Δημοκρατία ν. Ζ.Π. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3574/2021, 25/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3574/2021 Δημοκρατία v.
- Ζ.Π.
- Ε.Μ.
- Σ.Ε.
- Μ.Δ. Κατηγορούμενων 25 Οκτωβρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα. Για τον κατηγορούμενο 1: κα. Ον. Οικονόμου. Κατηγορούμενος 1: παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο Kατηγορούμενος 1, με δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας, με σκοπό την κλοπή, κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1) και στο αδίκημα της ληστείας, κατά παράβαση του άρθρου 282 του ίδιου νόμου (κατηγορία 2). Με δεδομένο ότι η υπόθεση για τους άλλους τρεις Kατηγορούμενους ακολουθεί διαφορετική πορεία, ένεκα της μη παραδοχής τους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν (πλην της πρώτης κατηγορίας την οποία παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος 2), η κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα όπως ακουστούν γεγονότα και επιβληθεί ποινή στον Kατηγορούμενο 1, πριν την αποπεράτωση της ακρόασης για τους λοιπούς Κατηγορούμενους, εφόσον προτίθεται να τον καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας. Αίτημα το οποίο το Δικαστήριο ενέκρινε με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 14.9.
- Α. Γεγονότα Τα γεγονότα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, ως εν τέλει αποκρυσταλλώθηκαν και με το Τεκμήριο Β, παρατίθενται κατωτέρω. Η Παραπονούμενη, χήρα και ηλικιωμένη γυναίκα 77 ετών, κατά τον επίδικο χρόνο, διέμενε μετά τον θάνατο του συζύγου της, μόνη της σε προσφυγική κατοικία στον συνοικισμό ΑΗΚ στη Δεκέλεια. Το βράδυ της 16.6.2021, η Παραπονούμενη επέστρεψε στο σπίτι της από επίσκεψη στην οποία βρισκόταν και ξάπλωσε στο υπνοδωμάτιό της για να κοιμηθεί. Ένας θόρυβος, ο οποίος ακούστηκε γύρω στις 23:40 της ίδιας ημέρας, προερχόμενος από την συρόμενη τζαμαρία του καθιστικού της κατοικίας της, την ξύπνησε. Ανήσυχη κατευθύνθηκε προς το καθιστικό για να διαπιστώσει τι συνέβαινε. Καθώς προχωρούσε, άκουσε νέα κτυπήματα στη τζαμαρία, τα οποία συνοδεύτηκαν από τον χαρακτηριστικό ήχο θρυμματισμού υαλοπίνακα. Φτάνοντας στο καθιστικό είδε δύο άνδρες, χωρίς καλυμμένα πρόσωπα, να στέκονται έξω από αυτό. Ένας εξ αυτών θρυμμάτιζε με τη χρήση εργαλείου, το οποίο έμοιαζε με κλειδί αλλαγής ελαστικού οχήματος, τη γυάλινη τζαμαρία του καθιστικού. Τους φώναξε να φύγουν, λέγοντάς τους ότι θα καλούσε δήθεν τον σύζυγό της (ο οποίος ως λέχθηκε, είχε ήδη αποβιώσει). Απτόητοι οι δύο άνδρες συνέχισαν να θρυμματίζουν την τζαμαρία, ενώ η Παραπονούμενη αντιλαμβανόμενη πλέον ότι αυτοί ήταν αποφασισμένοι να εισέλθουν εντός της κατοικίας, έτρεξε προς το υπνοδωμάτιό της κλείνοντας στο πέρασμα της, την πόρτα του διαδρόμου και ασφαλίζοντάς την με σύρτη. Η πόρτα του διαδρόμου υποχώρησε μετά από δυνατά λακτίσματα που δέχτηκε από τους δράστες και αυτοί πλέον βρέθηκαν αντιμέτωποι με την Παραπονούμενη. Ένας εξ αυτών, πήρε με το ένα του χέρι το δικό της χέρι ακινητοποιώντας την, ενώ με το άλλο του χέρι της έκλεισε το στόμα. Σε κάποια στιγμή μετακίνησε το χέρι του από το στόμα της, συνεχίζοντας ωστόσο να την κρατά με το άλλο του χέρι, αφαιρώντας συνάμα από τον λαιμό της την χρυσή καδένα με τον χρυσό σταυρό που φορούσε. Ακολούθως, ο ίδιος, τράβηξε κι έκοψε τη χρυσή καδένα χεριού που έφερε στο δεξί της χέρι. Εν τω μεταξύ, ο δεύτερος άνδρας ανέλαβε να ψάξει τα δωμάτια της κατοικίας. Εντόπισε κάποια ψεύτικα κολιέ (μηδαμινής αξίας) και νομιζόμενος ότι επρόκειτο για τιμαλφή αξίας, τα έκλεψε. Οι δράστες, αφού αποκόμισαν όλα τα πιο πάνω χρυσαφικά συνολικής αξίας €2400, εξήλθαν της κατοικίας από εκεί που μπήκαν και απομακρύνθηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Η Παραπονούμενη κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία, μέλη της οποίας επισκέφθηκαν τη σκηνή και διενήργησαν επιτόπιες εξετάσεις, στο πλαίσιο των οποίων, εντόπισαν στο πάτωμα του καθιστικού της επίδικης κατοικίας ένα μαύρο μικρό αναπτήρα μάρκας «bic» και ένα πακέτο καπνού χειροποίητων τσιγάρων μάρκας «old holborn» τα οποία παραλήφθηκαν ως τεκμήρια. Στις 19.8.21 και αφού προηγουμένως είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1, στη βάση πληροφορίας που τον ενέπλεκε στην υπόθεση, ο τελευταίος συνελήφθη και αφού του επεστήθη η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «εγώ εν έκαμα έτσι πράμα». Ανακρινόμενος δε γραπτώς, αρνήθηκε κάθε ενοχή στην υπόθεση. Ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε ότι καπνίζει την ίδια μάρκα καπνού και χρησιμοποιεί ίδιου τύπου αναπτήρα, μ' εκείνα που εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν από την Αστυνομία ως τεκμήρια. Κληθείσα η Παραπονούμενη ν' αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο 1, δεν κατάφερε με ασφάλεια να τον αναγνωρίσει ως τον δράστη που την λήστεψε και ελλείψει οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 1 με τα διαπραχθέντα αδικήματα, αυτός αφέθηκε ελεύθερος. Tον Οκτώβριο του 2021, παραδόθηκαν στην Αστυνομία τα αποτελέσματα επιστημονικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν επί των τεκμηρίων, τα οποία κατέδειξαν ότι γενετικό υλικό που απομονώθηκε τόσο από τον αναπτήρα όσο και από το πακέτο καπνού που εντοπίστηκαν στη σκηνή του εγκλήματος, ταυτίζεται με το γενετικό του Κατηγορούμενου
- Επίσης, από επίχρισμα το οποίο παραλήφθηκε από την κλειδωνιά της πόρτας του καθιστικού της επίδικης κατοικίας, απομονώθηκε μικρή ποσότητα γενετικού υλικού, δότης του οποίου δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι είναι ο Κατηγορούμενος
- Αφότου συνελήφθη εκ νέου στις 6.10.2021 και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε «αφού δεν το έκαμα εγώ». Λήφθηκε από αυτόν νέα ανακριτική κατάθεση, στην οποία και πάλι αρχικά αρνείτο κάθε ενοχή. Όταν όμως εν τέλει ο ανακριτής του γνωστοποίησε τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων, αυτός εξέφρασε την επιθυμία να δώσει θεληματική κατάθεση, στην οποία ομολόγησε την ενοχή του. Ισχυρίστηκε δε, ότι επειδή είναι χρήστης κοκαΐνης, δανειζόταν συχνά χρήματα για να αγοράζει τη δόση του και το γεγονός αυτό δημιούργησε εις βάρος του χρέος ύψους €3500, το οποίο όφειλε ν' αποπληρώσει, πράγμα το οποίο τον οδήγησε στη διάπραξη του εγκλήματος. Ως προς το ρόλο του, λέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι το άτομο που θρυμμάτισε τον υαλοπίνακα και εισήλθε εντός της οικίας με άλλο πρόσωπο, με το οποίο συντονισμένα κατάφεραν λακτίσματα στην πόρτα επιτυγχάνοντας να έρθουν αντιμέτωποι με το θύμα. Συντονισμένα έδρασαν και στη συνέχεια, χωρίς ωστόσο από τα στοιχεία που έχει ενώπιον της η κατηγορούσα αρχή να προκύπτει ξεκάθαρα ποιος από τους δύο αφαίρεσε δια της βίας τα χρυσαφικά από το θύμα και ποιος εισέβαλε στο δωμάτιο. Ως εκ τούτου στις δύο αυτές δράσεις του αποδίδεται ρόλος συναυτουργού. Η κλαπείσα περιουσία δεν εντοπίστηκε και η Παραπονούμενη δεν έχει μέχρι στιγμής αποζημιωθεί. Όπως αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με την προηγούμενη καταδίκη, στην υπόθεση υπ' αριθμόν 5262/2021 του Ε. Δ. Λάρνακας, που αφορούσε το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε στις 12.5.21 και για το οποίο καταδικάστηκε στις 6.3.23, σε πρόστιμο ύψους €
- Β. Αγόρευση προς μετριασμό Η συνήγορος του Κατηγορούμενου, ζήτησε όπως ληφθούν υπόψη, η συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, η άμεση παραδοχή αλλά και η μεταμέλεια και απολογία του. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 όντας χρήστης, διέπραξε τα αδικήματα ενώ είχε προηγουμένως προβεί σε χρήση κοκαϊνης, με αποτέλεσμα να δρα απερίσκεπτα και παρορμητικά. Επίσης τόνισε το γεγονός ότι η Παραπονούμενη δεν υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό. Περαιτέρω κάλεσε το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει και τις προσωπικές του περιστάσεις, υιοθετώντας προς τούτο την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τονίζοντας ότι, ενόσω εκκρεμούσε η παρούσα υπόθεση οι συνθήκες του έχουν αλλάξει, εφόσον απέκτησε τρίτο παιδί και έχει αλλάξει ζωή, αφού αυτοβούλως απεξαρτήθηκε. Επιπλέον, ζήτησε να ληφθούν υπόψη και οι επιπτώσεις στην οικογένεια του και στα εξαρτώμενα του πρόσωπα σε περίπτωση επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας. Γ. Νομική Πτυχή Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος 1, είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 και Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/21, ημερ. 8.3.22). Για το αδίκημα της ληστείας, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 χρόνων, όμως όταν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της ληστείας, τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου. Εν προκειμένω, με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος 1 συνοδευόταν από δεύτερο πρόσωπο και επίσης χρησιμοποιήθηκε σωματική βία σε βάρος της Παραπονούμενης, είναι προφανές ότι η ποινή που τυγχάνει εφαρμογής είναι η δια βίου φυλάκιση. Για δε το αδίκημα της διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύχτας, με σκοπό την κλοπή, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια. Η σοβαρότητα βέβαια αμφότερων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, εμφαίνεται και από την ίδια τη φύση τους. Ειδικότερα για το αδίκημα της ληστείας, έχει πολλάκις νομολογηθεί[1] πως πρόκειται για ένα αποτρόπαιο έγκλημα που προκαλεί κυρίως αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες, αφού στρέφεται τόσο εναντίον της περιουσίας όσο και εναντίον της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, προκαλώντας σωματικό πόνο ή και τρόμο στο θύμα κατόπιν άσκησης σωματικής ή και ψυχολογικής βίας σ' αυτό. Είναι δηλαδή αδίκημα, το οποίο ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας και βλάβης στο θύμα, το οποίο καθίσταται έρμαιο στις διαθέσεις του εγκληματία, ο οποίος ενεργεί από θέση ισχύος. Είναι αδίκημα που ενέχει επίδειξη βίας με σκοπό τον εκφοβισμό και εξαναγκασμό του θύματος και παραβιάζει κάθε έννοια πολιτισμένης συμπεριφοράς, προκαλεί ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνει συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Επισημαίνεται εδώ ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος 1, εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο της παλαιάς αλλά δυστυχώς ακόμα επίκαιρης διαπίστωσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πως αδικήματα κατά της περιουσίας αλλά και αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας, ανεξάρτητα από την ακριβή μορφή που λαμβάνουν, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, και παρατηρείται έξαρση στη διάπραξη τους[2]. Διαπίστωση στην οποία και εμείς αναπόφευκτα οδηγούμαστε, ένεκα της επαναλαμβανόμενης ενασχόλησης μας με τέτοιου είδους υποθέσεις. Οι επικίνδυνες διαστάσεις που έχει προσλάβει το έγκλημα δημιουργούν ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία. Δεν θεωρούμε ότι αποτελεί υπερβολή να πούμε ότι αδικήματα αυτού του είδους και δη ληστείες και διαρρήξεις, αποτελούν δυστυχώς πλέον μέρος της καθημερινότητας μας, καθιστώντας το φαινόμενο αυτό μάστιγα για την κοινωνία. Ό,τι δε ανησυχεί ιδιαίτερα, είναι η ευκολία με την οποία, αφενός, φαίνεται να αποφασίζουν πλέον οι δράστες να επιλύσουν τα οικονομικά τους προβλήματα καταφεύγοντας σε εγκλήματα αυτού του είδους και αφετέρου (η ευκολία) με την οποία τα προσχεδιάζουν. Αυτή ακριβώς η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αυτής της φύσεως αδικημάτων καθιστά εντονότερο το στοιχείο της αποτροπής στον καθορισμό της ποινής, εξ ου και τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν αδικήματα αυτού του είδους με αυστηρότητα. Υπενθυμίζεται βεβαίως και η αρχή ότι επιβάλλεται η καταφυγή σε αυστηρότερες ποινές όταν διαπιστώνεται αυξητική τάση, επιμονή ή έξαρση στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων (βλ. Cotorceanu κ.α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20, ημερ. 17.2.21, όπου έγινε αναφορά στις Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 551 και Selmani κ.α. v. Δημορκατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 και 236/13 ημερ. 5.10.16). Ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής, ο προσχεδιασμός, το οικονομικό όφελος που αποσπάστηκε αλλά και οι περιστάσεις του θύματος και του δράστη είναι παράγοντες που συντείνουν στον καθορισμό του ύψους της ποινής, η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα ένεκα της εγγενούς σοβαρότητας του εν λόγω αδικήματος, ως σκιαγραφήθηκε ανωτέρω. Σοβαρότητα η οποία βεβαίως αντανακλάται και στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος. Σημειώνουμε βεβαίως πως οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Η όποια λοιπόν αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:D183. Στη Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50, επικυρώθηκε η ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα κατόπιν μερικής ακρόασης, σε λευκού μητρώου νεαρούς δράστες, ηλικίας 19 και 23 ετών, οι οποίοι εισέβαλαν σε διαμέρισμα φορώντας κουκούλες και κρατώντας μαχαίρια, αποσπώντας με τη χρήση βίας το ποσό των £65 από δύο αλλοδαπές γυναίκες. Τα γεγονότα της υπόθεσης χαρακτηρίστηκαν ως εξαιρετικά σοβαρά. Η δε εθελούσια κατανάλωση αλκοόλ που επέφερε μείωση του αυτοελέγχου τους, δεν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής. Στην Giannakov v. Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 137, ο λευκού μητρώου και ηλικίας 33 ετών εφεσείων, μετά από παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της ληστείας, της διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύχτας και της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 4 και 3 χρόνων στα δύο πρώτα αντίστοιχα[3]. Είχε εισέλθει τις πρωινές ώρες σε διαμέρισμα για να κλέψει, αφού παραβίασε την είσοδο, ενώ οι δύο ένοικοι κοιμούνταν και όταν έγινε αντιληπτός, επιτέθηκε στον ένα εξ αυτών, προκαλώντας του εκδορά κάτω από το βλέφαρο, μετωπιαία εκχύμωση και ερυθρότητα δέρματος στο πρόσωπο. Ανακόπηκε από αστυφύλακα στην έξοδο της πολυκατοικίας και σε έρευνα που του έγινε βρέθηκε στην κατοχή του το κλειδί ενός αυτοκινήτου, αξίας €50, που έκλεψε φεύγοντας από το διαμέρισμα. Ήταν από νεαρής ηλικίας χρήστης σκληρών ναρκωτικών και υποβαλλόταν κατά το χρόνο διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων, σε διαδικασία απεξάρτησης. Το τελευταίο διάστημα δε, είχε δημιουργήσει σχέση με μια γυναίκα με την οποία τέλεσε το γάμο του, βρισκόμενος στις κεντρικές φυλακές και είχε αποκτήσει και ένα παιδί. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επισημαίνοντας τη σοβαρότητα και την έξαρση αδικημάτων αυτής της μορφής καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αλλά και τις επιπτώσεις στα θύματα, απέρριψε την έφεση. Στη Χασσάν κ.ά. v Δημοκρατίας
(2014)2 AAΔ.742, οι ποινές φυλάκισης 6 και 5 ετών που επιβλήθηκαν, μετά από παραδοχή, στους εφεσείοντες για αριθμό ληστειών, μειώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 4½ και 4 χρόνια, αντίστοιχα, κρίνοντας ότι δεν είχε δοθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο η δέουσα βαρύτητα στους μετριαστικούς παράγοντες που συνέτρεχαν στην περίπτωση, που ήταν οι δύσκολες προσωπικές τους συνθήκες, το νεαρό της ηλικίας τους (27 και 21 ετών) και το ότι η παραδοχή τους βοήθησε στην εξιχνίαση αδικημάτων που θα έμεναν ανεξιχνίαστα. Στην Κιλινκαρίδης v Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 277, η επιβληθείσα ποινή των 8 ετών, κατόπιν παραδοχής στην κατηγορία της ληστείας, υπό περιστάσεις όπου ο εφεσείων με τους συνεργούς του, έκλεψαν €20.000 από τους παραπονούμενους, χωρίς ο πρώτος να επιδείξει βίαιη συμπεριφορά εναντίον τους, την οποία όμως επέδειξαν οι συνεργοί του, μειώθηκε σε 6 χρόνια. Tο Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε υπόψη την άμεση παραδοχή και συνεργασία του με τις αρχές, το ότι ο ίδιος δεν ήταν ο ιθύνων νους, το γεγονός της καταχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης για συγκατηγορούμενο του ως και το ότι άλλο πρόσωπο που εμπλέκετο δεν κατέστη δυνατό να συλληφθεί και να διωχθεί παρόλο που είχαν δοθεί αρκετές πληροφορίες από τον εφεσείοντα, το επιπόλαιο της απόφασης του να εμπλακεί στο επίδικο έγκλημα, τη μη αποκόμιση οικονομικού οφέλους, την καλή διαγωγή του κατά τη διάρκεια της κράτησης του για ένα έτος στις φυλακές, την ηλικία του, το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς και τα οικονομικά, ψυχολογικά και άλλα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Στη Yusuf v. Δημοκρατίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 140, οι ποινές 3 ετών στο αδίκημα της συνομωσίας και 8 ετών στο αδίκημα της ληστείας, που επιβλήθηκαν μετά από ακροαματική διαδικασία, στον λευκού μητρώου εφεσείοντα, ο οποίος ήταν ηλικίας 44 ετών, και πατέρας τριών ανήλικων τέκνων, επικυρώθηκαν κατ' έφεση, υπό περιστάσεις που κρίθηκαν ως επιβαρυντικές. Ο εφεσείων μαζί με άλλο άγνωστο άντρα, ανέμεναν τον ηλικιωμένο παραπονούμενο (73 ετών), κρυμμένοι στο σκοτάδι και του επιτέθηκαν, σπρώχνοντας τον, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το κεφάλι και τα χέρια του πίσω στον τοίχο. Εν συνεχεία οι δύο δράστες τράβηξαν την τσάντα από τα χέρια του παραπονούμενου, μέσα στην οποία υπήρχε τσαντάκι με το ποσό των €3.000 και επιπλέον υπήρχε χρηματικό ποσό 3.500 στερλινών και ταξιδιωτικές επιταγές 600 στερλινών. Το γεγονός ότι έκρυψαν προηγουμένως τον ανιχνευτή κίνησης που υπήρχε στο σημείο, ώστε να μην αντιληφθεί την παρουσία τους ο παραπονούμενος, έδειχνε προσχεδιασμό από μέρους τους, ενώ τονίστηκε και η σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας όταν ο κατηγορούμενος συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στη δε Evtim Rumerov Iliev v Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.218/16, ημερ. 18.8.18, επικυρώθηκε κατ' έφεση η ποινή φυλάκισης 4 ετών που επιβλήθηκε μετά από παραδοχή του εφεσείοντα σε τρεις κατηγορίες ληστείας, υπό περιστάσεις όπου δεν είχε προκληθεί σωματική βλάβη, ο σχεδιασμός ήταν επιπόλαιος ενώ ο εφεσείων ήταν λευκού μητρώου, αποζημίωσε τους παραπονούμενους και είχε περάσει δύσκολα παιδικά χρόνια που στιγμάτισαν την ψυχολογική του κατάσταση και συνέβαλαν αρνητικά στην εξέλιξη της ζωής του. Πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1 προκύπτει και μέσα από τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης, από τα οποία αναδύεται μια σοβαρότατη εγκληματική συμπεριφορά, με αδίστακτους δράστες, που κατέληξε να έχει ως θύμα ένα καθ' όλα φιλήσυχο και ανυποψίαστο πολίτη και δη μια 77χρονη χήρα, που διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο μόνη της. Και λέγουμε τούτο διότι ως προκύπτει από τα εκτεθέντα γεγονότα, παρά τις εκκλήσεις της Παραπονούμενης προς τους δράστες (ένας εκ των οποίων ήταν και ο Κατηγορούμενος 1) για να φύγουν, όταν τους αντελήφθη να θρυμματίζουν την τζαμαρία του σπιτιού της γύρω στα μεσάνυχτα της επίδικης ημερομηνίας, αυτοί συνέχισαν απτόητοι το έργο τους, κάτι που οδήγησε την Παραπονούμενη να τρέξει στο υπνοδωμάτιο της, κλείνοντας στο πέρασμα της και την πόρτα του διαδρόμου και ασφαλίζοντας την με σύρτη. Τόσο όμως ήταν το μένος τους και η εμμονή στο στόχο τους, δηλαδή να κλέψουν, που έσπασαν την πόρτα του διαδρόμου με δυνατά λακτίσματα και έφτασαν στην Παραπονούμενη. Ούτε όμως στη θέα της 77χρονης γυναίκας σταμάτησαν, αφού ένας εκ των δραστών την ακινητοποίησε και της έκλεισε το στόμα, της αφαίρεσε από το λαιμό τη χρυσή καδένα με το χρυσό σταυρό που φορούσε, ενώ ακολούθως έκοψε και τη χρυσή καδένα που φορούσε στο χέρι της. Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι με βάση τα γεγονότα δεν προκύπτει ότι το πρόσωπο που ακινητοποίησε την Παραπονούμενη και της αφαίρεσε τα χρυσαφικά ήταν ο Κατηγορούμενος 1, χωρίς ωστόσο τούτο να μεταβάλλει το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν παρών και ως συνεργός συνέβαλε σημαντικά με τις δικές του ενέργειες στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Υπό αυτές δε τις περιστάσεις, πολύ περιορισμένη βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη θέση της υπεράσπισης (η οποία δεν αμφισβητήθηκε), ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν γνώριζε αρχικά ότι η Παραπονούμενη θα ήταν στο σπίτι τη δεδομένη στιγμή, εφόσον είχε πληροφορηθεί ότι η τελευταία καθυστερεί να επιστρέψει στο σπίτι. Και τούτο διότι όπως τα ίδια τα γεγονότα μαρτυρούν, η παρουσία της στο σπίτι, η οποία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης έγινε αντιληπτή πριν ακόμα εισέλθουν εντός αυτού (αφού τους καλούσε να φύγουν) καθόλου δεν λειτούργησε αποτρεπτικά για τους δράστες, οι οποίοι συνέχισαν ακάθεκτοι για να φέρουν εις πέρας τον παράνομο σκοπό τους, με ένα εξ αυτών να επιδεικνύει και βίαιη συμπεριφορά έναντι της, ως ανωτέρω επεξηγήθηκε. Εν ολίγοις δηλαδή, η πληροφόρηση αυτή που είχε ο Κατηγορούμενος 1, σε συνάρτηση με την συνεννόηση και συμμετοχή και άλλου προσώπου (βλ. Evtim Rumerov Iliev ανωτέρω), συνηγορεί μόνον στο ότι υπήρξε προσχεδιασμός για τη διάρρηξη της κατοικίας με σκοπό την κλοπή - και όχι για τη ληστεία-, πλην όμως δεν θεωρούμε πως έχει κάποια άλλη σημασία. Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν προκλήθηκε σωματική βλάβη στην Παραπονούμενη, πλην όμως τούτο δεν δύναται να εξαλείψει τα συναισθήματα τρόμου και πανικού που προφανώς προκάλεσε στην ηλικιωμένη Παραπονούμενη εισερχόμενος με το συνεργό του στο σπίτι της, σχεδόν μεσάνυχτα, με τον τρόπο που αναφέρθηκε. Ό,τι άλλο θα θέλαμε εδώ να προσθέσουμε, εμπεριέχεται στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Φανάρας (ανωτέρω), η οποία αφορούσε ληστεία που διαπράχθηκε στο διαμέρισμα των παραπονούμενων: « .. Έχουμε τη γνώμη πως τέτοια εγκληματική συμπεριφορά προκαλεί αισθήματα αποστροφής και φρίκης, αλλά κυρίως φόβο για την ασφάλεια των κατοίκων στη χώρα μας. Στην υπόθεση που μας απασχολεί ο φόβος μετατρέπεται σε εφιαλτικό τρόμο γιατί τα εγκλήματα διαπράχθηκαν μέσα στο σπίτι των παραπονουμένων, στην εστία δηλαδή και το άσυλο όπου κάποιος χαίρεται και λειτουργεί την προσωπική του ζωή. Τα Δικαστήρια παρακολουθούν με αγωνία και πολύ προβληματισμό την έξαρση του σοβαρού εγκλήματος στον τόπο μας, ο οποίος, δυστυχώς δεν αντιμετωπίζει μόνο τα συνήθη προβλήματα της εξελικτικής πορείας μιας κοινωνίας, αλλά εδώ σείονται και τα θεμέλια της ύπαρξης μας. Παρόμοιες σκέψεις εξέφρασε και σε πρόσφατη απόφαση του Εφετείο με άλλη σύνθεση (δες: Γ.Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 A.A.Δ. 463).). » (η υπογράμμιση είναι δική μας) Σε συνεχεία δε των πιο πάνω, σημειώνουμε και την αναφορά στην Giannakov v. Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 137: «.. ότι ορθώς λήφθηκαν υπόψη, κατά την επιβολή της ποινής τα συναισθήματα πανικού και φρίκης, που συνήθως διακατέχουν θύματα ληστείας, ιδιαιτέρως όταν ξυπνούν μέσα στη νύχτα και διαπιστώνουν ότι, υπέστησαν διάρρηξη και μέσα στο σπίτι τους βρίσκεται ο δράστης, ερχόμενοι αντιμέτωποι μαζί του.» Υπό το φως λοιπόν των ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη κατ' αρχάς ως επιβαρυντικό στοιχείο τον προσχεδιασμό που υπήρξε εν σχέσει με το αδίκημα της διάρρηξης εν καιρώ νυκτός, αφού οι δράστες μετέφεραν και χρησιμοποίησαν εργαλείο για να επιτευχθεί η είσοδος, ενώ επίσης φρόντισαν να πληροφορηθούν και τις κινήσεις της ιδιοκτήτριας του σπιτιού. Περαιτέρω επιβαρυντικό θεωρούμε και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 συνοδευόταν από άλλο άτομο. Εν σχέσει με τη ληστεία κρίνουμε ως επιβαρυντικό το ότι διαπράχθηκε στην οικία ενός ευάλωτου και ηλικιωμένου θύματος και δη της 77χρονης Παραπονούμενης, που βρισκόταν μόνη αργά το βράδυ και κοιμόταν, με όλες τις συνέπειες που τούτη η συμπεριφορά έχει για το θύμα ως αναλύθηκαν ανωτέρω. Επίσης εν σχέσει και με τα δύο αδικήματα σημειώνουμε και την αξία της κλαπείσας περιουσίας που ως λέχθηκε ανέρχεται στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €2400, χωρίς να έχει μέχρι στιγμής υπάρξει αποζημίωση. Επομένως το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης ως τα έχουμε σκιαγραφήσει ανωτέρω, ο συνδυασμός των αδικημάτων που διαπράχθηκαν, η εγγενής σοβαρότητα τους σε συνδυασμό με την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους, μας οδηγούν στην κατάληξη ότι στην παρούσα υπόθεση προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται η αντιμετώπιση τους με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 74/2020, ημερ. 31.7.2020). Σε ότι αφορά την προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου, αναφέρεται πως αυτή δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Dygdalowicz ανωτέρω), υπό την έννοια ότι δεν λαμβάνεται υπόψιν για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι, αναλόγως πάντοτε της περίπτωσης, δύνανται να μειώσουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Και αυτό διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ.17). Στην προκειμένη περίπτωση, σημειώνεται ότι η προηγούμενη καταδίκη αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, αδίκημα το οποίο ενέχει βεβαίως το στοιχείο της βίας, το οποίο αναμφίβολα ενυπάρχει και στο αδίκημα της ληστείας που παραδέχθηκε στο πλαίσιο της παρούσας. Από την άλλη όμως δεν μας διαφεύγει πως πρόκειται για σαφώς λιγότερης σοβαρότητας αδίκημα εν συγκρίσει με τα αδικήματα της παρούσας, για το οποίο είχε επιβληθεί χρηματική ποινή €250 και το οποίο διαπράχθηκε την ίδια περίοδο που διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα και συγκεκριμένα στις 12.5.2021, δηλαδή ένα μήνα περίπου πριν τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας. Έτσι παρόλο που ο Κατηγορούμενος 1, ως λέχθηκε, δεν είναι πρόσωπο με λευκό ποινικό μητρώο, εντούτοις δεν θεωρούμε πως η προηγούμενη καταδίκη που αναφέρθηκε, δύναται υπό τις ως άνω περιστάσεις να μειώσει καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί. Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν εν σχέση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, σημειώνουμε πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Βεβαίως, όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη κατ' αρχάς τη συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία και την ομολογία του, χωρίς ωστόσο να παραβλέπουμε ότι, αρχικά ανακρινόμενος σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στη διάπραξη των αδικημάτων και ότι παραδέχθηκε τελικά, αφού του γνωστοποιήθηκαν τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία παρ' ότι δεν ήταν άμεση ως η εισήγηση της συνηγόρου του, εντούτοις έλαβε χώρα πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ως προς τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή, αυτή ποικίλλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του κατηγορούμενου, έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία δύναται να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.442). Στην προκειμένη περίπτωση, η ταύτιση του γενετικού υλικού που βρέθηκε σε τεκμήρια που εντοπίστηκαν στη σκηνή του εγκλήματος με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου και η θεληματική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, στο πλαίσιο της οποίας παραδέχθηκε τη διάπραξη του εγκλήματος και εξήγησε το κίνητρο του, προφανώς δεν άφηναν και πολλά περιθώρια άλλων επιλογών. Εντούτοις δεν παραβλέπεται πως η απόδειξη των αδικημάτων αυτών, σε περίπτωση μη παραδοχής θα απαιτούσε κάποια διαδικασία και υπολογίσιμο χρόνο. Επομένως, η παραδοχή του, η οποία ως προαναφέρθηκε έλαβε χώρα πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, προσμετράται προς όφελος του ως μετριαστικός παράγοντας που δικαιολογεί σχετική έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 28, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 110/14, ημερ. 15.6.2015, Η.Ε. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 137/18 (σχ. με 50/18), ημερ. 8.4.2020 και Cotorceanu ανωτέρω). Επίσης προς όφελος του προσμετράται και η μεταμέλεια του, ως προκύπτει από την παραδοχή του αλλά και την απολογία του μέσω της συνηγόρου του, ως επίσης και από τις επισκέψεις του στον πνευματικό του προκειμένου ν' αναφερθεί στο συμβάν και να εξομολογηθεί, χωρίς βεβαίως ως λέχθηκε και πιο πάνω να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι δεν υπήρξε ούτε επιστροφή της κλαπείσας περιουσίας (αξίας €2400) στην Παραπονούμενη, ούτε αποζημίωση της τελευταίας για τη ζημιά που υπέστη. Επιπρόσθετα συνεκτιμούμε υπέρ του και το γεγονός ότι δεν προκλήθηκαν στο θύμα σωματικές βλάβες, χωρίς ωστόσο αυτό να εξαλείφει τα αισθήματα τρόμου και πανικού που αναπόφευκτα δημιουργούνται στα θύματα τέτοιων αδικημάτων, ως ανωτέρω επεξηγήθηκε. Περαιτέρω προσμετρούμε προς όφελος του και την εκφρασθείσα μέσω της συνηγόρου του πρόθεσης του Κατηγορούμενου 1, να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας στο πλαίσιο της διαδικασίας που θα ακολουθήσει για τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όπως περαιτέρω αναλύθηκαν από τη συνήγορο του. Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 26 ετών, προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια, με τους γονείς του να έχουν χωρίσει όταν αυτός ήταν στην ηλικία των 15 ετών και τον ίδιο να διατηρεί ωστόσο άριστες σχέσεις τόσο με τους γονείς του όσο και με τα άλλα τρία αδέλφια του. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι είναι απόφοιτος Γυμνασίου και ότι ολοκλήρωσε τη φοίτηση του και σε σχολή κομμωτικής, επάγγελμα το οποίο ασκεί, διατηρώντας το δικό του κουρείο. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι στο παρόν στάδιο διαμένει με την 27χρονη σύντροφο του και τα τρία ανήλικα τέκνα τους, ηλικίας 5 χρόνων, 3 χρόνων και 8 μηνών, στην πατρική του κατοικία μαζί με τον πατέρα του και ένα εκ των αδελφών του. Επίσης υπόψη μας είναι το γεγονός ότι η σύντροφος του δεν εργάζεται και ότι πέραν του επιδόματος τέκνου που λαμβάνουν (€290), ο Κατηγορούμενος 1 είναι ουσιαστικά αυτός που συντηρεί την οικογένεια του με το ποσό που λαμβάνει από την εργασία του (€800 μηνιαίως). Επιπλέον λαμβάνουμε υπόψη ότι μετά το διαζύγιο των γονιών του και πιο συγκεκριμένα από την ηλικία των 15 ετών, άρχισε να προβαίνει σε χρήση ναρκωτικών ουσιών, ότι έλαβε απαλλαγή από τα στρατιωτικά του καθήκοντα λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας και ότι κατά την περίοδο διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας, ήταν συστηματικός χρήστης κοκαΐνης. Από τα πιο πάνω αλλά και από τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος στο πλαίσιο της θεληματικής του κατάθεσης, ως επίσης και από τα όσα η συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε ενώπιον μας, προκύπτει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος ήταν χρήστης παράνομων ουσιών και ότι πριν τη διάπραξη των αδικημάτων έκανε χρήση κοκαΐνης, καθώς επίσης ότι ουσιαστικά το κίνητρο του για τη διάπραξη των αδικημάτων ήταν οικονομικό και συγκεκριμένα αποσκοπούσε στο να μπορέσει να εξασφαλίσει χρήματα για ν' αποπληρώσει χρέος, το οποίο προέκυψε ως εκ του δανεισμού χρημάτων για να εξασφαλίζει τη δόση του. Ως προς το πρώτο ζήτημα, θέση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου (με παραπομπή στις αρχές που διέπουν το ζήτημα της μέθης), ήταν ότι η χρήση κοκαΐνης πριν τη διάπραξη των αδικημάτων, είχε ως αποτέλεσμα ο τελευταίος να δρα απερίσκεπτα και παρορμητικά. Συμφωνούμε με την εισήγηση ότι οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της μέθης, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στην περίπτωση χρήσης ναρκωτικών (βλ. το σύγγραμμα «Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα», σελ.262 και την υπόθεση Cotorceanu ανωτέρω). Συναφώς, η χρήση ναρκωτικών μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο, αφού συνεκτιμηθεί μέσα στα υπόλοιπα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης[4] και νοουμένου βεβαίως ότι η χρήση δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης ειλημμένης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος[5]. Δεν υπάρχει ενώπιον μας εισήγηση ότι η χρήση ναρκωτικών έγινε για διευκόλυνση της υλοποίησης ειλημμένης απόφασης για τη διάπραξη των αδικημάτων, ούτε μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας. Επομένως εν προκειμένω, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών και ότι πριν την διάπραξη των αδικημάτων έκανε χρήση κοκαΐνης η οποία άμβλυνε τον αυτοέλεγχο του σε κάποιο βαθμό και επέφερε κάποια χαλαρότητα η οποία με τη σειρά της είχε κάποια επίδραση στις πράξεις του. Ως προς το δεύτερο ζήτημα, ότι τέλεσε τα αδικήματα διότι είχε ανάγκη τα χρήματα προκειμένου να εξοφλήσει χρέος ύψους €3500 που δημιούργησε για να μπορεί ν' αγοράζει τη δόση του, αναφέρουμε κατ' αρχήν ότι, ως έχει νομολογηθεί, η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου, παρ' ότι κατανοητή, δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την καταφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντη» v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 61). Εν πάση περιπτώσει, η επίκληση ενός τέτοιου στοιχείου δεν αποτελεί δικαιολογία για τη διάπραξη των σοβαρών αδικημάτων της παρούσας. Ως ειδικότερα έχει λεχθεί στην Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.397: «. δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της». Η πιο πάνω προσέγγιση επιβεβαιώθηκε πιο πρόσφατα στην Evtim Rumerov Iliev v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.218/16, ημερ. 18.1.18, όπου το Εφετείο παραπέμποντας στην Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.154 υιοθέτησε τα εξής: «. κανένας, μα κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα και, ιδιαίτερα, εγκλήματα του είδους τα οποία πλήττουν το θεμέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών.» Ο λόγος για την πιο πάνω προσέγγιση είναι αυτόδηλος και καταγράφεται με ευκρίνεια στην υπόθεση Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι, ως έχει λεχθεί χωρίς να αμφισβητηθεί, ο Κατηγορούμενος έχει πλέον απεξαρτηθεί. Συγκεκριμένα όπως έχει λεχθεί η παραμονή του στη φυλακή, αμέσως μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, ήταν η αφορμή να αποφασίσει να παραμείνει μακριά από τη χρήση ουσιών, εξ ου και αυτοβούλως και με τη συμπαράσταση της πατρικής του οικογένειας και της συντρόφου του κατάφερε να πετύχει το στόχο του, παραμένοντας μακριά από ουσίες έκτοτε. Επικροτούμε το γεγονός αυτό, το οποίο πιστώνουμε προς όφελος του, αναγνωρίζοντας παράλληλα και τις δυσκολίες που ενέχει η πραγμάτωση ενός τέτοιου εγχειρήματος. Ως προς τις δυσμενείς επιπτώσεις της ενδεχόμενης φυλάκισης στον ίδιο, στην εργασία του αλλά και στην οικογένεια του και ειδικότερα στη σύντροφο του και τα τρία ανήλικα τέκνα του με τους οποίους διαμένει και οι οποίοι εξαρτούνται ουσιαστικά από οικονομικής απόψεως από τον ίδιο, αυτές λαμβάνονται υπόψη, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικό παράγοντα, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη και την ηλικία του Κατηγορούμενου κατά τη διάπραξη των αδικημάτων αλλά και σήμερα, καθώς και τον χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων, σε συνάρτηση με το ότι εν τω μεταξύ έχει απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά και ότι έχει αποκτήσει τρίτο παιδί. Ειδικότερα σε σχέση με την ηλικία σημειώνουμε πως είναι γεγονός πως σε ποινικές υποθέσεις άτομα στην ηλικία που ευρίσκεται σήμερα ο Κατηγορούμενος έχουν αντιμετωπιστεί ως σχετικά νεαρής ηλικίας (Γενικός Εισαγγελέας v. Νικολάου
(2010)2 Α.Α.Δ 488). Οφείλουμε όμως να επαναλάβουμε ότι παρότι η ηλικία λαμβάνεται υπόψη, εντούτοις δεν αφήνεται να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ, 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ, 83, Cotorceanu (ανωτέρω)). Χαρακτηριστικά τα νομολογηθέντα στην Velcu v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 100/2019 ημερ. 20.1.2019, όπου λέχθηκε πως: "Η αναγκαιότητα, όμως, για επιτέλεση του σκοπού της αναμόρφωσης, δεν μπορεί να εξουδετερώνει τους υπόλοιπους στόχους της επιβολής ποινής που αφορούν στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων, τόσο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και από τρίτους, και, επιπλέον, στοχεύει στην προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από συμπεριφορές όπως αυτές του εφεσείοντα. Δεν θα ήταν ορθό το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορουμένου να θεωρηθεί ότι αποτελεί παράγοντα αποφυγής των συνεπειών του νόμου και απουσίας επιβολής οποιασδήποτε ποινής". Συνυπολογίζοντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψιν για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Τονίζεται ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα της παρούσας και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένη την ανάγκη για αποτροπή τόσο του ίδιου του κατηγορούμενου αλλά και άλλων επίδοξων παραβατών, αλλά και της προεξάρχουσας πλέον ανάγκης για την προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών, η οποία ως έχει τονιστεί πολλάκις και από τη νομολογία αποτελεί προτεραιότητα, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε πως οποιεσδήποτε άλλες ποινές δεν θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του νόμου και θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο 1: Στην κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 4 ετών. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Στη βάση δε του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Kεφ.155, η έκτιση της ποινής να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, ήτοι από 12.10.21 μέχρι 27.10.21. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (βλ. Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50, Μακρή v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 15 και Κrzyszto Dygdalowicz v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 11/21 ημερομηνίας 4.11.22) [2] (βλ. Dygdalowicz (ανωτέρω) όπου γίνεται αναφορά στις Αντάρτης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138, Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 104 και Abed v. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 128) [3] (στην επίθεση δεν επιβλήθηκε ποινή) [4] βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194, Φανάρας ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ 125 [5] βλ. Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ 417 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο