ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. A. D., Αρ. Yπόθεσης: 1720/2023, 2/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1720/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. A. D. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 2 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Ζ. Κούμουρου) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αναστασίου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρίσκεται ενώπιον μου ένοχος στις επτά κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι την 25/7/2023, ενώ σύμφωνα με το Νόμο ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε σε χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας, παράκτια της επαρχίας Αμμοχώστου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 5
(1)(α)(λ) και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία), ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν πρόσωπο το οποίο εισήλθε στη Δημοκρατία της Κύπρου διά θαλάσσης, αποβιβάσθηκε άνευ της άδειας του Διευθυντού του Τμήματος Μεταναστεύσεως, κατά παράβαση των 12
(2)
(5)του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία), ότι με πρόθεση βοήθησε 17 υπηκόους τρίτης χώρας να εισέλθουν στο έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)
(2), 8, 12
(1), 19Α
(1), 19Β
(1), 19Γ και 19ΣΤ του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (3η κατηγορία), ότι βοήθησε 17 υπηκόους τρίτης χώρας να διαμείνουν στη Δημοκρατία με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19Α
(2), 19Β
(1), 19Γ και 19ΣΤ του Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε (4η κατηγορία), ότι με πρόθεση με σκοπό το υλικό ή οικονομικό όφελος προέβηκε στη, διά θαλάσσης, λαθραία μεταφορά 17 μεταναστών σε κράτος του οποίου τα άτομα δεν είναι ούτε υπήκοοι, ούτε μόνιμοι κάτοικοι, κατά παράβαση του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών και του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικός) Νόμος του 2003 Ν. 11(ΙΙΙ)/2003 (5η κατηγορία), ότι εν γνώσει του μετέφερε πρόσωπα επί κομίστρω, δι' υδάτινης οδού, σε ανασφαλές σκάφος, κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (6η κατηγορία). Τέλος, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι, κυβερνούσε ταχύπλοο σκάφος χωρίς να είναι κάτοχος άδειας χειριστή, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)του περί Ταχύπλοων Σκαφών Νόμου, Ν. 56(Ι)/1992, (7η κατηγορία). Τα γεγονότα, όπως αυτά εκτέθηκαν ενώπιόν μου από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως ακολούθως: Στις 25/7/2023 και ώρα 02:00, εντοπίστηκε από το ραντάρ της Λιμενικής Αστυνομίας, σε απόσταση 5,5 ναυτικά μίλια νοτιοανατολικά του Ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο, άγνωστος στόχος. Μετά από οδηγίες, απέπλευσε αστυνομική άκατος του σταθμού Παραλιμνίου προς εντοπισμό και αναγνώριση του. Την ίδια μέρα και ώρα 03:15, ο ΜΚ1, ο οποίος επέβαινε στην άκατο της λιμενικής, ανέκοψε τον άγνωστο στόχο σε απόσταση 1 ναυτικού μιλίου νοτιοανατολικά του Ακρωτηρίου Γκρέκο και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για μικρό ταχύπλοο σκάφος, μήκους 7 μέτρων, με εξωλέμβια μηχανή και με επιβαίνοντες 18 παράτυπους μετανάστες, 17 άντρες και 1 παιδί, όλοι από τη Συρία. Το σκάφος πλοηγείτο από συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο διαπιστώθηκε, κατόπιν περαιτέρω ερευνών ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Στο σημείο μετέβη και δεύτερη άκατος της αστυνομίας για να συνδράμει στην επιχείρηση. Το σκάφος ήταν υπερφορτωμένο και βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση με άμεσο κίνδυνο τη βύθισή του και δόθηκαν αμέσως οδηγίες όπως οι μετανάστες μεταφερθούν στην ξηρά για την ασφάλειά τους καθώς δεν έφεραν σωσίβια. Οι μετανάστες μεταφέρθηκαν με ασφάλεια στο Αλιευτικό Καταφύγιο στο Παραλίμνι η ώρα 05:10. Κατά την άφιξη της λιμενικής, υποδείχθηκε στον ΜΚ1 τον Κατηγορούμενο ως τον πλοηγό του σκάφους. Ακολούθως έγινε διαδικασία παραλαβής των μεταναστών από τις αρμόδιες υπηρεσίες και όλοι οι ενήλικοι μετανάστες ανακρίθηκαν. Κατά την ανάκρισή τους ανέφεραν ότι αναχώρησαν από τα σύνορα Συρίας ‑ Λιβάνου περί ώρα 23:00 στις 23/7/2023 αφού πλήρωσαν τους διακινητές στη Συρία το χρηματικό ποσό των 3.500 δολαρίων Αμερικής, ο κάθε ένας. Ανακριμένοι προφορικά και στη συνέχεια γραπτώς, οι παράτυποι μετανάστες ανέφεραν αρχικά ότι ο καπετάνιος του σκάφους ήταν άγνωστο τους πρόσωπο, το οποίο, αφού πλοήγησε τη βάρκα για ενάμιση ώρα, εγκατέλειψε το σκάφος και επιβιβάστηκε σε άλλο, επιστρέφοντας στη Συρία. Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν συνεννόησης με το άγνωστο πρόσωπο, ανέλαβε το πηδάλιο μέχρι το σημείο που ανακόπηκαν από τη Λιμενική Αστυνομία προσθέτοντας ότι ο Κατηγορούμενος, για τον προσανατολισμό του, χρησιμοποιούσε συσκευή GPS την οποία πέταξε στη θάλασσα όταν εντοπίστηκαν. Από εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς την άδεια του Διευθυντή Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο και δεν απάντησε οτιδήποτε. Συνελήφθηκε εκ νέου με δικαστικό ένταλμα και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης για οκτώ ημέρες. Την 25/7/2023 και ώρα 13:00 με τη βοήθεια μεταφραστή λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην οποία παραδέχεται ότι ο ίδιος πρότεινε στον διακινητή στη Συρία να φέρει το σκάφος έχοντας ως ανταμοιβή τη μη καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού για τη μετάβασή του στην Κύπρο. Ανέφερε επίσης ότι επαγγέλλεται ψαράς και γνώριζε να πλοηγήσει τη βάρκα. Παραδέχθηκε επίσης ότι για τον προσανατολισμό του χρησιμοποιούσε συσκευή GPS, η οποία ήταν εγκατεστημένη στο κινητό του τηλέφωνο το οποίο πέταξε στη θάλασσα μετά τον εντοπισμό του σκάφους από την Κυπριακή Δημοκρατία. Το σκάφος, το οποίο πλοηγείτο από τον Κατηγορούμενο, έμπαζε νερά και σε συνδυασμό με το υπεράριθμο των επιβαινόντων, καθίστατο επικίνδυνο για την ασφάλειά τους και η βάρκα δεν μπορούσε να πλοηγηθεί. Από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι κάτοχος άδειας χειριστή ταχύπλοου σκάφους όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε στην κατάθεσή του. Η βάρκα βυθίστηκε κατά τη ρυμούλκησή της. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε και κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου (στο εξής η «Έκθεση»). Σύμφωνα με την Έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 19 ετών, κατάγεται από τη Συρία και είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος σε ηλικία από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειάς του. Ο πατέρας του είναι οικοδόμος και η μητέρα του οικοκυρά. Φοίτησε για επτά χρόνια σε σχολείο της χώρας του, δεν υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά και εργάστηκε ως ελαιοχρωματιστής. Μετά την άφιξη του στην Κύπρο, αιτήθηκε πολιτικό άσυλο. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ή κατάχρησης ουσιών. Δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα, κινητή ή ακίνητη περιουσία, χρέη ή αποταμιεύσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου συμφώνησε με τα γεγονότα όπως αυτά εκτέθηκαν, ενώ στο πλαίσιο της ικανής του αγόρευσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης και αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ανέπτυξε δε περαιτέρω τους παράγοντες, τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Άκουσα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί, προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας προβλέπεται, δυνάμει του άρθρου 19
(2)του Κεφ. 105, η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή προστίμου που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, σύμφωνα με το άρθρο 12
(2)
(5)του Κεφ. 105, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή προστίμου που δεν υπερβαίνει τις 1.000 Λ.Κ. ή και των δύο αυτών ποινών. Για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, το άρθρο 19Α
(1)του Κεφ. 105, όπως αυτό τροποποιήθηκε, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €100.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Σε σχέση με το αδίκημα της 4ης κατηγορίας, το άρθρο 19Α
(2)του Κεφ. 105, όπως αυτό τροποποιήθηκε, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €150.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Για το αδίκημα της 5ης κατηγορίας, το άρθρο 8 του Ν. 11(ΙΙΙ)/2003, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις 10.000 Λ.Κ., ή και των δύο αυτών ποινών. Για το αδίκημα της 6ης κατηγορίας, σύμφωνα με το άρθρο 240 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 12 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €100.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Τέλος, για το αδίκημα της 7ης κατηγορίας, το άρθρο 19 του Ν. 56(Ι)/1992 προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις 3.000 Λ.Κ., ή και των δύο αυτών ποινών. Παρεμβάλλω ότι, με τον τροποποιητικό νόμο Ν.45(Ι)/2021, το αδίκημα του άρθρου 240 του Κεφ. 154 μετατράπηκε από πλημμέλημα σε κακούργημα, με την ποινή να καθορίζεται, κατά το μέγιστο, στα 12 έτη. Με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021, οι προβλεπόμενες ποινές των άρθρων 19Α
(1)και 19Α
(2)αυξήθηκαν από τα οκτώ στα 15 έτη ενώ για το αδίκημα του άρθρου 19
(2)του Νόμου, η προβλεπόμενη ποινή αυξήθηκε από τα τρία στα 10 έτη. Οι εν λόγω τροποποιήσεις, συνεπώς, οι οποίες αύξησαν αισθητά τις προβλεπόμενες ποινές, αναδεικνύουν και τη σοβαρότητα την οποία ο Νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί και τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Τονίζω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των διαπραχθέντων αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Συνεπώς, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα αυτής της φύσης πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς τους και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας (βλ. Deveci v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80), δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τον Κατηγορούμενο, τους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, καθώς και την ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων της φύσης των επίδικων. Για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο, το γεγονός ότι, όπως αναφύεται από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και τα ενώπιόν μου δηλωθέντα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος ήταν, από ένα σημείο και μετά, ο οδηγός της βάρκας την οποία και οδήγησε έχοντας 17 επιβάτες μεταξύ των οποίων και ένα ανήλικο. Σημειώνω περαιτέρω, ως επιβαρυντικό για τον Κατηγορούμενο παράγοντα, το γεγονός ότι συνέδραμε, με την ενέργειά του αυτή, στη λήψη οικονομικού οφέλους από τρίτα πρόσωπα τα οποία και οργάνωσαν την παράνομη αυτή διακίνηση καθώς και το γεγονός ότι είχε συμφωνήσει να πλοηγήσει το σκάφος. Εξέθεσε δε σε κίνδυνο την ασφάλεια και υγεία αριθμού ατόμων, περιλαμβανομένου και του εαυτού του, εφόσον το σκάφος ήταν ανασφαλές και μικρού μεγέθους, ειδικότερα σε σχέση και με τον αριθμό επιβαινόντων. Έπραξε δε τα πιο πάνω έχοντας ως όφελος τη μη καταβολή κομίστρου για τον εαυτό του, κατόπιν δικής του, μάλιστα, εισήγησης προς το πρόσωπο που οργάνωσε την παράνομη διακίνηση. Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία επανάληψης ή προσχεδιασμού από μέρους του. Παρά δε το γεγονός ότι προκύπτει, στη βάση των γεγονότων, ότι η επίδικη διακίνηση ήταν το αποτέλεσμα οργανωμένης δράσης, ο ρόλος του Κατηγορούμενου ουσιαστικά περιορίστηκε στην πλοήγηση του σκάφους από ένα σημείο και μετά. Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα, όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από το Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων, περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω, συνεπώς, υπόψη μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (α) Το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211). (β) Την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με τις αρχές, η οποία οδήγησε στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης αλλά και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (γ) Το νεαρό της ηλικίας του και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση αλλά και από τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορός του έθεσε ενώπιόν μου καθώς και τη δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση στην οποία ο Κατηγορούμενος και η οικογένειά του, βρίσκονται σήμερα. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι τα πιο πάνω, καθώς και οι δυσμενείς συνθήκες στη χώρα προέλευσης συνεπεία του σεισμού και της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στη Συρία και κατ' επέκταση οι προεκτάσεις και συνέπειες των συνθηκών αυτών, αν και γίνονται απολύτως κατανοητές, εντούτοις δεν μπορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. Παναγιώτου ν. Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Σημειώνω, επίσης, στο σημείο αυτό, ότι δεν παραγνωρίζω την επιχειρηματολογία που ο κ. Αναστασίου ανέπτυξε ενώπιόν μου και η οποία αφορούσε στην αποτελεσματικότητα της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στη βάση του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος, όντας αλλοδαπός υπήκοος, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις ποινές που επιβάλλονται ώστε να αποτρέπετο από το να διαπράξει τα αδικήματα που παραδέχθηκε ότι διέπραξε. Παρά ταύτα, τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε επί του προκειμένου ζητήματος, δεν είμαι της γνώμης ότι δύνανται να οδηγήσουν είτε σε διαφορετική ποινολογική μεταχείριση του Κατηγορούμενου από αυτήν που αρμόζει στην παρούσα ή σε εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που πρέπει να ενέχει η ποινή που το Δικαστήριο θα επιβάλει και η οποία δικαιολογείται στη βάση των παραγόντων που ανωτέρω παρατέθηκαν. Στρέφομαι, συνεπώς, στο σημείο αυτό, στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή για τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν την ποινή μόνο ως προς την έκτασή της και όχι ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Διατηρώντας, συνεπώς, κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην 1η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 4 μηνών στην 2η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 24 μηνών στην 3η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 24 μηνών στην 4η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην 5η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 24 μηνών στην 6η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 4 μηνών στην 7η κατηγορία. Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν εφόσον πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς από πλευράς του Κατηγορούμενου. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Σύμφωνα με την Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Σημειώνω καταρχάς ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Για σκοπούς δε εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης έλαβα υπόψη μου τα εξής: Κατά πρώτον, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, με έμφαση στον αριθμό των μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος καθώς και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συνέδραμε ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά, δια της πλοήγησης ενός ανασφαλούς σκάφους, μήκους επτά μέτρων, εκθέτοντας σε κίνδυνο τόσο τον εαυτό του όσο και τους υπόλοιπους 17 επιβαίνοντες σ' αυτό. Κατά δεύτερον, έλαβα υπόψη μου ότι, παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους, κάτι το οποίο επιμαρτυρείται από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται σχεδόν καθημερινά και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα των αδικημάτων, σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξής τους, δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η ηλικία και οι περιστάσεις του, παράγοντες οι οποίοι σημειώνω ότι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη στο πλαίσιο της εξέτασης του ενδεχόμενου αναστολής, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Περαιτέρω, τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από την 1/8/2023. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο