← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. EVANGELOS PECHLIVANIDIS κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 1005/2023, 7/8/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. EVANGELOS PECHLIVANIDIS κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 1005/2023, 7/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1005/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή v.

  1. EVANGELOS PECHLIVANIDIS
  2. GURDEEP GURDEEP Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 7 Αυγούστου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Μ. Χρυσάνθου για κα Χριστοφή Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Μ. Σουρουλλά Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρίσκονται ενώπιον μου ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, για τη διάπραξη των αδικημάτων που τους καταλογίζονται. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι στις 12/6/2023 στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου εργοδοτούσε τον Κατηγορούμενο 2 από την Ινδία ως υπάλληλό του χωρίς την άδεια του Διευθυντή, κατά παράβαση των άρθρων 2, 14Β

(1)και 19 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και των σχετικών Κανονισμών (1η κατηγορία) και ότι προσέλαβε στην υπηρεσία του τον Κατηγορούμενο 2 παραλείποντας να ειδοποιήσει το Διευθυντή αμέσως μόλις ο τελευταίος εισήλθε στην υπηρεσία του, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 105 (2η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι από την απόρριψη της προσφυγής του στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 13/12/2022, παραμένει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19
(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 και των σχετικών Κανονισμών (3η κατηγορία) και ότι την 7/6/2023 ενώ ήταν αλλοδαπός ο οποίος εισήλθε νόμιμα στη Δημοκρατία, αποδέχθηκε απασχόληση στη Δημοκρατία χωρίς άδεια από το Διευθυντή, κατά παράβαση των άρθρων 19(ι)(κ) και 20 του Κεφ. 105 (4η κατηγορία). Τα γεγονότα εκτέθηκαν ενώπιόν μου από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 12/6/2023 και ώρα 12:30, ο ΜΚ2 βρισκόταν σε περιπολία μαζί με άλλα μέλη της Τροχαίας Αμμοχώστου οπότε και αντιλήφθηκε, έξω από το υποστατικό με την ονομασία «Gyradiko and Grill by Vangelis» στη Λεωφόρο 1ης Απριλίου στο Παραλίμνι, τον Κατηγορούμενο 2 να εργάζεται εκεί. Αφού ακινητοποίησαν το υπηρεσιακό τους όχημα, κατευθύνθηκαν στο σημείο όπου εντόπισαν τον αλλοδαπό, δηλαδή τον Κατηγορούμενο 2, τον οποίο στη συνέχεια τον ρώτησαν αν έχει άδεια να εργάζεται και αυτός ανέφερε το όνομα του εργοδότη του. Ο Κατηγορούμενος δεν παρουσίασε οποιοδήποτε συμβόλαιο εργασίας όταν του ζητήθηκε και απάντησε «εργάζομαι part-time». Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον σταθμό Παραλιμνίου όπου λήφθηκε ανακριτική κατάθεση στην οποία ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι εργαζόταν στο πιο πάνω ταχυφαγείο ως διανομέας φαγητού. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και από τον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος παραδέχθηκε ότι εργοδοτούσε τον Κατηγορούμενο 2, αλλά δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομος στην Κυπριακή Δημοκρατία. Κατηγορήθηκαν και οι δυο και παραδέχθηκαν ενοχή. Ο Κατηγορούμενος 2 αφίχθηκε στην Κύπρο την 12/9/2019 με άδεια παραμονής ως φοιτητής. Στις 7/1/2021 υπέβαλε αίτηση για να του παραχωρηθεί άσυλο υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, η οποία απορρίφθηκε την 14/3/2022 και η απόφαση του επιδόθηκε την 20/3/
  1. Στη συνέχεια την 14/4/2022 υπέβαλε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 13/12/2022 και έκτοτε παρέμεινε παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι από την Ινδία. Οι Κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Με τα γεγονότα, όπως αυτά εκτέθηκαν και καταγράφονται ανωτέρω, συμφώνησαν και οι ευπαίδευτες συνήγοροι των Κατηγορουμένων 1 και
  2. Αμφότερες δε αγόρευσαν για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Αναφέρθηκαν στο λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1 και 2, την άμεση παραδοχή και μεταμέλειά τους καθώς και στις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές τους περιστάσεις. Από πλευράς του Κατηγορούμενου 1 παρουσιάστηκε, μαζί με την αγόρευση για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δέσμη εγγράφων αναφορικά με τα στοιχεία που συνέλεξε από τον Κατηγορούμενο 2 αναφορικά με το καθεστώς του και τα διάφορα διαβήματά του για σκοπούς εργοδότησης του Κατηγορούμενου
  3. Η δε ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες. Σύμφωνα με την Έκθεση ο Κατηγορούμενος 2 είναι 24 ετών, άγαμος, από την Ινδία και έχει δύο αδέλφια. Ο πατέρας του είναι αγρότης και η μητέρα του οικοκυρά. Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο ήρθε στη Κύπρο για να σπουδάσει. Φοίτησε αρχικά σε κολλέγιο για έξι μήνες αλλά λόγω οικονομικών δυσκολιών διέκοψε τις σπουδές του. Αιτήθηκε πολιτικό άσυλο και για περίοδο ενός έτους λάμβανε μηνιαίο επίδομα. Πριν τη σύλληψή του διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στο Παραλίμνι έναντι ενοικίου €250 μηνιαίως. Δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα, κινητή ή ακίνητη περιουσία, αποταμιεύσεις ή χρέη. Επιθυμία του είναι να επιστρέψει στη χώρα του. Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Έχω επίσης διεξέλθει και αξιολογήσει το περιεχόμενο όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τους Κατηγορούμενους. Τα αδικήματα, τη διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι έχουν παραδεχθεί, είναι σοβαρά. Η σοβαρότητά τους προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές αφού σύμφωνα με το άρθρο 14Β
(1)του Κεφ. 105, η παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €20.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Παραβάσεις του άρθρου 20 του Κεφ. 105 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή προστίμου που δεν υπερβαίνει τις 5.000 Λ.Κ., ή και με τις δύο αυτές ποινές. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κεφ. 105, για τα αδικήματα για τα οποία ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ενοχή, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 1.000 Λ.Κ., ή και των δύο αυτών ποινών. Πέραν όμως της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί μέσω της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, σε υποθέσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται παράνομα στη Δημοκρατία η ποινή που ενδείκνυται να επιβάλλεται είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 ΑΑΔ 74, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553). Ποινή στερητική της ελευθερίας είναι η ενδεικνυόμενη και για τους αλλοδαπούς οι οποίοι αποδέχονται εργασία χωρίς άδεια του Διευθυντή ενώ βρίσκονται παράνομα στη Δημοκρατία (βλ. Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231). Η περίπτωση συνεπώς αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στα εδάφη της Δημοκρατίας, διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις όπου βρίσκονται νόμιμα ως φοιτητές, επισκέπτες ή αιτητές πολιτικού ασύλου όπου η συνήθης ποινή είναι αυτή του χρηματικού προστίμου (βλ. Lin Qinlong v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 501, Σαφειρίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 28/2022, 21/3/2022). Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Τονίζω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιόν μου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Προκύπτει συνεπώς η ανάγκη επιβολής ποινών οι οποίες να είναι ανάλογες της σοβαρότητας των αδικημάτων και οι οποίες πρέπει να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από τον Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τους Κατηγορούμενους, τους ακόλουθους παράγοντες: (
  1. i)Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. (
  2. ii)Την ανησυχητική συχνότητα που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων της φύσης που οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. (iii) Λαμβάνω υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο 1, ότι, παρά το γεγονός ότι έλαβε διαβήματα για τη νόμιμη πρόσληψη του Κατηγορούμενου 2 τον οποίο και προσέλαβε ως υπάλληλό του, είχε το καθήκον και την υποχρέωση να διερευνήσει περαιτέρω το καθεστώς του. Ταυτόχρονα όμως, σημειώνω ότι η εργοδότηση του Κατηγορούμενου 2 διήρκησε για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ήτοι για περίοδο περίπου 2 μηνών. Σχετικά με τον Κατηγορούμενο 2 τονίζω ότι αυτός, στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιόν μου, παρά το γεγονός ότι είχε αρχικά εισήλθε νόμιμα στη Κύπρο, από την απόρριψη της προσφυγής του στις 13/12/2022, παραμένει στο έδαφος της Δημοκρατίας παράνομα. Λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος των Κατηγορουμένων τα εξής: (
  3. i)Το λευκό τους ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211). (ii) Την άμεση παραδοχή τους και τη συνεργασία τους με τις αρχές η οποία οδήγησε στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης αλλά και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (iii) Την έμπρακτη μεταμέλειά τους, η οποία προκύπτει από την άμεση παραδοχή τους και τη συνεργασία τους με τις αρχές. (
  1. iv)Την απολογία τους, όπως αυτή εκφράστηκε από τις συνηγόρους τους. (
  2. v)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις, όπως αυτές εκτέθηκαν ενώπιόν μου από τις ευπαίδευτες συνηγόρους. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1 λαμβάνω υπόψη μου τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορός του ανέφερε και ειδικότερα ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 12 ετών με μηνιαία έξοδα συντήρησης περί τα €500 - €600 και ότι η επιχείρηση που διατηρεί είναι οικογενειακή αφού σε αυτήν εργάζεται και η σύζυγός του. Για τον Κατηγορούμενο 2 λαμβάνω υπόψη μου τα όσα προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες. Τονίζω δε την δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση, τόσο του ίδιου, όσο και της οικογένειάς του. Ταυτόχρονα όμως, οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν δύνανται να εξουδετερώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα των ποινών που αρμόζουν, υπό τις περιστάσεις. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι οι αρμόζουσες, υπό τις περιστάσεις, ποινές για τους Κατηγορούμενους δεν μπορεί να είναι άλλες από αυτές της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν τις ποινές μόνο ως προς την έκτασή τους και όχι ως προς το είδος τους. Οποιεσδήποτε δε άλλες ποινές θα παραγνώριζαν πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν και θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσαν τον σκοπό της αποτροπής, τόσο των ίδιων των Κατηγορουμένων, όσο και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους οι ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 90 ημερών στην 1η κατηγορία. Ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην 1η κατηγορία αλλά και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, δεν επιβάλλεται καμία ποινή στον Κατηγορούμενο 1 στη 2η κατηγορία. Στον Κατηγορούμενο 2 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 75 ημερών στην 3η κατηγορία. Ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην 3η κατηγορία αλλά και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, δεν επιβάλλεται καμία ποινή στον Κατηγορούμενο 2 στη 4η κατηγορία. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 λέχθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα δε με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής, και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Επανέρχομαι στα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και λαμβάνοντας υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου 1, την άμεση παραδοχή του, τον έντιμο πρότερο βίο του, όπως αυτός προκύπτει από το λευκό του ποινικό μητρώο, την μεταμέλεια και απολογία του καθώς και τη δυσμενή επίδραση που θα έχει ενδεχόμενη άμεση φυλάκιση στον ίδιο, την οικογένειά του, το ανήλικο τέκνο του και πιθανότατα στην εργασία του η οποία σημειώνω ότι αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση στην οποία εργοδοτείται και η σύζυγός του, κρίνω ότι δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις, η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Κρίνω δηλαδή ότι ότι οι πιο πάνω παράγοντες καθιστούν την παρούσα περίπτωση κατάλληλη για να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος του Κατηγορούμενου 1 και να αναστείλω την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή φυλάκισης, δίδοντάς του μια δεύτερη ευκαιρία να αποδείξει ότι δεν θα διαπράξει ξανά οποιοδήποτε παρόμοιο ή οποιασδήποτε άλλης φύσης αδίκημα. Κατά συνέπεια, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου 1 αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Αντίθετα, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας στον Κατηγορούμενο 2 ποινής φυλάκισης. Εξηγώ. Παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους και ειδικότερα του αδικήματος της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, κάτι το οποίο προκύπτει από τον αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιόν μου, σχεδόν καθημερινά. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η έξαρση στη διάπραξη τους δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η άμεση παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η απολογία και μεταμέλειά του καθώς και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, παράγοντες οι οποίοι σημειώνω ότι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη για σκοπούς εξέτασης του ενδεχόμενου αναστολής, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Τυχόν αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης μετανάστευσης και εν προκειμένω, της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, αλλά και της ανάγκης αποτροπής τους. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, συνεπώς, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υπονόμευε το σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου. Η επιβληθείσα στον Κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστεί αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου 2 μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 13/6/2023. (Εξηγείται η φύση της ποινής φυλάκισης με αναστολή στον Κατηγορούμενο 1) (Υπ.) ................................. Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.