ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. SANDIZ HOSEN κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 875/2023, 14/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 875/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή v.
- SANZID HOSEN
- PETAR ANDONOV ARSHINKOV Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 14 Ιουλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σταύρου (για να ακούσει απόφαση η κα Κουμπαρή) Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Κυριάκου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Μελάς (για να ακούσει απόφαση η κα Κυριάκου) Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρίσκονται ενώπιον μου ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, για τη διάπραξη των αδικημάτων που τους καταλογίζονται. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι παρέμεινε στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά την ακύρωση της άδειάς του, χωρίς να εξασφαλίσει για το σκοπό αυτό άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19
(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (1η κατηγορία) και ότι αποδέχθηκε απασχόληση ως υπάλληλος σε ταχυφαγείο με εργοδότη τον Κατηγορούμενο 2, χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως γραπτή άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(κ) του Κεφ. 105 (2η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 14Β
(1)και 19 του Κεφ. 105 (3η κατηγορία) και της πρόσληψης αλλοδαπού παραλείποντας να ειδοποιήσει τον Διευθυντή ευθύς όταν ο αλλοδαπός εισήλθε στην υπηρεσία του, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 105 και των σχετικών Κανονισμών (4η κατηγορία). Τα γεγονότα εκτέθηκαν ενώπιόν μου από το συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Την 22/5/2023 και ώρα 11:00, ο ΜΚ1 μετέβηκε με άλλα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης σε ταχυφαγείο στην οδό Αγίας Μαύρης στην Αγία Νάπα αφού υπήρχε πληροφορία ότι εκεί εργάζονταν παράνομα αλλοδαποί. Κατά την άφιξη του ΜΚ1 στο μέρος αντιλήφθηκε έξω από το ταχυφαγείο τον Κατηγορούμενο να καθαρίζει τραπεζάκια. Τον προσέγγισε, του υπέδειξε την Αστυνομική του ταυτότητα, του εξήγησε τον λόγο της παρουσίας του εκεί και του ζήτησε τα στοιχεία του. Τα στοιχεία δόθηκαν και ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι πρόκειται για τον Κατηγορούμενο
- Ο Κατηγορούμενος 1 αφίχθηκε στην Κύπρο σε άγνωστη ημερομηνία από μη ελεγχόμενο σημείο και στις 2/1/2020 αποτάθηκε για πολιτικό άσυλο. Η αίτηση του απορρίφθηκε στις 5/3/2021 και στις 7/9/2021 του επιδόθηκε η απορριπτική επιστολή. Στις 13/9/2021 υπέβαλε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας η οποία απορρίφθηκε στις 10/10/
- Στις 23/11/2022 υπέβαλε αίτηση για επανάνοιγμα του φάκελου του η οποία εκκρεμεί. Ο Κατηγορούμενος 1 σύμφωνα με τον ΜΚ1 δεν αποτάθηκε για να διευθετήσει την παραμονή του και συνέχισε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, παρουσίασε προς τούτο σχετικό έντυπο το οποίο καταδεικνύει ότι η προθεσμία προσφυγής του Κατηγορούμενο 1 έχει παρέλθει (Έγγραφο Α). Αφού ο ΜΚ 1 διαπίστωσε τα αδικήματα που προέκυπταν, πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο 1 σχετικά και αυτός απάντησε «My boss has my paper». Ακολούθως ο ΜΚ1 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα πιο πάνω αδικήματα και τον ρώτησε ποιος είναι ο εργοδότης του και πόσο καιρό εργάζεται στο συγκεκριμένο ταχυφαγείο. Ο Κατηγορούμενος 1 ανάφερε το όνομα του εργοδότη του και ότι εργαζόταν εκεί εδώ και δύο μήνες, με μισθό €1.
- Την 22/5/2023 και ώρα 15:15 στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας, με τη βοήθεια διερμηνέα, ο Κατηγορούμενος 2 έδωσε ανακριτική κατάθεση στην οποία ανάφερε ότι εργοδοτούσε τον Κατηγορούμενο 1 από τον Απρίλιο του 2023 αλλά δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα που διέπραξε και απολογήθηκε για τις πράξεις του. Οι Κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Τα γεγονότα, όπως αυτά εκτέθηκαν δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Κατηγορουμένων. Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Αναφέρθηκαν στο λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, την παραδοχή και μεταμέλειά τους καθώς και στις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις εκάστου. Παρουσιάστηκε επίσης δέσμη εγγράφων αναφορικά με τα διάφορα διαβήματα του Κατηγορούμενου 1 στο πλαίσιο των διαφόρων διαδικασιών του σχετικά με την παραμονή του στην Κύπρο (Έγγραφο Β). Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 υιοθέτησε περαιτέρω το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες. Σύμφωνα με την Έκθεση ο Κατηγορούμενος 1 είναι 23 ετών, από το Μπανγκλαντες, άγαμος, άτεκνος και σήμερα είναι υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Το 2019 ήρθε στην Κύπρο και αρχικά εργάστηκε σε ξενοδοχείο στα κατεχόμενα. Ακολούθως μετέβη στις ελεύθερες περιοχές όπου παρέμεινε άνεργος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου η οποία απορρίφθηκε. Τους τελευταίους δύο μήνες εργαζόταν ως καθαριστής στην πιτσαρία και λάμβανε μισθό €1.
- Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, εξαρτήσεων ή χρήσης παράνομων ουσιών. Τα αδικήματα, τη διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι έχουν παραδεχθεί, είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Η σοβαρότητά τους προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές αφού σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κεφ. 105, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 1.000 Λ.Κ., ή και των δύο αυτών ποινών. Σύμφωνα δε με το άρθρο 14Β
(1)του Κεφ. 105, η παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €20.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Πέραν όμως της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί μέσω της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, σε υποθέσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται παράνομα στη Δημοκρατία η ποινή που ενδείκνυται να επιβάλλεται είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 ΑΑΔ 74, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553). Ποινή στερητικής της ελευθερίας είναι η επίσης η ενδεικνυόμενη και για τους αλλοδαπούς οι οποίοι αποδέχονται εργασία χωρίς άδεια του Διευθυντή και ενώ βρίσκονται παράνομα στη Δημοκρατία (βλ. Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231). Η περίπτωση συνεπώς αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στα εδάφη της Δημοκρατίας, διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις όπου βρίσκονται νόμιμα ως φοιτητές, επισκέπτες ή αιτητές πολιτικού ασύλου όπου η συνήθης ποινή είναι αυτή του χρηματικού προστίμου (βλ. Lin Qinlong v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 501, Σαφειρίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 28/2022, 21/3/2022). Τονίζω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιόν μου (Λοΐζου κ.α. (ανωτέρω), Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Προκύπτει συνεπώς η ανάγκη επιβολής ποινών οι οποίες να είναι ανάλογες της σοβαρότητας των αδικημάτων και οι οποίες πρέπει να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από τον Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων περιστατικών της και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Άκουσα με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Έχω επίσης διεξέλθει και αξιολογήσει το περιεχόμενο των όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου. Λαμβάνω υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τους Κατηγορούμενους, του ακόλουθους παράγοντες: (
- i)Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. (
- ii)Την ανησυχητική συχνότητα που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων της φύσης που οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. (iii) Λαμβάνω υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο 2, ότι είχε καθήκον να διερευνήσει το καθεστώς του Κατηγορούμενου 1 τον οποίο προσέλαβε ως υπάλληλό του. Ταυτόχρονα όμως, σημειώνω ότι η παράνομη εργοδότηση του Κατηγορούμενου 1 διήρκησε για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ήτοι για περίοδο 2 μηνών. Δεν εντοπίζονται επίσης στοιχεία εκμετάλλευσης του Κατηγορούμενου 1. Σχετικά με τον Κατηγορούμενο 2 τονίζω ότι αυτός, στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιόν μου, βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο. Λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος των Κατηγορουμένων τα εξής: (
- i)Το λευκό τους ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211). (ii) Την άμεση παραδοχή των Κατηγορουμένων και τη συνεργασία τους με τις αρχές η οποία οδήγησε στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (iii) Την έμπρακτη μεταμέλειά τους, η οποία προκύπτει από την άμεση παραδοχή τους και τη συνεργασία τους με τις αρχές. (
- iv)Την απολογία τους, όπως αυτή εκφράστηκε από τους συνηγόρους τους. (
- v)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις, όπως αυτές εκτέθηκαν ενώπιόν μου από τους συνηγόρους. Ταυτόχρονα όμως, οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν δύνανται να εξουδετερώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη, τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τα γεγονότα, όπως αυτά τέθηκαν ενώπιόν μου, τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προσμετρήθηκαν προς όφελος των Κατηγορουμένων και διατηρώντας πάντοτε κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους, οι ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 90 ημερών στην 1η κατηγορία και καμία ποινή στη 2η κατηγορία. Στον Κατηγορούμενο 2 επιβάλλεται ποινή προστίμου €2.000 στην 3η κατηγορία και καμία ποινή στην 4η κατηγορία. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας στον Κατηγορούμενο 1 ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Σύμφωνα με την Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα δε με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής, και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Επανέρχομαι στα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και κρίνω ότι δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η αναστολή της εκτέλεσης της επιβληθείσας στον Κατηγορούμενο 1 ποινής φυλάκισης. Εξηγώ. Παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους, κάτι το οποίο προκύπτει από τον αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιόν μου. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα των αδικημάτων και έξαρση στη διάπραξη τους δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η απολογία και μεταμέλειά του καθώς και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Συνεπώς, τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης μετανάστευσης και παραμονής στη Δημοκρατία, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, συνεπώς, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υπονόμευε το σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστεί αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου 1 μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 23/5/2023. (Υπ.) ................................. Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο