← Κύπρος

Δημοκρατία ν. L.A.W., Αρ. Υπόθεσης: 525/23, 31/7/2023

Δημοκρατία ν. L.A.W., Αρ. Υπόθεσης: 525/23, 31/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 525/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Κατηγορούσας Αρχής ν. L.A.W. Κατηγορούμενου 31 Ιουλίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ. Α. Δημοσθένους για Γενικόν Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: κα Δ. Ζησιμοπούλου. Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος με δική του παραδοχή σε επτά κατηγορίες ως ακολούθως: § Μια κατηγορία που αφορά στο αδίκημα της απόπειρας ληστείας, κατά παράβαση του άρθρου 284 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (Kατηγορία 1). § Μια κατηγορία που αφορά στο αδίκημα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Κεφ. 154 (Kατηγορία 2). § Μια κατηγορία που αφορά στο αδίκημα της μεταφοράς επιθετικού όπλου χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, κατά παράβαση του άρθρου 3

(1)
(2)του Περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου Κεφ.159 (Kατηγορία 3). § Μια κατηγορία που αφορά στο αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη, κατά παράβαση του άρθρου 82
(2)του Κεφ. 154 (Kατηγορία 4). § Δύο κατηγορίες που αφορούν (αντίστοιχα) αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 296 (δ) και (ε) του Κεφ. 154 (Kατηγορίες 5 και 6). § Μια κατηγορία που αφορά στο αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 (Kατηγορία 7). Επίσης κατόπιν αιτήματος του Kατηγορούμενου και συγκατάθεσης της κατηγορούσας αρχής, λαμβάνονται υπόψιν και οι κάτωθι υποθέσεις του Ε.Δ. Αμμοχώστου:
  1. Ποιν. Υποθ. 467/22, η οποία αφορά στα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (άρθρο 371, Κεφ. 154), της ληστείας (άρθρα 282,283 Κεφ. 154), της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου (άρθρο 80, Κεφ. 154) και της κάλυψης προσώπου με προσωπίδα με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος (άρθρο 296(ε), Κεφ. 154).
  2. Ποιν. Υποθ. 904/23, η οποία αφορά στο αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής (άρθρα 294, 255, Κεφ. 154).
  3. Ποιν. Υποθ. 951/23, η οποία αφορά στα αδικήματα της κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' (άρθρο 6 και 10(α), Ν. 29/77 αντίστοιχα) καθώς και στο αδίκημα της κατοχής σκευών για λήψη ναρκωτικών (άρθρο 10(γ)(i)(ii), N. 29/77). Α. Γεγονότα Τα γεγονότα τόσο της κύριας υπόθεσης όσο και των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψιν, εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και παρατίθενται κατωτέρω. Ι. Κύρια Υπόθεση (525/23) Το πρωινό της 15.03.23, η ιδιοκτήτρια συγκεκριμένου περιπτέρου στο Φρέναρος (στο εξής «η Παραπονούμενη»), βρισκόταν πίσω από το ταμείο, περιμένοντας να εξυπηρετήσει πελάτες. Κατά τον επίδικο χρόνο το περίπτερο ήταν άδειο από πελάτες, όμως στο χώρο στάθμευσης κάποιοι ήταν έτοιμοι να εξέλθουν από τα οχήματά τους και να εισέλθουν στο περίπτερο. Γύρω στις 06:40 εισήλθε στο περίπτερο άνδρας, ο οποίος φορούσε καπελάκι τύπου τζόκεϊ και πάνω από αυτό τη κουκούλα του φούτερ του. Το πρόσωπό του (στόμα και μύτη) ήταν καλυμμένα με φουλάρι. Περπατούσε έχοντας το κεφάλι σκυφτό και φάνηκε να συμπεριφέρεται περίεργα. Στάθηκε για λίγο μπροστά από τα ψυγεία και κατευθύνθηκε ακολούθως προς την είσοδο/έξοδο του περιπτέρου. Ξαφνικά, κάνοντας απότομη στροφή, προχώρησε κατευθείαν προς την Παραπονούμενη ανασύροντας ταυτόχρονα από το τσαντάκι μέσης του, μεγάλο μυτερό κουζινομάχαιρο προτάσσοντάς το εναντίον της, αναφωνώντας ‟money-money". Τρομοκρατημένη η Παραπονούμενη του υπέδειξε κάποια ψιλά τα οποία βρισκόντουσαν εναποτεθειμένα στον πάγκο του ταμείου, αλλά ο άνδρας έδειξε να μην ικανοποιείται και να κινείται πίσω από τον πάγκο προς την κλειδωμένη ταμειακή μηχανή. Προσπάθησε να την ανοίξει αλλά δεν τα κατάφερε και τότε στρεφόμενος προς την Παραπονούμενη, υπό την απειλή μαχαιριού και κινούμενος επιθετικά προς το μέρος της, της ζήτησε να το ανοίξει. Πανικοβλημένη και υποκύπτουσα στην απειλή του ανδρός, η Παραπονούμενη άνοιξε προς στιγμήν το ταμείο αλλά αμέσως και πάλι το έκλεισε. Ο άνδρας αρπάζοντας το κλειδί του ταμείου και χρησιμοποιώντας το μαχαίρι που κρατούσε, προσπάθησε ανεπιτυχώς να παραβιάσει το ταμείο. Εν τω μεταξύ, η Παραπονούμενη εξήλθε από το περίπτερο και άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Ένας πελάτης ο οποίος στάθμευε εκείνη την ώρα, άρχισε να καταδιώκει τον δράστη, ο οποίος τράπηκε σε φυγή και κατόρθωσε να διαφύγει προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, χωρίς να καταφέρει να κλέψει οτιδήποτε. Κατόπιν καταγγελίας της υπόθεσης και διενέργειας επιτόπιων εξετάσεων από μέλη της Αστυνομίας, ο δράστης αναγνωρίστηκε από μέλος της Αστυνομίας εκ του σωματότυπου του ως ο Κατηγορούμενος μέσω του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του περιπτέρου. Στην αυλή παραπλήσιας κατοικίας, εντοπίστηκε μαχαίρι πανομοιότυπο μ' εκείνο το οποίο χρησιμοποίησε ο δράστης, καθώς επίσης διάσπαρτα σε διάφορα άλλα σημεία, το μπουφάν το οποίο φορούσε, το καπελάκι του, καθώς και το φουλάρι με το οποίο κάλυπτε το πρόσωπό του. Όλα τα πιο πάνω αποστάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στις 17.03.23 και όταν του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «εν έκαμα τίποτε». Ανακρινόμενος από την Αστυνομία, εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Σε αυτή ομολόγησε την ενοχή του στην υπόθεση λέγοντας ότι το μαχαίρι το οποίο χρησιμοποίησε κατά την απόπειρα ληστείας, το απέρριψε καταδιωκόμενος στο σημείο όπου εντοπίστηκε και παραλήφθηκε ακολούθως από την Αστυνομία. Πρόκειται για κοφτερό κουζινομάχαιρο που καταλήγει σε μυτερή άκρη, με λεπίδα μήκους 17 εκατοστών και χειρολαβή 10 εκατοστών. Επίσης ανέφερε ότι κατά την διαφυγή του απέρριψε επίσης, σε διαφορετικά σημεία, το μπουφάν, το φουλάρι και το καπελάκι που φορούσε, καθώς και το τσαντάκι μέσα από το οποίο ανέσυρε το μαχαίρι. Οδήγησε ακολούθως την Αστυνομία προς υπόδειξη των συγκεκριμένων αυτών σημείων καθώς και της διαδρομής που ακολούθησε κατά τη διαφυγή του μέχρι και την κατοικία του στο Φρέναρος, όπου και κατέληξε αμέσως μετά τη διάπραξη του εγκλήματος. Παρέδωσε επίσης στην Αστυνομία τα ενδύματα και τα υποδήματα τα οποία φορούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Αργότερα, οι εξετάσεις σε επίπεδο DNA, συνέδεσαν τον Κατηγορούμενο τόσο με τη σκηνή του εγκλήματος όσο και με τα τεκμήρια που εντοπίστηκαν πλησίον της σκηνής. Κατά τη διάπραξη του αδικήματος δεν προέκυψε τραυματισμός οποιουδήποτε προσώπου. ΙΙ. Ποιν. Υποθ. 467/22 Ε.Δ. Αμμοχώστου Στις 22.10.2021 και ώρα 20:15, άνδρας ο οποίος ήταν ενδεδυμένος με μαύρα ρούχα, φορώντας κουκούλα η οποία κάλυπτε ολόκληρο το πρόσωπό του (εκτός από τα μάτια και το στόμα), εισέβαλε εντός συγκεκριμένου περιπτέρου στη Δερύνεια (το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο ήταν άδειο από πελάτες) και αφού προχώρησε με αποφασιστικότητα προς το ταμείο, πίσω από το οποίο στεκόταν η Παραπονούμενη ιδιοκτήτρια (Μ1 επί του κατηγορητηρίου), ανέσυρε πιστόλι λέγοντάς της «μεν κάμεις τίποτε, μάνι μάνι, δώσμου τα λεφτά». Ο δράστης, ταυτόχρονα προχώρησε και εισήλθε πίσω από το ταμείο όπου στεκόταν η Παραπονούμενη, ακουμπώντας της το πιστόλι στον κρόταφο. Έντρομη η τελευταία, άνοιξε το ταμείο και υπακούοντας στις οδηγίες του, του παρέδωσε όλα τα χαρτονομίσματα που βρίσκονταν μέσα σε αυτό, σύνολό €
  4. Αφού ο δράστης πήρε τα χρήματα, εγκατέλειψε το μέρος με γρήγορο βηματισμό, προς άγνωστη κατεύθυνση. Η ληστεία καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του περιπτέρου και διήρκησε μόλις 28 δευτερόλεπτα. Οι εξετάσεις της Αστυνομίας που ακολούθησαν, δεν απέδωσαν θετικό αποτέλεσμα και η υπόθεση εκκρεμούσε ως ανεξιχνίαστη μέχρι και τις 20.12.2021, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος ομολόγησε στην Αστυνομία την εμπλοκή του στην υπόθεση. Συγκεκριμένα, ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου ανακρινόμενος σχετικά με άλλες υποθέσεις, εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση σε σχέση με την εμπλοκή του στην εν λόγω υπόθεση, οπόταν ομολόγησε ότι τη ληστεία την διέπραξε άλλο πρόσωπο, το οποίο όμως οδηγήθηκε στο μέρος από τον ίδιο που εκτελούσε χρέη οδηγού αυτοκινήτου. Σε δεύτερη θεληματική κατάθεση που έδωσε ομολόγησε ότι τα γεγονότα δεν ήταν ακριβώς όπως τα εξιστόρησε στην πρώτη του κατάθεση. Δήλωσε ότι η ληστεία προσχεδιάστηκε και οργανώθηκε από κοινού με το άλλο εμπλεκόμενο πρόσωπο, το οποίο μάλιστα προτίθετο να τη διαπράξει άοπλο και χωρίς κουκούλα. Ο ίδιος όμως αποτρέποντάς τον, τον εφοδίασε με ψεύτικο πιστόλι, μαύρη κουκούλα, μάλλινα γάντια και μαύρα ρούχα. Ο Κατηγορούμενος προέβη ακολούθως στην υπόδειξη σκηνών καθώς και του οχήματος το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάπραξη της ληστείας, στο χώρο αποσκευών του οποίου εντοπίστηκε η κουκούλα και το πλαστικό ομοίωμα πιστολιού που χρησιμοποιήθηκαν. Κατά τη διάπραξη της ληστείας δεν προέκυψε τραυματισμός οποιουδήποτε προσώπου. Η Παραπονούμενη μέχρι σήμερα δεν έχει αποζημιωθεί. ΙΙΙ. Ποιν. Υποθ. 904/23 και 951/23 Ε.Δ. Αμμοχώστου Στις 20.12.2021 και ώρα 14:40, μέλη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αμμοχώστου στα πλαίσια της μηχανοκίνητης τους περιπολίας στο δρόμο Παραλιμνίου - Αγίας Νάπας, διαπίστωσαν ότι συγκεκριμένο αυτοκίνητο, οδηγείτο χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Ο οδηγός του εν λόγω οχήματος, μετά από κανονικό σήμα που του έγινε για να σταματήσει, εισήλθε σε παρακείμενη χωμάτινη πάροδο και αφού διένυσε κάποια απόσταση, ακινητοποίησε εν τέλει το όχημά του αντιλαμβανόμενος ότι επρόκειτο για αδιέξοδο. Διαπιστώθηκε ότι οδηγός ήταν ο Κατηγορούμενος. Δημιουργήθηκε εύλογη υπόνοια στα μέλη της Αστυνομίας ότι εντός του οχήματος μεταφέρονταν ναρκωτικά καθώς και αντικείμενα σε σχέση με τα οποία είχε διαπραχθεί πρόσφατα το ποινικό αδίκημα της κλοπής. Ως εκ τούτου ακολούθησε έρευνα. Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν ως τεκμήρια, δύο καλαμάκια με ίχνη μεθαμφεταμίνης, μια ζυγαριά ακριβείας με ίχνη μεθαμφεταμίνης και μια χρησιμοποιημένη καπνοσύριγγρα. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορουμένου στο νόμο, αυτός απάντησε: «εν ούλλα δικά μου, εγώ έκαμα CRYSTAL και μεν νεκατώσετε τους άλλους». Η έρευνα συνεχίστηκε και εντός του οχήματος εντοπίστηκαν περαιτέρω και κατασχέθηκαν ως τεκμήρια, ένα ηλεκτρικό μοτέρ θέρμανσης, έξι χάλκινοι σωλήνες καλυμμένοι με θερμομονωτικό υλικό μήκους από 1.45m μέχρι και 2.10m, 23 ράβδοι αλουμινίου μήκους 80 cm και πλάτους 3cm, 34 ράβδοι χαλκοσωλήνων διαφόρων διαστάσεων και ένα καρμπιρατέρ. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορουμένου στο νόμο, αυτός δεν έδωσε καμία απάντηση. Συνελήφθη για τα αυτόφωρα αδικήματα της κατοχής ναρκωτικών τάξεως Α΄ και της παράνομης κατοχής περιουσίας. Ανακρινόμενος αργότερα την ίδια ημέρα, εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση στην οποία ομολόγησε ότι η ανευρεθείσα στο αυτοκίνητο περιουσία αποτελούσε προϊόν κλοπής την οποία διέπραξε ο ίδιος και άλλο πρόσωπο ενωρίτερα την ίδια ημέρα στο ξενοδοχείο ΄΄LAWSONIA HOTEL APTS΄΄ στον Πρωταρά το οποίο ήταν κλειστό. Γνώριζε ότι το ξενοδοχείο ήταν κλειστό και διέπραξε την κλοπή προκειμένου να πωλήσει την κλαπείσα περιουσία και να οικονομήσει κάποια χρήματα επειδή ήταν «αδέκαρος». Κατηγορήθηκε γραπτώς και παραδέχθηκε ενοχή λέγοντας όμως ότι «το καρπουλατέρ δεν το κλέψαμε, ήταν ήδη στο αυτοκίνητο». Αναφορικά με τα ναρκωτικά δήλωσε σε ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε την ίδια ημέρα από μέλη της ΥΚΑΝ, ότι είναι χρήστης μεθαμφεταμίνης και ότι το προηγούμενο βράδυ στο Φρέναρος, κάπνισε με τη χρήση της κατασχεθείσας καπνοσύριγγας, μέρος της ποσότητας της μεθαμφεταμίνης που ανευρέθηκε. Η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας ανέρχεται περίπου στα €
  5. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει μέχρι σήμερα αποζημιώσει την διεύθυνση του ξενοδοχείου σε σχέση με την κλαπείσα περιουσία, η οποία όμως ως αναφέρθηκε έχει εντοπιστεί. Β. Προηγούμενες Καταδίκες Ως περαιτέρω λέχθηκε ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με τις εξής προηγούμενες καταδίκες:
  6. Ποιν. Υποθ. 3596/19 Ε.Δ. Αμμοχώστου, η οποία αφορούσε στο κακούργημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και συγκεκριμένα 31 κατηγορίες κλοπών αλουμινίου από υπό ανέγερση κατοικίες, με ημερομηνία διάπραξης αδικήματος την 1.1.19 και ημερομηνία καταδίκης την 5.6.
  7. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών αφού λήφθηκαν υπόψιν και τρεις άλλες υποθέσεις που αφορούσαν, η πρώτη σε κατοχή, προμήθεια και χρήση μικρής ποσότητας κάνναβης, η δεύτερη σε τέσσερα διακριτά περιστατικά απόπειρας διάρρηξης καταστήματος, τρία διακριτά περιστατικά κακόβουλης βλάβης και ένα περιστατικό κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων και η τρίτη σε οκτώ διακριτές περιπτώσεις κλοπών αλουμινίου από υπό ανέγερση κατοικίες.
  8. Ποιν. Υποθ. 1550/20 Ε. Δ. Λάρνακας, η οποία αφορούσε στα αδικήματα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου, της κατοχής επιθετικού οργάνου (ρόπαλο) και της απειλής, με ημερομηνία διάπραξης την 24.08.2019 και ημερομηνία καταδίκης την 22.10.20 όπου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 40 ημερών, αφού λήφθηκε υπόψιν και η υπόθεση 5745/19 του Ε.Δ. Λάρνακας, η οποία αφορούσε κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών (40 κροτίδες).
  9. Ποιν. Υποθ. 4523/20 Ε.Δ. Αμμοχώστου, η οποία αφορούσε στα αδικήματα της κατοχής, προμήθειας και χρήσης μικρής ποσότητας κάνναβης, αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 10.2.20 και για τα οποία στις 5.5.22 του επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους €
  10. Γ. Αγόρευση προς Μετριασμό Η συνήγορος του Κατηγορούμενου ζήτησε όπως ληφθεί υπόψιν η παραδοχή του Κατηγορούμενου, η μεταμέλεια και απολογία του, η συνεργασία του με τις αρχές, ενώ περαιτέρω κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει προς όφελος του και τις προσωπικές του περιστάσεις, υιοθετώντας προς τούτο την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τονίζοντας αφενός το νεαρό της ηλικίας του και αφετέρου την έξη του στα ναρκωτικά από νεαρή ηλικία, η οποία του προκάλεσε προβλήματα ψυχικής υγείας και η οποία σε συνδυασμό και με τη δεινή οικονομική κατάσταση του αποτέλεσαν και την κύρια αιτία διάπραξης των αδικημάτων που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο της παρούσας. Περιπλέον κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων ως τις ανέλυσε, αλλά και την προσπάθεια απεξάρτησης που καταβάλλει εντός των φυλακών καθώς και τη θεραπεία που λαμβάνει για τα προβλήματα ψυχικής του υγείας. Δ. Νομική Πτυχή Για το αδίκημα της απόπειρας ληστείας, το άρθρο 284 του Κεφ. 154 προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι επτά έτη, ενώ η προβλεπόμενη ποινή αυξάνεται σε φυλάκιση διά βίου όταν, μεταξύ άλλων, ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της επίθεσης, τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου. Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα γεγονότα της κύριας υπόθεσης, κατά το χρόνο της διάπραξης μετέφερε και προέταξε προς την Παραπονούμενη επικίνδυνο επιθετικό όπλο ήτοι ένα μαχαίρι, είναι προφανές ότι η προβλεπόμενη ποινή που τυγχάνει εφαρμογής για την κατηγορία 1 είναι η δια βίου φυλάκιση. Για το αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 296(ε) του Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη ενώ για το αδίκημα κατά παράβαση του εδαφίου (δ) του ίδιου άρθρου, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι τρία έτη. Σημειώνεται όμως ότι σε περίπτωση που ο υπαίτιος έχει καταδικαστεί προηγουμένως για κακούργημα που αφορά περιουσία, ως είναι η προκειμένη (βλ. προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου στην 3596/19 Ε.Δ. Αμμοχώστου που αφορά το κακούργημα της κλοπής), η προβλεπόμενη ποινή αυξάνεται σε επτά έτη. Για το αδίκημα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη, ενώ τα δύο έτη αποτελούν το ανώτατο όριο ποινής και για το αδίκημα της μεταφοράς επιθετικού όπλου χωρίς νόμιμη, εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία διαζευκτικά ή σε συνδυασμό με χρηματική ποινή ύψους μέχρι €
  11. Για το δε αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός κατοικίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος, ποινή η οποία επίσης προνοείται και για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, διαζευκτικά ή σε συνδυασμό με χρηματική ποινή ύψους μέχρι €
  12. Η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, με προεξάρχουσα βέβαια αυτή του αδικήματος της απόπειρας ληστείας που είναι και το σοβαρότερο εκ των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, είναι αδιαμφισβήτητη και εμφαίνεται κατ' αρχάς από τις προαναφερθείσες προβλεπόμενες στο νόμο ποινές, οι οποίες με βάση και τη σχετική επί του θέματος νομολογία αποτελούν την αφετηρία για σκοπούς προσδιορισμού και επιμέτρησης της αρμόζουσας ποινής. Ιδιαίτερα δε στην προκειμένη περίπτωση, όπου υπό τις περιστάσεις διάπραξης του το αδίκημα της απόπειρας ληστείας επισύρει μέχρι και δια βίου φυλάκιση, θεωρούμε τη σοβαρότητα του δεσπόζουσας σημασίας στη διαδικασία επιμέτρησης της ποινής (βλ. κατ' αναλογίαν Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 232). Η σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας βέβαια έχει τονιστεί και σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως προκύπτει μέσα από τη σχετική νομολογία (βλ. Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50, Μακρή v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 15 και Κrzysztof Dygdalowicz v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 11/21 ημερομηνίας 4.11.22), πρόκειται για αποτρόπαιο έγκλημα που προκαλεί κυρίως αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες, αφού στρέφεται τόσο εναντίον της περιουσίας όσο και εναντίον της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, προκαλώντας σωματικό πόνο ή και τρόμο στο θύμα κατόπιν άσκησης σωματικής ή και ψυχολογικής βίας σ' αυτό. Είναι δηλαδή αδίκημα, το οποίο ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας και βλάβης στο θύμα, το οποίο καθίσταται έρμαιο στις διαθέσεις του εγκληματία, ο οποίος ενεργεί από θέση ισχύος. Είναι αδίκημα που ενέχει επίδειξη βίας με σκοπό τον εκφοβισμό και εξαναγκασμό του θύματος και παραβιάζει κάθε έννοια πολιτισμένης συμπεριφοράς, προκαλεί ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνει συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Δεν διαλανθάνει βεβαίως την προσοχή μας ότι στην προκειμένη περίπτωση αυτό που έχει παραδεχθεί ο Κατηγορούμενος στο πλαίσιο της κύριας υπόθεσης είναι την απόπειρα ληστείας, δηλαδή προσπάθεια αφαίρεσης περιουσίας δια της βίας ή υπό την απειλή χρήσης της. Το γεγονός δε ότι στην περίπτωση που ο δράστης είναι μεταξύ άλλων οπλισμένος µε επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο (ως είναι η προκειμένη περίπτωση) τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και δια βίου, δεν μεταβάλλει το γεγονός πως το αδίκημα (της ληστείας) στην περίπτωση της απόπειρας δεν έχει τελειωθεί. Η κατά τα ανωτέρω διαφοροποίηση που εντοπίζεται καθ' όσον αφορά την απόπειρα ληστείας εν αντιθέσει με αυτό καθ' αυτό το αδίκημα της ληστείας, δεν διαφοροποιεί κατά πρώτον λόγο το στίγμα της σοβαρότητας του αδικήματος που έγκειται στο ότι με την χρήση βίας ή υπό την απειλή χρήση της σκοπείται η αφαίρεση περιουσίας που ανήκει σε ανυποψίαστους και φιλήσυχους πολίτες. Ούτε κατά δεύτερον διαφοροποιεί το γεγονός πως το αδίκημα της απόπειρας ληστείας εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της παλαιάς αλλά δυστυχώς ακόμα επίκαιρης διαπίστωσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως αδικήματα κατά της περιουσίας αλλά και αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας, ανεξάρτητα από την ακριβή μορφή που λαμβάνουν, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, και παρατηρείται έξαρση στη διάπραξη τους (βλ. Dygdalowicz (ανωτέρω) όπου γίνεται αναφορά στις Αντάρτης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138, Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 104 και Abed v. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 128). Διαπίστωση στην οποία και εμείς αναπόφευκτα οδηγούμαστε, ένεκα της επαναλαμβανόμενης ενασχόλησης μας με τέτοιου είδους υποθέσεις. Οι επικίνδυνες διαστάσεις που έχει προσλάβει το έγκλημα δημιουργούν ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία. Δεν θεωρούμε ότι αποτελεί υπερβολή να πούμε ότι αδικήματα αυτού του είδους και δη ληστείες, πολλές μάλιστα εκ των οποίων έχουν ως στόχο ανυποψίαστους υπαλλήλους ή ιδιοκτήτες περιπτέρων, οι οποίοι καταλαμβάνονται εξ απίνης από τους δράστες, αποτελούν δυστυχώς πλέον μέρος της καθημερινότητας μας, καθιστώντας το φαινόμενο αυτό μάστιγα για την κοινωνία. Ό,τι δε ανησυχεί ιδιαίτερα, είναι η ευκολία με την οποία, αφενός φαίνεται να αποφασίζουν πλέον οι δράστες να επιλύσουν τα οικονομικά τους προβλήματα καταφεύγοντας σε εγκλήματα αυτού του είδους και αφετέρου (η ευκολία) με την οποία τα προσχεδιάζουν, χρησιμοποιώντας αντικείμενα που εύκολα εντοπίζονται στο εμπόριο (π.χ. μαχαίρια) και τα οποία σε συνδυασμό με τη χρήση ακόμα και πρόχειρων μέσων που καλύπτουν το πρόσωπο, επιτυγχάνουν να τρομοκρατήσουν τα θύματα για να ενδώσουν στις παράνομες απαιτήσεις τους. Αυτή ακριβώς η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αυτής της φύσεως αδικημάτων καθιστά εντονότερο το στοιχείο της αποτροπής στον καθορισμό της ποινής, εξ ου και τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν αδικήματα αυτού του είδους με αυστηρότητα. Υπενθυμίζεται βεβαίως και η αρχή ότι επιβάλλεται η καταφυγή σε αυστηρότερες ποινές όταν διαπιστώνεται αυξητική τάση, επιμονή ή έξαρση στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων (βλ. Cotorceanu κ.α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20, ημερ. 17.2.21 όπου έγινε αναφορά στις Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 551 και ΧΧΧ Selmani κ.α. v. Δημορκατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 και 236/13 ημερ. 5.10.16). Ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής είναι παράγοντες που συντείνουν στον καθορισμό του ύψους της ποινής, η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα ένεκα της εγγενούς σοβαρότητας του εν λόγω αδικήματος. Δεν έχουμε εντοπίσει απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να πραγματεύεται ως κύριο αδίκημα την απόπειρας ληστείας. Όμως οι ποινές για το αδίκημα της ληστείας κυμαίνονται, αναλόγως των γεγονότων και περιστάσεων των κατηγορουμένων, μεταξύ 2-10 ετών, πράγμα το οποίο παρέχει απλά κάποια ένδειξη ως προς το μέτρο τιμωρίας του ολοκληρωμένου αδικήματος (βλ. Φανάρας (ανωτέρω), Σταύρου «Φάντη» v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 61, Abundanza (ανωτέρω), Παπέττας v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 236, Κυριάκου v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 154, Cotorceanu (ανωτέρω), Dygdalowicz (ανωτέρω)). Ασφαλώς η παρούσα διαφοροποιείται εφόσον το αδίκημα της ληστείας στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ολοκληρωθεί. Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν είναι αρκούντως σοβαρή επί των δικών της όρων, ιδίως αν ληφθεί υπόψιν ότι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος (στην κύρια υπόθεση) εν τέλει δεν αποκόμισε οικονομικό όφελος, δεν οφείλεται σε δεύτερες τυχόν σκέψεις του ιδίου, αλλά αφενός στις γρήγορες αντιδράσεις της Παραπονούμενης η οποία μέσα στον πανικό της κατάφερε να εξέλθει του περιπτέρου και να φωνάξει «βοήθεια» και αφετέρου στην τυχαία παρουσία ενός πελάτη ο οποίος ευτυχώς προσέτρεξε σε βοήθεια της. Ό,τι δε αναδύεται από τα γεγονότα του πρωινού της 15.3.23 είναι ενέργειες επικίνδυνες και πλήρως απαξιωτικές για τα δικαιώματα της Παραπονούμενης, η οποία ανυποψίαστη εκτελούσε τα εργασιακά της καθήκοντα στο επίδικο περίπτερο, στο οποίο ο Κατηγορούμενος αφού εισήλθε οπλισμένος με μαχαίρι, υπό το κράτος τρόμου και προκαλώντας πανικό, επιχείρησε να αποσπάσει οικονομικό όφελος, χωρίς κανένα σεβασμό στην προσωπικότητα του θύματος ή στη σωματική της ακεραιότητα. Το δε γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος μετέβη στο κατάστημα έχοντας στην κατοχή του το μαχαίρι, δείχνει πως δεν ενήργησε παρορμητικά, αλλά καθόλα προσχεδιασμένα, στοιχείο επιβαρυντικό. Το γεγονός δε ότι κάλυψε το πρόσωπο του, πέραν του ότι ενισχύει το προσχεδιασμένο του εγκλήματος του υπό την έννοια της λήψης προφύλαξης για να μην αναγνωριστεί, εντείνει και τον εγγενή τρόμο που αισθάνεται το θύμα, ευρισκόμενο απέναντι από ένα άγνωστο άτομο με καλυμμένο πρόσωπο. Το μέγεθος του τρόμου και πανικού που βίωσε η Παραπονούμενη ως προκύπτει από τα εκτεθέντα γεγονότα, προσμετράται και αυτό ως επιβαρυντικό στοιχείο. Έχουμε βέβαια υπόψιν πως ευτυχώς δεν υπήρξε τραυματισμός στο θύμα, εντούτοις όμως η παράμετρος αυτή δεν δύναται να εξαλείψει τα πολύ έντονα αισθήματα τρόμου και πανικού που βίωσε η Παραπονούμενη ευρισκόμενη απέναντι από έναν οπλισμένο με μαχαίρι άγνωστο, του οποίου τις προθέσεις δεν μπορούσε να γνωρίζει ή να προβλέψει. Σοβαρή διάσταση όμως στην παρούσα προσδίδει και η ευκολία με την οποία, σε σύντομο σχετικά χρόνο, φαίνεται να προσχεδίασε και να έφερε εις πέρας το παράνομο εγχείρημα του ο Κατηγορούμενος, επιβεβαιώνοντας έτσι τις πολύ ανησυχητικές διαστάσεις που έχει προσλάβει το φαινόμενο αυτό για το οποίο έγινε λόγος και πιο πάνω. Δόθηκε έμφαση από την υπεράσπιση στο ότι το χρησιμοποιηθέν μαχαίρι ήταν παλαιό και η λαβή του συγκρατείτο με ταινία, πράγμα το οποίο παρότι πράγματι δεν αμφισβητήθηκε εντούτοις δεν αλλοιώνει το ότι ήταν πάντως σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και δύνατο να επιφέρει βλάβη, αφού ως λέχθηκε στο πλαίσιο των εκτεθέντων γεγονότων επρόκειτο για κοφτερό κουζινομάχαιρο που κατέληγε σε μυτερή άκρη, με λεπίδα μήκους 17 εκατοστών και χειρολαβή 10 εκατοστών. Η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης εντείνεται όμως ιδιαίτερα και από το γεγονός ότι στην παρούσα λαμβάνονται υπόψιν και άλλες 3 υποθέσεις. Ως έχει δε λεχθεί στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ.598, η οποία υιοθετήθηκε πολύ πρόσφατα στην Dygdalowicz (ανωτέρω), όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες[1]. Όπως δε προκύπτει από τα γεγονότα των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψιν, η παρούσα υπόθεση δεν αποτέλεσε την αρχή της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου και η επίμαχη συμπεριφορά ουδόλως μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μεμονωμένη. Αντιθέτως από τα γεγονότα των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψιν καταδεικνύεται μια ροπή από πλευράς Κατηγορούμενου, κυρίως προς αδικήματα που έχουν σχέση με την οικειοποίηση περιουσίας άλλων. Ειδικότερα δε για την 467/22, η οποία αφορά στο αδίκημα της ληστείας και για την οποία είχε δοθεί συγκατάθεση για συνοπτική εκδίκαση, σημειώνουμε πως είναι γνωστή η αρχή ότι ακόμα και όταν ένα αδίκημα εκδικάζεται συνοπτικώς το πρωτόδικο δικαστήριο δύναται να λάβει κατά την επιμέτρηση της ποινής υπόψιν την ποινή η οποία προβλέπεται από τον Νόμο. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ.173/20, ημερ. 20.5.21, η προβλεπόμενη ποινή είναι στοιχείο επί του οποίου το δικαστήριο καθοδηγείται για τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος το οποίο καλείται να τιμωρήσει στο όριο της δικής του πλέον δικαιοδοσίας. Έχει δε περαιτέρω διευκρινιστεί ότι η επιλογή της παραπομπής σε συνοπτική εκδίκαση δεν μπορεί να θεωρείται ως ελαφρυντικός παράγοντας ο οποίος προσμετρά στην επιμέτρηση (Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.197, Kyrill v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ.479). Διευκρινίζουμε ότι τα προηγηθέντα δεν αναιρούν τη συγκατάθεση για συνοπτική εκδίκαση και η σημασία τους έγκειται στο ότι τέτοιες συγκαταθέσεις δεν υποδηλώνουν μειωμένη σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία σοβαρότητα εξακολουθεί να διαφαίνεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή με το δικαστήριο να δύναται να επιβάλει ποινή στο μέγιστο του δικαιοδοτικού του ορίου (όταν η ποινή επιβάλλεται από Επαρχιακό). Ως προς την εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, όπως λάβουμε ιδιαίτερα υπόψιν το ρόλο του στην υπόθεση 467/22 και δη πως δεν ήταν το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα της ληστείας, αλλά συμμετείχε σε αυτήν ως συνεργός, σημειώνουμε πως τούτο λαμβάνεται υπόψιν, με την παράλληλη επισήμανση βέβαια πως η συμβολή του στη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος με βάση τα όσα ο ίδιος ανέφερε στη δεύτερη θεληματική του κατάθεση ήταν καθοριστική. Και τούτο διότι κατ' αρχάς συμμετείχε στον προσχεδιασμό και οργάνωση του εν λόγω εγκλήματος παροτρύνοντας μάλιστα το άλλο πρόσωπο στη χρήση μεταξύ άλλων ψεύτικου πιστολιού και κουκούλας, τα οποία πράγματι το εν λόγω πρόσωπο χρησιμοποίησε εντείνοντας τοιουτοτρόπως τη σοβαρότητα του αδικήματος. Πέραν τούτου όμως, ο ίδιος ήταν παρών στο μέρος για να βοηθήσει τη διαφυγή του άλλου προσώπου μετά τη διάπραξη, ρόλος επίσης σημαντικός για την επίτευξη του προσχεδιασθέντος εγκλήματος κατά τρόπο ώστε να μην διαφοροποιείται ουσιαστικά ο βαθμός της ευθύνης του (βλ. κατ' αναλογίαν Κεμα v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 284/18, ημερ. 19.7.2919). Η πιο πάνω κατάληξη μας περί της ροπής του Κατηγορούμενου σε αδικήματα κατά περιουσίας επιβεβαιώνεται και από το μητρώο του. Βέβαια ξεκαθαρίζουμε πως οι προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορούμενου δεν συνιστούν επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Dygdalowicz ανωτέρω), υπό την έννοια ότι δεν λαμβάνονται υπόψιν για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία τους έγκειται στο ότι, αναλόγως πάντοτε της περίπτωσης, δύνανται να μειώσουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Και αυτό διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ.17). Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνεται ότι η προηγούμενη καταδίκη στην 3596/19 αφορά και αυτή σε αδικήματα κατά περιουσίας (31 διακριτές περιπτώσεις κλοπών περιουσίας ανυποψίαστων πολιτών) και σε αυτήν λήφθηκαν υπόψιν (μεταξύ άλλων) και άλλα αδικήματα κατά περιουσίας, επιβεβαιώνοντας έτσι τη ροπή του Κατηγορούμενου προς τη διάπραξη αυτής της φύσεως αδικημάτων. Παράλληλα το μητρώο του εν γένει, καταδεικνύει ότι παρά την επιβολή άμεσων ποινών φυλάκισης πέραν της μιας φοράς, και παρά το χρόνο που είχε ο Κατηγορούμενος στις Φυλακές για να αναλογιστεί τις πράξεις του και να αναμορφώσει τη συμπεριφορά του, σύντομα μετά επιδόθηκε και πάλιν στην ίδια δράση. Επισημαίνουμε σχετικά ότι η 15μηνη ποινή φυλάκισης στην υπόθεση 3596/19 του είχε επιβληθεί στις 5.6.2020 και στις 22.10.21 διέπραξε τα αδικήματα της 467/22, στις 20.12.21 τα αδικήματα της 904/23 ενώ κατά τον ίδιο χρόνο διέπραξε και τα αδικήματα της 951/23, για να ακολουθήσουν τελικώς και τα αδικήματα της κύριας υπόθεσης. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν δυστυχώς ότι η στάση του απέναντι στην τήρηση των Νόμων είναι περιφρονητική και ότι οι ποινές φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί δεν έχουν πετύχει τον σκοπό της αναμόρφωσης του. Υπό το φως όλων των ανωτέρω οι προηγούμενες καταδίκες στην προκειμένη περίπτωση πράγματι μειώνουν την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί. Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σημειώνουμε πως η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής και προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψιν κατ' αρχάς τη συνεργασία του με τις αρχές και την άμεση παραδοχή του στην κύρια υπόθεση και σε δύο εκ των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψιν, καθώς και την παραδοχή του στην υπόθεση 467/22. Η βαρύτητα δε που μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή ποικίλλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία δύναται να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.442). Στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και αν λεχθεί ότι ο τρόπος δράσης του Κατηγορούμενου κατά τη διάπραξη των αδικημάτων της κύριας υπόθεσης, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια άλλης επιλογής από την παραδοχή, εφόσον ο Κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε μέσα από κλειστό κύκλωμα και διασυνδέθηκε επιστημονικά με τεκμήρια που εντοπίστηκαν στη σκηνή ή πλησίον αυτής, εντούτοις δεν παραβλέπεται πως η απόδειξη των αδικημάτων αυτών, σε περίπτωση μη παραδοχής θα απαιτούσε κάποια διαδικασία και υπολογίσιμο χρόνο. Περαιτέρω δεν διαλανθάνει την προσοχή μας ότι η υπόθεση 467/22 που λαμβάνεται υπόψιν παρέμενε ανεξιχνίαστη και εν τέλει εξιχνιάστηκε ως προκύπτει στη βάση της ομολογίας του Κατηγορούμενου. Αλλά και στην υπόθεση 904/23 ο Κατηγορούμενος ομολόγησε τη διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης και κλοπής αφότου εντοπίστηκαν στην κατοχή του τα κλαπέντα, βοηθώντας έτσι στην εξιχνίαση της υπόθεσης, ενώ παράλληλα ομολόγησε και τα αδικήματα της υπόθεσης 951/23 που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης, σε σχέση με την οποία δεν είχε καταληφθεί επ' αυτοφώρω. Επομένως, η παραδοχή του τόσο στην κύρια υπόθεση όσο και σε αυτές που λαμβάνονται υπόψιν, προσμετράται προς όφελος του ως μετριαστικός παράγοντας που δικαιολογεί σχετική έκπτωση στην ποινή. Επίσης προς όφελος του προσμετράται και η μεταμέλεια του ως προκύπτει από την παραδοχή και την απολογία του μέσω της συνηγόρου του χωρίς βεβαίως να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι δεν υπήρξε αποζημίωση σε σχέση με την υπόθεση ληστείας που λαμβάνεται υπόψιν, όπου αποσπάστηκε το ποσό των €300 (εκ του οποίου το ποσό των €120 επωφελήθηκε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος), ούτε όμως σε σχέση με την υπόθεση 904/23 που επίσης λαμβάνεται υπόψιν. Σε σχέση όμως με την τελευταία παρατηρούμε πως η κλοπιμαία περιουσία έχει εντοπιστεί και θα επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο της στοιχείο το οποίο σαφώς προσμετρούμε προς υπέρ του Κατηγορούμενου. Προς όφελος του προσμετρούμε επίσης το γεγονός ότι δεν υπήρξε τραυματισμός οιουδήποτε προσώπου κατά τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος, χωρίς ωστόσο να παραβλέπονται τα αισθήματα τρόμου και πανικού που προκλήθηκαν στην Παραπονούμενη της κύριας υπόθεσης αλλά και της υπόθεσης 467/22 που λαμβάνεται υπόψιν. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όπως περαιτέρω αναλύθηκαν από τη συνήγορο του. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν ότι ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 26 ετών, γεννήθηκε στην Αγγλία αλλά ευρίσκεται στην Κύπρο με τους γονείς και την αδελφή του από μικρή ηλικία. Ο πατέρας και η μητέρα του εργάζονται ο μεν πρώτος σε ξενοδοχείο και η δε δεύτερη σε μαγειρείο, ενώ η αδελφή του είναι μόνιμα εγκατεστημένη στην Αγγλία. Ο ίδιος φοίτησε μέχρι τη Γ' Γυμνασίου χωρίς να την ολοκληρώσει, ενώ στη συνέχεια εργάστηκε σε διάφορες εργασίες. Τους τελευταίους έξι μήνες πριν τη σύλληψη του, εργαζόταν σε εταιρεία σιδερικών από την οποία παραιτήθηκε δύο εβδομάδες πριν τη διάπραξη των αδικημάτων της κύριας υπόθεσης. Είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας πέντε ετών και επτά μηνών, τα οποία απέκτησε με διαφορετικές συντρόφους. Με τη μητέρα του μικρότερου του τέκνου συμβίωνε μέχρι τη σύλληψη του, ενώ ως λέχθηκε στο διάστημα πριν τη σύλληψη του είχε τελέσει υπό κράτηση λόγω μη πληρωμής ενταλμάτων διατροφών. Από την ηλικία δε των 14 ετών είναι χρήστης ναρκωτικών, τα οποία λόγω της χρόνιας χρήσης, του έχουν προκαλέσει και προβλήματα ψυχικής υγείας για τα οποία λαμβάνει τώρα εντός των φυλακών φαρμακευτική αγωγή, ενώ έχει ζητήσει να ενταχθεί και σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Από τα πιο πάνω αλλά και από τα όσα η συνήγορος του εισηγήθηκε ενώπιον μας, συνάγεται εν ολίγοις ότι το κίνητρο του Κατηγορούμενου για τη διάπραξη των αδικημάτων της κύριας υπόθεσης ήταν οικονομικό και συγκεκριμένα αποσκοπούσε στο να μπορέσει να εξασφαλίσει χρήματα για να ανταπεξέλθει κυρίως στις ανάγκες του μικρότερου τέκνου του, δεδομένης της γενικότερης κακής οικονομικής του κατάστασης, ενώ ως προς την υπόθεση 467/22 φαίνεται ότι το κίνητρο του ήταν και πάλιν οικονομικό, αλλά με απώτερο στόχο να ικανοποιήσει τον χρόνιο εθισμό του στα ναρκωτικά. Οι ίδιοι λόγοι φαίνεται να ήταν η αιτία διάπραξης και των αδικημάτων των υποθέσεων 904/23 και 951/23. Το ότι πέραν από την εξάρτηση του αυτή ο Κατηγορούμενος είχε και προβλήματα ψυχικής υγείας και ότι όλα μαζί συνέτειναν σε μεγάλο βαθμό στην επίδειξη της προαναφερόμενης σοβαρής εγκληματικής συμπεριφοράς, λαμβάνεται φυσικά υπόψιν στον δέοντα βαθμό αλλά δεν υποβιβάζει κατά την κρίση μας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη για αυστηρή μεταχείριση του. Εξ άλλου ως έχει νομολογηθεί η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου δεν αποτελεί ελαφρυντικό ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την καταφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Ως προς την εξάρτηση του από τα ναρκωτικά και τη μετέπειτα εγκληματική συμπεριφορά προς εξασφάλιση της δόσης του, σημειώνουμε ότι αυτό και πάλι δεν αποτελεί ελαφρυντικό. Σχετικά παραπέμπουμε στην Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.587, όπου ουσιαστικά επικυρώθηκε το ακόλουθο απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης: «Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εγκλημάτισε εναντίον της περιουσίας των παραπονουμένων με σκοπό να εξασφαλίσει λεφτά για να ικανοποιήσει τον εθισμό του σε σκληρά ναρκωτικά δεν αποτελεί ελαφρυντικό (βλ. McInerney
(2003)1 Cr. App. R. 627, Lawrence
(1988)10 Cr. App. R (S) 463). Το ότι ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να ενήργησε - αν σε αυτό στόχευε να παραπέμψει η υπεράσπιση με την αναφορά στην εξάρτησή του - κάτω από τη φόρτιση των συναισθημάτων για εξασφάλιση ναρκωτικών, αν και του πιστώνεται ως ελαφρυντικό δεν μπορεί να υποβιβάσει τη σοβαρότητα των εγκλημάτων και την αναγκαιότητα για αυστηρή μεταχείρισή του». Στη βάση των ανωτέρω σημειώνουμε λοιπόν πως το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος φαίνεται να ενήργησε κάτω από τη φόρτιση των συναισθημάτων για εξασφάλιση ναρκωτικών ή και κάτω από την κακή ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ένεκα και της γενικότερης δεινής οικονομικής του κατάστασης, αν και του πιστώνονται ως ελαφρυντικά, δεν μπορούν να μειώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων ή να αλλοιώσουν το χαρακτήρα τους ούτε και δύνανται να εξαλείψουν την αναγκαιότητα για αυστηρή μεταχείριση του. Ως έχει λεχθεί στην Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.397, «δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της». Η πιο πάνω προσέγγιση επιβεβαιώθηκε πιο πρόσφατα στην Evtim Rumerov Iliev v Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.218/16, ημερ. 18.8.18 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Ορθά επίσης κατά την κρίση μας, θεωρούμε, το Κακουργιοδικείο, χωρίς να παραγνωρίζει τα δύσκολα και τραυματικά παιδικά χρόνια του εφεσείοντος, δεν απεδέχθη πως τα όποια οικονομικά προβλήματα αποτελούν βάσιμο λόγο και ικανή δικαιολογία για τη διάπραξη τόσο σοβαρών αδικημάτων, παραπέμποντας στην Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.154: «.κανένας, μα κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα και, ιδιαίτερα, εγκλήματα του είδους τα οποία πλήττουν το θεμέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών.» Όπως διαχρονικά η νομολογία κατά καιρούς υπενθυμίζει, ο ίδιος ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να αναζητήσει ιατρική βοήθεια και στήριξη και όχι να καταφύγει στο έγκλημα και δη, με τη μορφή που αυτό έλαβε, προκαλώντας οικονομική και άλλη βλάβη: φόβο και ανησυχία σε συμπολίτες του. (Mixaylov κ.α. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.175, Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61 και Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15).» Ο λόγος για την πιο πάνω προσέγγιση είναι αυτόδηλος και καταγράφεται με ευκρίνεια στην υπόθεση Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Όσον αφορά την κατάσταση της ψυχικής υγείας του Κατηγορούμενου, η ύπαρξη τέτοιας αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Όμως ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία αυτή δεν εμπoδίζει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, ήτοι άμεσης φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου αυτή τούτη η κατάσταση ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου διασυνδέεται με το αδίκημα που διέπραξε. Χαρακτηριστικά είναι τα νομολογηθέντα στην Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.430, όπου το παράπονο του εφεσείοντα ήταν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε προσδώσει τη δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι έπασχε από ορισμένο ψυχολογικό πρόβλημα, εξαιτίας του οποίου αισθανόταν την ακατανίκητη τάση να κλέπτει. Υποστήριξε πως με τη θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε μετά τη σύλληψη του, είχε πια ξεπεράσει το πρόβλημα και εισηγήθηκε πως το πρωτόδικο δικαστήριο, εφόσον κατέληξε στο συμπέρασμα πως η αρμόζουσα ποινή ήταν εκείνη της φυλάκισης, θα έπρεπε να είχε αναστείλει την εκτέλεση της ποινής. Λέχθηκαν τα εξής: «Είναι καλά θεμελιωμένο ότι τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο παραβάτης είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιλογή της κατάλληλης ποινής και την επιμέτρηση της. Πολύ περισσότερο όταν αυτά τα προβλήματα συναρτούνται προς το ίδιο το αδίκημα που διαπράχθηκε, έτσι που να εμφανίζουν την ευθύνη του παραβάτη μειωμένη. Το πρωτόδικο δικαστήριο ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα αναφορικά με τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Προκάλεσε την εισαγωγή σχετικής επιστημονικής μαρτυρίας και κατάληξε στην απόφασή του, αφού είχε ενώπιόν του όλα τα σχετικά στοιχεία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο εφεσείων διέπραξε τέτοιας μορφής αδικήματα και δεν ήταν η πρώτη φορά που επικαλέστηκε τα ίδια ψυχολογικά προβλήματα για να τα δικαιολογήσει. Το 1984 για το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής, καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας σε φυλάκιση τεσσάρων χρόνων. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή τονίζοντας τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανησυχητική συχνότητα του. (Βλέπε Michael Andrea Psylla v. The Republic
(1984)2 C.L.R.420.)» Στη δε Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.166, η οποία υιοθετήθηκε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Dygdalowicz (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής: «Ένα πράγμα που πρέπει να αντιληφθεί ο εφεσείων είναι ότι δεν μπορεί να προβάλλει αυτά τα θέματα της υγείας του κάθε φορά που παρανομεί. Και να αναμένει γι' αυτό επιείκεια. Βαρύνεται με δύο προηγούμενα σοβαρής μορφής». Τα ίδια ισχύουν και εδώ. Εν ολίγοις δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση παρόλο που τα προβλήματα ψυχικής υγείας του Κατηγορούμενου τα οποία περιγράφονται στο Έγγραφο Β, λαμβάνονται υπόψιν, θα πρέπει παράλληλα να υπομνησθεί πως η εγκληματική δράση του Κατηγορούμενου λαμβανομένων υπόψιν και των προηγούμενων του καταδικών, φαίνεται να είχε αρχίσει από το 2019. Παρόλο δε που προκύπτει, από τα όσα η ίδια η συνήγορος του ανέφερε, ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας οφείλονται στη χρόνια χρήση ναρκωτικών την οποία ξεκίνησε 12 περίπου έτη προηγουμένως, δεν φαίνεται κατά τη διάρκεια των ετών που παρήλθαν να κατέβαλε την προσπάθεια εκείνη που ενδείκνυτο στην περίπτωση του, (π.x. την παρακολούθηση και ολοκλήρωση προγράμματος απεξάρτησης) για να μπορέσει να επιτύχει τον απεγκλωβισμό του από τον εθισμό του στις εξαρτησιογόνες ουσίες. Ουσίες οι οποίες φαίνεται να αποτελούν ως ήδη λέχθηκε και τη γενεσιουργό αιτία των προβλημάτων της ψυχικής του υγείας αλλά και της επίδειξης παραβατικής συμπεριφοράς με σκοπό την ικανοποίηση του εθισμού του. Δεν μας διαφεύγει βεβαίως πως τώρα φαίνεται να επιθυμεί την ένταξη του σε πρόγραμμα με σκοπό την απεξάρτηση του, πράγμα το οποίο λαμβάνουμε υπόψιν και προσμετρούμε υπέρ του, χωρίς ωστόσο η πιο πάνω αναφορά μας να μειώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε για τα οποία τώρα θα πρέπει να λογοδοτήσει. Ούτε όμως και θεωρούμε πως τα προβλήματα ψυχικής του υγείας μπορούν να αποτελέσουν λόγο για να μην επιβληθεί η αρμόζουσα ποινή, κυρίως λόγω της σοβαρότητας αλλά και του αριθμού αδικημάτων που διέπραξε (βλ. και Ψύλλας πιο πάνω). Ως προς τις δυσμενείς επιπτώσεις της ενδεχόμενης φυλάκισης στον ίδιο αλλά και στην οικογένεια του και τα ανήλικα τέκνα του και ιδιαίτερα στη νυν συμβία του και στο επτά μηνών παιδί τους με τους οποίους διέμενε πριν τη σύλληψη του, αυτές λαμβάνονται υπόψιν, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Η συνήγορος του Κατηγορούμενου επικαλέστηκε επίσης και το νεαρό της ηλικίας του, εισηγούμενη ότι υπάρχουν περιθώρια αναμόρφωσης του Κατηγορούμενου. Έχει πράγματι αναγνωριστεί και από τη νομολογία ότι η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από στα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα. Ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση είναι ηλικίας 26 ετών και συνεπώς το σχετικά νεαρό της ηλικίας του λαμβάνεται υπόψιν προς όφελος του, σημειώνοντας όμως παράλληλα ότι τούτο δεν αποτελεί πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του το είδος της ποινής. Συνεκτιμάται και αυτός με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (βλ. Φανάρας (ανωτέρω)). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψιν για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Τονίζεται ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα της παρούσας και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψιν τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων της κύριας υπόθεσης αλλά και των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψιν και με δεδομένη την ανάγκη για αποτροπή τόσο του ίδιου αλλά και άλλων επίδοξων παραβατών, αλλά και της προεξάρχουσας πλέον ανάγκης για την προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών, η οποία ως έχει τονιστεί πολλάκις και από τη νομολογία αποτελεί προτεραιότητα, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Και τούτο χωρίς να παραβλέπουμε ότι ειδικά για νεαρά άτομα δεν πρέπει να επιβάλλονται ποινές φυλάκισης εκτός αν όλα τα άλλα είδη ποινής θεωρούνται ακατάλληλα. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε πως οποιεσδήποτε άλλες ποινές δεν θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του νόμου και θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Στην Κατηγορία 1: Ποινή Φυλάκισης 4 ετών Δεν επιβάλλουμε ποινή στις λοιπές κατηγορίες εφόσον θεωρούμε ότι τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν περιλαμβάνονται στην πρώτη κατηγορία. Η έκτιση της ποινής μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση, ήτοι από τις 24.3.23. Κατά την επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα λήφθηκαν υπόψιν και οι Ποινικές Υποθέσεις του Ε.Δ. Αμμοχώστου:
(1)467/22
(2)904/23
(3)951/23 Όσον αφορά στα Τεκμήρια της κύριας υπόθεσης: - Το μαχαίρι και οι δειγματοληψίες που λήφθηκαν και αφορούν σε γενετικό υλικό να κατασχεθούν και να καταστραφούν. - Το κλειδί της ταμειακής μηχανής του περιπτέρου καθώς και η απόδειξη που εντοπίστηκε πάνω σε αυτήν, να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. - Το δερμάτινο σακάκι, η υφασμάτινη εσάρπα, το παντελόνι, το φούτερ και ένα ζευγάρι παπούτσια, τα οποία παραλήφθηκαν ως τεκμήρια να επιστραφούν στον Κατηγορούμενο. - USB με στιγμιότυπα κλειστού κυκλώματος βιντεοπαρακολούθησης του περιπτέρου, τρία άλλα USB που περιλαμβάνουν σκηνές από κλειστά κυκλώματα βιντεοπαρακολούθησης της γύρω περιοχής καθώς και το έντυπο με το δακτυλοσκοπικό δελτίο του Κατηγορούμενου, να κατασχεθούν και να αρχειοθετηθούν στο φάκελο της υπόθεσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής (σε κάθε περίπτωση) νομοθεσίας. Όσον αφορά στα Τεκμήρια της υπόθεσης 467/22, αυτά να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας ενόψει του ότι εκκρεμεί υπόθεση που αφορά άλλο πρόσωπο. Σε σχέση με τα Τεκμήρια της υπόθεσης 904/23 τα οποία αφορούν στην κλαπείσα περιουσία αυτά να παραδοθούν στον νόμιμο ιδιοκτήτη της. Τέλος τα τεκμήρια της υπόθεσης 951/23, ήτοι η καπνοσύριγγα, η ζυγαριά ακριβείας και τα ίχνη μεθαμφεταμίνης να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.