Δημοκρατία ν. T., Αρ. Υπόθεσης: 1133/22, 27/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1133/22 Δημοκρατία ν. T.... Κατηγορουμένου 27 Νοεμβρίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κα Ε. Πασή. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ (Η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών και η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία των αδικημάτων, θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης, χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό βέβαια, για προστασία των τελευταίων.) Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε μια κατηγορία βιασμού (κατηγορία 1), μια κατηγορία της στέρησης της ελευθερίας με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε σεξουαλική κακοποίηση (κατηγορία 2), μια κατηγορία κοινής επίθεσης (κατηγορία 3) και δύο κατηγορίες απειλής βιαιοπραγίας (κατηγορίες 4 και 5), αδικήματα που διαπράχθηκαν την 2.4.22. Α. Γεγονότα Τα γεγονότα της υπόθεσης εμφαίνονται στην εκδοθείσα απόφαση και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν στο σύνολο τους. Συνοπτικά σημειώνουμε ότι η Παραπονούμενη, η οποία κατάγεται από χώρα της Αφρικής και ευρίσκεται στην Κύπρο ως αιτήτρια ασύλου, είχε γνωριστεί με τον Κατηγορούμενο από το χρόνο που αυτή εργαζόταν σε συγκεκριμένο περίπτερο και συνομιλούσε μαζί του μέσω τηλεφώνου από τον Νοέμβριο του 2021, ενώ είχε επίσης μεταβεί στο διαμέρισμα του σε κάποιες περιπτώσεις προ της επίδικης ημερομηνίας, χωρίς ωστόσο να έχει ποτέ υπάρξει μεταξύ τους, είτε σχέση, είτε σεξουαλική επαφή. Στις 2.4.22 η Παραπονούμενη, η οποία στο μεταξύ σταμάτησε να εργάζεται στο εν λόγω περίπτερο από τον Ιανουάριο του 2022 και απασχολείτο από τότε με τη μεταπώληση χρυσαφικών, μετέβη στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου με σκοπό μεταξύ άλλων να πωλήσει σε φίλους του, οι οποίοι ως ο τελευταίος της είχε πει, θα ήταν εκεί, κάποια κοσμήματα στο πλαίσιο της εν λόγω εργασίας της, αλλά και για να πάρει κάποια χρήματα που της όφειλε ο Κατηγορούμενος, από προηγούμενη αγορά κοσμημάτων στην οποία προέβη ο ίδιος. Εκεί ο τελευταίος αφού την κλείδωσε στο διαμέρισμα του, είχε σεξουαλική επαφή μαζί της δια της βίας και χωρίς της συναίνεση της, αφού προηγουμένως τη χαστούκισε και την έπιασε από το λαιμό. Η επαφή διήρκεσε περί τα 3-4 λεπτά και σταμάτησε διότι η Παραπονούμενη υπέστη κρίση άσθματος, εξ αιτίας της οποίας ζητούσε από τον Κατηγορούμενο να πάει στο νοσοκομείο, πράγμα το οποίο εν τέλει έγινε, αφότου η Παραπονούμενη δημιουργούσε φασαρία στο διαμέρισμα του. Προς τούτο τηλεφώνησε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ταξί, το οποίο μετέφερε και τους δύο στο νοσοκομείο, αφού ο τελευταίος επέμεινε να πάει μαζί της φοβούμενος, μήπως αυτή αποκαλύψει σε οποιοδήποτε το τί έγινε. Ο ίδιος δε, με σκοπό να την αποτρέψει από του να αναφέρει οτιδήποτε από τα διαμειφθέντα και κατ' επέκταση να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία, την απείλησε σε δύο περιπτώσεις, ήτοι εντός του διαμερίσματος του, λέγοντας της πως εάν αναφέρει οτιδήποτε από ότι έγινε σε οποιοδήποτε θα τη σκότωνε και θα την έκανε να δει το κακό του πρόσωπο και στη συνέχεια εντός του ταξί, λέγοντας της ότι θα τη σκότωνε και θα έπινε το αίμα της. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η Αστυνομία ενεπλάκη, όταν φίλος της Παραπονούμενης (Μ.Κ.4), με τον οποίο αυτή είχε τηλεφωνική επικοινωνία ενόσω βρισκόταν στην οικία του Κατηγορούμενου, αντελήφθη ότι αυτή κινδύνευε και ειδοποίησε σχετικά την αστυνομία, η οποία κατόπιν διαφόρων ενεργειών εντόπισε την Παραπονούμενη, η οποία βρισκόταν πλέον στο νοσοκομείο, με τον Κατηγορούμενο να έχει ήδη αναχωρήσει από εκεί. Β. Προηγούμενη Καταδίκη Ως αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με την προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση υπ' αρ. 399/23 Ε.Δ.Αμμοχώστου, η οποία αφορούσε αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά την 1.7.20 και συγκεκριμένα:
(1)αδίκημα κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)[1] του Περί της Καταπολέμησης Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου Νόμου, Ν. 134(I)/2011,
(2)αδίκημα που αφορά τον περί Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου, αναφορικά με την Ποινικοποίηση Πράξεων Ρατσιστικής και Ξενοφοβικής Φύσης που Διαπράττονται μέσω Συστημάτων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Κυρωτικός) Νόμο, Ν. 26(II(/04) και
(3)αδίκημα κατά παράβαση του Περί Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου, Ν. 125(Ι)/
- Ως λέχθηκε επρόκειτο για περίπτωση όπου χρησιμοποιήθηκε ρατσιστικός λόγος εναντίον δύο γυναικών από την Κίνα κατά την περίοδο που επικρατούσε έξαρση κορονοϊού. Συγκεκριμένα ενώ οι δύο γυναίκες βρίσκονταν στην παραλία, ο Κατηγορούμενος τους ζήτησε να φύγουν επειδή «κόλλησαν όλους κορονοϊό», βιντεογραφώντας και ακολούθως αναρτώντας το σχετικό στιγμιότυπο στο διαδίκτυο. Η εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης, η οποία δεν αποτελεί προηγούμενο και στην οποία επιβλήθηκε ποινή στις 14.6.
- Γ. Αγόρευση προς μετριασμό Η συνήγορος του Κατηγορούμενου προς μετριασμό της ποινής ζήτησε όπως ληφθούν υπόψιν οι προσωπικές του περιστάσεις, υιοθετώντας προς τούτο την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και δίδοντας βαρύτητα στα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει, ενώ ως προς τις περιστάσεις διάπραξης ανέφερε ότι επρόκειτο περί ενός μεμονωμένου περιστατικού, και εν γένει τόνισε την απουσία επιβαρυντικών παραγόντων. Γ. Νομική Πτυχή Για το αδίκημα του βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου ενώ το αδίκημα της στέρησης της ελευθερίας με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε σεξουαλική κακοποίηση, κατά παράβαση του άρθρου 251 του Κεφ. 154, τιμωρείται με ποι,νή φυλάκισης μέχρι 14 έτη καθώς και με χρηματική ποινή[2]. Για το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ενώ για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 1 έτος ή χρηματική ποινή μέχρι €1.708 (Λ.Κ.1.000) ή και οι δύο ποινές. Η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, με προεξάρχουσα βέβαια αυτή του βιασμού, που είναι και το σοβαρότερο εκ των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, είναι αδιαμφισβήτητη και εμφαίνεται κατ' αρχάς από τις προαναφερθείσες προβλεπόμενες στο νόμο ποινές, οι οποίες με βάση και τη σχετική επί του θέματος νομολογία αποτελούν την αφετηρία για σκοπούς προσδιορισμού και επιμέτρησης της αρμόζουσας ποινής (Δημοκρατία v. Ομήρου, Ποιν. Έφ. 351/18, ημερ. 20.1.20, Δημοκρατία v. Hunganu, Ποιν. Εφ. 130/20, ημερ. 20.7.21). Ειδικότερα για το αδίκημα του βιασμού έχει νομολογηθεί ότι η ισόβια φυλάκιση, πέραν του ότι αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από τον νόμο, αντανακλά και τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του (Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ.489). Επιπτώσεις οι οποίες σκιαγραφούνται με ευκρίνεια στην Hunganu (ανωτέρω) και επαναλήφθηκαν και στην Δ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 57/20, ημερ. 6.10.21: «Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562 και Fowokan v. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67).» Ακόμη δε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23, που αφορούσε συζυγικό βιασμό, τονίστηκε εκ νέου με αναφορά στην Ομήρου (ανωτέρω), ότι η δια βίου φυλάκιση που προβλέπεται ως ανώτατη ποινή για το αδίκημα του βιασμού, είναι ενδεικτική της σοβαρότητας του, αφού το εν λόγω αδίκημα στρέφεται κατά της γενετήσιας ελευθερίας, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια και, ενίοτε, συνθλίβει την προσωπικότητα και τον ψυχισμό του θύματος, αποτελώντας έτσι τη χειρότερη μορφή εξευτελισμού ενός ατόμου[3]. Με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος πέραν του βιασμού, κρίθηκε ένοχος και σε άλλες κατηγορίες που ενέχουν το στοιχείο της βίας ή της επαπειλούμενης χρήσης της, δραττόμαστε της ευκαιρίας να τονίσουμε το αξιοκατάκριτο, κάθε συμπεριφοράς που ενέχει το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας, υπό οποιανδήποτε έκφανση της, αφού μέσω τέτοιων συμπεριφορών τίθεται σε κίνδυνο η ίδια η ύπαρξη του ατόμου, πλήττεται το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητάς του και καταρρακώνεται η αξιοπρέπεια του. Χαρακτηριστικά και τα λεχθέντα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλος
(2001)2 Α.Α.Δ.95: «Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί και η κατ' επανάληψιν διαπιστωθείσα ανησυχητική τάση που παρουσιάζεται στη διάπραξη σεξουαλικών αδικημάτων αλλά και γενικά αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της βίας ή της επαπειλούμενης χρήσης της, διαπίστωση στην οποία και εμείς δυστυχώς οδηγούμαστε, αντλώντας δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον μας και που στην συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν αδικήματα σεξουαλικής φύσεως. Αυτή ακριβώς η πτυχή αναδείχθηκε και στην πρόσφατη απόφαση στην Hany Marzouk Fam Bakhit (ανωτέρω), όπου λέχθηκε με ευκρίνεια ότι αυτής της φύσεως αδικήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, δεδομένης και της διαπίστωσης αυξητικής τάσης ως προς τη διάπραξή τους[4]. Στη δε υπόθεση Selmani v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κ.ά., ημερ. 5.10.16 που αφορούσε βιασμό, επιβεβαιώθηκε η αρχή, ότι επιβάλλεται η καταφυγή σε αυστηρότερες ποινές όταν διαπιστώνεται αυξητική τάση, επιμονή ή έξαρση στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια προσεγγίζουν το ζήτημα της ποινής σε υποθέσεις βιασμού, έχει αναγνωριστεί η δυνατότητα άντλησης καθοδήγησης από την αγγλική νομολογία και πιο συγκεκριμένα από τις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. Billam
(1986)8 Cr. App. R.(s) 48, οι οποίες αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια[5]. Επί τούτου σχετική αναφορά μπορεί να γίνει και πάλιν στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bahkit (ανωτέρω), όπου υιοθετήθηκε το κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Στυλιανού ν. Δημοκρατίας
(2015)2(Β) ΑΑΔ 680: «Ως προς τη συγκριτική τοποθέτηση του αδικήματος σε κλίμακα σοβαρότητας, καθοδήγηση παρέχει η απόφαση στην υπόθεση Keith Billam & Others
(1986)3 Crim. App. Rep. (S) 48. Ο Lord Chief Justice στις σελ. 50-51 αναφέρει τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Για βιασμό ο οποίος διαπράττεται χωρίς οποιονδήποτε επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό παράγοντα, σε μία υπόθεση μετά από ακρόαση πρέπει να λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας ποινής τα πέντε χρόνια φυλάκισης. Όταν ο βιασμός διαπράττεται από δύο ή περισσότερα πρόσωπα από κοινού, ή όταν υπήρξε παραβίαση εισόδου στον τόπο διαμονής του θύματος ή από πρόσωπο που είχε ευθύνη απέναντι του θύματος ή από πρόσωπο που έχει απαγάγει το θύμα και το κρατά αιχμάλωτο, η αφετηρία ποινής πρέπει να είναι οκτώ χρόνια. Στο ύψιστο σημείο της κλίμακος ποινής κατατάσσεται συμπεριφορά κατηγορουμένου η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πολλαπλός βιασμός (campaign of rape) έναντι αριθμού γυναικών. Αντιπροσωπεύει ασυνήθη κίνδυνο και ποινή 15 χρόνων είναι πιο κατάλληλη. Όταν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου παρουσιάζει ψυχοπαθητικές τάσεις ή σοβαρή διατάραξη προσωπικότητας και είναι εν δυνάμει κίνδυνος για τις γυναίκες για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, η ποινή ισόβιας κάθειρξης δεν θα είναι ακατάλληλη. Το έγκλημα, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να θεωρείται ότι ενέχει επιβαρυντικά στοιχεία, όταν συντρέχει ένας από τους πιο κάτω παράγοντες:
(1)Η βία που χρησιμοποιήθηκε είναι υπερβολική.
(2)Όταν χρησιμοποιείται όπλο (weapon) για εκφοβισμό ή πρόκληση βλάβης στο θύμα.
(3)Όταν ο βιασμός επαναλαμβάνεται
(4)Όταν έχει προσεκτικά σχεδιασθεί.
(5)Όταν ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες καταδίκες για βιασμό ή άλλα σεξουαλικά αδικήματα ή αδικήματα βίας.
(6)Όταν το θύμα έχει υποβληθεί σε σεξουαλικό εξευτελισμό.
(7)Το θύμα είναι πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο.
(8)Οι επιπτώσεις στο θύμα (ψυχικές ή σωματικές) είναι ιδιαζούσης σοβαρότητας. Εφόσον, ένας ή περισσότεροι από τους πιο πάνω παράγοντες συντρέχουν η ποινή πρέπει να είναι ουσιωδώς υψηλότερη από το αφετηριακό σημείο.» (Βλ. και την Tarita, ανωτέρω).» Με δεδομένο δε το ότι ως υποδείξαμε, στο κατηγορητήριο εμπεριέχονται αδικήματα βίας κατά γυναίκας εν τη εννοία του όρου στο Ν. 115(Ι)/21 κρίνουμε ορθό να σημειώσουμε επίσης πως, το άρθρο 11 του εν λόγω νόμου καθορίζει ως επιβαρυντικές συγκεκριμένες περιστάσεις (νοουμένου βεβαίως ότι δεν αποτελούν ήδη μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος) ως ακολούθως: «α) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου από πρώην ή νυν σύζυγο ή σύντροφο ή µέλος της οικογένειάς του ή από πρόσωπο που συζεί ή συζούσε µε το θύµα ή από πρόσωπο το οποίο έχει καταχραστεί ή εκµεταλλευτεί θέση εξουσίας, εµπιστοσύνης ή επιρροής· (β) το αδίκηµα ή τα συναφή αδικήµατα διαπράχθηκαν κατά συρροή· (γ) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου το οποίο είναι σε ευάλωτη θέση συνεπεία διανοητικής ή σωµατικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης ή κατά γυναίκας η οποία εγκυµονούσε κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήµατος ή που τελούσε υπό άλλες ειδικές συνθήκες· (δ) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον ή στην παρουσία παιδιού, ήτοι εντός του οπτικού ή ακουστικού πεδίου αυτού· (ε) το αδίκηµα διαπράχθηκε από δύο
(2)ή περισσότερα πρόσωπα ενεργούντα από κοινού· (στ) του αδικήµατος προηγήθηκε η άσκηση ακραίας βίας, εξαναγκασµού ή απειλής ή αυτό συνοδεύθηκε από τέτοια βία, εξαναγκασµό ή απειλή· (ζ) το αδίκηµα διαπράχθηκε µε τη χρήση ή υπό την απειλή όπλου ή άλλου επικίνδυνου αντικειµένου· (η) το αδίκηµα είχε ως αποτέλεσµα την πρόκληση σοβαρής βλάβης στο θύµα· (θ) ο καταδικασθείς προηγουµένως είχε καταδικαστεί για αδίκηµα της ίδιας φύσεως· (ι) το αδίκηµα διαπράχθηκε από δηµόσιο λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του» Ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού επιβεβαιώνει τις ανωτέρω αρχές. Σημειώνεται βεβαίως πως οι προηγούμενες αποφάσεις ασφαλώς παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, για το λόγο ότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.1). Στην υπόθεση Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489 η ποινή φυλάκισης των 7 ετών κατόπιν ακρόασης επικυρώθηκε κατ' έφεση, υπό περιστάσεις όπου δύο αλλοδαποί φοιτητές ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο βίασαν νεαρή τουρίστρια μετά από γλέντι σε νυκτερινά κέντρα με τη χρήση βίας και απειλών προκειμένου να την αναγκάσουν να συγκατανεύσει στις ορέξεις τους. Στην υπόθεση Hamieh v. Γ.Ε.
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, ο κατηγορούμενος ηλικίας 24 ετών κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στο αδίκημα του βιασμού 48χρονης. Δεν είχε ασκηθεί υπέρμετρη βία από τον κατηγορούμενο, αλλά μόνο τόση όση χρειαζόταν για να καμφθεί η αντίσταση του θύματος και παρά το ότι το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε ότι η εν λόγω περίπτωση δεν ήταν από τις χειρότερες υποθέσεις βιασμού με βάση τις περιστάσεις της, θεώρησε εντούτοις δεδομένη τη σοβαρότητα της και επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 9 ετών. Στην υπόθεση Χριστοφή v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 323 όπου ο εφεσείων, λευκού ποινικού μητρώου, διέπραξε το αδίκημα του βιασμού μπροστά στα μάτια του τρίχρονου γιού της παραπονούμενης επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών. Υπήρχε παραδοχή και συνεργασία με την Αστυνομία ενώ λήφθηκαν υπόψη και διάφορες άλλες κατηγορίες, κατά την επιβολή της ποινής, οι οποίες αφορούσαν τη διάπραξη, κατά συρροήν, άσεμνων επιθέσεων εναντίον γυναικών. Στη Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.469 ο εφεσείων 1 είχε παλαιότερα ερωτικό δεσμό με την παραπονούμενη και ο εφεσείων 2 είχε δεσμό μαζί της κατά τον επίδικο χρόνο. Κρίθηκαν ένοχοι και οι δύο κατόπιν ακρόασης για διαδοχικούς βιασμούς. Το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη και τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των 10 ετών κατόπιν ακρόασης που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα στις δύο κατηγορίες βιασμού. Τόνισε πως παρά το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν κτυπήθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα, δεν μπορούσε να παραβλεφθεί ο σχεδιασμός και ο εξευτελισμός που αυτή υπέστη από τον εφεσείοντα 2, με τον οποίο την περίοδο εκείνη διατηρούσε μια ερωτική σχέση. Το γεγονός ότι δεν συνέτρεχαν επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως προηγούμενες καταδίκες για βιασμό, επιπτώσεις στο θύμα ιδιάζουσας σοβαρότητας, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό, δεν συνιστούσε λόγο για εξουδετέρωση της ανάγκης επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Στην Meterin v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.120 η ποινή των 7 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, κατόπιν ακρόασης, επικυρώθηκε κατ' έφεση με την επισήμανση ότι θα μπορούσε να ήταν και αυστηρότερη. Ο βιασμός διαπράχθηκε κατά τις πρωινές ώρες όταν άγνωστο πρόσωπο που είχε γνωρίσει η παραπονούμενη νωρίτερα, την οδήγησε σε κατοικία όπου μαζί με τον εφεσείοντα και ένα άλλο πρόσωπο, παρά τη θέλησή της, με χρήση βίας και απειλών τη βίασαν διαδοχικά. Στην Νeica v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 527 ο εφεσείων καταδικάστηκε σε τρεις κατηγορίες βιασμού, πέντε κατηγορίες απαγωγής και μία κατηγορία συνωμοσίας με άλλο πρόσωπο προς διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστο ύψος τα 7 έτη. Στην Mihalta κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2014)2Β Α.Α.Δ. 764 οι ποινές φυλάκισης 10 και 13 χρόνων κατόπιν ακρόασης σε κατηγορίες για βιασμό δύο γυναικών από τέσσερις εφεσείοντες, επικυρώθηκαν αφού τονίστηκε πως ο εξευτελισμός που υφίσταται το θύμα βιασμού, απαιτεί την αυστηρή τιμωρία του δράστη. Στην Tarita v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 106/14 κ.ά., ημερ. 8.7.16, η πρωτοδίκως επιβληθείσα μετά από ακρόαση ποινή φυλάκισης των 12 ετών μειώθηκε σε 10 έτη υπό περιστάσεις όπου η παραπονούμενη ηλικίας 50 ετών, μπήκε στο αυτοκίνητο των Εφεσειόντων κατόπιν πρόσκλησης τους να τη μεταφέρουν στον προορισμό της και αντί τούτου παρεξέκλιναν της πορείας τους και κατευθύνθηκαν σε απόμερο μέρος, σε δάσος, οπόταν προχώρησαν σε διαδοχικές πράξεις βιασμού, όπως και εξαναγκασμού της σε στοματικό σεξ ενώ αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της πράξης έκλαιγε και ικέτευε τους Κατηγορoύμενους να την αφήσουν ελεύθερη. Στην Selmani v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κ.ά., ημερ. 5.10.16 η ποινή φυλάκισης 10 ετών κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας επικυρώθηκε. Οι εφεσείοντες γνώριζαν την παραπονούμενη και όταν αυτή επιχείρησε να φύγει από το κέντρο όπου βρίσκονταν την έσπρωξαν χωρίς τη θέλησή της σε εγκατειλημμένη αποθήκη λέγοντας της ότι «ήθελαν να κάνουν σεξ» μαζί της και όταν αυτή αρνήθηκε ο δεύτερος εφεσείων της επιτέθηκε και της τράβηξε κάτω το παντελόνι και το εσώρουχό της, ακολούθως ο πρώτος εφεσείοντας τη βίασε από τον κόλπο με τη βοήθεια του δεύτερου εφεσείοντα, ο οποίος της κρατούσε τα πόδια στο έδαφος βάζοντας ο δεύτερος αρκετές φορές τα δάκτυλα του στον πρωκτό και κόλπο της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη έκλαιγε και φώναζε, αλλά, παρά ταύτα, οι εφεσείοντες συνέχιζαν. Στην Ivarsson v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 159/15, ημερ. 29.11.16, η ποινή φυλάκισης των 7 ετών κατόπιν ακρόασης επικυρώθηκε κατ' έφεση αφού το Εφετείο χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του εφεσείοντα ως τη χειρότερη μορφή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης στην οποία βρισκόταν η παραπονουμένη, η οποία μεταξύ άλλων είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά γεγονός που ήταν εν γνώσει του εφεσείοντος πριν από τον βιασμό και αφού έλαβε υπόψιν τον εξετευλισμό που αυτή υπέστη μετά τον βιασμό αφού ο εφεσείων την έσπρωξε σχεδόν ολόγυμνη έξω από το δωμάτιο μετά που ικανοποίησε τις σεξουαλικές του ορέξεις, αναγκάζοντας την να ζητήσει βοήθεια πανικόβλητη. Στην Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 137/17, ημερ. 26.4.18, η επιβληθείσα ποινή των 8 ετών, κατόπιν παραδοχής, σε δύο κατηγορίες βιασμού πρωκτικού και κολπικού που έλαβαν χώρα σε δημόσιες τουαλέτες με τη χρήση υπέρμετρης βίας και το οποίο ακολούθησε ο εξευτελισμός της βιασθείσας την οποία ο εφεσείων ανάγκασε να εξέλθει και να κυκλοφορεί γυμνή στην παρουσία τρίτων παρισταμένων, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην υπόθεση Αντωνίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 80/17, ημερ. 17.9.19 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα του βιασμού κατόπιν ακρόασης, υπό περιστάσεις όπου ο εφεσείων απήγαγε και βίασε την παραπονούμενη η οποία ήταν πρώην σύζυγος του. Στην υπόθεση Δημοκρατία v. Hunganu Ποιν. Εφ. 130/20, ημερ. 20.7.21 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής για βιασμό ενήλικου προσώπου, καθώς και διάρρηξη, επιθέσεις και παράνομη είσοδο. Του επεβλήθησαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 8 ετών για το αδίκημα του βιασμού, η οποία αυξήθηκε κατ' έφεση στα 11 έτη αφού το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τις ιδιαίτερα επιβαρυντικές περιστάσεις της υπόθεσης και δη ότι υπήρξε προσχεδιασμός, ο εφεσίβλητος τόσο στην περίπτωση που αφορούσε την 1η παραπονούμενη, όσο και στην περίπτωση της 2ης παραπονούμενης, χρησιμοποίησε τον ίδιο τρόπο δράσης, ήτοι εισέβαλε κατόπιν διάρρηξης, στα σπίτια τους κατά τις πρωινές ώρες έχοντας σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί με ανυποψίαστα και άγνωστα προς εκείνο θύματα, τις παραπονούμενες, χωρίς τη θέληση τους και καθ΄ ην στιγμή αυτές κοιμόντουσαν στο κρεβάτι τους και για να πετύχει τον ειδεχθή σκοπό του και να ικανοποιήσει τις άρρωστες ορέξεις του χρησιμοποίησε βία. Στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23, ο λευκού ποινικού μητρώου Εφεσείων, κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε 10 (από τις 12) κατηγορίες βιασμού που αντιμετώπιζε σε σχέση με την εν διαστάσει σύζυγο του, υπό περιστάσεις όπου την εξανάγκαζε να έλθει σε συνουσία μαζί του, με τη συναίνεσή της, η οποία, όμως, εξασφαλιζόταν υπό το κράτος, άλλοτε βίας και άλλοτε απειλών και φόβου, που οδηγούσαν κάθε φορά σε κάμψη της αντίδρασης της. Περαιτέρω κρίθηκε ένοχος και σε άλλες 5 συνολικά κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και της πρόκλησης ψυχικής βλάβης κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κεφ. 154 και του Ν. 119(Ι)/2000, δύο εκ των οποίων παραδέχθηκε μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας. Προσέβαλε ως υπερβολικές τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών που του επιβλήθηκαν στις κατηγορίες βιασμού, με το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίπτει την έφεση, επισημαίνοντας ότι όχι μόνο δεν μπορούσε να θεωρηθεί έκδηλα υπερβολική η ποινή στην προκειμένη περίπτωση, αλλά ούτε καν αυστηρή δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Ερχόμενοι τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αυτό που αναδύεται έντονα από αυτά είναι, αφενός η επιμονή του Κατηγορούμενου να επιτύχει σεξουαλική επαφή με την Παραπονούμενη ως αντικατοπτρίζεται και στις προηγούμενες επικοινωνίες του μαζί της και αφετέρου το σχέδιο που κατάστρωσε, όταν είδε ότι αυτή δεν επρόκειτο να ενδώσει, για να καταφέρει να την πείσει να μεταβεί στο διαμέρισμα του, λέγοντας της συγκεκριμένα πως εκεί θα βρίσκονταν φίλοι του, οι οποίοι θα ενδιαφέρονταν να αγοράσουν από τα κοσμήματα της. Σχέδιο το οποίο βεβαίως, ήξερε πως θα πετύχει εφόσον ήταν γνώστης της ανάγκης της Παραπονούμενης να πωλήσει αντικείμενα και να βγάλει χρήματα, ανάγκη την οποία εκμεταλλεύθηκε στο έπακρον. Θέλοντας δε να διασφαλίσει ότι το προαναφερθέν σχέδιο του δεν θα χαλούσε, φρόντισε, εφόσον η Παραπονούμενη πήγε εκεί, να την κλειδώσει μέσα στο διαμέρισμα του. Και όταν το πέτυχε και αυτό και αντελήφθη ότι η Παραπονούμενη δεν θα συναινούσε σε οποιουδήποτε είδους επαφή μεταξύ τους, άρχισε να χρησιμοποιεί βία, η οποία εκδηλώθηκε αρχικά με φωνές, σπρώξιμο και χαστούκια και στη συνέχεια με περαιτέρω σπρώξιμο και πιάσιμο του λαιμού, οπόταν και κατάφερε να υπερισχύσει έναντι της και να επιτύχει το σκοπό του, μεταφέροντας την (εν μέσω φωνών, ουρλιαχτών και εκκλήσεων της να την αφήσει να φύγει) στο υπνοδωμάτιο, εκμεταλλευόμενος έτσι πλήρως τη μεγαλύτερη σωματική δύναμη που είχε έναντι της. Χαρακτηριστική ήταν η περιγραφή του βιασμού από την ίδια όπου ανέφερε ότι παρά την προσπάθεια της να βάλει τα πόδια της ανάμεσα στην πόρτα του διαδρόμου και την πόρτα που οδηγεί στο δωμάτιο, για να αντισταθεί στη μεταφορά της στο υπνοδωμάτιο, ο Κατηγορούμενος όντας δυνατότερος κατάφερε να τη μεταφέρει εκεί όπου τελικώς της άνοιξε βίαια τα πόδια της με τα χέρια του και διείσδυσε μέσα της από τον κόλπο της. Ως δε περαιτέρω ανέφερε παρόλο που βρισκόταν σε σοκ και δεν μπορούσε να αναπνεύσει, εντούτοις συνεχώς φώναζε βοήθεια, ούρλιαζε και έκλαιγε παρακαλώντας τον να την αφήσει να φύγει. Ό,τι δε περαιτέρω αναδύεται από τα γεγονότα και εντυπωσιάζει (αρνητικά) είναι η αναλγησία του Κατηγορούμενου, ο οποίος προέβη σε αυτές τις πράξεις με απώτερο στόχο πάντοτε τη δική του σεξουαλική ικανοποίηση, χωρίς να διαφαίνεται ίχνος δεύτερων σκέψεων ή τύψεων και χωρίς να εντοπίζονται σημάδια μεταμέλειας. Αντίθετα ό,τι προκύπτει είναι ότι ο Κατηγορούμενος αδιαφορούσε για την ψυχική κατάσταση της Παραπονούμενης, η οποία περιγράφοντας το πώς βίωσε την εμπειρία της αυτή, ανέφερε χαρακτηριστικά πως ο Κατηγορούμενος της συμπεριφέρθηκε σαν ζώο. Η δε αδιαφορία του ως προς τη ψυχική κατάσταση της Παραπονούμενης η οποία έκλαιγε, φώναζε βοήθεια, ούρλιαζε και τον έσπρωχνε, δείχνοντας του σαφέστατα πως δεν συναινούσε, παραπέμπει σε εγωιστικές και αυταρχικές αντιλήψεις και συμπεριφορές που ανήκουν σε παρωχημένες εποχές, που αναμφίβολα έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Φαίνεται δε, πως ο μόνος λόγος που σταμάτησε μετά από 3-4 λεπτά, δεν ήταν τυχόν δεύτερες σκέψεις που έκανε ο ίδιος, αλλά η κρίση άσθματος που έπαθε η Παραπονούμενη και ο πανικός που αισθάνθηκε όταν αντελήφθη ότι η Παραπονούμενη, πράγματι δεν μπορούσε να αναπνεύσει, αφού η κρίση διήρκεσε περί τα 5 λεπτά. Όμως ο βιασμός και η προηγηθείσα επίθεση κατά της Παραπονούμενης την οποία κλείδωσε στο διαμέρισμα του για να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα στεκόταν εμπόδιο στα σχέδια του, δεν αποτέλεσαν το τέλος της έκνομης συμπεριφοράς του, αφού ο Κατηγορούμενος θέλοντας πλέον να διασφαλίσει πως δεν θα είχε οποιεσδήποτε συνέπειες από τη συμπεριφορά του, την απείλησε σε δύο περιπτώσεις, ήτοι αρχικά στο διαμέρισμα του λέγοντας της ότι εάν αναφέρει οτιδήποτε από ό,τι συνέβη, θα την σκοτώσει και θα την κάνει να δει το κακό του πρόσωπο αλλά και στη συνέχεια στο ταξί, λέγοντας της ότι θα την σκοτώσει και θα πιει το αίμα της. Απειλές βέβαια οι οποίες δεν ήταν ούτε εκλήφθηκαν, ως κενές περιεχομένου ως εξηγήσαμε και στην εκδοθείσα απόφαση, αφού συνδυαζόμενες με την προηγηθείσα συμπεριφορά του κατάφεραν να εκφοβίσουν την Παραπονούμενη σε τέτοιο βαθμό, που η τελευταία δεν διανοείτο καν να αναφέρει οτιδήποτε είτε στους γείτονες, είτε στον ταξιτζή είτε αργότερα στον Μ.Κ.5 ή στην Μ.Κ.6, ενώ και στην Μ.Κ.1 στην οποία εν τέλει μίλησε, το έπραξε μόνο μετά από πάροδο κάποιου χρόνου, οπόταν ένιωσε ασφάλεια. Είναι προφανές από τα ανωτέρω πως ο αριθμός αλλά και ο συνδυασμός των αδικημάτων που διέπραξε εντείνει σε μεγάλο βαθμό τη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω και το σχέδιο του Κατηγορούμενου στο οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω προσδίδει μια ιδιαίτερα σοβαρή διάσταση στην παρούσα, αφού αποκαλύπτει την ύπαρξη προσχεδιασμού, στοιχείο το οποίο αναμφίβολα προσμετρούμε ως επιβαρυντικό σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία στην οποία παραπέμψαμε ανωτέρω. Περαιτέρω και παρόλο που δεν υπήρξε εισήγηση ούτε ρητό εύρημα μας για ύπαρξη σωματικών ή ψυχολογικών καταλοίπων στην Παραπονούμενη, θα πρέπει εντούτοις να σημειώσουμε πως πέραν της ίδιας της φύσης των αδικημάτων, στην απόφαση μας καταγράφονται στοιχεία τα οποία σκιαγραφούν τη ψυχολογική κατάσταση την οποία βίωσε η Παραπονούμενη, την οποία κατάσταση δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε. Πέραν λοιπόν του ότι συνιστά σαφώς απόρροια της κοινής λογικής και πείρας ότι οποιαδήποτε σεξουαλικής φύσης επίθεση αποτελεί τραυματική εμπειρία (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 231/18, ημερ. 19.11.19), θα πρέπει να υπενθυμίσουμε αφενός το εύρημα μας ότι η ίδια ως εκ του βιασμού υπέστη κρίση άσθματος που διήρκεσε περί τα πέντε λεπτά, επιφέροντας της δυσκολία στην αναπνοή και αφετέρου τα συναισθήματα φόβου και πανικού που αισθανόταν (και τα οποία μας μετέφερε και ο Μ.Κ.4 στο βαθμό που μπορούσε) βλέποντας πως βρισκόταν κλειδωμένη μαζί με τον Κατηγορούμενο σε ένα διαμέρισμα χωρίς τρόπο διαφυγής. Χαρακτηριστικές ήταν οι αναφορές της ότι, πρώτιστο μέλημα της ήταν να βγει από το διαμέρισμα του αλώβητη και υγιής, πράγμα που καταδεικνύει και το μέγεθος του φόβου που αισθάνθηκε και ο οποίος αναμφίβολα εντάθηκε με τις απειλές που επακολούθησαν και οι οποίες αποτέλεσαν τροχοπέδη στην αναφορά του συμβάντος στα πρώτα πρόσωπα με τα οποία ήρθε σε επαφή. Περαιτέρω συναφές είναι και το εύρημα μας ως προς το πώς εντόπισε την Παραπονούμενη η Μ.Κ.1, η οποία περιγράφοντας την ανέφερε ότι «δεν απάνταν αμέσως, γιατί έκλαιγε, κάθετουν, χτυπούσε τα πόδια της, έκαμνε τα χέρια της, έτρεμε ολόκληρη και επήρεν της κάποια λεπτά να μου πει τι ακριβώς της συνέβηκε. Μου έλεγε ότι αν μιλήσω θα με σκοτώσει.». Επομένως και υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορούμε να πούμε πως δεν υπήρξε καμία επίπτωση από σωματικής ή και ψυχολογικής απόψεως στην Παραπονούμενη. Ως προς το βαθμό βίας που εκδηλώθηκε, πρέπει να πούμε πως παρότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπέρμετρη και παρόλο που δεν φαίνεται να προκάλεσε τραυματισμό σε άλλα μέρη του σώματος της, εντούτοις αφήνει αναλλοίωτη τη δεδομένη σοβαρότητα της υπόθεσης, όπως την αναλύσαμε ανωτέρω και τη συνακόλουθη ανάγκη επιβολής της αρμόζουσας ποινής ούτως ώστε να καταστεί σαφές ότι σε κάθε περίπτωση απαιτείται χωρίς εκπτώσεις ο απόλυτος σεβασμός των επιθυμιών έκαστης πλευράς. Ως προς το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη, σπεύδουμε να τονίσουμε ότι οι προηγούμενες του καταδίκες, δεν συνιστούν βέβαια επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποιν.Έφ 11/21 ημερ. 4.11.22) αλλά η σημασία τους έγκειται στο ότι, αναλόγως πάντοτε της περίπτωσης, δύνανται να μειώσουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Και αυτό διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ.17). Στην προκειμένη δε περίπτωση πρέπει να λεχθεί πως η προηγούμενη καταδίκη παρά την αναμφίβολη σοβαρότητα της επί των δικών της όρων, δεν αφορά συναφές αδίκημα και είχε διαπραχθεί αρκετό καιρό πριν το επίδικο αδίκημα, έτσι που παρόλο που σίγουρα το αναφερθέν προηγούμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μηδαμινής αξίας, εντούτοις δεν μπορεί να λεχθεί πως μειώνει ουσιαστικά την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί στον Κατηγορούμενο υπό τις περιστάσεις. Έχοντας προδιαγράψει τη σοβαρότητα των αδικημάτων υπό το φως και των περιστάσεων της υπόθεσης δεν παραβλέπουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, το οποίο δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Ως λέχθηκε όμως στη Selmani v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), υπό το πρίσμα αυτό και με προεξέχουσα τη σημασία της αποτροπής προς το σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, οι προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου ναι μεν λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της εξατομίκευσης, αλλά σε βαθμό και έκταση που να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής. Προς όφελος του Κατηγορούμενου και ιδιαίτερα εν σχέσει με την κατηγορία του βιασμού λαμβάνουμε υπόψιν ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό χωρίς χρήση υπερβολικής βίας, ως παρατηρήθηκε σε άλλες υποθέσεις και συνεπώς απουσιάζει ο εν λόγω επιβαρυντικός παράγοντας, ενώ δεν παραβλέπουμε ότι δεν χρησιμοποιήθηκε κάποιο επιθετικό όπλο ή αντικείμενο. Ασφαλώς η απουσία των πιο πάνω επιβαρυντικών παραγόντων καθώς και αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 11 του Νόμου 115(Ι)/21 λαμβάνεται υπόψη, πλην όμως η σοβαρότητα της υπόθεσης, όπως πιο πάνω την έχουμε σκιαγραφήσει και προσδιορίσει, είναι δεδομένη και αδιαμφισβήτητη, αφήνοντας έτσι αναλλοίωτη την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Περιπλέον λαμβάνουμε υπόψιν και το σύνολο των προσωπικών του περιστάσεων ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ως περαιτέρω αναπτύχθηκαν από τη συνήγορο του. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 39 ετών, ο οποίος γεννήθηκε στη Γερμανία και σε ηλικία 7 ετών μετακινήθηκε με τους γονείς του και την αδελφή του στην Τουρκία. Ο γονείς του χώρισαν και ο πατέρας του απέκτησε μια ακόμα θυγατέρα από το δεύτερο του γάμο. Ο ίδιος ολοκλήρωσε τη σχολική του φοίτηση στην Τουρκία και ακολούθως περί το 2004 μετακόμισε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές της Κύπρου και σπούδασε δημόσιες σχέσεις, σε πανεπιστήμιο στην Κερύνεια. Περί το 2019 μετακινήθηκε στις ελεύθερες περιοχές, υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο και συντηρείτο για ένα έτος με επίδομα. Πλέον έχει αναγνωριστεί ως πολιτικός πρόσφυγας, αλλά σταμάτησε να λαμβάνει το σχετικό επίδομα, με αποτέλεσμα να συντηρείται από γνωστά και φιλικά του πρόσωπα, αφού είναι άνεργος. Όσον αφορά την κατάσταση της ψυχικής υγείας του Κατηγορούμενου, η ύπαρξη τέτοιας αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Όμως ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία αυτή δεν εμπoδίζει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, ήτοι άμεσης φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου αυτή τούτη η κατάσταση ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου διασυνδέεται με το αδίκημα που διέπραξε (βλ. Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Επί του προκειμένου λαμβάνουμε συναφώς υπόψη ότι σύμφωνα με την έκθεση Τεκμήριο Α, ημερ. 4.5.23, ο Κατηγορούμενος είναι άτομο με ιστορικό διπολικής διαταραχής, ο οποίος λάμβανε από τότε φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείτο τακτικά από τον εκάστοτε ψυχίατρο των φυλακών, με συμπτωματολογία, η οποία περιελάμβανε έκφραση ιδεών μεγαλείου, ήπια άρση αναστολών, λόγο κατά διαστήματα υπερλεπτομερειακό και περιφερικό, ανικανότητα να απαντά πάντα επί του θέματος, ήπια ευερεθιστότητα και δυσφορία κατά διαστήματα. Σύμφωνα με την έκθεση Τεκμήριο Β ημερ. 24.11.23 συνεχίζει να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και να παρακολουθείται από ψυχίατρο, παρουσιάζοντας στο στάδιο αυτό ύφεση της συμπτωματολογίας του. Υπό το φως των ανωτέρω η κατάσταση ψυχικής υγείας του, παρότι λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του, εντούτοις δεν θεωρούμε πως είναι τέτοια που μπορεί να οδηγήσει σε αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής ενόψει και της σοβαρότητας της υπόθεσης ως την έχουμε προδιαγράψει. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη και τον διαρρεύσαντα από την ημερομηνία διάπραξης χρόνο, τονίζοντας βεβαίως πως δεν έχει υπάρξει εισήγηση περί καθυστέρησης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε από πλευράς της Δημοκρατίας είτε και του Δικαστηρίου, ούτε και αναφέρθηκαν οποιαδήποτε ουσιώδη γεγονότα που μεσολάβησαν στο μεταξύ, που να μπορούν να θεωρηθούν ως ουσιαστική μεταβολή στις περιστάσεις του. Ως προς το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες, πρέπει να λεχθεί πως τούτο σίγουρα δεν λογίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας, αφού είχε κάθε δικαίωμα να μην παραδεχθεί τις εν λόγω κατηγορίες. Ωστόσο αυτή η μη παραδοχή του, στερεί από αυτόν την έκπτωση στην ποινή που διαφορετικά θα δικαιούτο, αφού η παραδοχή ιδιαίτερα σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή όχι μόνο λόγω του χρόνου που περισώζεται αλλά και διότι με αυτό τον τρόπο δεν υποχρεώνονται τα θύματα να βιώσουν ξανά τις τραυματικές εμπειρίες τους[6], κάτι που επιβεβαιώθηκε πολύ πρόσφατα και στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit v. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα και έχοντας κατά νουν ότι σε τέτοιου είδους αδικήματα, οι προσωπικές περιστάσεις και τα άλλα ελαφρυντικά που λαμβάνονται υπόψη, δεν μπορούν να έχουν καταλυτική επίδραση στην επιβολή της ποινής, καταλήγουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Κρίνουμε κατάλληλες και επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 10 ετών. Κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 3 ετών. Κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Κατηγορίες 4 και 5: ποινή φυλάκισης σε έκαστη κατηγορία 1 έτος. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, οι ποινές να μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση (ήτοι από τις 12.9.23). Τα έξοδα ύψους €350 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 3.
(1)Πρόσωπο το οποίο εκ προθέσεως δηµόσια διαδίδει και δηµόσια υποκινεί µε οποιοδήποτε τρόπο βία ή µίσος που στρέφεται κατά οµάδας προσώπων ή µέλους οµάδας προσώπων που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώµατος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, κατά τρόπο που διαταράσσει τη δηµόσια τάξη ή που έχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα, είναι ένοχο αδικήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)χρόνια ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10 000) ή και στις δυο αυτές ποινές. [2] Νοείται ότι η χρηματική ποινή δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό, το οποίο το παρόν ∆ικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει - βλ. άρθρο 29, Κεφ.
- [3] βλ. και Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/2017 ημερ. 26.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:B197, Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 71/2020, ημερ. 28.1.2021, ECLI:CY:AD:2021:B23, στις οποίες έγινε αναφορά. [4] βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ν.Ν., Ποιν. Έφ. 69/2017, ημερ. 5.12.
- [5] Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.323, Δημοκρατία ν. Hunganu (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας v. Μητάρα, Ποιν. Εφ. 59/22, ημερ. 7.12.22 [6] Βλ. Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, Γ.Χ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 140/2010, ημερ. 14/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας v. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 658 και Σ.Κ. v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 Α.Α.Δ. 304 Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ., 28, xxx Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 110/2014, απόφαση ημερ. 15/6/2015 και Η.Ε. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/2018 (σχ. με 50/2018), απόφαση ημερ. 8/4/2020, Δ.Α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 57/20 ημερ. 6.10.21. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο