ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. OMAR HAMAMI κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 980/2023, 1/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 980/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν.
- OMAR HAMAMI
- BASSAM HASSAN Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 1 Αυγούστου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Σταύρου (για να ακούσει απόφαση η κα Π. Πίτσιλλου) Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Κ. Σοφοκλέους Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενοι 1 και 2 (στο εξής οι «Κατηγορούμενοι»), κατόπιν δικής τους παραδοχής, βρίσκονται ενώπιον μου ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι, στις 25/5/2023, ενώ σύμφωνα με το Νόμο ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε στα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην επαρχία Αμμοχώστου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 6
(1)(α)(λ)
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (1η κατηγορία) και ότι, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, βοήθησε 12 Σύριους μετανάστες να εισέλθουν στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)(λ) και 19(ζ) του Κεφ. 105 (6η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι, στις 25/5/2023 στην επαρχία Αμμοχώστου, ενώ ήταν πρόσωπο του οποίου η είσοδος στη Δημοκρατία απαγορεύετο, λόγω απέλασής του στις 3/4/2010, δηλαδή ήταν απαγορευμένος μετανάστης, εισήλθε στη Δημοκρατία της Κύπρου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 6
(1), (θ), (ι), 18 και 19
(2)του Κεφ. 105 (5η κατηγορία). Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, οι κατηγορίες 2, 3 και 4, οι οποίες στρέφονταν εναντίον του Κατηγορούμενου 1 μόνο, διακόπηκαν στις 28/7/2023 και ο Κατηγορούμενος 1 απαλλάχθηκε από αυτές. Τα γεγονότα, με τα οποία συμφώνησε και η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων, εκτέθηκαν ενώπιόν μου από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 25/5/2023 και ώρα 14:45, εντοπίστηκε από τα ραντάρ της λιμενικής και ναυτικής αστυνομίας άγνωστος στόχος σε απόσταση 9 ναυτικών μιλίων, νοτιοανατολικά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο. Την ίδια ημέρα και ώρα 15:20 ανακόπηκε από αστυνομική άκατο, η βάρκα - στόχος σε απόσταση 8 ναυτικών μιλίων νοτιοανατολικά του Κάβο Γκρέκο και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για σκάφος «Fiber Glass» μήκους 5μιση μέτρων η οποία, λόγω κατασκευής, είχε χωρητικότητα έξι ατόμων ενώ σ' αυτήν επέβαιναν 13 άτομα, καθιστώντας την αναξιόπλοη και επικίνδυνη. Επίσης κανένας επιβάτης δεν φορούσε σωσίβιο. Στη βάρκα επέβαιναν 13 πρόσωπα, εννέα άνδρες, μία γυναίκα και τρία παιδιά ηλικίας 12, 13 και ένας 16χρονος ασυνόδευτος, οι οποίοι ανέφεραν ότι ξεκίνησαν από τη Συρία. Κατά την ανακοπή του σκάφους, ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι χειριστής της βάρκας ήταν ο 1ος Κατηγορούμενος ο οποίος συνελήφθηκε στις 18:10 από τον ΜΚ3 και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, αυτός ανέφερε ότι έφυγε ο άλλος που οδηγούσε τη βάρκα και την οδήγησε αυτός για να έρθουν στην Κύπρο. Διενεργήθηκε έλεγχος στα στοιχεία των ατόμων μέσω του συστήματος αρχείου πληθυσμού και μετανάστευσης, βάσει δεδομένων της Interpol και της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαπιστώθηκε ότι ο 2ος Κατηγορούμενος ήταν τοποθετημένος στον κατάλογο stop list από τις 20/4/2010 ως απαγορευμένος μετανάστης, καθότι απελάθηκε. Συνελήφθηκε συνεπώς στις 18:25 για το αυτόφωρο αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη. Του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε ότι ήταν ξανά στη Κύπρο το 2009, έκανε φυλακή ένα χρόνο και μετά τον έστειλαν πίσω στη Συρία. Ο ΜΚ2, ο οποίος ήταν επιβάτης στη βάρκα, ανέφερε ότι πλήρωσε το ποσό των 3.000 Δολαρίων για τη μεταφορά του. Η βάρκα ξεκίνησε την 24/5/2023 και ώρα 07:00 από την πόλη Ταρτούς της Συρίας. Ακολούθως, άγνωστο πρόσωπο το οποίο εγκατέλειψε το σκάφος, έδειξε στον 1ο Κατηγορούμενο πώς να οδηγεί τη βάρκα και του έβαλε σύστημα πλοήγησης GPS για να βλέπει τη διαδρομή. Ο 1ος Κατηγορούμενος οδηγούσε τη βάρκα μέχρι να φτάσουν στην Κύπρο, εκτός από κάποια διαστήματα που αναλάμβανε οποιοσδήποτε άλλος για να ξεκουράζεται. Ανακρινόμενος, ο 1ος Κατηγορούμενος ανέφερε ότι όλοι πλήρωσαν 2.500 με 3.000 Δολάρια ο καθένας. Ανακρινόμενος, ο 2ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι αφίχθηκε ξανά στην Κύπρο το 2009, καταδικάστηκε σε 15μηνη ποινή φυλάκισης και όταν αποφυλακίστηκε απελάθηκε από τις αρχές της Δημοκρατίας. Ενώ ο 1ος κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση παραδέχτηκε ότι έβαλε στο κινητό του την εφαρμογή GPS και οδήγησε το σκάφος. Οι Κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου στη Δημοκρατία. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων υιοθέτησε το περιεχόμενο των Εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες των Κατηγορουμένων. Σύμφωνα με την Έκθεση που ετοιμάστηκε αναφορικά με τον 1ο Κατηγορούμενο, αυτός είναι σήμερα ηλικίας 50 ετών, έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων, δύο εκ των οποίων είναι ανήλικα. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Διέκοψε τη φοίτηση του στη Β' λυκείου και το 1992 κατατάγηκε στο στρατό. Στη συνέχεια εργάστηκε ως επαγγελματίας ψαράς μέχρι το 2007. Ακολούθως άνοιξε δικό του μαγαζί το οποίο και λειτούργησε για τέσσερα χρόνια. Την περίοδο 2013 - 2019 εξέτισε ποινή φυλάκισης διότι αρνήθηκε να υπηρετήσει στο στρατό ως έφεδρος. Από την αποφυλάκιση του εργαζόταν ευκαιριακά, ως ψαράς. Αντιμετωπίζει κινητικές δυσκολίες λόγω νευρολογικού προβλήματος στο σπόνδυλο καθώς και ορθοδοντικά προβλήματα. Τα μοναδικά εισοδήματα της οικογένειας προέρχονται από την εργασία της συζύγου του η οποία αμείβεται με ποσό 140.000 Λιρών Συρίας μηνιαίως, ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε €52 μηνιαίως. Δεν έχει κινητή ή ακίνητη περιουσία, ούτε και αποταμιεύσεις. Έχει χρέος το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 5.000 Δολαρίων το οποίο δανείστηκε για να μεταβεί από τη Συρία στη Κύπρο. Η ευπαίδευτη συνήγορος, κατά την αγόρευσή της ανέφερε ότι η μεγαλύτερη σε ηλικία θυγατέρα του 2ου Κατηγορούμενου, παρά το γεγονός ότι είναι ενήλικας, εξακολουθεί να είναι εξαρτώμενή του αφού προτίθεται να σπουδάσει ιατρός. Σύμφωνα με την Έκθεση που ετοιμάστηκε για τον 2ο Κατηγορούμενο, αυτός είναι σήμερα ηλικίας 37 ετών, έγγαμος, πατέρας δύο ανήλικων τέκνων από προγενέστερο γάμο. Ο ίδιος προέρχεται από πολυμελή οικογένεια, διέκοψε τη φοίτηση του στο δημοτικό σχολείο και είναι αναλφάβητος. Μέχρι και σήμερα δεν κατέστη δυνατό να εξεύρει οποιαδήποτε σταθερή εργασία. Το 2005 κατατάγηκε στο στρατό όπου και εξέτισε διετή θητεία. Το 2009 ήρθε στη Κύπρο γιατί δεν επιθυμούσε να υπηρετήσει. Εξέτισε δε 15μηνη ποινή φυλάκισης ως παράνομος μετανάστης και ακολούθως απελάθηκε. Με την επιστροφή του στη Συρία φυλακίστηκε για περίοδο ενός έτους ως παράνομος μετανάστης. Από τον πρώτο του γάμο απέκτησε δύο παιδιά. Η πρώτη σύζυγός του απεβίωσε πριν ένα περίπου χρόνο. Ακολούθως, πριν μερικούς μήνες τέλεσε δεύτερο γάμο με 18χρονη απόφοιτη λυκείου. Αντιμετωπίζει ορθοπεδικά προβλήματα. Δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα, κινητή ή ακίνητη περιουσία, ούτε και οποιεσδήποτε αποταμιεύσεις. Έχει χρέη ύψους €13.000 τα οποία αφορούν στην κάλυψη των βασικών αναγκών της οικογένειάς του για τα τελευταία χρόνια. Περαιτέρω, βαρύνεται με χρέος συνολικού ύψους 10.000 Δολαρίων το οποίο αφορά σε ποσό το οποίο δανείστηκε από μέλη της οικογένειάς του και φιλικά του πρόσωπα για να μεταβεί μαζί με την οικογένειά του στη Κύπρο. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι στο πλαίσιο της αγόρευσής της, η ευπαίδευτη συνήγορος παρουσίασε δέσμη δύο εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως Έγγραφο Β, σύμφωνα με τα οποία η σύζυγος του 2ου Κατηγορούμενου νοσηλεύεται στο Μακάριο Νοσοκομείο λόγω παλίνδρομης κύησης πρώτου τριμήνου, η οποία οδήγησε σε αποβολή. Προχωρώντας, σημειώνω ότι η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων, στο πλαίσιο της ικανής της αγόρευσης, αναφέρθηκε εκτενώς στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορουμένων. Ανέπτυξε δε περαιτέρω τους ελαφρυντικούς παράγοντες τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του. Άκουσα με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Έχω επίσης διεξέλθει και αξιολογήσει το περιεχόμενο όλων όσων τέθηκαν ενώπιόν μου. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τους Κατηγορούμενους. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, τη διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι έχουν παραδεχθεί, προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Για τα αδικήματα της 1ης και 5ης κατηγορίας, το άρθρο 19
(2)του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Για το αδίκημα της 6ης κατηγορίας, προβλέπεται, δυνάμει του άρθρου 19(ζ) του Κεφ. 105, η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021 οι μέγιστες προβλεπόμενες ποινές για τα αδικήματα των άρθρων 19(ζ) και 19
(2)αυξήθηκαν από τρία σε 10 έτη. Οι εν λόγω τροποποιήσεις συνεπώς, οι οποίες αύξησαν σημαντικά τις προβλεπόμενες ποινές, καταδεικνύουν και τη σοβαρότητα την οποία ο Νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στα αδικήματα, για τη διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Σημειώνω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των διαπραχθέντων αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα αυτής της φύσης πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς τους και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας (βλ. Deveci v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80), δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από τον Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τους Κατηγορούμενους, τους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές καθώς και την ανησυχητική συχνότητα διάπραξης αδικημάτων της φύσης των επίδικων. Για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο 1, το γεγονός ότι, όπως αναφύεται από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και τα ενώπιόν μου δηλωθέντα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος 1 ήταν, από ένα σημείο και μετά, ο οδηγός της βάρκας την οποία και οδήγησε έχοντας άλλους 12 επιβάτες οι οποίοι είχαν καταβάλει στο διοργανωτή του ταξιδιού στη Συρία ποσά μεταξύ 2.500 και 3.000 Δολαρίων έκαστος. Εξέθεσε δε σε κίνδυνο την ασφάλεια και υγεία αριθμού ατόμων και δη 13 προσώπων, περιλαμβανομένου και του εαυτού του, εφόσον το σκάφος ήταν ανασφαλές αφού επρόκειτο για σκάφος μικρού μεγέθους ειδικότερα σε σχέση με τον μεγάλο αριθμό επιβαινόντων. Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία επανάληψης, προσχεδιασμού ή αποκόμισης οποιουδήποτε κέρδους από μέρους του Κατηγορούμενου 1. Παρά δε το γεγονός ότι προκύπτει, στη βάση των γεγονότων, ότι η επίδικη διακίνηση ήταν το αποτέλεσμα οργανωμένης δράσης, ο ρόλος του Κατηγορούμενου 1 ουσιαστικά περιορίστηκε στην πλοήγηση της βάρκας από ένα σημείο και μετά όταν αυτή εγκαταλείφθηκε από το πρόσωπο που την πλοηγούσε αρχικά. Σημειώνω τέλος ότι, όπως και η ευπαίδευτη συνήγορος ανέφερε, κατά διαστήματα η βάρκα οδηγείτο και από τρίτα πρόσωπα, τα οποία όμως δεν βρίσκονται σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου. Προχωρώντας, λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος των Κατηγορουμένων, τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (α) Το λευκό τους ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211). (β) Την παραδοχή τους και τη συνεργασία τους με τις αρχές, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (γ) Την απολογία και μεταμέλειά τους, όπως αυτή εκφράστηκε διά της συνηγόρου τους. (δ) Τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση αλλά και τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορός του έθεσε ενώπιόν μου. Το χαμηλό μορφωτικό τους επίπεδο και τη δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση στην οποία οι ίδιοι και οι οικογένειές τους βρίσκονται σήμερα. Σημειώνω περαιτέρω ότι έλαβα υπόψη μου για τον Κατηγορούμενο 2 ότι η σύζυγός του πολύ πρόσφατα απέβαλε, συνεπεία παλίνδρομης κύησης πρώτου τριμήνου και τις συνέπειες που το γεγονός αυτό επέφερε τόσο στη σύζυγό του όσο και στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2. Αμφότεροι δε οι κατηγορούμενοι είναι γονείς ανήλικων και ενήλικων τέκνων τα οποία όπως λέχθηκε ενώπιόν μου εξαρτώνται βιοποριστικά από τους Κατηγορούμενους. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι, τα πιο πάνω, καθώς και οι δυσμενείς συνθήκες στη χώρα προέλευσης, συνεπεία είτε του σεισμού, είτε της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στη Συρία και κατ' επέκταση οι προεκτάσεις και συνέπειες των συνθηκών αυτών, αν και γίνονται απολύτως κατανοητές, εντούτοις δεν μπορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. μεταξύ άλλων, Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή για τους Κατηγορούμενους δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν την ποινή μόνο ως προς την έκτασή της και όχι ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής των ίδιων των Κατηγορουμένων αλλά και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους οι ακόλουθες ποινές: 1ος Κατηγορούμενος: · Ποινή φυλάκισης 12 μηνών στην 1η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην 6η κατηγορία. Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν. 2ος Κατηγορούμενος: · Ποινή φυλάκισης 12 μηνών στην 5η κατηγορία. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής των επιβληθείσων ποινών φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Σύμφωνα με την Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής, και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Σημειώνω καταρχάς ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης έλαβα υπόψη μου: Κατά πρώτον, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, με έμφαση, για τον 1ο Κατηγορούμενο, στον μεγάλο αριθμό μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος καθώς και ότι ο εν λόγω Κατηγορούμενος συνέδραμε, δια της πλοήγησης ενός ανασφαλούς σκάφους, ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά. Κατά δεύτερον, έλαβα υπόψη μου ότι, παρά το γεγονός ότι αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους, κάτι το οποίο επιμαρτυρείται από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται σχεδόν καθημερινά και εκκρεμούν ενώπιόν μου. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα των αδικημάτων, σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξής τους, δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος των Κατηγορουμένων όπως η παραδοχή τους, το λευκό τους ποινικό μητρώο, η μεταμέλεια και απολογία τους και οι προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Περαιτέρω, τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, συνεπώς, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υπονόμευε το σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου. Οι επιβληθείσες στους Κατηγορούμενους 1 και 2 ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης των Κατηγορουμένων 1 και 2 μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκονται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 2/6/2023. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο