ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. AHMAD BOUAJIB, Αρ. Yπόθεσης: 1482/2023, 18/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1482/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. AHMAD BOUAJIB Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζημιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κα Κ. Σοφοκλέους Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ενώπιον μου ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις τρεις κατηγορίες που του προσάπτονται. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στις 3/7/2023 στην επαρχία Αμμοχώστου, ενώ ήταν αλλοδαπός, εισήλθε στη Δημοκρατία κατά παράβαση της προαναφερθείσας απαγόρευσης, δηλαδή εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας ενώ ήταν άπορο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(κ)
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία), ότι εισήλθε στη Δημοκρατία χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Μεταναστεύσεως, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 6
(1)(ι)(κ) και 19
(2)του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία) καθώς και ότι κυβερνούσε ταχύπλοο σκάφος, χωρίς να είναι κάτοχος άδειας χειριστή, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(1)του περί Ταχυπλόων Σκαφών Νόμου Ν.56(Ι)/1992 (7η κατηγορία). Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, οι κατηγορίες 3, 4, 5, 6 και 8, διακόπηκαν στις 12/10/2023 και ο Κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές. Τα γεγονότα, με τα οποία συμφώνησε και η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου, εκτέθηκαν ενώπιόν μου από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 3/7/2023 και περί ώρα 20:50, εντοπίστηκε από τα ραντάρ της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας άγνωστος στόχος σε απόσταση περί τα 15 ναυτικά μίλια νοτιοανατολικά του Κάβο Γκρέκο. Δόθηκαν οδηγίες για εντοπισμό του στόχου και η ώρα 21:55 η Αστυνομική Άκατος εντόπισε και ανέκοψε τον στόχο στα 8 ναυτικά μίλια. Διαπιστώθηκε ότι το σκάφος στο οποίο επέβαιναν 20 παράτυποι μετανάστες ήταν ακατάλληλο. Οι επιβάτες εφοδιάστηκαν με σωσίβια και νερά και λόγω του ότι το σκάφος ήταν σε κακή κατάσταση και υπερφορτωμένο επιβιβάστηκαν στην Αστυνομική Άκατο. Μεταφέρθηκαν στο αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου η ώρα 23:45 όπου προσήλθε λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας για χειρισμό των ασυνόδευτων ανηλίκων. Όλοι οι ενήλικοι μετανάστες ανακρίθηκαν από τις αρμόδιες αρχές και ανέφεραν ότι είχαν αναχωρήσει από την πόλη Ταρτούς της Συρίας πληρώνοντας 2.000 δολάρια ο κάθε ένας. Εναντίον του υπόπτου προέκυψαν γραπτές μαρτυρίες οι οποίες ανέφεραν ότι ήταν ο οδηγός του σκάφους από τη Συρία στην Κύπρο και ότι έλαβε από τον ΜΚ7 2.000 δολάρια. Συνελήφθηκε στις 4/7/2023 και ώρα 00:20 για τα αυτόφωρα αδικήματα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας και του απαγορευμένου μετανάστη. Επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο και απάντησε «Οκ». Οι υπόλοιποι παράτυποι μετανάστες μεταφέρθηκαν στον χώρο φιλοξενίας Πουρνάρα. Στις 4/7/2023, εξασφαλίστηκε εναντίον του Κατηγορούμενου δικαστικό ένταλμα σύλληψης και επανασυνελήφθηκε η ώρα 10:20 στο Παραλίμνι. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο απάντησε «Μόνο εγώ οδηγούσα τη βάρκα». Σε ανακριτική κατάθεση, ανέφερε ότι είναι ψαράς στο επάγγελμα και ότι γνώριζε να οδηγήσει τη βάρκα. Ισχυρίστηκε ότι η βάρκα είχε αρχικά οδηγηθεί από άγνωστο πρόσωπο προτού την εγκαταλείψει και στη συνέχεια ανέλαβε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος να οδηγήσει μέχρι την Κύπρο. Ανέφερε επίσης ότι πλήρωσε και ο ίδιος 1.500 δολάρια για το ταξίδι. Από τις εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε άδεια να χειρίζεται το σκάφος το οποίο έφερε στην Κύπρο. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε και κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου (στο εξής η «Έκθεση»). Σύμφωνα με την Έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 18 ετών, άγαμος, άτεκνος, με καταγωγή από τη Συρία. Είναι το μεσαίο παιδί πενταμελούς οικογένειας. Ο πατέρας του είναι ηλικίας 53 ετών και εργαζόταν ως οικοδόμος, ενώ σήμερα δεν εργάζεται συνεπεία εργατικού ατυχήματος το οποίο τον κατέστησε ανάπηρο. Η μητέρα του είναι ηλικίας 50 ετών και είναι οικοκυρά. Ο μεγαλύτερος του αδελφός είναι στρατιώτης ενώ η 17χρονη αδελφή του είναι μαθήτρια. Ο Κατηγορούμενος διέκοψε τη φοίτηση του στο δημοτικό. Σε ηλικία 15 ετών ξεκίνησε να εργάζεται στις οικοδομές. Τα τελευταία χρόνια, μετά το ατύχημα του πατέρα του, ήταν το μοναδικό μέλος της οικογένειάς του που εργαζόταν. Εγκατέλειψε τη χώρα του με σκοπό να μεταβεί στην Ελλάδα για σκοπούς εργασίας, όπου διαμένουν δύο θείοι του. Υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο, αλλά επιθυμία του παραμένει η μετάβαση του στην Ελλάδα. Δεν έχει οποιεσδήποτε εξαρτήσεις αλκοόλ ή παράνομων ουσιών. Δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα, κινητή ή ακίνητη περιουσία ή αποταμιεύσεις. Έχει χρέος ύψους €1.500 το οποίο αποτελεί το ποσό που δανείστηκε από το θείο του για να έρθει στην Κύπρο. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της ικανής της αγόρευσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης και αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ανέπτυξε δε περαιτέρω τους παράγοντες, τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και τη συνεργασία του με τις αρχές. Εξέφρασε την απολογία και μεταμέλειά του, η οποία κατά την εισήγησή της ήταν έμπρακτη διά της κατάθεσης του στην αστυνομία και των όσων εκεί ανέφερε. Αναφέρθηκε περαιτέρω στο νεαρό της ηλικίας του σημειώνοντας ότι έκλεισε τα 18 δύο ημέρες πριν την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Εισηγήθηκε τέλος, στη βάση των ανωτέρω, ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση για την αναστολή της ποινής φυλάκισης η οποία εάν εκτελεστεί θα έχει δυσμενείς συνέπειες στον χαρακτήρα του Κατηγορούμενου και τη μετέπειτα ζωή του. Άκουσα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί, προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Για τα αδικήματα της 1ης και 2ης κατηγορίας, το άρθρο 19
(2)του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Για το αδίκημα της 7ης κατηγορίας, το άρθρο 19 του Ν.56(Ι)/1992 προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις 3.000 Λ.Κ., ή και τις δύο αυτές ποινές. Παρεμβάλλω επίσης στο σημείο αυτό ότι, με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021 η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης του άρθρου 19
(2)αυξήθηκε από τρία σε 10 έτη. Η εν λόγω τροποποίηση συνεπώς, η οποία αύξησε αισθητά την προβλεπόμενη ποινή, καταδεικνύει και τη σοβαρότητα την οποία ο Νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στα επίδικα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2, για τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την ενοχή του. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί και τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Τονίζω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των διαπραχθέντων αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Συνεπώς, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα αυτής της φύσης πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς τους και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας (βλ. Deveci v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80), δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τον Κατηγορούμενο, τους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, καθώς και την ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων της φύσης των επίδικων. Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα, όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από το Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων, περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω, συνεπώς, υπόψη μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (i) Το λευκό του ποινικό μητρώο αφού δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε προηγούμενες καταδίκες (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211) και το γεγονός ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν. (ii) Την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με τις αρχές, η οποία οδήγησε στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (iii) Την απολογία και μεταμέλειά του, όπως αυτή εκφράστηκε διά της συνηγόρου του. (iv) Το νεαρό της ηλικίας του, παράγοντα τον οποίο ανέδειξε και η ευπαίδευτη συνήγορός του με αναφορά σε σχετική Νομολογία (βλ. Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2014)2 ΑΑΔ 329). (v) Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση αλλά και από τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορός του έθεσε ενώπιόν μου καθώς και τη δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση στην οποία ο ίδιος και η οικογένεια του βρίσκονται σήμερα στη Συρία. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι τα πιο πάνω, καθώς και οι δυσμενείς συνθήκες στη χώρα προέλευσης συνεπεία του σεισμού και της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στη Συρία και κατ' επέκταση οι προεκτάσεις και συνέπειες των συνθηκών αυτών, αν και γίνονται απολύτως κατανοητές, εντούτοις δεν μπορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή για τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν την ποινή μόνο ως προς την έκτασή της και όχι ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου όσο και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Ποινή φυλάκισης 15 μηνών στην 1η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 15 μηνών στην 2η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην 7η κατηγορία. Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν.95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 λέχθηκε ότι, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Σημειώνω καταρχάς ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Η σοβαρότητα συνεπώς των επίδικων αδικημάτων, σε συνάρτηση με την έξαρση στη διάπραξή τους, δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, η μεταμέλεια και απολογία του και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, παράγοντες οι οποίοι σημειώνω ότι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη στο πλαίσιο της εξέτασης του ενδεχόμενου αναστολής, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Κοντολογίς, αν και οι εν λόγω παράγοντες ήταν ικανοί να περιορίσουν την ποινή ως προς το εύρος της, δεν μπορούν εν προκειμένω να δικαιολογήσουν και την αναστολή της εκτέλεσής της. Τούτο διότι, τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Παραπέμπω περαιτέρω στην προαναφερθείσα απόφαση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, παρά τους ελαφρυντικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων ήταν και το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου, τόνισε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη αποτροπής καθιστούσαν την άμεση εκτέλεση της ποινής φυλάκισης αναπόφευκτη. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 11/7/2023. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο