της παρουσίας μεγάλου αριθμού αστυνομικών στο νοσοκομείο. Τέλος η εκδοχή του, δεν υποστηρίζεται ούτε και από τα όσα ο Μ.Κ.4 κατέθεσε. Ο Μ.Κ.4 βέβαια, ήταν πρόσωπο το οποίο ήταν φιλικά προσκείμενο προς την Παραπονούμενη, πράγμα το οποίο ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η Παραπονούμενη προσπάθησαν να αποκρύψουν, αλλά αντίθετα παραδέχθηκαν με ειλικρίνεια και ευθαρσώς κατά τη μαρτυρία τους. Ως εκ τούτου τόσο κατά το χρόνο που έδιδε μαρτυρία ο Μ.Κ.4 αλλά και κατά την αξιολόγηση κάθε πτυχής της μαρτυρίας του, είχαμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου τον κίνδυνο η μαρτυρία και οι τοποθετήσεις του, να επηρεάζονταν από την επιθυμία του να βοηθήσει την Παραπονούμενη και για αυτόν το λόγο προσεγγίσαμε σε κάθε στάδιο τη μαρτυρία του με την ανάλογη προσοχή, υποβάλλοντας την σε εξονυχιστικό έλεγχο. Το κύριο ζητούμενο από τη μαρτυρία του ήταν το εάν πράγματι ο εν λόγω μάρτυρας είχε αντιληφθεί, εκ του τηλεφώνου, να διαμείβονται τα όσα ανέφερε στην Αστυνομία και αργότερα στην κατάθεση του (Έγγραφο Στ). Θέση του ήταν ότι έλαβε κλήση στην εφαρμογή «whatsapp» από την Παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της οποίας δεν του είχε αναφέρει ότι βρισκόταν στο σπίτι του Κατηγορούμενου ή οτιδήποτε άλλο σχετικό με αυτό και ότι μιλούσαν για άλλα άσχετα θέματα. Σε κάποια στιγμή και εξ αιτίας κλήσης που έλαβε από άλλο φίλο του, η ηχητική κλήση μέσω της εφαρμογής «whatsapp» που είχε με την Παραπονούμενη διακόπηκε και ο ίδιος μιλούσε με το φίλο του, νομίζοντας πως η κλήση με την Παραπονούμενη είχε τερματιστεί. Όταν όμως ολοκληρώθηκε η κλήση με το φίλο του, διαπίστωσε ότι η Παραπονούμενη ήταν ακόμα στη γραμμή, χωρίς όμως να του μιλά, αλλά άκουγε για 40 λεπτά τί διαμείβετο εκεί που βρισκόταν, τα οποία και μετέφερε στην κατάθεση του αλλά και με την προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο. Έγινε πολύς λόγος από την υπεράσπιση σε σχέση με το ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι η κλήση του με την Παραπονούμενη είχε αυτή τη διάρκεια, δηλαδή 40 λεπτά, για να του υποβληθεί τελικώς ότι επί τούτου ψεύδεται. Θέση την οποία απέρριψε κατηγορηματικά, παραδεχόμενος με ειλικρίνεια πως το ζήτημα αυτό συζητήθηκε με την αστυνομία, χωρίς ωστόσο να αποδίδει στην τελευταία ευθύνη για τη μη συμπερίληψη του στην κατάθεση του και επιμένοντας πάντως στη θέση του αυτή. Επί τούτου σημειώνουμε, πως θα ήταν άκρως παράλογο να δεχθούμε ότι ο μάρτυρας αυτός, ένας αλλοδαπός σε ξένη χώρα, αποφάσισε χωρίς λόγο να καλέσει την αστυνομία και να πει ψέματα ότι μια φίλη του κινδυνεύει, αδυνατώντας μάλιστα να δώσει λεπτομέρειες του χώρου όπου η Παραπονούμενη βρισκόταν ή του προσώπου που ήταν μαζί της. Με άλλα λόγια δηλαδή, θεωρούμε ότι για να φθάσει στο σημείο ένα πρόσωπο ως ο Μ.Κ.4 να καλέσει την Αστυνομία και μάλιστα τόσο αργά το βράδυ, χωρίς να έχει καν συγκεκριμένες πληροφορίες να δώσει, σημαίνει πως πράγματι είχε τρομάξει και πανικοβληθεί από τα όσα είχε ακούσει, πράγμα το οποίο συνάδει απόλυτα και με την περιγραφή των όσων κατά τη θέση του βίωσε ο Μ.Κ.
  6. Με δεδομένο το ότι η μαρτυρία του όντως επιβεβαιώνεται εν μέρει από την ανεξάρτητη μαρτυρία και τις ενέργειες της αστυνομίας, δεν θεωρούμε ότι είχε λόγο να ψευσθεί ως προς τη διάρκεια της κλήσης, ούτε και τυχόν μικρότερης διάρκειας κλήση θα άλλαζε δραματικά τα όσα αντελήφθη και μετέφερε προς την αστυνομία. Αφού και πάλιν θα μπορούσε να μεταφέρει το στίγμα του κλίματος που επικρατούσε εκεί. Παρά ταύτα σημειώνουμε πως βλέποντας τον εν λόγω μάρτυρα να καταθέτει, αλλά πολύ περισσότερο εξετάζοντας και αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, κρίνουμε πως τόσο η διάθεση του, όσο και ουσία της μαρτυρίας του ήταν τέτοια που έδιδε ξεκάθαρα την εντύπωση προσώπου που δεν προσήλθε με πρόθεση να συσκοτίσει την πραγματικότητα, αλλά να καταθέσει τα γεγονότα που βίωσε. Οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από αμεσότητα και φυσικότητα, ενώ διακρίναμε ότι πολλές φορές, όπου δεν γνώριζε κάτι για το οποίο ερωτάτο, δεν δίσταζε να το παραδεχθεί, έστω και αν αυτό δεν θα ήταν επωφελές για την Παραπονούμενη. Η όλη του μαρτυρία δε, μάλλον καταδείκνυε απουσία προσυνεννόησης με την Παραπονούμενη, παρά το αντίθετο. Για παράδειγμα όταν ερωτήθηκε τί του ανέφερε η Παραπονούμενη ότι είχε γίνει την επομένη, παρέμεινε πιστός στη θέση του ότι δεν του είχε αναφέρει λεπτομέρειες του τί ακριβώς συνέβη, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι του είπε ότι είχαν τσακωθεί σωματικά, χωρίς δηλαδή να προχωρήσει και να αναφέρει οτιδήποτε περί βιασμού. Παρόλο που από το μυαλό του κατά το χρόνο που εξελίσσονταν τα γεγονότα φαίνεται ότι είχε περάσει αυτή η σκέψη, για τους λόγους που εξήγησε με την ίδια πειστικότητα που διακατείχε το σύνολο της μαρτυρίας του. Κατά τον ίδιο τρόπο διαφάνηκε ότι δεν είχε εμπλακεί ούτε στις λεπτομέρειες των ιατρικών εξετάσεων που θα υποβαλλόταν την επόμενη μέρα η Παραπονούμενη, λέγοντας πως η Παραπονούμενη του ανέφερε μόνο ότι θα την έπαιρνε η Αστυνομία να εξεταστεί. Δεν διαλανθάνει βέβαια την προσοχή μας ότι, η Παραπονούμενη ερωτηθείσα αν την επομένη του συμβάντος μίλησε με οποιοδήποτε, δεν αναφέρθηκε σε συνομιλία με τον Μ.Κ.
  7. Και πάλιν όμως πρέπει να πούμε πως δεν εντοπίζουμε ούτε και μας υποδείχθηκε κάποιος λόγος για τον οποίο η Παραπονούμενη θα ήθελε εσκεμμένα να αποκρύψει τη συνομιλία της με τον Μ.Κ.4 την επομένη. Ειδικά εφόσον ως προκύπτει και από τα λεχθέντα του Μ.Κ.4, δεν διημείφθη μεταξύ τους οτιδήποτε που να είχε κάποια σημασία για την υπόθεση. Εν γένει δηλαδή ό,τι προέκυψε από τη μαρτυρία του, ήταν πως επρόκειτο για πρόσωπο που βρισκόταν διακριτικά δίπλα από την Παραπονούμενη, χωρίς να έχει συζητήσει την ουσία του συμβάντος και των όσων επακολούθησαν, ενώ ερχόμενος στο Δικαστήριο περιορίστηκε να αναφέρει μόνο ό,τι περιήλθε στην αντίληψη του. Ως προς το γεγονός τώρα, ότι ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια του πρώτου μέρους της συνομιλίας του με την Παραπονούμενη, η συνομιλία τους ήταν κανονική όπως κάθε φορά που μιλούσαν, τούτο δεν πλήττει την αξιοπιστία του. Αντιθέτως συνάδει με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, η οποία ανέφερε ότι το τηλεφώνημα της με τον Μ.Κ.4 έγινε πριν αρχίσει να φωνάζει ο Κατηγορούμενος και πριν δυναμώσει τη μουσική[11]. Ό,τι άλλο απασχόλησε έντονα την υπεράσπιση στο σημείο αυτό ήταν ο πραγματικός χρόνος ομιλίας του Μ.Κ.4 με την Παραπονούμενη σε εκείνο το πρώτο μέρος του τηλεφωνήματος. Θέση του Μ.Κ.4 ήταν ότι μιλούσαν περίπου τέσσερα λεπτά, με τη συνήγορο υπεράσπισης να του υποδεικνύει ότι από τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του προκύπτει ότι μιλούσαν 12 λεπτά. Και τούτο διότι ως του υπεδείχθη, στην κατάθεση του αναφέρει ότι η Παραπονούμενη τον κάλεσε στις 21:30, ενώ ο φίλος του J. που διέκοψε τη συνομιλία τους, τον κάλεσε στις 21:
  8. Επί τούτου σημειώνουμε ότι, πέραν του ότι στο ελληνικό κείμενο Έγγραφο ΣΤ, ο Μ.Κ.4 αναφέρει ότι η Παραπονούμενη του τηλεφώνησε γύρω στις 21:30, θέση από την οποία εξάγεται ότι οι αναφορές τίθενται κατά προσέγγιση, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούμε να δούμε πώς θα μπορούσε να αλλάξει δραστικά την εικόνα, εάν η διάρκεια της συνομιλίας ήταν τέσσερα λεπτά ή περισσότερα. Το ουσιώδες στο σημείο αυτό, είναι πάντως το ότι μετά τη διακοπή της συνομιλίας τους, ένεκα του άλλου τηλεφωνήματος που έλαβε ο Μ.Κ.4, τα πράγματα διαφοροποιήθηκαν άρδην. Επί τούτου ήταν η θέση της Παραπονούμενης ότι ενώ προσπαθούσε να μιλήσει μαζί με τον Μ.Κ.4, ο Κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει και δυνάμωσε τη μουσική και την έσπρωξε δύο φορές με αποτέλεσμα την πρώτη φορά να πέσει το τηλέφωνο της κάτω, ενώ τη δεύτερη φορά που την έσπρωξε, την έπιασε από το λαιμό και της έδωσε δύο δυνατά χαστούκια για να σωπάσει, αφού είχε ήδη αρχίσει και η ίδια να φωνάζει και να ζητά βοήθεια, εξ ου και την πήρε με τα χέρια του, με σκοπό να την οδηγήσει στο υπνοδωμάτιο. Δόθηκε έμφαση από την υπεράσπιση στο ότι η Παραπονούμενη, στο πλαίσιο της πρώτης κατάθεσης (Έγγραφο Γ - ημερ. 3.4.22) που έδωσε, οπόταν και τα γεγονότα ήταν πιο φρέσκα στο μυαλό της, δεν ανέφερε οτιδήποτε για χαστούκια, με την αναφορά σε αυτά να εντοπίζεται για πρώτη φορά στη δεύτερη κατάθεση, Έγγραφο Δ, ημερ. 4.4.
  9. Έχοντας υπόψιν το σύνολο των περιστάσεων κάτω από τις οποίες έδωσε την πρώτη της κατάθεση και δη πως δόθηκε τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 3.4.22 και ότι με αυτήν καλείτο να ανακαλέσει μια σειρά από γεγονότα και λεπτομέρειες των στρεσογόνων για την ίδια συμβάντων, δεν θεωρούμε πως το γεγονός ότι παρέλειψε να αναφερθεί σε αυτή τη πτυχή, στην οποία αναφέρθηκε την αμέσως επόμενη μέρα, καταδεικνύει ότι η αναφορά της αυτή αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη ή ότι δεν συνέβη και ότι γένει ψεύδεται. Η δε εισήγηση της υπεράσπισης ότι καταδεικνύεται ότι ψεύδεται τόσο για το χαστούκισμα όσο και για το πιάσιμο από το λαιμό[12], εφόσον δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε ίχνος κακοποίησης υπό τη μορφή ερυθρότητας ή εντυπώματος ή ακόμα και οιδήματος, παραλείπει σαφώς να λάβει τα όσα προκύπτουν από τη μαρτυρία της Μ.Κ.7 η οποία κρίθηκε αποδεκτή και η οποία ως και πιο πάνω αναφέρθηκε, επεξήγησε πειστικά τους λόγους για τους οποίους η απουσία μιας τέτοιας ένδειξης δεν μπορεί να είναι καθοριστική ως προς το εάν έλαβε χώρα ή όχι κάποια κακοποιητική συμπεριφορά. Η ουσία όμως των όσων πιο πάνω παρατίθενται, έγκειται στο ότι επεξηγούν με πλήρη συνοχή, αφενός τη θέση της Παραπονούμενης ότι δεν αντελήφθη ότι ο Μ.Κ.4 εξακολουθούσε να είναι στη γραμμή (αφού αποχωρίστηκε το τηλέφωνο της το οποίο έπεσε κάτω στο χώρο του σαλονιού) και αφετέρου τη θέση του Μ.Κ.4 ότι επανερχόμενος στην κλήση με την Παραπονούμενη, η τελευταία δεν του μιλούσε αλλά την άκουγε να φωνάζει και εν γένει διαπίστωσε την κατάσταση που περιέγραψε με τη μαρτυρία του, χαρακτηρίζοντας την τρομακτική. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι επικρατούσε πανικός και ότι γενικά η εντύπωση που αποκόμισε ήταν ότι συνέβαινε καβγάς ή ότι δύο άτομα μάλωναν, η δε Παραπονούμενη ήταν σε ένταση και πανικό και φώναζε. Ήταν δε η θέση του ότι είχε ακούσει μια αντρική φωνή η οποία έλεγε "Σου είπα ότι σ' αγαπώ" και την Παραπονούμενη να του λέει "Άφησε με θέλω να φύγω". Επίσης άκουσε την Παραπονούμενη να τσιρίζει και να ουρλιάζει λέγοντας του να την αφήσει ήσυχη και μόνη και τον άντρα να της λέει "Δεν θα πάεις πουθενά". Θέσεις οι οποίες βέβαια συνάδουν πλήρως και με τις θέσεις της Παραπονούμενης, η οποία ανέφερε ότι του ζητούσε να την αφήσει να φύγει, με τον Κατηγορούμενο να της απαντά αρνητικά[13]. Ως προς το ότι ο Μ.Κ.4 αναφέρει ότι άκουσε επίσης την Παραπονούμενη να του λέει "Είμαι ασθματική. Παρε με νοσοκομείο" και τον άντρα να της λέει "Θα σε πάρω στο νοσοκομείο αλλά όχι τώρα", σημειώνεται πως δεν συγκρούεται με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, αφού όπως ο μάρτυρας διευκρίνισε, τη φράση αυτή δεν την άκουσε από την αρχή της συζήτησης, αλλά στη συνέχεια. Υπέδειξε βεβαίως η υπεράσπιση ότι δεν είναι δυνατόν να ευσταθεί η θέση του Μ.Κ.4 ότι άκουγε και μάλιστα πεντακάθαρα το τί διαμείβετο, από τη στιγμή που, ως ήταν θέση της Παραπονούμενης, υπήρχε δυνατή μουσική. Το ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος είχε, σύμφωνα με την Παραπονούμενη, δυναμώσει τη μουσική στο στάδιο εκείνο που ο Μ.Κ.4 επανήλθε στην κλήση με την Παραπονούμενη, δεν αμφισβητείται. Όμως δεν μπορούμε υπό τις περιστάσεις να θεωρήσουμε ότι το γεγονός αυτό αποκλείει τη θέση του Μ.Κ.4, ότι πράγματι άκουσε τα όσα μετέφερε στο Δικαστήριο. Ιδίως αν ληφθεί υπόψιν η θέση του ότι η Παραπονούμενη τσίριζε και φώναζε, πράγμα που σύμφωνα με την Παραπονούμενη έκανε και ο Κατηγορούμενος. Πρέπει δε επίσης να πούμε, πως παρά την ένταση με την οποία προωθείται το σχετικό επιχείρημα στην αγόρευση της υπεράσπισης, εντούτοις δεν εντοπίζουμε να έχει αντεξεταστεί ο Μ.Κ.4 συγκεκριμένα επί τούτου, ούτε και του υποβλήθηκε η θέση αυτή, ότι δηλαδή ένεκα της δυνατής μουσικής, δεν είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα όσα μετέφερε, για να έχει και αυτός την ευκαιρία να τοποθετηθεί. Το γεγονός δε ότι ανέφερε ότι άκουγε το τί διαμείβετο εκεί, άλλοτε από μακριά και άλλοτε από κοντινή απόσταση και πάλιν συνάδει πλήρως με την εξέλιξη των γεγονότων, η οποία και αυτή ακολουθεί με λογική συνέπεια τα προαναφερθέντα γεγονότα. Και τούτο διότι η Παραπονούμενη παρά τις φωνές και την προσπάθεια της να εμποδίσει τη μεταφορά της στο υπνοδωμάτιο, βάζοντας μάλιστα και το πόδι της ανάμεσα στην πόρτα του διαδρόμου και την πόρτα που οδηγεί στο δωμάτιο, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, εν τέλει δεν μπόρεσε να υπερισχύσει του Κατηγορούμενου που ήταν πιο δυνατός και ο οποίος κατάφερε τελικά να τη μεταφέρει στο υπνοδωμάτιο του. Εκεί ως η ίδια παραστατικά περιγράφει, την έριξε στο κρεβάτι, αυτή χτυπιόταν, φώναζε και προσπαθούσε να τον αποφύγει, αλλά αυτός έπεσε από πάνω της, ζητώντας της να του δώσει αγκαλιά. Επίσης αναφέρει ότι η ίδια έκλαιγε και τον ικέτευε να την αφήσει ήσυχη επειδή δεν ανάπνεε, αυτός της έλεγε να κάνει ησυχία επειδή κανένας δεν θα την άκουγε και εν τω μεταξύ άγγιζε το στήθος της και την φιλούσε παντού. Η ίδια στην προσπάθεια της να αντισταθεί τον έσπρωχνε αλλά αυτός δεν την άφηνε, ενώ στη συνέχεια με το ένα του χέρι της έκλεισε το στόμα και χρησιμοποιώντας τον αγκώνα του την ακινητοποίησε, με το δε άλλο του χέρι την μπλόκαρε κάτω από το στήθος. Ακολούθως της έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχο και όντας ο ίδιος σε στύση, διείσδυσε το πέος του στον κόλπο της χωρίς προφυλακτικό, και άρχισε να κάνει σεξ μαζί της, ενώ η ίδια συνέχιζε να τον σπρώχνει όπως μπορούσε, φωνάζοντας βοήθεια, ουρλιάζοντας και κλαίγοντας. Έχοντας παρακολουθήσει καθ' όλη τη διάρκεια την Παραπονούμενη με ιδιαίτερη προσοχή, σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι μας έδωσε την εικόνα γενικά ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Δεν θεωρούμε ότι είναι πρόσωπο το οποίο θα έπλαθε στο μυαλό της τα όσα εξιστόρησε και να διασύρει τον εαυτό της στα Δικαστήρια μιας ξένης χώρας, αφηγούμενη εξευτελιστικά για την προσωπικότητα της γεγονότα, με σκοπό να καταδικάσει ψευδώς τον Κατηγορούμενο, ένα πρόσωπο εν πολλοίς αδιάφορο για την ίδια. Ούτε και μας υποδείχθηκε τί θα είχε να κερδίσει από μια τέτοια ενέργεια. Η πιο πάνω κατάληξη μας υποστηρίζεται και από το ότι δεν ήταν η ίδια που επεδίωξε να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο, κάτι που λογικά θα αναμένετο να σπεύσει να πράξει, αν πράγματι τα κίνητρα της ήταν αλλότρια, ως της καταλογίζεται. Όμως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, πως δεν ήταν αυτή που κάλεσε την αστυνομία, αφού ως και πιο πάνω υπεδείχθη, η αστυνομία μετέβη και την εντόπισε στο νοσοκομείο, χωρίς η ίδια να έχει την παραμικρή συμβολή σε αυτό. Το γεγονός δε ότι η ίδια ανέφερε ότι αν δεν την συναντούσε η αστυνομία στο νοσοκομείο, η ίδια θα έπαιρνε χρόνο να σκεφτεί κατά πόσον θα προχωρούσε σε καταγγελία, δεν θεωρούμε ότι καταδεικνύει αδυναμία από πλευράς της, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Αντίθετα, κατ' εμάς αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας με την οποία αντιμετώπιζε το όλο ζήτημα η Παραπονούμενη και καταδεικνύει περαιτέρω πως, κάθε άλλο παρά αλλότρια κίνητρα είχε. Ούτε όμως προκύπτει η αναφορά της Παραπονούμενης προς τη Μ.Κ.1, να ήταν το αποτέλεσμα φόβου που αισθάνθηκε η τελευταία ένεκα της παρουσίας πολλών αστυνομικών στο μέρος, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης, αφού όπως και η ίδια υπέδειξε, σε πλήρη συνοχή με τη μαρτυρία της Μ.Κ.1, ήταν μόνη της με την τελευταία, όταν της εξιστόρησε τί έγινε. Θα πρέπει δε να σημειωθεί, ότι η Παραπονούμενη ουδόλως είχε αφήσει την εντύπωση κατά τη μαρτυρία της, ότι είχε αντιληφθεί τον αριθμό αστυνομικών στο μέρος, κατά τρόπο που να της προκλήθηκε φόβος. Τουναντίον έδειξε ότι δεν της έκανε εντύπωση ο αριθμός των αστυνομικών, αφού αδυνατούσε να ενθυμηθεί τις σχετικές με το θέμα αυτό λεπτομέρειες και επέμεινε ότι βρισκόταν μόνη της με την Μ.Κ.1, όταν της εξιστόρησε τί συνέβη. Είναι βέβαια γεγονός πως στο πλαίσιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι στην αρχή που συνάντησε τη Μ.Κ.1 ήταν «πανικόβλητη» ενώ στο πλαίσιο επόμενης απάντησης της (βλ. σελ. 16) ανέφερε: «Α. Εφοβούμουν. Φοβούμουν την αστυνομία, εφοβούμουν για όλα εκείνα που συνέβηκαν και ότι ο κόσμος θα ερχόταν να με περιθωριοποιήσει για όλα αυτά που συνέβησαν και επίσης τα είχε με τον εαυτό μου. Ήμουν συγχυσμένη». Η αναφορά της όμως αυτή, δεν μπορεί να ιδωθεί απομονωμένα, όπως εντέχνως πράττει η συνήγορος υπεράσπισης, σχολιάζοντας την απάντηση της αυτή στη σελ. 20 της τελικής αγόρευσης της. Εάν δε κάποιος εντάξει την εν λόγω απάντηση στο όλο πλαίσιο της μαρτυρίας της, εύκολα αντιλαμβάνεται ότι η αναφορά της σε φόβο, δεν αφορά στην παρουσία των αστυνομικών αυτήν καθ' αυτήν ή τον αριθμό τους, αλλά το γεγονός ότι δεν είχε προηγουμένως άλλη εμπλοκή με την αστυνομία και το ότι ο Κατηγορούμενος την είχε λίγο προηγουμένως απειλήσει πως θα την σκότωνε αν έλεγε οτιδήποτε από ό,τι συνέβη. Αυτό άλλωστε προκύπτει ευθέως και από την αμέσως επόμενη απάντηση της όπου ερωτάται ευθέως γιατί φοβόταν την Αστυνομία όπου ανέφερε «Διότι σας το εξήγησα, διότι εφοβούμουν την Αστυνομία, διότι ποτέ δεν είχα κάτι με την Αστυνομία και εφοβούμουν επίσης από την απειλή που εκτόξευσε ο Κατηγορούμενος ότι θα με σκότωνε.». Επομένως γίνεται αντιληπτό, πως και το ζήτημα του εάν η Παραπονούμενη, μετέβη στο δωμάτιο της αστυνομίας υπό τη συνοδεία αστυνομικών ή αν βρισκόταν εκεί όταν την εντόπισε η Αστυνομία, το οποίο η υπεράσπιση ανήγαγε σε μείζον ζήτημα, ουδεμία ουσιαστική σημασία έχει στην πραγματικότητα, αφού το ουσιώδες είναι το γεγονός πως κατά το χρόνο που η Παραπονούμενη εξιστόρησε τα γεγονότα στη Μ.Κ.1, βρισκόντουσαν ουσιαστικά μόνες τους στο δωμάτιο και δεν προκύπτει να εκφοβίστηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από την παρουσία των λοιπών αστυνομικών στο μέρος, με τον τρόπο που το εισηγήθηκε η υπεράσπιση, δηλαδή κατά τρόπο που να εξωθήθηκε να καταγγείλει ψευδώς βιασμό. Το γεγονός δε ότι δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό της Παραπονούμενης επί αντικειμένων του υπνοδωματίου του Κατηγορούμενου (όπως π.χ. στα σεντόνια) ή γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου στο στηθόδεσμο ή άλλα ρούχα της Παραπονούμενης, δεν δύναται να αποδομήσει την εκδοχή της, αφού σύμφωνα με το παραδεκτό γεγονός που δηλώθηκε και εγκρίθηκε, όταν ένα άτομο έρχεται σε επαφή με γυμνά χέρια ή σώμα με ένα αντικείμενο, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι στο αντικείμενο εκείνο θα ανιχνευτεί το γενετικό του υλικό. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν θεωρούμε ότι πλήττει την αξιοπιστία της, το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκαν σπερματικά κύτταρα ή σπερματικές ουσίες ή και γενετικό υλικό αντρικής προέλευσης σε κολπικά επιχρίσματα της Παραπονούμενης, αφού σύμφωνα με περαιτέρω παραδεκτό γεγονός που εγκρίθηκε με τη σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών, η απουσία τέτοιων στοιχείων, δεν στηρίζει αλλά ούτε και αποκλείει ισχυρισμό για διείσδυση αντρικού πέους στον κόλπο ενός ατόμου. Η δε προσπάθεια να πληγεί η αξιοπιστία της στη βάση κατ' ισχυρισμόν ανάληψης εργασίας που δεν εδικαιούτο ως αιτητής ασύλου ή και λήψης επιδόματος ενώ είχε εργασία, δεν θεωρούμε, ακόμα και αν ευσταθεί - κάτι το οποίο δεν είναι της παρούσης-, ότι δύναται να επηρεάσει τα όσα με συνέπεια και συνοχή κατέθεσε ενώπιον μας, για ένα εντελώς ασύνδετο ζήτημα. Η δε σταθερότητα της επί της ουσίας των όσων προέβαλε ήταν χαρακτηριστική, χωρίς να εντοπίζουμε να έχει κλονιστεί σε οποιοδήποτε σημείο κατά την αντεξέταση της. Αντιθέτως μάλιστα, θα πρέπει να πούμε, πως προφορικά υπήρξε πολύ πειστικός ο τρόπος με τον οποίο εξήγησε παραστατικά ότι ήταν ξεκάθαρο από την ίδια ότι δεν ήθελε σεξουαλική επαφή και ότι τούτο ήταν σαφές και στον ίδιο τον Κατηγορούμενο, αφού του το εξέφρασε τόσο λεκτικά όσο και με τις φωνές της, αλλά και με τις κινήσεις του σώματος της. Εξίσου πειστικά και παραστατικά εξήγησε και το πως ο Κατηγορούμενος την έκανε να αισθανθεί κατά τη διάρκεια της φρικτής εμπειρίας που βίωσε, λέγοντας πως της συμπεριφέρθηκε σαν ζώο. Η σεξουαλική επαφή βέβαια που είχαν, δεν διήρκεσε πολύ χρόνο, όπως εντίμως ανέφερε η Παραπονούμενη (περί τα 3-4 λεπτά). Τούτο βέβαια δεν ξαφνιάζει, αλλά συνάδει πλήρως με τη συνέχεια που εξιστορεί η Παραπονούμενη, η οποία ανέφερε ότι ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν «μέσα της», έπαθε κρίση άσθματος και είχε σπασμούς που διήρκεσαν περί τα 5 λεπτά, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να φοβηθεί και να πανικοβληθεί και έτσι να σταματήσει, χωρίς η ίδια να γνωρίζει ως και πάλιν ειλικρινώς παραδέχθηκε αν εκσπερμάτωσε ενδοκολπικά ή όχι. Η στιγμιαία φυσιολογική αντίδραση του Κατηγορούμενου, όπου σύμφωνα με την Παραπονούμενη προσπάθησε αρχικά να την ηρεμήσει, διαφοροποιήθηκε όταν αυτή του ζήτησε να την πάρει στο νοσοκομείο, κάτι το οποίο αρνήθηκε στο στάδιο εκείνο, δεν την άφηνε να βγει έξω, με αποτέλεσμα η ίδια να αναγκαστεί να τον σπρώξει, να βάλει τα ρούχα της και να βγει έξω την ίδια ώρα που βγήκαν και οι γείτονες, για να δουν τί έγινε λόγω των ουρλιαχτών της. Ως προς τη θέση ότι η Παραπονούμενη ψεύδετο ότι η μπαλκονόπορτα ήταν κλειστή από μέσα, επειδή στη συνέχεια η ίδια περιγράφει πως εξήλθε από αυτήν στη βεράντα, αρκούμαστε να πούμε πως δεν είχε πει πως αυτή η πόρτα ήταν κλειδωμένη, γεγονός που δεν αποκλείει τη θέση της ότι μπόρεσε στο στάδιο εκείνο να την ανοίξει και να βγει έξω. Με την παρουσία των γειτόνων η Παραπονούμενη ως ήταν φυσικό, αισθάνθηκε πιο ασφαλής και επέστρεψε στο σαλόνι και του ζήτησε ξανά να την συνοδεύσει στο νοσοκομείο αφού δεν αισθανόταν καλά, νομίζοντας ότι η έκκληση της θα εισακούετο, αφού στη θέα των γειτόνων ο Κατηγορούμενος, άρχισε να της μιλά ευγενικά και να την ρωτά αν θέλει να πάει στο νοσοκομείο. Όταν όμως η ίδια εισήλθε στο σπίτι και του το ζήτησε, την απείλησε ότι αν έλεγε κάτι σε οποιοδήποτε θα την σκότωνε, θα έπινε το αίμα της, θα έβλεπε το κακό του πρόσωπο και θα μάθαινε τον πραγματικό λόγο που βρίσκεται στην Κύπρο (βλ. Έγγραφο Γ, σελ. 3, γραμμές 1-2 και Έγγραφο Δ, σελ. 3, γραμμές 20-22). Επίσης ανέφερε ότι της είπε ότι δεν θα μπορούσε να πάει στο νοσοκομείο επειδή αν πήγαινε εκεί θα τους έλεγε τι έγινε και ότι θα έπρεπε να μείνει στο σπίτι να κάνει ένα μπάνιο και να ηρεμήσει. Πράττοντας τούτο η Παραπονούμενη και ενώ βρισκόταν στο μπάνιο, αντελήφθη, από το φως των γειτόνων, ότι αυτοί ήταν μέσα και έτσι φώναξε ξανά για βοήθεια, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να αναγκαστεί πλέον εκ των πραγμάτων και ένεκα της συμπεριφοράς της αυτής, να δεχθεί την έκκληση της, λέγοντας της ότι θα πήγαινε μαζί της για να είναι σίγουρος ότι δεν θα έλεγε κάτι σε οποιοδήποτε. Προς τούτο κάλεσε ταξί, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, που ήταν ο οδηγός του εν λόγω ταξί, και ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου. Ό,τι πλέον αναδύεται από τα γεγονότα είναι μια καλά σκηνοθετημένη προσπάθεια από πλευράς του Κατηγορούμενου να πείσει, όσους έρχονταν σε επαφή μαζί του, ότι νοιάζεται για την Παραπονούμενη, για να προετοιμάσει προφανώς το έδαφος σε περίπτωση που οι ενέργειες του δεν κατάφερναν να αποτρέψουν, αυτό που πιο πολύ φοβόταν - την καταγγελία. Προσπάθεια η οποία άρχισε στη βεράντα του διαμερίσματος του, αφότου αντελήφθη τους γείτονες να ευρίσκονται έξω, οπόταν της μιλούσε ευγενικά, για να την απειλήσει όμως αμέσως μετά, όταν εισήλθε στο σαλόνι. Και η οποία (προσπάθεια) συνεχίστηκε ακολούθως στο ταξί, όπου της έλεγε ότι την αγαπά και νοιάζεται για αυτήν, με την Παραπονούμενη να του απαντά ότι δεν την αγαπά και ότι ο ίδιος δεν είναι καλό άτομο, ενώ ταυτόχρονα την απείλησε. Ως προς το πρώτο μέρος, τη συνομιλία αυτή επιβεβαίωσε και ο Μ.Κ.3 χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί και την αποδεχόμαστε. Ο Μ.Κ.3 όμως ανέφερε ότι δεν αντελήφθη τον Κατηγορούμενο να εκστομίζει προς την Παραπονούμενη απειλή, όπως και κάποια άλλα πράγματα τα οποία η τελευταία υποστήριξε με τη μαρτυρία της ότι λέχθηκαν στην παρουσία του, όπως π.χ. το να την αποκαλεί «μαύρη» ή το να λέει «να μια μαύρη που προσπαθώ να βοηθήσω». Ο Μ.Κ.3, όπως και ο Μ.Κ.5 αλλά και η Μ.Κ.6 στους οποίους θα γίνει αναφορά στη συνέχεια, ήταν ανεξάρτητοι μάρτυρες, οι οποίοι δεν γνώριζαν οποιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων ούτε και είχαν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της παρούσας. Παρά ταύτα όμως και παρά το ότι ο Μ.Κ.3 έχοντας έρθει σε επαφή με την Παραπονούμενη, έδωσε κάποια στοιχεία περιγραφής της, ερωτηθείς αν τα όσα ανέφερε για την κατάσταση της Παραπονούμενης τα ανέφερε επειδή τα παρατήρησε ή αν δεν έδωσε σημασία, ανέφερε ότι δεν μπήκε σε λεπτομέρειες, ότι είχε τα δικά του, ότι η ώρα ήταν περασμένη και ότι αν έδινε σημασία στην παρατήρηση του κάθε πελάτη θα έπρεπε να γράψει βιβλία. Αυτή η τοποθέτηση του, σε συνδυασμό με τις εν πολλοίς δυσνότητες τοποθετήσεις του ότι η Παραπονούμενη αφενός φαινόταν «νορμάλ» αλλά της έδωσε σακούλα επειδή δεν φαινόταν καλά, καθώς και η θέση του ότι έκρινε ότι δεν ήταν καλά επειδή του ανέφεραν ότι θα πήγαιναν στο νοσοκομείο και όχι από κάτι που είδε, θεωρούμε πως αναπόφευκτα οδηγούν στο ότι προφανώς δεν είχε δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα πρόσωπα που είχε μαζί του. Σε τούτο θα πρέπει να προστεθεί και η παραδοχή του ότι την αγγλική γλώσσα, στην οποία γινόταν η επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο και την Παραπονούμενη, την γνωρίζει, όμως όχι 100%, πράγμα που ουδόλως αποκλείει να μην αντελήφθη κάποια μέρη της συνομιλίας τους. Ως εκ των ανωτέρω δεν αισθανόμαστε ότι μπορούμε να εξαγάγουμε ασφαλή συμπεράσματα από τη μαρτυρία του επί ζητημάτων αμφισβητούμενων, σε σχέση με τα οποία δεν εντοπίζεται άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει τα λεγόμενα του. Για το ζήτημα βέβαια της απειλής, που ως ανέφερε δεν άκουσε, σημειώνουμε πως αυτό είναι λογικό αφού σύμφωνα με την Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την απειλή, όταν ο Μ.Κ.3 κατέβηκε για να μιλήσει σε κάποιον[14]. Ως προς τη θέση της υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι τους κατέβασε ο ίδιος από το ταξί, και άρα δεν υπήρχε δυνατότητα να είχε μείνει μόνη της η Παραπονούμενη εντός του ταξί με τον Κατηγορούμενο, όπου εκστόμισε την επίμαχη απειλή, σημειώνουμε πως ο ίδιος ο Μ.Κ.3 αντεξετασθείς, επεξήγησε πως στη γλώσσα των οδηγών ταξί, η φράση «τους κατέβασα» δεν χρησιμοποείται στην κυριολεξία, αλλά για να δείξει ότι οι επιβάτες κατέβηκαν, με τη θέση του ίδιου να παραμένει μέχρι τέλους ότι Παραπονούμενη και Κατηγορούμενος κατέβηκαν μόνοι τους, χωρίς να του έχει υποβληθεί οποιαδήποτε αντίθετη θέση. Έχοντας λοιπόν κατεβεί από το ταξί, η Παραπονούμενη πλησίασε τον Μ.Κ.3 (ο οποίος ως ήδη λέχθηκε είχε ήδη βγει από το ταξί και μιλούσε με κάποιον γνωστό του), για να του ζητήσει να την πάρει απ' εκεί μετά από μια ώρα, αλλά ο Κατηγορούμενος πήγε πίσω της και του είπε πως αν χρειάζονταν ξανά ταξί θα τον καλούσε ο ίδιος. Ενέργεια την οποία αποδεχόμαστε, αφού πέραν του ότι επιβεβαιώθηκε και από τον Μ.Κ.3 χωρίς να αμφισβητηθεί επί τούτου, εντάσσεται κατ' απόλυτα φυσιολογικό τρόπο στο όλο πλαίσιο της προσπάθειας ελέγχου των κινήσεων της Παραπονούμενης, η οποία επιβεβαιώθηκε και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.
  10. Η Μ.Κ.6, νοσηλεύτρια στο Γ.Ν.Α., είδε την Παραπονούμενη στο δωμάτιο διαλογής, μετά που αφίχθηκε στο νοσοκομείο και προτού προχωρήσει για εγγραφή. Δεν είχε ούτε αυτή κίνητρο να μεροληπτήσει υπέρ οποιουδήποτε, αφού δεν προέκυψε να είχε σχέσεις με οποιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων. Άφησε γενικά καλή εντύπωση, παρόλο που ήταν εμφανές, πως πέραν των όσων είχε καταγράψει τότε στην κατάθεση της, δεν ήταν σε θέση να δώσει πολλές περισσότερες λεπτομέρειες από μνήμης στο Δικαστήριο. Τούτο βεβαίως δεν μειώνει την αξιοπιστία των όσων κατέγραψε στην κατάθεση της, την οποία έδωσε σύντομα μετά τα γεγονότα. Αντιθέτως, θεωρούμε πως η αδυναμία της να ανακαλέσει περαιτέρω πληροφορίες κατά την προφορική της μαρτυρία δικαιολογείται, ένεκα της καθημερινής επαφής της με μεγάλο αριθμό πολιτών. Παράλληλα το στοιχείο αυτό, το προσμετρούμε υπέρ της, αφού καταδεικνύει ότι η μάρτυρας είχε πλήρη συναίσθηση του καθήκοντος της να καταθέτει, μόνο για πράγματα για τα οποία ήταν βέβαιη. Η μάρτυρας αυτή επιβεβαίωσε την παρουσία του Κατηγορούμενου (τον οποίο αναγνώρισε), ο οποίος στεκόταν έξω από το γυαλί του δωματίου διαλογής και κοίταζε μέσα, κατά το χρόνο που εξέτασε την Παραπονούμενη. Η θέση της αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Με ειλικρίνεια δε ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν ο Κατηγορούμενος είχε προσπαθήσει να εισέλθει κατά το χρόνο που η Παραπονούμενη μπήκε μέσα, αλλά πάντως επιβεβαίωσε ότι όταν χτύπησε το τηλέφωνο της Παραπονούμενης και το απάντησε, ο Κατηγορούμενος της είπε να κλείσει το τηλέφωνο για να συνεχίσει η διαδικασία αξιολόγησης της. Επιβεβαιώνοντας έτσι τον έλεγχο που επιχειρούσε σε κάθε στάδιο να έχει επί της Παραπονούμενης, στο βαθμό βέβαια που μπορούσε, ένεκα του ότι βρίσκονταν, πλέον, σε κοινή θέα. Ως προς το γεγονός ότι η Παραπονούμενη δεν αναφέρθηκε σε κάποιο τηλεφώνημα στο σημείο αυτό, ζήτημα με το οποίο επίσης καταπιάστηκε η υπεράσπιση, λέγουμε πως δεν θεωρούμε ότι τούτο έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία. Ό,τι δε υποδεικνύει σε εμάς είναι τον αυθόρμητο τρόπο με τον οποίο έδωσαν τη μαρτυρία τους οι μάρτυρες, χωρίς προσπάθεια προσυνεννόησης με σκοπό την ευθυγράμμιση της μαρτυρίας τους. Όταν λοιπόν, η Μ.Κ.6 τον άκουσε, άνοιξε την πόρτα με σκοπό να λάβει τη βοήθεια του για να συνεννοηθεί καλύτερα μαζί με την Παραπονούμενη για το rapid τεστ, γιατί η εντύπωση που είχε ήταν ότι ήταν φοβισμένη και πιθανόν να μην καταλάβαινε. Από τη μαρτυρία της αμφισβητήθηκε έντονα η θέση της περί του ότι η Παραπονούμενη ήταν φοβισμένη καθώς και η θέση της ότι ο Κατηγορούμενος εισερχόμενος στο δωμάτιο, στη συνέχεια της μίλησε απότομα, λέγοντας της να συνεργαστεί με τους γιατρούς και τους νοσηλευτές. Επί των ζητημάτων αυτών αντεξετάστηκε και κλήθηκε για να δώσει λεπτομέρειες της θέσης της ότι ο Κατηγορούμενος της είχε μιλήσει απότομα, χωρίς ωστόσο να μπορεί να ανακαλέσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Πέραν του ότι όμως η συμπεριφορά που του αποδίδεται ακολουθεί κατά τρόπο φυσικό τα προηγηθέντα, το ουσιώδες εδώ είναι ότι εάν πράγματι η Μ.Κ.6 δεν είχε αντιληφθεί αυτό που περιέγραψε, δεν θα προχωρούσε να ρωτήσει την Παραπονούμενη, όπως ανέφερε ότι έπραξε, αν συνέβαινε κάτι, και ακολούθως να το θεωρήσει σημαντικό για να το περιλάβει στην κατάθεση της. Βέβαια η Παραπονούμενη δεν της απάντησε κάτι, αφού όπως και η ίδια (η Παραπονούμενη) εξήγησε με τη μαρτυρία της, αισθανόμενη τον Κατηγορούμενο εκεί, φοβήθηκε και περιορίστηκε να αναφερθεί στα συμπτώματα της κόπωσης και της δυσκολίας στην αναπνοή, τα οποία και η ίδια η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι της λέχθηκαν. Επίσης η μάρτυρας αμφισβητήθηκε ως προς τη θέση της ότι η Παραπονούμενη της φαινόταν φοβισμένη, κάτι που η ίδια υποστήριξε ότι κατάλαβε από τον τρόπο που μιλούσε για τα συμπτώματα της αλλά και επειδή αργούσε να απαντήσει. Είναι γεγονός πως άλλα στοιχεία για την κατάληξη της αυτή, δεν ήταν σε θέση να δώσει. Όμως την περιγραφή αυτή που έδωσε την αποδεχόμαστε, αφού συνάδει και με τα όσα κατέθεσε και ο Μ.Κ.5, ο οποίος είδε στη συνέχεια την Παραπονούμενη. Ο Μ.Κ.5, που ως ήδη λέχθηκε ήταν και αυτός ανεξάρτητος μάρτυρας, άφησε και αυτός πολύ καλή εντύπωση. Περιέγραψε την Παραπονούμενη έχοντας την δει να περιμένει να εξεταστεί αφότου έκανε την εγγραφή της, λέγοντας ότι ήταν φοβισμένη και ταραγμένη, όχι όμως βέβαια στο βαθμό που περιέγραψε η Μ.Κ.
  11. Τούτο βέβαια είναι απόλυτα λογικό κατά την κρίση μας, αφού κατά το χρόνο εκείνο, ναι μεν είχαν προηγηθεί τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου τα οποία προφανώς την είχαν φοβίσει και αναστατώσει, αλλά δεν είχε ακόμα έρθει αντιμέτωπη με το δίλημμα της καταγγελίας, που ως και πιο πάνω σημειώσαμε φαίνεται να πυροδότησε τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις που είδε και περιέγραψε η Μ.Κ.
  12. Σπεύδουμε επίσης να σημειώσουμε στο σημείο αυτό, πως ούτε η αναφορά του Μ.Κ.5 βρίσκουμε να αντικρούεται από τα πλάνα Τεκμήριο 1.11, αφού ως θέμα κοινής λογικής και ανθρώπινης εμπειρίας, δεν θεωρούμε πως ο φόβος και η ταραχή που αντελήφθη ο μάρτυρας, αποκλείει κινήσεις ως αυτές της Παραπονούμενης, που εντοπίζονται στα επίδικα πλάνα. Έγινε βέβαια πολύς λόγος κατά την αντεξέταση του, σε σχέση με το ότι τέτοιες περιγραφές της Παραπονούμενης δεν εντοπίζονται στην κατάθεση του και ότι ως εκ τούτου, αυτές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, επειδή αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, θα περιλάμβανε τις σχετικές αναφορές στην κατάθεση του. Η εισήγηση όμως αυτή κατά την κρίση μας πάσχει, αφού ξεκάθαρα παραβλέπει τη σαφή τοποθέτηση του Μ.Κ.5 στην κατάθεση του, ότι προσπάθησε να τους βρει μια λύση. Τοποθέτηση η οποία βέβαια, εκ των πραγμάτων, προϋποθέτει ότι ο εν λόγω μάρτυρας είχε αντιληφθεί να υπάρχει κάποιο πρόβλημα μεταξύ τους, εξ ου και προσπάθησε να τους φέρει κοντά για να βρουν μια λύση. Επομένως και με αυτά τα δεδομένα δεν θεωρούμε αδυναμία ή αντίφαση στη μαρτυρία του, το γεγονός ότι σε συνέχεια της εν λόγω αναφοράς στην κατάθεση του, επεξήγησε αναλυτικότερα ενόρκως, πώς αντελήφθη την Παραπονούμενη, δίδοντας παράλληλα και περιγραφή του Κατηγορούμενου, ο οποίος σύμφωνα με το μάρτυρα ήταν συγχυσμένος, είχε αμηχανία, νευρικότητα και εν γένει δεν ήταν ήσυχος. Ο ίδιος άλλωστε δεν γνώριζε οιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων, ούτε είχε λόγο να καταθέσει υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον του Κατηγορούμενου. Βέβαια η περιγραφή του Κατηγορούμενου στην οποία προέβη, παρέλκει να πούμε ότι συνάδει πλήρως με τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε, από τα οποία προκύπτει ότι ο ίδιος διακατέχετο από άγχος, για τη μη κοινοποίηση των όσων προηγήθηκαν, εξ ου και μετέβη μαζί με την Παραπονούμενη στο νοσοκομείο, την απείλησε δυο φορές και βρισκόταν παρών κυριολεκτικά πίσω της, ασκώντας στην πράξη έλεγχο, στο βαθμό που υπό τις περιστάσεις μπορούσε, κάτι το οποίο συνάδει και με τα όσα η Μ.Κ.6 περιέγραψε τοποθετώντας τον έξω από γυαλί του δωματίου διαλογής να κοιτάζει μέσα και ακολούθως να εισέρχεται για να της πει να σταματήσει να μιλά στο τηλέφωνο. Οφείλουμε επίσης να σημειώσουμε ότι η πιο πάνω διαπίστωση μας περί της αντικειμενικότητας, φιλαλήθειας και αμεροληψίας του Μ.Κ.5, επισφραγίζεται από το γεγονός ότι παρά την αναφορά του ότι η Παραπονούμενη απέρριψε την προσπάθεια εξεύρεσης «λύσης», λέγοντας του ότι θέλει την ησυχία της, ότι δεν θέλει άλλα προβλήματα με τον Κατηγορούμενο και ότι μάλιστα προέβη σε χαρακτηριστική κίνηση που δείκνυε ότι ο Κατηγορούμενος την είχε πιάσει από το λαιμό, εντούτοις συναισθανόμενος την ευθύνη του προς το Δικαστήριο, δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τί είχε προηγηθεί μεταξύ τους. Θέλοντας βέβαια έτσι, να καταστήσει ξεκάθαρο πως δεν παίρνει το μέρος οποιασδήποτε πλευράς, και πως δεν ήταν γνώστης εις βάθος των διαφορών τους και πως εν τέλει, μετέφερε στο Δικαστήριο μόνο, ό,τι περιήλθε στην αντίληψη του, πράγμα το οποίο πράγματι πιστεύουμε ότι έπραξε. Με τα όσα μετέφερε πάντως, έστω και χωρίς να το αντιλαμβάνεται, ευθυγράμμισε τη μαρτυρία του με αυτήν της Παραπονούμενης, αφού δεν θεωρούμε ότι είχε λόγο να αναπαραγάγει την κίνηση με το πιάσιμο του λαιμού, αν πράγματι δεν την είχε δει από την Παραπονούμενη κατά τον ανύποπτο εκείνο χρόνο, όταν η Παραπονούμενη δεν είχε καν αποφασίσει αν θα κατάγγελλε τα προηγηθέντα. Η δε μαρτυρία του συνάδει και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 (στο βαθμό που η μαρτυρία του τελευταίου έγινε αποδεκτή) αφού από τις συνομιλίες Κατηγορούμενου - Παραπονούμενης που μετέφεραν, προκύπτει αφενός η προσπάθεια του Κατηγορούμενου να πείσει αυτούς με τους οποίους ερχόταν σε επαφή ότι αγαπά και νοιάζεται την Παραπονούμενη, και αφετέρου το ότι η Παραπονούμενη ήταν αρνητικά διακείμενη προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου, επειδή η ίδια θεωρούσε - και δεν δίστασε μάλιστα να εκφράσει-, ότι αυτός δεν ήταν καλό άτομο και ότι η εμπλοκή μαζί του της προκαλούσε προβλήματα. Ό,τι δε διαφάνηκε από τη μαρτυρία του, ήταν πως επρόκειτο για πρόσωπο πολύ ευσυνείδητο και διατεθειμένο να βοηθήσει τους συναθρώπους του που μπορεί να αντιμετώπιζαν δύσκολες καταστάσεις, ευρισκόμενοι στο νοσοκομείο. Των πιο πάνω δεδομένων, ουδόλως ξενίζει το ότι θυμόταν την περίπτωση που εξετάζεται και ότι ήταν σε θέση να περιγράψει το πώς συμπεριφέρονταν τα άτομα αυτά, ή το ότι ενδιαφέρθηκε για να τους βρει μια λύση αντιλαμβανόμενος ότι κάτι είχε συμβεί μεταξύ τους. Επομένως αποδεχόμαστε τα όσα ανέφερε ότι αντελήφθη ως εκ της παρουσίας του στο μέρος, τα οποία αποτελούν και ευρήματα μας. Το ότι βέβαια μπορεί να μην θυμόταν να τοποθετηθεί θετικά για κάποια επιμέρους ζητήματα όπως το λόγο ή τον ακριβή χρόνο που ο Κατηγορούμενος βγήκε έξω και στη συνέχεια έφυγε από το νοσοκομείο, δεν αποδυναμώνει τη μαρτυρία του. Αντίθετα, ενισχύει την εντύπωση που αποκομίσαμε ότι πράγματι ήταν πρόσωπο που αντιλαμβανόταν την ευθύνη του να μεταφέρει στο Δικαστήριο μόνο ό,τι πραγματικά θυμόταν. Εξ άλλου από το Τεκμήριο 1.11, προκύπτει ότι ο Μ.Κ.5 σε κάποια στιγμή οδηγεί τον Κατηγορούμενο έξω, κάτι που ούτε ο ίδιος ο Μ.Κ.5 απέκλεισε να έκανε εάν δεν συμμορφωνόταν με τα όσα όφειλε, δεδομένου του χώρου όπου βρισκόταν. Το ουσιώδες πάντως είναι πως ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε το νοσοκομείο προτού η Μ.Κ.1 προσέλθει, εξ ου και όταν η τελευταία μετέβη στο μέρος εντόπισε, ως εξ αρχής είχαμε αναφέρει μόνο την Παραπονούμενη, η οποία εν τω μεταξύ συνειδητοποίησε ότι το τηλέφωνο της δεν είχε κλείσει ενόσω μιλούσε με τον Μ.Κ.4 και ότι ο τελευταίος άκουγε τα όσα διαμείβοντο και είχε καλέσει την Αστυνομία. Πρέπει να λεχθεί πως το πότε ακριβώς η Παραπονούμενη είχε δει τις κλήσεις στο κινητό της, αποτέλεσε περαιτέρω ζήτημα που απασχόλησε την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της εν λόγω μάρτυρος. Δεν είναι όμως αντιληπτό πως μεταβάλλει την ουσία των γεγονότων αν είδε τις κλήσεις/μηνύματα κατά το χρόνο που προσπαθούσε να διενεργήσει την εγγραφή της ή αν τα είδε λίγο αργότερα, όταν βγήκε και κάθισε στο παγκάκι αναμένοντας να εξεταστεί ή αν κοίταζε το κινητό της και στις δύο περιπτώσεις. Άλλωστε ως και η ίδια παραδέχθηκε μπορεί κάποιες λεπτομέρειες να μην τις ενθυμείται, πράγμα καθ' όλα φυσιολογικό, σε ένα συμβάν όπως το επίδικο, όπου εναλλάσσονταν σε σύντομο χρόνο γεγονότα και πρόσωπα. Και πράγματι το ζήτημα αυτό για εμάς, περί λεπτομέρειας πρόκειται. Χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει, ως ήταν άλλωστε και η δική της θέση, πως δεν έχει πει την αλήθεια επί των ουσιωδών ζητημάτων, σε σχέση με τα οποία παρέμεινε απόλυτα σταθερή στις θέσεις της, τις οποίες για όλους τους λόγους που πιο πάνω επεξηγήσαμε αποδεχόμαστε. Γ. Ενισχυτική Μαρτυρία Έχουμε ήδη αναφέρει πιο πάνω ότι δεδομένων των προνοιών επί των οποίων εδράζονται οι κατηγορίες, δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση υποχρέωση αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, ούτε όμως εφαρμόζεται ο κανόνας πρακτικής που ισχύει στις περιπτώσεις κατηγοριών που εδράζονται στον Ποινικό Κώδικα (βλ. Σ.Σ. ανωτέρω) ένεκα του ότι τα αδικήματα συνιστούν και αδικήματα βίας εν τη εννοία του Ν. 115(Ι)21, με βάση το άρθρο 29 του οποίου, καθορίζεται ρητώς, μεταξύ άλλων, πως δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία, ούτε αυτοπροειδοποίηση για την καταδίκη προσώπου με μόνη την ένορκη μαρτυρία ενήλικης γυναίκας. Παραμένει όμως ως έχουμε ήδη αναφέρει η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο, δύναται να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία, εκεί όπου κρίνει ότι υπάρχει έρεισμα στη μαρτυρία συγκεκριμένου μάρτυρα, που υποδηλώνει ότι η μαρτυρία του δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη. Εξετάζοντας κατά πόσον η παρούσα είναι περίπτωση που θα πρέπει να εξασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια και να αναζητήσουμε ενισχυτική μαρτυρία σημειώνουμε τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αξιολόγηση που έχει προηγηθεί στρέψαμε την προσοχή μας στο κατά πόσον η Παραπονούμενη είχε ή έχει οποιαδήποτε κίνητρα να εξυπηρετήσει εάν προέβαλλε και προωθούσε μια ανυπόστατη καταγγελία για βιασμό. Δεν εντοπίσαμε τέτοια αφού δεν έχει οτιδήποτε να ωφεληθεί καταγγέλλοντας ψευδώς τον Κατηγορούμενο. Κατ' αρχάς ως επισημάναμε, ο ίδιος είναι για αυτήν ένα εν πολλοίς αδιάφορο άτομο, ενώ αντιθέτως η ίδια είναι αυτή που υφίσταται ταλαιπωρία και εκτίθεται, καταθέτοντας για πτυχές της προσωπικής της ζωής ενώπιον αγνώστων, στο Δικαστήριο μιας ξένης για την ίδια, χώρας. Επίσης εξετάσαμε κατά πόσον υπήρχαν από πλευράς της εκδικητικές διαθέσεις έναντι του Κατηγορούμενου που θα την οδηγο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.