ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ABDALA MEHALI, Αρ. Yπόθεσης: 718/2023, 25/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 718/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ABDALA MEHALI Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αναστασίου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρίσκεται ενώπιον μου ένοχος στις πέντε κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι την 17/4/2023, στην επαρχία Αμμοχώστου, ενώ ήταν πρόσωπο το οποίο εισήλθε στη Δημοκρατία διά θαλάσσης, αποβιβάσθηκε άνευ της άδειας του Διευθυντού του Τμήματος Μεταναστεύσεως, κατά παράβαση του άρθρου 12
(2)
(5)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία), ότι, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, με πρόθεση, βοήθησε 17 υπηκόους τρίτης χώρας να εισέλθουν στο έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)
(2), 8, 12
(1), 19Α
(1), 19Β
(1), 19Γ και 19(ΣΤ) του Κεφ. 105 (2η κατηγορία), ότι με πρόθεση και με σκοπό το υλικό ή οικονομικό όφελος προέβηκε στη, διά θαλάσσης, λαθραία μεταφορά μεταναστών σε κράτος του οποίου τα άτομα δεν ήταν ούτε υπήκοοι, ούτε μόνιμοι κάτοικοι, δηλαδή 17 υπηκόων της Συρίας, κατά παράβαση του περί Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών και του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων Κυρωτικού Νόμου του 2003 Ν. 11(ΙΙΙ)/2003 (4η κατηγορία) και ότι, εν γνώσει του, μετέφερε πρόσωπα επί κομίστρω, δι' υδάτινης οδού, από Συρία στην Κύπρο σε ανασφαλές σκάφος κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (5η κατηγορία). Κατόπιν έγκρισης σχετικού αιτήματος τροποποίησης, προστέθηκε στο κατηγορητήριο και η 6η κατηγορία, βάσει των λεπτομερειών της οποίας, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, βοήθησε 17 υπηκόους τρίτης χώρας, απαγορευμένους μετανάστες, να εισέλθουν στη Δημοκρατία κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)(λ) και 19(ζ) του Κεφ.
- Παρεμβάλλω επίσης ότι, ο Κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε και την 3η κατηγορία η οποία διακόπηκε με αποτέλεσμα να απαλλαχθεί από αυτήν. Τα γεγονότα, με τα οποία συμφώνησε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, εκτέθηκαν ενώπιόν μου από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 17/4/2023 και ώρα 14:00, λήφθηκε πληροφορία στο Λιμενικό Σταθμό Παραλιμνίου ότι στις 16/4/2023 και ώρα 13:30 απέπλευσε βάρκα με 20 μετανάστες από τη Συρία με προορισμό την Κύπρο. Αστυνομική άκατος αναχώρησε για περιπολία προς εντοπισμό της βάρκας και αξιολόγηση της πληροφορίας. Η βάρκα εντοπίστηκε να κινείται με ταχύτητα 6 κόμβων, σε απόσταση 11,5 ναυτικών μιλιών ανοικτά του Κάβο Γκρέκο. Ανακόπηκε το σκάφος και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για ταχύπλοο σκάφος 5 μέτρων σε μήκος στο οποίο επέβαιναν 18 παράτυποι μετανάστες όλοι από τη Συρία, οι οποίοι αναχώρησαν από την παραλιακή πόλη Ταρτούς της Συρίας στις 16/4/
- Κατά την ανακοπή του σκάφους με τους παράτυπους μετανάστες, το σκάφος έμπαζε νερά από παντού και ήταν επικίνδυνο για την ασφάλεια των επιβαινόντων σ' αυτό. Η βάρκα κρίθηκε αναξιόπλοη και δόθηκαν οδηγίες όπως οι παράτυποι μετανάστες μεταφερθούν στη ξηρά για να διασφαλιστεί η ασφάλειά τους και το σκάφος που τους μετέφερε στη συνέχεια βυθίστηκε. Ανακρίθηκαν οι παράτυποι μετανάστες, οι οποίοι ανέφεραν ότι το σκάφος οδήγησε ο Κατηγορούμενος αφού συνεννοήθηκε με άλλο πρόσωπο και ανέλαβε το πηδάλιο μέχρι το σημείο που ανακόπηκαν από τη Λιμενική Αστυνομία. Από εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας χωρίς την άδεια του Διευθυντή Μετανάστευσης. Δεν εισήλθε από οποιοδήποτε σημείο που ελέγχονται αφιξοαναχωρήσεις. Στη συνέχεια συνελήφθηκε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος, ανακρινόμενος, προέβη σε θεληματική κατάθεση παραδεχόμενος ότι του προτάθηκε στη Συρία να οδηγήσει το σκάφος και αυτός αποδέχτηκε να είναι ο καπετάνιος του, πλοηγώντας το στην Κύπρο και έχοντας ως όφελος τη μη καταβολή από τον ίδιο οποιουδήποτε ποσού για τη μετάβασή του στην Κύπρο. Παραδέχθηκε ότι είναι ο μόνος που γνώριζε πως να πλοηγήσει τη βάρκα και εάν δεν την πλοηγούσε ο ίδιος δεν θα έφταναν στην Κύπρο. Ανέφερε ότι, όταν εντοπίστηκε το σκάφος από τη Λιμενική, αναμίχθηκε με τους υπόλοιπους. Συνελήφθηκε με δικαστικό ένταλμα και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης για οκτώ ημέρες. Ο κατηγορούμενος δεν είχε άδεια να οδηγεί το σκάφος και το σκάφος ήταν ανασφαλές. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε και κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου (στο εξής η «Έκθεση»). Σύμφωνα με την Έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 22 ετών, κατάγεται από τη Συρία και είναι ο τρίτος μεγαλύτερος από τέσσερα αδέλφια. Ο πατέρας του είναι συνταξιούχος εργάτης και η μητέρα του οικοκυρά. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία αδελφός του είναι αγνοούμενος. Φοίτησε μέχρι την Β' Λυκείου αλλά διέκοψε τη φοίτησή του λόγω του πολέμου. Δεν υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά. Εργάστηκε σε διάφορους τομείς προκειμένου να επιβιώσει. Μετά την άφιξη του στην Κύπρο αιτήθηκε πολιτικό άσυλο. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ή κατάχρησης ουσιών. Δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα, κινητή ή ακίνητη περιουσία, χρέη ή αποταμιεύσεις. Όπως δε αναφέρθηκε στο πλαίσιο της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο Κατηγορούμενος είναι πατέρας δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας δύο και ενός ετών περίπου. Τα ανήλικα βρίσκονται με τη μητέρα τους στη Συρία. Προχωρώντας, σημειώνω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της ικανής του αγόρευσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης και αναφέρθηκε εκτενώς στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ανέπτυξε δε περαιτέρω τους ελαφρυντικούς παράγοντες, τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του, παραπέμποντας, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του, σε σχετική νομολογία. Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί, προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας προβλέπεται, δυνάμει του άρθρου 12
(2)
(5)του Κεφ. 105, η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή προστίμου που δεν υπερβαίνει τις 1.000 Λ.Κ. ή και των δύο αυτών ποινών. Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, το άρθρο 19Α
(1)του Κεφ. 105, όπως αυτό τροποποιήθηκε, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €100.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Σε σχέση με το αδίκημα της 4ης κατηγορίας, το άρθρο 8 του Ν. 11(ΙΙΙ)/2003 προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις 10.000 Λ.Κ., ή και των δύο αυτών ποινών. Περαιτέρω, για το αδίκημα της 5ης κατηγορίας, σύμφωνα με το άρθρο 240 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 12 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €100.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Τέλος, για το αδίκημα της 6ης κατηγορίας, προβλέπεται, δυνάμει του άρθρου 19(ζ) του Κεφ. 105, η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή επιβολή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Παρεμβάλλω ότι, με τον τροποποιητικό νόμο Ν.45(Ι)/2021, το αδίκημα του άρθρου 240 του Κεφ. 154 μετατράπηκε από πλημμέλημα σε κακούργημα, με την ποινή να καθορίζεται, κατά το μέγιστο, στα 12 έτη. Με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021, η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα του άρθρου 19(ζ) του Κεφ. 105, αυξήθηκε από τα τρία στα 10 έτη, ενώ οι προβλεπόμενες ποινές των άρθρων 19Α
(1)και 19Α
(2)αυξήθηκαν από τα οκτώ στα 15 έτη. Οι εν λόγω τροποποιήσεις, οι οποίες αύξησαν αισθητά τις προβλεπόμενες ποινές, αναδεικνύουν και τη σοβαρότητα την οποία ο Νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί και τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Τονίζω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των διαπραχθέντων αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Συνεπώς, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα αυτής της φύσης πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς τους και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας (βλ. Deveci v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80), δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα, όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από το Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων, περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τον Κατηγορούμενο, τους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, καθώς και την ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων της φύσης των επίδικων. Για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο, το γεγονός ότι, όπως αναφύεται από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και τα ενώπιόν μου δηλωθέντα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος ήταν, από ένα σημείο και μετά, ο οδηγός της βάρκας την οποία και οδήγησε έχοντας 17 επιβάτες. Σημειώνω περαιτέρω, ως επιβαρυντικό για τον Κατηγορούμενο παράγοντα, το γεγονός ότι συνέδραμε, με την ενέργειά του αυτή, στη λήψη οικονομικού οφέλους από τρίτα πρόσωπα τα οποία και οργάνωσαν την παράνομη αυτή διακίνηση καθώς και το γεγονός ότι είχε συμφωνήσει να πλοηγήσει το σκάφος. Εξέθεσε δε σε κίνδυνο την ασφάλεια και υγεία αριθμού ατόμων, περιλαμβανομένου και του εαυτού του, εφόσον το σκάφος ήταν ανασφαλές και μικρού μεγέθους, ειδικότερα σε σχέση και με τον μεγάλο αριθμό επιβαινόντων. Έπραξε δε τα πιο πάνω έχοντας ως όφελος τη μη καταβολή κομίστρου για τον εαυτό του. Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία επανάληψης ή προσχεδιασμού από μέρους του. Παρά δε το γεγονός ότι προκύπτει, στη βάση των γεγονότων, ότι η επίδικη διακίνηση ήταν το αποτέλεσμα οργανωμένης δράσης, ο ρόλος του Κατηγορούμενου ουσιαστικά περιορίστηκε στην πλοήγηση του σκάφους από ένα σημείο και μετά. Προχωρώντας, λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (α) Το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211). (β) Την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με τις αρχές, η οποία οδήγησε στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης αλλά και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (γ) Την ηλικία του και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση αλλά και από τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορός του έθεσε ενώπιόν μου, ήτοι, το γεγονός ότι είναι πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, καθώς και τη δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση στην οποία ο Κατηγορούμενος και η οικογένειά του, βρίσκονται σήμερα. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι τα πιο πάνω, καθώς και οι δυσμενείς συνθήκες στη χώρα προέλευσης συνεπεία του σεισμού και της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στη Συρία και κατ' επέκταση οι προεκτάσεις και συνέπειες των συνθηκών αυτών, αν και γίνονται απολύτως κατανοητές, εντούτοις δεν μπορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή για τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν την ποινή μόνο ως προς την έκτασή της και όχι ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Ποινή φυλάκισης 4 μηνών στην 1η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 24 μηνών στην 2η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην 4η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 24 μηνών στην 5η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην 6η κατηγορία. Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Σύμφωνα με την Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Σημειώνω καταρχάς ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Για σκοπούς δε εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης έλαβα υπόψη μου τα εξής: Κατά πρώτον, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, με έμφαση στον αρκετά μεγάλο αριθμό των μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος καθώς και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συνέδραμε ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά, δια της πλοήγησης ενός ανασφαλούς σκάφους μήκους έξι μέτρων, εκθέτοντας σε κίνδυνο τόσο τον εαυτό του όσο και τους υπόλοιπους 17 επιβαίνοντες σ' αυτό. Κατά δεύτερον, έλαβα υπόψη μου ότι, παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους, κάτι το οποίο επιμαρτυρείται από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται σχεδόν καθημερινά και εκκρεμούν ενώπιόν μου. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα των αδικημάτων, σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξής τους, δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι περιστάσεις του, παράγοντες οι οποίοι σημειώνω ότι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη στο πλαίσιο της εξέτασης του ενδεχόμενου αναστολής, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Περαιτέρω, τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 26/4/2023. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο