← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. AYAD KDE, Αρ. Yπόθεσης: 727/2023, 4/7/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. AYAD KDE, Αρ. Yπόθεσης: 727/2023, 4/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 727/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή και AYAD KDE Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 4 Ιουλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κα Κυριάκου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα Αυθημερόν) Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει οι οποίες αφορούν σε παραβάσεις των άρθρων 2, 4, 5

(1)(α)
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, των άρθρων 20 και 240 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 4
(1)του περί Ταχύπλοων Σκαφών Νόμου Ν. 56(Ι)/
  1. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι την 23/4/2023 «. ενώ σύμφωνα με τον Νόμο ήταν απαγορευμένος μετανάστης βρέθηκε σε χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας παράκτια της Επαρχίας Αμμοχώστου» (1η κατηγορία), «. εξ αμελείας συντέλεσε στην μεταφορά [.] 27 μεταναστών με ανασφαλές, λόγω υπερφόρτωσης και κακής κατάστασης, σκάφους, δια θαλάσσης από την Συρία στην Κύπρο, γνωρίζοντας ότι είχαν καταβάλει κόμιστρο» (4η κατηγορία) και ότι «. κυβερνούσε σκάφος χωρίς να είναι κάτοχος άδειας χειριστή» (5η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες 2 και 3 οι οποίες ανεστάλησαν και ο Κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές. Τα γεγονότα, με τα οποία συμφώνησε και η συνήγορος του Κατηγορούμενου, εκτέθηκαν ενώπιόν μου από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 23/04/2023 και περί ώρα 13:30 εντοπίστηκε από τα ραντάρ της Λιμενικής Αστυνομίας άγνωστος στόχος, ένα μικρό σκάφος, εντός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τότε αμέσως ειδοποιήθηκε η Λιμενική Αστυνομία, η οποία εντόπισε εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας, ένα ταχύπλοο σκάφος τύπου «fiber glass» με εξωλέμβια μηχανή 40 αλόγων, μήκους 8 μέτρων στο οποίο επέβαιναν 28 παράτυποι μετανάστες, 17 άνδρες, 5 γυναίκες και 6 παιδιά. Το συγκεκριμένο σκάφος ήταν υπερφορτωμένο, βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση και υπήρχε άμεσος κίνδυνος βύθισής του. Δόθηκαν οδηγίες για ασφαλή μεταφορά όλων των προσώπων στη ξηρά μέσω της Λιμενικής Αστυνομίας χωρίς να γίνει ρυμούλκηση του σκάφους, αφού υπήρχε μεγάλος κίνδυνος για θαλάσσιο ατύχημα. Μεταφέρθηκαν όλοι οι επιβαίνοντες με ασφάλεια στην Μαρίνα Αγίας Νάπας, με σκάφος της Λιμενικής Αστυνομίας. Κατά την ανάκριση των επιβαινόντων διαπιστώθηκε ότι αυτοί πλήρωσαν ποσά πέριξ των 2 ‑ 2,5 χιλιάδων δολαρίων για την μεταφορά τους. Αρχικά, καπετάνιος της βάρκας ήταν άλλο πρόσωπο άγνωστο, το οποίο αφού οδήγησε τη βάρκα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, από την πόλη Ταρτούς της Συρίας, την εγκατέλειψε και επιβιβάστηκε σε άλλη βάρκα η οποία ακολουθούσε. Το πηδάλιο της συγκεκριμένης βάρκας, κατόπιν συνεννόησης με το εν λόγω άγνωστο πρόσωπο, δηλαδή τον διακινητή, είχε αναλάβει ο Κατηγορούμενος, ο οποίος, για τον προσανατολισμό του προς την Κύπρο, χρησιμοποίησε συγκεκριμένη εφαρμογή κατεύθυνσης, η οποία ήταν εγκατεστημένη στο κινητό του. Κατά τον εντοπισμό του σκάφους από τη Λιμενική Αστυνομία, ο Κατηγορούμενος είχε αναμιχθεί με τους υπόλοιπους επιβαίνοντες προτρέποντάς τους, όταν ρωτηθούν ποιος ήταν ο καπετάνιος του σκάφους, να απαντήσουν ότι το πλοηγούσαν όλοι μαζί, εναλλάξ. Κατά τη σύλληψη του Κατηγορούμενου, κατασχέθηκε το κινητό του τηλέφωνο το οποίο έφερε τη συγκεκριμένη εφαρμογή η οποία, όταν του ζητήθηκε να το ξεκλειδώσει, εμφανίστηκε στην οθόνη αυτού. Πρόκειται για εφαρμογή GPS στην οποία απεικονιζόταν η πορεία από τη θάλασσα προς τη στεριά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ανακρινόμενος ο Κατηγορούμενος, παραδέχτηκε ότι επαγγέλλεται ψαράς, ότι γνωρίζει να πλοηγεί τη βάρκα και ότι του προτάθηκε από το διοργανωτή του ταξιδιού από τη Συρία να είναι ο καπετάνιος της βάρκας και να την πλοηγήσει μέχρι την Κύπρο. Το δε όφελος που θα είχε θα ήταν η μη καταβολή οποιουδήποτε κομίστρου για τον ίδιο, τη γυναίκα του και το βρέφος τους, που επίσης επέβαιναν στο σκάφος. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι αποδέχθηκε τη συγκεκριμένη συμφωνία. Ανέφερε περαιτέρω ότι χρησιμοποιούσε όντως την εφαρμογή στο κινητό του τηλέφωνο το οποίο κατασχέθηκε από την Αστυνομία ως τεκμήριο. Επίσης παραδέχθηκε ότι κατά τον εντοπισμό του από τους αστυφύλακες της Λιμενικής Αστυνομίας είχε αναμειχθεί με τους άλλους επιβαίνοντες ζητώντας τους να μην αναφέρουν ότι ήταν ο ίδιος ο οδηγός. Ο Κατηγορούμενος δεν είναι κάτοχος άδειας κυβερνήτη σκάφους και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία ως ανωτέρω αναφέρεται. Δεν αναφέρθηκαν προηγούμενα για τον Κατηγορούμενο. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε και κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου (στο εξής η «Έκθεση»). Σύμφωνα με την Έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 45 ετών, έγγαμος, πατέρας τεσσάρων τέκνων από δύο γάμους, ηλικίας 21, 19, 13 ετών και 3 μηνών αντίστοιχα. Η δεύτερη σύζυγός του και το τριών μηνών τέκνο τους φιλοξενούντο στο κέντρο φιλοξενίας Πουρνάρα και αργότερα σε ξενοδοχείο. Σήμερα είναι κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές. Πριν τη σύλληψή του, διέμενε με την οικογένειά του στη Συρία. Η οικογενειακή τους κατοικία στη Συρία καταστράφηκε ως αποτέλεσμα του σεισμού τον Φεβρουάριο του
  2. Τα προσωπικά του χρέη στη Συρία ανέρχονται στο ποσό των €7.
  3. Ο Κατηγορούμενος προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Η μητέρα του απεβίωσε ως αποτέλεσμα του σεισμού ενώ ο πατέρας του υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο πόδι. Διέκοψε τη φοίτησή του στη Γ' τάξη του δημοτικού και δηλώνει αναλφάβητος. Κατατάγηκε στον Συριακό στρατό όπου παρέμεινε για δύο χρόνια και έξι μήνες. Μετά την αποστράτευσή του το 1999 άρχισε να εργάζεται ως οδηγός λεωφορείου, επάγγελμα το οποίο άσκησε για 15 χρόνια περίπου. Μεταξύ των ετών 2015 - 2020 υπηρέτησε ως έφεδρος στον Συριακό Στρατό. Ακολούθως εργάστηκε ως σιδηρουργός για δύο χρόνια. Όταν κλήθηκε να υπηρετήσει εκ νέου στον Συριακό Στρατό, λιποτάκτησε, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξεύρει νέα εργασία. Τέλεσε τον πρώτο του γάμο το 2001 από τον οποίο απέκτησε τα τρία από τα τέκνα του, τα οποία σήμερα διαμένουν με τον πατέρα του Κατηγορούμενου στη Συρία. Το διαζύγιό του από την πρώτη του σύζυγο εκδόθηκε το 2022, μετά από διάσταση τεσσάρων ετών. Τέλεσε ακολούθως δεύτερο γάμο από τον οποίο απέκτησε μια θυγατέρα, ηλικίας σήμερα τριών μηνών. Ο Κατηγορούμενος με τη σύζυγο και τη θυγατέρα τους ήρθαν στη Κύπρο τον Απρίλιο του 2023 και υπέβαλαν αίτηση για παραχώρηση πολιτικού ασύλου. Δεν αναφέρθηκαν οποιεσδήποτε εξαρτήσεις, κατάχρηση αλκοόλ ή παράνομων ουσιών. Αναφέρθηκε σε ημικρανίες που αντιμετωπίζει για τις οποίες λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Προχωρώντας, σημειώνω ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της ικανής της αγόρευσης, αναφέρθηκε εκτενώς στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ανέπτυξε δε περαιτέρω τους ελαφρυντικούς παράγοντες τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του, παραπέμποντας, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της, σε σχετική νομολογία. Άκουσα με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Έχω επίσης διεξέλθει και αξιολογήσει το περιεχόμενο όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί, προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, το άρθρο 19
(2)του Κεφ. 105, όπως αυτό τροποποιήθηκε από τον Ν.45(Ι)/2021, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, για το αδίκημα της 4ης κατηγορίας, σύμφωνα με το άρθρο 240 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.46(Ι)/2021, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δώδεκα έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €100.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Τέλος, σε σχέση με το αδίκημα της 5ης κατηγορίας, το άρθρο 19 του Ν. 56(Ι)/1992 προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις 3.000 Λ.Κ., ή και τις δύο αυτές ποινές. Παρεμβάλλω ότι, με τον πιο πάνω αναφερόμενο τροποποιητικό Ν.45(Ι)/2021 το αδίκημα του άρθρου 240 του Κεφ. 154 μετατράπηκε από πλημμέλημα σε κακούργημα, ενώ με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021 η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης για το αδίκημα του άρθρου 19
(2)του Κεφ. 105, αυξήθηκε από τρία σε 10 έτη. Οι εν λόγω τροποποιήσεις, οι οποίες αύξησαν δραματικά τις προβλεπόμενες ποινές, αναδεικνύουν τη σοβαρότητα την οποία ο Νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Τονίζω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των διαπραχθέντων αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα αυτής της φύσης πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς τους και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας (Deveci v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 80), δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από τον Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνω υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο, τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων. Όπως αναφύεται από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και τα ενώπιόν μου δηλωθέντα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος ήταν, από ένα σημείο και μετά, ο οδηγός του σκάφους το οποίο και οδήγησε έχοντας 27 επιβάτες οι οποίοι είχαν καταβάλει στο διοργανωτή του ταξιδιού στη Συρία ποσά μεταξύ 2.000 και 2.500 Δολαρίων έκαστος. Λαμβάνεται περαιτέρω υπόψη, ως επιβαρυντικός για τον Κατηγορούμενο παράγοντας, το γεγονός ότι συνέδραμε, με την ενέργειά του αυτή, στη λήψη οικονομικού οφέλους από τρίτο πρόσωπο το οποίο και οργάνωσε την παράνομη αυτή διακίνηση. Εξέθεσε δε σε κίνδυνο την ασφάλεια και υγεία ενός μεγάλου αριθμού προσώπων και δη 27 ατόμων, εφόσον το σκάφος ήταν ανασφαλές αφού επρόκειτο για σκάφος χαμηλής ιπποδύναμης και μικρού μεγέθους ειδικότερα σε σχέση με τον μεγάλο αριθμό επιβαινόντων. Έπραξε δε τα πιο πάνω έχοντας ως όφελος τη μη καταβολή κομίστρου για τον εαυτό του και την οικογένειά του. Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία επανάληψης ή προσχεδιασμού από μέρους του. Παρά δε το γεγονός ότι προκύπτει, στη βάση των γεγονότων, ότι η επίδικη διακίνηση ήταν το αποτέλεσμα οργανωμένης δράσης, ο ρόλος του Κατηγορούμενου ουσιαστικά περιορίστηκε στην πλοήγηση του σκάφους από ένα σημείο και μετά. Προχωρώντας, λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (α) Το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211) και το γεγονός ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν. (β) Την παραδοχή του η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. (γ) Την απολογία και μεταμέλειά του, όπως αυτή εκφράστηκε διά της συνηγόρου του. (δ) Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση αλλά και τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορός του έθεσε ενώπιόν μου, καθώς και τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία ο ίδιος και η οικογένεια του βρίσκονται σήμερα. Σημειώνω δε ότι είναι πατέρας τεσσάρων τέκνων, εκ των οποίων τα δύο ανήλικα, με το νεαρότερο να βρίσκεται στη Κύπρο υπό τη φύλαξη και φροντίδα της μητέρας του. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι, τα πιο πάνω, καθώς και οι δυσμενείς συνθήκες στη χώρα προέλευσης συνεπεία του σεισμού και της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στη Συρία και κατ' επέκταση οι προεκτάσεις και συνέπειες των συνθηκών αυτών, αν και γίνονται κατανοητές, εντούτοις δεν μπορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. μεταξύ άλλων, Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή για τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν την ποινή μόνο ως προς την έκτασή της και όχι ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην 1η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 24 μηνών στην 4η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην 5η κατηγορία. Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Σύμφωνα με την Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής, και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Σημειώνω καταρχάς ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης έλαβα υπόψη μου: Κατά πρώτον, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, με έμφαση στον μεγάλο αριθμό μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος καθώς και ότι ο Κατηγορούμενος συνέδραμε, δια της πλοήγησης ενός ανασφαλούς σκάφους, ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά. Κατά δεύτερον, έλαβα υπόψη μου ότι, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους, κάτι το οποίο επιμαρτυρείται από τον αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιόν μου. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα των αδικημάτων, σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξής τους, δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η μεταμέλεια και απολογία του και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Περαιτέρω, τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, συνεπώς, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υπονόμευε το σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 2/5/2023. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.