ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΕΛΕΝΑ ΠΥΡΙΛΛΗ, Αρ. Yπόθεσης: 3952/2020, 24/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3952/2020 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΕΛΕΝΑ ΠΥΡΙΛΛΗ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ζ. Κούμουρου Για την Κατηγορούμενη: κ. Ν. Γ. Νικολάου Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια κατηγορία η οποία αφορά σε ισχυριζόμενη ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές, κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, όπως αυτές τροποποιήθηκαν στις 10/3/2023, η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 13/6/2020 - 28/6/2020, συμπεριλαμβανομένων, στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, ανυπάκουσε σε διάταγμα που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στην Αίτηση με αριθμό 57/18, με το οποίο διατάσσεται να παραδίδει τα παιδιά της στον πρώην σύζυγο της. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνετο και 2η κατηγορία με την οποία η Κατηγορούμενη κατηγορείτο για άσκηση βίας και πρόκληση ψυχικής βλάβης στον Παραπονούμενο. Η εν λόγω κατηγορία διακόπηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και η Κατηγορούμενη απαλλάχθηκε από αυτήν. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Τον Αστ. 2590 (στο εξής ο «ΜΚ1») και τον Παραπονούμενο, πρώην σύζυγο της Κατηγορούμενης (στο εξής ο «ΜΚ2»). Ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στη διερεύνηση της υπόθεσης στην οποία προέβη, κατόπιν υποβολής παραπόνου από τον ΜΚ2 και παρουσίασε τέσσερα Τεκμήρια. Την Κατάθεση του ημερομηνίας 7/7/2020 ως Τεκμήριο 1, το έντυπο πληροφόρησης και παραλαβής εγγράφων δικαιωμάτων υπόπτων/κατηγορουμένων, το οποίο επέδωσε στην Κατηγορούμενη ως Τεκμήριο 2, την κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορούμενη στις 2/7/2020 ως Τεκμήριο 3 και δεύτερη κατάθεση της Κατηγορούμενης (ίδιας ημερομηνίας) με την οποία η τελευταία κατηγορήθηκε γραπτώς, ως Τεκμήριο
- Ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΚ2, παρουσίασε ως Τεκμήρια 5, 7, 8 και 9, τις τέσσερεις, συνολικά, καταθέσεις που έδωσε σε διάφορες ημερομηνίες σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, στο πλαίσιο του παραπόνου του εναντίον της Κατηγορούμενης. Ως Τεκμήριο 6, παρουσίασε το επίδικο Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, ημερομηνίας 5/11/2019 το περιεχόμενο του οποίου κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Εκ συμφώνου οι δηλώσεις των διαδίκων καθίστανται κανόνας του Δικαστηρίου: «Οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει ότι ο πατέρας θα διατηρεί δικαίωμα επικοινωνίας με τα παιδιά όπως θα συμφωνούν κάθε φορά οι διάδικοι και η επικοινωνία αυτή θα περιλαμβάνει: Δύο καθημερινές ημέρες την εβδομάδα από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και δύο Σαββατοκύριακα το μήνα. Τα Σαββατοκύριακα μπορεί να είναι με δικαίωμα διανυκτέρευσης ή χωρίς, ανάλογα με το πρόγραμμα ή τις υποχρεώσεις, εκπαιδευτικές ή άλλες, των παιδιών. Σε σχέση με τις ειδικές περιόδους επικοινωνίας και συγκεκριμένα για τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, κάθε γονέας θα έχει μία εβδομάδα ή οποιεσδήποτε άλλες συνολικά 7 ημέρες εντός της πιο πάνω περιόδου, όπως θα συμφωνούν κάθε φορά οι διάδικοι-γονείς. Όσον αφορά τις θερινές διακοπές κάθε έτους, λόγω της φύσης της εργασίας και των δύο διαδίκων, το πρόγραμμα θα διαμορφώνεται κάθε φορά ανάλογα με τις εργασιακές συνθήκες και περιστάσεις του κάθε διάδικου-γονέα. Το θέμα της μετάβασης των παιδιών μαζί με κάθε γονέα στο εξωτερικό για σκοπούς αναψυχής, διασφαλίζεται και για τους δύο γονείς και θα ασκείται όπως θα συμφωνούν κάθε φορά οι διάδικοι. Κάθε πλευρά τα έξοδά της.» Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο οποίος διάβασε και υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του και τις τέσσερεις καταθέσεις στις οποίες προέβη, εκτός από ένα Σαββατοκύριακο, κατά το οποίο διανυκτέρευσε μαζί του η κόρη του, από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος τα παιδιά του δεν διανυκτέρευσαν ποτέ μαζί του κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε Σαββατοκύριακου. Αν και αρχικά οι διάδικοι έρχονταν σε επικοινωνία, η Κατηγορούμενη ακολούθως άλλαξε συμπεριφορά προς τον ΜΚ2 και προέβαλλε διάφορες δικαιολογίες για να μην παραλαμβάνει ο ΜΚ2 τα παιδιά. Δεν έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με την Κατηγορούμενη μέχρι και σήμερα. Επικοινωνούσε απευθείας με τα παιδιά του αλλά αυτά δεν έμεναν ποτέ μαζί του γιατί δεν τους το επέτρεπε η μητέρα τους. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη δεν άφηνε τα παιδιά να τον βλέπουν δηλώθηκε από τα ίδια τα παιδιά σε συνάντηση στο γραφείο ευημερίας. Εφόσον ο ίδιος δεν επικοινωνούσε απευθείας με την Κατηγορούμενη για το θέμα της επικοινωνίας του με τα παιδιά, μιλούσε απευθείας με τα ίδια τα παιδιά, τα οποία όμως προέβαλλαν διάφορες προφάσεις για να μην τα παραλαμβάνει, με την κόρη του να του αναφέρει συγκεκριμένα ότι δεν τα άφηνε η μητέρα τους να τον δουν. Η αντεξέταση του Κατηγορούμενου από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούμενης ήταν εκτεταμένη και κάλυψε όλες τις πτυχές της μαρτυρίας του ως προς τα επίδικα γεγονότα. Στο πλαίσιό της, αμφισβητήθηκε, μεταξύ άλλων, η ισχυριζόμενη ανυπακοή της Κατηγορούμενης κατά τις επίδικες ημερομηνίες αλλά και η φύση των πιο πάνω εκ συμφώνου δηλώσεων βάσει του Τεκμηρίου 6, οι οποίες, κατά τη θέση του συνηγόρου, δεν συνιστούν Διάταγμα με το οποίο να επιβάλλεται στην τελευταία οποιαδήποτε υποχρέωση με την οποία να μην συμμορφώθηκε. Με το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η πλευρά της Κατηγορούμενης υπέβαλε εισήγηση περί μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της. Αμφότεροι οι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιόν μου, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία και συγγράμματα. Αφενός, ο κ. Νικολάου εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 ως προς το θέμα της επικοινωνίας κατά τον επίδικο χρόνο ήταν γενική και αόριστη, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που να μην μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν, ενώ δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για την επίδοση του Διατάγματος στην Κατηγορούμενη. Κατά δεύτερο, εισηγήθηκε ότι το Τεκμήριο 6 δεν αποτελεί Διάταγμα του Δικαστηρίου, υπό την έννοια ότι δεν εμπεριέχει οποιαδήποτε διαταγή με την οποία να διατάσσεται οποιοδήποτε πρόσωπο να κάνει οτιδήποτε. Αφετέρου, ο κ. Κούμουρου υποστήριξε ότι οι όροι του Τεκμηρίου 6 είναι ξεκάθαροι και σαφείς. Η κατηγορούμενη, στο πλαίσιο της κατάθεσής της (Τεκμήριο 3) παραδέχεται γνώση για την έκδοση του Τεκμηρίου 6 και τους όρους του και αρνήθηκε να συμμορφωθεί με αυτούς αφού δεν ερχόταν σε επικοινωνία με τον ΜΚ
- Άκουσα με προσοχή τις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων όπως αυτές αναπτύχθηκαν, τόσο στο πλαίσιο των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους, όσο και στο πλαίσιο των διευκρινίσεων στις οποίες προχώρησαν σχετικά με ζητήματα που απασχόλησαν το Δικαστήριο. Η απαλλαγή ενός κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο σε δύο περιπτώσεις, κατά πρώτον, όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και κατά δεύτερον, οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτήν για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο (βλ. Azinas and others v. The Police
(1981)2 CLR 9 και Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Στο στάδιο αυτό, συνεπώς, το Δικαστήριο προβαίνει σε προκαταρκτική και μόνο θεώρηση της υπόθεσης και όχι σε εις βάθος εξέταση και υποκειμενική αξιολόγηση της με ζητούμενο την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εξετάζει δηλαδή μόνο το κατά πόσο, αντικειμενικά κρινόμενη, η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου να προβάλει την υπεράσπισή του. Δεν προβαίνει δηλαδή σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά ενεργεί στα περιορισμένα πλαίσια της Οδηγίας Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Azinas (ανωτέρω). Παραπέμπω περαιτέρω, στο σημείο αυτό, στην απόφαση E.C. Fresh Meat Ltd ν. Γεωργίου, Ποινική Έφεση αρ. 43/2017, απόφαση ημερομηνίας 5/12/2018, στην οποία ο Δ. Ναθαναήλ, ως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση τον τρόπο προσέγγισης και εξέτασης εισήγησης περί μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης: «Το εκ πρώτης όψεως στάδιο σε ποινική υπόθεση παραμένει ένα θεμελιακό στάδιο της ποινικής δίκης που προστατεύει στην ουσία τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό του να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην έννοια της καλώς νοούμενης απονομής της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη αποκαλύψει και παρουσιάσει όλη τη μαρτυρία που είχε στη διάθεση της, το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει την υπόθεση εάν η μαρτυρία είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο οπότε και ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να τίθεται σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του. Δεν πρέπει συναφώς να διαφεύγει της προσοχής ότι είναι η κατηγορούσα αρχή που οφείλει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε συστατικό στοιχείο αυτής, με, εκ πρώτης όψεως, βάρος κατά το κλείσιμο της υπόθεσης της, που μετατρέπεται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο τελικό στάδιο.» Έχοντας λοιπόν παραθέσει το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο θα προσεγγίσει την εισήγηση για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, προχωρώ στην παράθεση της νομικής πτυχής της κατηγορίας που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη και σημειώνω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κεφ. 154: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 137 του Κεφ. 154, είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση Διατάγματος, εντολής ή διαταγής του Δικαστηρίου, (β) η γνώση του κατηγορούμενου, προς τον οποίο το Διάταγμα απευθύνεται, για την ύπαρξη του και το περιεχόμενο του, (γ) η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιές του και (δ) η ύπαρξη πρόθεσης μη συμμόρφωσης. Το αδίκημα της ανυπακοής, συνεπώς, συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη από πλευράς του Κατηγορούμενου η οποία να παραβιάζει το Διάταγμα (αντικειμενική υπόσταση - actus reus) για την οποία πράξη ή παράλειψη απαιτείται η ύπαρξη πρόθεσης μη συμμόρφωσης με το Διάταγμα, η ανυπακοή δηλαδή πρέπει να είναι ηθελημένη (υποκειμενική υπόσταση - mens rea) (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ALBA CORPORATE ENTERPRISES LIMITED v. Σκορδής, Ποινική Έφεση αρ. 54/2017, απόφαση ημερομηνίας 10/12/2018, Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α.
(2009)2 ΑΑΔ 634, Police v. Kyriakides
(1988)2 CLR 172 και Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CL.R 287). Δεν είναι όμως όλα τα Διατάγματα δεκτικά επιβολής (enforceable) ούτως ώστε σε περίπτωση μη συμμόρφωσης να εγείρεται ζήτημα ανυπακοής. Το ζήτημα αυτό έτυχε ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Πετράκη ν. Petraki
(2002)1 ΑΑΔ 911 η οποία αφορούσε σε διάταγμα το οποίο είχε αναγνωριστικό και ρυθμιστικό χαρακτήρα ως προς την επικοινωνία των διαδίκων - γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα εξής: «Από το κείμενο του άρθρου 42 του Ν. 14/60, όπως και η νομολογία το έχει ερμηνεύσει, προκύπτει ότι για να είναι επιβλητό (enforceable) ένα διάταγμα του Δικαστηρίου πρέπει να είναι είτε αναγκαστικό (coercive order) είτε διατακτικό (mandatory) είτε απαγορευτικό (prohibitory). Αναγνωριστικά διατάγματα δικαιώματος, τα οποία εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 41 του Ν. 14/60, δεν είναι επιβλητά δυνάμει του άρθρου 42. Στο σύγγραμμα των Borvie and Lowe's Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ. 418, αναφέρονται τα εξής:- "Not every order that the courts make is enforceable......it was established that declaratory order was not a coercive order and that a refusal to comply with it did not amount to contempt. If therefore a litigant or even the court is in doubt as to whether a declaration will be observed they would be better advised to seek an injunction." (Βλέπε επίσης: Π. Κυριάκου ν. Υπουργού Εσωτερικών
(1986)3 Α.Α.Δ. 300 και Webster v. Southwark London B. Council [1983] 2 W.L.R. 217 όπου στις σελίδες 222-3 αναφέρεται:- "....Where a court makes only a declaratory order, it is not contempt for the party affected by the order to refuse to abide by it. ....but mere refusal of one party to an action to abide by a declaratory order it not, as I understand it, contempt of court." Στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου D. v. D. [1991] F.C.R. 323 που αφορούσε παρόμοια υπόθεση με την παρούσα έφεση έχουν λεχθεί τα εξής στη σελίδα 329:- "What is fundamental in each case is that an order can only be enforced by committal if it is an order requiring a person to do an act or to abstain from doing an act. Thus an order which makes a declaration of rights cannot be enforced by committal against a person who chooses to ignore it.... So it was held by court in Re P (Minors) [1990] F.C.R. 909 that it is not appropriate to include the penal notice in the common form order in matrimonial proceedings giving interim care and control or custody of children to one parent with reasonable access to the other, and with the usual directions that the children are not to be removed from the jurisdiction of the court and their names are not to be changed. The reason why this penal notice is inappropriate is that the order is not an injunction susceptible of enforcement by committal. .......................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................... There has been no order of the court requiring the husband to do any act or abstain from doing any act in relation to that, or any other period of access." Και στη σελίδα 330 καταλήγει:- "The fundamental point is that the penal notice was inappropriate because the order of May 24 was not an order capable of founding a commital for breach." Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 42 του Ν. 14/60 και την ορθή ερμηνεία τους, το επίδικο διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται (όπως ρητά αναφέρει) η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του εφεσείοντα με τα ανήλικα τέκνα του καθώς και τη νομολογία επί του θέματος, όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω, έχουμε καταλήξει, σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι το διάταγμα, το οποίο εκ συμφώνου εκδόθηκε στις 5.10.2000, έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα ως ρυθμιστικό της επικοινωνίας του εφεσείοντα με τα ανήλικα τέκνα του και ως εκ τούτου δεν είναι επιβλητό (enforceable) με αίτηση φυλάκισης ή προστίμου. Το διάταγμα δεν περιέχει καμιά διαταγή προς την εφεσίβλητη να προβεί σε συγκεκριμένη πράξη ή να της απαγορεύει να πράξει κάτι.» Σύμφωνα δε με την σχετική επί του θέματος νομολογία, το Τεκμήριο 6, το οποίο είναι και το αντικείμενο της κατηγορίας που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη, εξετάζεται, ακόμη και σε αυτό το στάδιο, με γνώμονα το περιεχόμενό του (βλ. Γιάλλουρου ν. Οδοντοτεχνικού Εργαστηρίου Γ. Α. Βαριάνος Λτδ κ.α.
(2007)2 ΑΑΔ 151). Των πιο πάνω λεχθέντων, επανέρχομαι στην ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία και διατηρώντας κατά νου τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της στο παρόν στάδιο, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε, κρινόμενη στο απόγειό της, δεν στοιχειοθετεί εξ αντικειμένου την κατηγορία που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη λόγω της απουσίας συστατικού στοιχείου του αδικήματος. Εξηγώ. Στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία περί της έκδοσης Διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο να επιβάλλει στην Κατηγορούμενη συγκεκριμένη και επιτακτική υποχρέωση. Αντίθετα, το Τεκμήριο 6, το οποίο βάσει του περιεχομένου του αποτελεί Κανόνα Δικαστηρίου, παράβαση του οποίου έχει άλλες επιπτώσεις[1] και όχι Διάταγμα, αν και ρυθμίζει το ζήτημα της επικοινωνίας, δεν επιβάλλει κατά τρόπο σαφή και επιτακτικό στην Κατηγορούμενη οποιαδήποτε υποχρέωση τέλεσης ή την απαγόρευση τέλεσης συγκεκριμένων ενεργειών. Το Τεκμήριο 6, συνεπώς, δεν προκύπτει ότι είναι δεκτικό επιβολής (enforceable), στην απουσία μάλιστα οποιουδήποτε μαρτυρικού υλικού με το οποίο να καθορίζεται ποια ακριβώς ήταν η πράξη ηθελημένης παρακοής από πλευράς της Κατηγορούμενης σε σχέση με τα όσα το Τεκμήριο 6 διαλαμβάνει. Κατά συνέπεια, από το σύνολο των όσων τέθηκαν ενώπιον μου, ακόμη και αντικειμενικά κρινόμενα και θεωρούμενα, κρίνω ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης στην απουσία μαρτυρίας σχετικά με συστατικό στοιχείο το οποίο συνθέτει το αδίκημα της κατηγορία που της προσάπτεται. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, δεν υπάρχουν κατά την κρίση μου οποιαδήποτε περιθώρια για να κληθεί η Κατηγορούμενη σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορία συνεπώς απορρίπτεται και η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ........... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ως προς τη φύση και τις συνέπειες μη συμμόρφωσης διαδίκου με τις πρόνοιες Κανόνα Δικαστηρίου, παραπέμπω στην απόφαση Απαισιώτη κ.α. ν. Ραγιά κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 882 όπου, με αναφορά στην απόφαση Georghiades v. Georghiades
(1988)1 CLR 428, λέχθηκε ότι σύμβαση που δηλώνεται στο Δικαστήριο και καθίσταται Κανόνας Δικαστηρίου δεν αποκτά την υπόσταση μιας Δικαστικής Απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο