ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. MD TANBIR MIAH κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 1481/2023, 18/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1481/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή v.
- MD TANBIR MIAH
- ΝΙΚΟΣ ΠΙΕΡΗ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 18 Αυγούστου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου (για να ακούσει απόφαση η κα Α. Χατζημιχαήλ) Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Δ. Κυριάκου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Σ. Α. Σπύρου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα αυθημερόν) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρίσκονται ενώπιον μου ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, για τη διάπραξη των αδικημάτων που τους καταλογίζονται. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι, την 8/7/2023, ενώ ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου, απασχολείτο στην υπηρεσία του Κατηγορούμενου 2 σε εστιατόριο στην περιοχή Περνέρα στο Παραλίμνι, χωρίς να κατέχει συμβόλαιο απασχόλησης από τον συγκεκριμένο εργοδότη, σφραγισμένο από το Τμήμα Εργασίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 7, 8, 9Θ
(4)(α) και 32 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) και ότι, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού η προσφυγή του, μετά την αρνητική απόφαση του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, απορρίφθηκε στις 24/3/2020 και έκτοτε συνέχισε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 8
(1)()(ι) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 και του άρθρου 19ν του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (2η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι κατά την 8/7/2023 απασχολούσε στην υπηρεσία του τον Κατηγορούμενο 1 χωρίς να κατέχει συμβόλαιο απασχόλησης με το συγκεκριμένο πρόσωπο σφραγισμένο από το Τμήμα Εργασίας, κατά παράβαση του άρθρου 20 του περί Αλλοδαπών και Μετανεστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και του Καν. 38 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών (4η κατηγορία). Περαιτέρω, στις 27/7/2023, κατόπιν έγκρισης σχετικού αιτήματος τροποποίησης, προστέθηκε η 5η κατηγορία η οποία στρέφεται εναντίον του Κατηγορούμενου 2, την οποία ο τελευταίος παραδέχθηκε αυθημερόν. Σύμφωνα με αυτήν, ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι κατά την 8/7/2023 εργοδοτούσε τον Κατηγορούμενο 1 από το Πακιστάν ως υπάλληλό του χωρίς την άδεια του Διευθυντή, κατά παράβαση των άρθρων 2, 14Β
(1)και 19 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και των σχετικών Κανονισμών. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι η 3η κατηγορία η οποία στρεφόταν εναντίον του Κατηγορούμενου 2 διακόπηκε στις 27/7/2023 και ο Κατηγορούμενος 2 απαλλάχθηκε από αυτήν. Τα γεγονότα εκτέθηκαν ενώπιόν μου από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 8/7/2023 και ώρα 21:40 ο ΜΚ1, μαζί με άλλα μέλη του ΟΠΕ Αμμοχώστου, μετέβηκαν στο εστιατόριο «Mr. Doner» που βρίσκεται στην οδό Περνέρα στον Πρωταρά. Ο ΜΚ1 πρόσεξε τον Κατηγορούμενο 1 να σερβίρει φαγητό σε τραπέζι με 4 άτομα και στη συνέχεια να μεταβαίνει σε άλλο τραπέζι από το οποίο είχαν φύγει οι πελάτες και το καθάριζε. Ο ΜΚ1 τον ανέκοψε από την εργασία του και πρόσεξε ότι ο Κατηγορούμενος 1 φορούσε άσπρη φανέλα με την επιγραφή «Gyros αλά ελληνικά». Ο ΜΚ1 του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα του ως αστυφύλακας και του ζήτησε τα στοιχεία του. Ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι είναι αιτητής ασύλου και κατάγεται από το Μπαγκλαντές. Διαπιστώθηκε, από τα στοιχεία του Κατηγορούμενου 1, ότι αυτός αφίχθηκε παράνομα στην Κύπρο και στις 20/9/2018 υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο, η οποία απορρίφθηκε στις 29/3/2019 με ημερομηνία επίδοσης την 23/5/
- Στη συνέχεια την 3/6/2019, υπέβαλε προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, η οποία απορρίφθηκε την 24/3/
- Έκτοτε, η παραμονή του στην Κύπρο είναι παράνομη. Τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί και δεν απάντησε οτιδήποτε. Στο σημείο ήρθε ο Κατηγορούμενος 2 ως υπεύθυνος του εστιατορίου, ο οποίος ανέφερε ότι είναι ο υπεύθυνος για την εργοδότηση του Κατηγορούμενου
- Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν και οι δύο στον σταθμό Παραλιμνίου όπου λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι προσέβαλε τον Κατηγορούμενο 1 στο εστιατόριο του. Ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «εγώ νόμιζα ότι είναι νόμιμος». Επίσης, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και από τον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος ανέφερε ότι ο εργοδότης του ήταν ο Κατηγορούμενος
- Ο 1ος Κατηγορούμενος κατάγεται από το Μπανγκλαντες. Οι Κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Με τα γεγονότα, όπως αυτά εκτέθηκαν και καταγράφονται ανωτέρω, συμφώνησαν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 1 και
- Αμφότεροι δε αγόρευσαν για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Αναφέρθηκαν και οι δύο στο λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1 και 2, την άμεση παραδοχή και μεταμέλειά τους καθώς και στις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές τους περιστάσεις. Η δε ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες. Σύμφωνα με την Έκθεση ο Κατηγορούμενος 1 κατάγεται από το Μπανγκλαντες, είναι 28 ετών, άγαμος, απόφοιτος Δημοτικού. Διέμενε με άλλους τρεις ομοεθνείς του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στο Παραλίμνι. Δεν έχει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, εισοδήματα, χρέη ή αποταμιεύσεις. Πριν τη σύλληψη και κράτησή του, κατέβαλλε το ποσό των €120 μηνιαίως ως ενοίκιο. Επιθυμία του Κατηγορούμενου 1 είναι να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 αναφέρθηκε εκτενώς στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, σημειώνοντας ότι ο Κατηγορούμενος 2 προέβη σε διαβήματα για την εγγραφή του Κατηγορούμενου 1 ως εργοδοτούμενού του, στη βάση διαβεβαιώσεων του Κατηγορούμενου 1 ότι βρισκόταν στην Κύπρο νόμιμα, υπό το καθεστώς αιτητή πολιτικού ασύλου. Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Έχω επίσης διεξέλθει και αξιολογήσει το περιεχόμενο όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου εγγράφως. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τους Κατηγορούμενους. Τα αδικήματα, τη διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι έχουν παραδεχθεί, είναι σοβαρά. Η σοβαρότητά τους προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 9Θ
(4)(α) του Ν. 6(Ι)/2000, προβλέπεται η επιβολή ποινής που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €2.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Σύμφωνα με το άρθρο 19(ν) του Κεφ. 105, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις 1.000 Λ.Κ., ή και των δύο αυτών ποινών. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, σημειώνεται ότι, για το αδίκημα της πρόσληψης αλλοδαπού σε υπηρεσία και παράλειψης ειδοποίησης λειτουργού καταγραφής, προβλέπεται, βάσει του Κανονισμού 38 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών, η επιβολή ποινής φυλάκισης μη υπερβαίνουσας τους τρεις μήνες, ή η επιβολή χρηματικής ποινής μη υπερβαίνουσας τα €341 ή και των δύο αυτών ποινών. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14Β
(1)του Κεφ. 105, η παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €20.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Πέραν όμως της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί μέσω της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, σε υποθέσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται παράνομα στη Δημοκρατία η ποινή που ενδείκνυται να επιβάλλεται στους εργοδότες, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 ΑΑΔ 74, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553). Ποινή στερητική της ελευθερίας είναι η ενδεικνυόμενη και για τους αλλοδαπούς οι οποίοι αποδέχονται εργασία χωρίς άδεια του Διευθυντή ενώ βρίσκονται παράνομα στη Δημοκρατία (βλ. Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231). Η περίπτωση συνεπώς αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στα εδάφη της Δημοκρατίας, διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις όπου βρίσκονται νόμιμα ως φοιτητές, επισκέπτες ή αιτητές πολιτικού ασύλου όπου η συνήθης ποινή είναι αυτή του χρηματικού προστίμου (βλ. Lin Qinlong v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 501, Σαφειρίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 28/2022, 21/3/2022). Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Τονίζω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιόν μου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Προκύπτει συνεπώς η ανάγκη επιβολής ποινών οι οποίες να είναι ανάλογες της σοβαρότητας των αδικημάτων και οι οποίες πρέπει να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από τον Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τους Κατηγορούμενους, τους ακόλουθους παράγοντες: (
- i)Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. (
- ii)Την ανησυχητική συχνότητα που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων της φύσης που οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. (iii) Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο 2, ότι, παρά το γεγονός ότι όντως έλαβε διαβήματα για τη νόμιμη πρόσληψη του Κατηγορούμενου 1 τον οποίο και προσέλαβε ως υπάλληλό του, είχε το καθήκον και την υποχρέωση να διερευνήσει περαιτέρω το καθεστώς του. Ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη ότι η απόφαση για την εργοδότηση του Κατηγορούμενου 1 ανήκε αποκλειστικά στον Κατηγορούμενο 2. Ταυτόχρονα όμως, σημειώνω ότι η εργοδότηση του Κατηγορούμενου 1 διήρκησε για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ήτοι για περίοδο μερικών ημερών (από 16/6/2023 μέχρι και την 8/7/2023). Σχετικά δε με τον Κατηγορούμενο 1 τονίζω ότι αυτός, στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιόν μου, εισήλθε παράνομα στην Κύπρο και, από την απόρριψη της προσφυγής του στις 24/3/2020, παραμένει στο έδαφος της Δημοκρατίας παράνομα. Παραμένει δηλαδή στην Κύπρο παράνομα για περίοδο πέραν των τριών ετών. Λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος των Κατηγορουμένων τα εξής: (
- i)Το λευκό τους ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211). (ii) Την άμεση παραδοχή τους και τη συνεργασία τους με τις αρχές η οποία οδήγησε στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης αλλά και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (iii) Την έμπρακτη μεταμέλειά τους, η οποία προκύπτει από την άμεση παραδοχή τους και τη συνεργασία τους με τις αρχές. (
- iv)Την απολογία τους, όπως αυτή εκφράστηκε από τους συνηγόρους τους. (
- v)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις, όπως αυτές εκτέθηκαν ενώπιόν μου από τους ευπαίδευτους συνηγόρους. Συγκεκριμένα, για τον Κατηγορούμενο 1 λαμβάνω υπόψη μου τα όσα προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες. Τονίζω δε την δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση, τόσο του ίδιου, όσο και της οικογένειάς του. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2 λαμβάνω υπόψη μου τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορός του ανέφερε και ειδικότερα ότι είναι πατέρας δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας δυόμιση και επτά ετών και ότι η επιχείρηση που διατηρεί είναι εποχιακή και οικογενειακή αφού σε αυτήν εργάζεται και η σύζυγός του. Ταυτόχρονα όμως, οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν δύνανται να εξουδετερώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα των ποινών που αρμόζουν, υπό τις περιστάσεις. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι οι αρμόζουσες, υπό τις περιστάσεις, ποινές για τους Κατηγορούμενους δεν μπορεί να είναι άλλες από αυτές της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν τις ποινές μόνο ως προς την έκτασή τους και όχι ως προς το είδος τους. Οποιεσδήποτε δε άλλες ποινές θα παραγνώριζαν πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν και θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσαν τον σκοπό της αποτροπής, τόσο των ίδιων των Κατηγορουμένων, όσο και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους οι ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 75 ημερών στην 2η κατηγορία. Ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην 2η κατηγορία, η οποία συνιστά την κύρια αξιόποινη πράξη, αλλά και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, δεν επιβάλλεται καμία ποινή στον Κατηγορούμενο 1 στη 1η κατηγορία. Στον Κατηγορούμενο 2 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 90 ημερών στην 5η κατηγορία. Ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην 5η κατηγορία, η οποία συνιστά την κύρια αξιόποινη πράξη, αλλά και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, δεν επιβάλλεται καμία ποινή στον Κατηγορούμενο 2 στη 4η κατηγορία. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 λέχθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα δε με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής, και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Επανέρχομαι στα όσα τέθηκαν ενωπιόν μου και κρίνω ότι δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας στον Κατηγορούμενο 1 ποινής φυλάκισης. Εξηγώ. Παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους και ειδικότερα του αδικήματος της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, κάτι το οποίο προκύπτει από τον αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται σχεδόν καθημερινά και εκκρεμούν ενώπιόν μου. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η έξαρση στη διάπραξη τους δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου 1 όπως η άμεση παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η απολογία και μεταμέλειά του καθώς και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, παράγοντες οι οποίοι σημειώνω ότι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη για σκοπούς εξέτασης του ενδεχόμενου αναστολής, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Τυχόν αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης μετανάστευσης και εν προκειμένω, της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, αλλά και της ανάγκης αποτροπής τους. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, συνεπώς, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υπονόμευε το σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου. Η επιβληθείσα στον Κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστεί αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου 1 μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 11/7/2023. Στρέφομαι στον Κατηγορούμενο 2 και λαμβάνοντας υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, την άμεση παραδοχή του, τον έντιμο πρότερο βίο του, όπως αυτός προκύπτει από το λευκό του ποινικό μητρώο, την μεταμέλεια και απολογία του καθώς και τη δυσμενή επίδραση που θα έχει ενδεχόμενη άμεση φυλάκιση στον ίδιο, την οικογένειά του, τα ανήλικα τέκνα του και πιθανότατα στην εργασία του, η οποία σημειώνω ότι αποτελεί εποχιακή και οικογενειακή επιχείρηση στην οποία μάλιστα εργοδοτείται και η σύζυγός του, κρίνω ότι δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις, η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Κρίνω δηλαδή ότι οι πιο πάνω παράγοντες καθιστούν την παρούσα περίπτωση κατάλληλη για να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος του Κατηγορούμενου 2 και να αναστείλω την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή φυλάκισης, δίδοντάς του μια δεύτερη ευκαιρία να αποδείξει ότι δεν θα διαπράξει ξανά οποιοδήποτε παρόμοιο ή οποιασδήποτε άλλης φύσης αδίκημα. Κατά συνέπεια, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου 2 αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται η φύση της ποινής φυλάκισης με αναστολή στον Κατηγορούμενο 2) (Υπ.) ................................. Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο