← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. AL RADI AHMAL, Αρ. Yπόθεσης: 982/2023, 8/8/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. AL RADI AHMAL, Αρ. Yπόθεσης: 982/2023, 8/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 982/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. AL RADI AHMAL Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8 Αυγούστου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κα Κ. Σοφοκλέους Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρίσκεται ενώπιον μου ένοχος στις τρεις, εναπομείνασες, κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι την 26/5/2023, ενώ σύμφωνα με τον Νόμο ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε σε χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην επαρχία Αμμοχώστου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 6

(1)(α)(λ)
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία), ότι κυβερνούσε ταχύπλοο σκάφος χωρίς να είναι κάτοχος άδειας χειριστή, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)του περί Ταχύπλοων Σκαφών Νόμου, Ν. 56(Ι)/1992, όπως τροποποιήθηκε (6η κατηγορία) και ότι βοήθησε 19 υπηκόους τρίτης χώρας να εισέλθουν στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)(λ) και 19(ζ) του Κεφ. 105 (7η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες 2, 3, 4 και 5, οι οποίες διακόπηκαν με αποτέλεσμα να απαλλαχθεί από αυτές. Τα γεγονότα, με τα οποία συμφώνησε και η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου, εκτέθηκαν ενώπιόν μου από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Ο συνήγορος υιοθέτησε τα γεγονότα ως το κατηγορητήριο. Ανέφερε δε περαιτέρω ότι στις 26/5/2023 και ώρα 14:30 εντοπίστηκε από το ραντάρ της λιμενικής Αστυνομίας στόχος, ανοιχτά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο. Τότε αναχώρησε άκατος της Αστυνομίας και ανέκοψε το σκάφος στα 7 ναυτικά μίλια. Επρόκειτο για μια βάρκα έξι μέτρων, όπου επέβαιναν εντός αυτής 20 άτομα, 13 άνδρες, τέσσερις γυναίκες και τρία ανήλικα. Δόθηκε σε αυτούς νερό και διαθέσιμα σωσίβια, αφού δεν έφεραν σωσίβια και μεταφέρθηκαν με την άκατο της Αστυνομίας στη Μαρίνα της Αγίας Νάπας. Το σκάφος βυθίστηκε. Στο σκάφος είχαν γίνει μετατροπές, ήτοι αφαίρεση πατωμάτων και στεγανών για να μπορέσουν να χωρέσουν όσοι περισσότεροι μπορούσαν μέσα στο σκάφος το οποίο ήταν έξι μέτρων. Ανέφεραν όλοι οι επιβαίνοντες ότι κατάγονται από τη Συρία και αναχώρησαν από την πόλη Ταρτούς, αφού πλήρωσαν 2.500 δολάρια Αμερικής έκαστος. Το σκάφος οδηγείτο αρχικά από άλλο πρόσωπο, ομοεθνή τους, για λίγη ώρα εντός των χωρικών υδάτων της Συρίας και ακολούθως το εν λόγω πρόσωπο εγκατέλειψε το σκάφος. Επιβιβάστηκε σε άλλο σκάφος και καθήκοντα πλοηγού ανέλαβε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε το σκάφος μέχρι και τον εντοπισμό του από την Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε και κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου (στο εξής η «Έκθεση»). Σύμφωνα με την Έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 57 ετών, κατάγεται από τη Συρία, έχει τρεις αδελφούς και δύο αδελφές οι οποίοι μετά την έναρξη του πολέμου, το 2012, μετακόμισαν στην Ιορδανία. Οι γονείς του ασχολούνταν με τη γεωργία και έχουν αποβιώσει. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε για τέσσερα χρόνια σε σχολείο της χώρας του. Από νεαρή ηλικία απασχολείτο ως οικοδόμος, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι την άφιξή του στην Κύπρο, όπου αιτήθηκε πολιτικό άσυλο, επιθυμόντας να παραμείνει και να εργαστεί. Το 2007 παντρεύτηκε, πλην όμως, η σύζυγός του απεβίωσε συνεπεία του πρόσφατου σεισμού που έπληξε τη Συρία. Αντιμετωπίζει αναπνευστικά και αυχενικά προβλήματα. Δεν έχει οποιεσδήποτε εξαρτήσεις. Δεν αναφέρθηκαν οποιαδήποτε εισοδήματα, κινητή ή ακίνητη περιουσία, αποταμιεύσεις ή χρέη. Προχωρώντας, σημειώνω ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της ικανής της αγόρευσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης και αναφέρθηκε εκτενώς στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ανέπτυξε δε περαιτέρω τους ελαφρυντικούς παράγοντες, τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του, παραπέμποντας, στο πλαίσιο της γραπτής επιχειρηματολογίας της, σε σχετική νομολογία. Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Έχω επίσης διεξέλθει και αξιολογήσει το περιεχόμενο όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου εγγράφως. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί, προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, το άρθρο 19
(2)του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Σε σχέση με το αδίκημα της 6ης κατηγορίας, το άρθρο 19 του Ν. 56(Ι)/1992 προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις 3.000 Λ.Κ., ή και των δύο αυτων ποινών. Τέλος, για το αδίκημα της 7ης κατηγορίας, προβλέπεται, δυνάμει του άρθρου 19(ζ) του Κεφ. 105, η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Παρεμβάλλω επίσης, στο σημείο αυτό, ότι με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021 οι μέγιστες προβλεπόμενες ποινές για τα αδικήματα των άρθρων 19(ζ) και 19
(2)του Κεφ. 105 αυξήθηκαν από τρία σε 10 έτη. Οι εν λόγω τροποποιήσεις συνεπώς, οι οποίες αύξησαν σημαντικά τις προβλεπόμενες ποινές, καταδεικνύουν και τη σοβαρότητα την οποία ο Νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στα αδικήματα, για τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Τονίζω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των διαπραχθέντων αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Συνεπώς, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα αυτής της φύσης πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς τους και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας (βλ. Deveci v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80), δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από το Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τον Κατηγορούμενο, τους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, καθώς και την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση στη διάπραξη των αδικημάτων της φύσης των επίδικων. Για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο, το γεγονός ότι, όπως αναφύεται από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και τα ενώπιόν μου δηλωθέντα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος ήταν, από ένα σημείο και μετά, ο οδηγός της βάρκας την οποία και οδήγησε έχοντας 19 επιβάτες. Σημειώνω περαιτέρω, ως επιβαρυντικό για τον Κατηγορούμενο παράγοντα, το γεγονός ότι συνέδραμε, με την ενέργειά του αυτή, στη λήψη οικονομικού οφέλους από τρίτο πρόσωπο το οποίο και οργάνωσε την παράνομη αυτή διακίνηση καθώς και το γεγονός ότι είχε συμφωνήσει να πλοηγήσει το σκάφος. Εξέθεσε δε σε κίνδυνο την ασφάλεια και υγεία αριθμού ατόμων, περιλαμβανομένου και του εαυτού του, εφόσον το σκάφος ήταν μικρού μεγέθους, ειδικότερα σε σχέση με τον μεγάλο αριθμό επιβαινόντων. Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία επανάληψης ή προσχεδιασμού ή αποκόμισης κέρδους ή οφέλους από μέρους του. Παρά δε το γεγονός ότι προκύπτει, στη βάση των γεγονότων, ότι η επίδικη διακίνηση ήταν το αποτέλεσμα οργανωμένης δράσης, ο ρόλος του Κατηγορούμενου ουσιαστικά περιορίστηκε στην πλοήγηση του σκάφους μόνο από ένα σημείο και μετά. Σημειώνω τέλος ότι, όπως και η ευπαίδευτη συνήγορος ανέφερε, η βάρκα αρχικά οδηγείτο από τρίτο πρόσωπο το οποίο όμως την εγκατέλειψε με αποτέλεσμα σήμερα να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο ο Κατηγορούμενος. Προχωρώντας, λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (α) Το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211) και το γεγονός ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν. (β) Την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με τις αρχές, η οποία οδήγησε στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (γ) Την απολογία και μεταμέλειά του, όπως αυτή εκφράστηκε διά της συνηγόρου του. (δ) Την ηλικία του και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση αλλά και από τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορός του έθεσε ενώπιόν μου, ήτοι, το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, το γεγονός ότι πολύ πρόσφατα έχασε τη σύζυγό του λόγω του σεισμού καθώς και τη δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση στην οποία ο Κατηγορούμενος βρίσκεται σήμερα. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι τα πιο πάνω, καθώς και οι δυσμενείς συνθήκες στη χώρα προέλευσης συνεπεία του σεισμού και της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στη Συρία και κατ' επέκταση οι προεκτάσεις και συνέπειες των συνθηκών αυτών, αν και γίνονται απολύτως κατανοητές, εντούτοις δεν μπορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή για τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν την ποινή μόνο ως προς την έκτασή της και όχι ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην 1η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην 6η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 24 μηνών στην 7η κατηγορία. Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Σύμφωνα με την Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Σημειώνω καταρχάς ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Για σκοπούς δε εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης έλαβα υπόψη μου τα εξής: Κατά πρώτον, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, με έμφαση στον μεγάλο αριθμό των μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος καθώς και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συνέδραμε ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά, δια της πλοήγησης ενός ανασφαλούς σκάφους μήκους έξι μέτρων, εκθέτοντας σε κίνδυνο τόσο τον εαυτό του όσο και τους 19 επιβαίνοντες σ' αυτό. Κατά δεύτερον, έλαβα υπόψη μου ότι, παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους, κάτι το οποίο επιμαρτυρείται από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται σχεδόν καθημερινά και εκκρεμούν ενώπιόν μου. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα των αδικημάτων, σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξής τους, δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η μεταμέλεια και απολογία του και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, παράγοντες οι οποίοι σημειώνω ότι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη στο πλαίσιο της εξέτασης του ενδεχόμενου αναστολής, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Περαιτέρω, τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, συνεπώς, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υπονόμευε το σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 2/6/2023. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.