ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. UGOCHUKWU KINGSLEY PETER, Αρ. Yπόθεσης: 1819/2023, 18/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1819/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. UGOCHUKWU KINGSLEY PETER Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18 Αυγούστου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Πασή Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρίσκεται ενώπιον μου ένοχος στις έξι κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι κατηγορίες 1 έως και 4 αφορούν σε παραβάσεις των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31 και 38, των Μερών Ι και ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77 όπως τροποποιήθηκε, ενώ οι κατηγορίες 5 και 6 αφορούν σε παραβάσεις του άρθρου 244(α) και (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι, την 1/8/2023, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Α, ήτοι 1,5 γραμμάρια κοκαΐνης και 5 χάπια έκσταση, χωρίς την άδεια της Υπουργού Υγείας (1η κατηγορία) και ότι προμηθεύτηκε τα πιο πάνω ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Α από άγνωστο πρόσωπο χωρίς την άδεια της Υπουργού Υγείας (3η κατηγορία). Παραδέχθηκε περαιτέρω ότι, την 1/8/2023, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, ήτοι 13 γραμμάρια κάνναβης, χωρίς την άδεια της Υπουργού Υγείας (2η κατηγορία) και ότι προμηθεύτηκε το πιο πάνω ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β από άγνωστο πρόσωπο χωρίς την άδεια της Υπουργού Υγείας (4η κατηγορία). Τέλος, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι την 1/8/2023 επιτέθηκε και αντιστάθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του (5η και 6η κατηγορία). Τα γεγονότα εκτέθηκαν ενώπιον μου από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ως ακολούθως: Την 1/8/2023 και ώρα 02:10, ο ΜΚ1 και άλλοι αστυφύλακες του ΤΑΕ Αμμοχώστου βρίσκονταν σε περιπολία στην οδό Αγίας Μαύρης στην Αγία Νάπα. Αντιλήφθηκαν τον Κατηγορούμενο να κινείται ύποπτα και τον προσέγγισαν. Ο ΜΚ1 του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και του ζήτησε όπως αποκαλύψει τα στοιχεία του. Τότε ο Κατηγορούμενος τον έσπρωξε με τα χέρια του και άρχισε να τρέχει. Ο ΜΚ1 τον καταδίωξε για περίπου 200 μέτρα, με κατεύθυνση σε ισόγειο χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας. Αμέσως ο Κατηγορούμενος σταμάτησε, έβγαλε από την μπροστινή δεξιά τσέπη του παντελονιού του μια μαύρη κάλτσα, την έριξε στο έδαφος και επανειλημμένα προσπάθησε να κτυπήσει τον ΜΚ
- Αμέσως ο ΜΚ1, μαζί με άλλους αστυφύλακες, κατάφεραν, ασκώντας ανάλογη βία, να τον ακινητοποιήσουν και να του φορέσουν χειροπέδες. Καθ' όλη τη διάρκεια, ο Κατηγορούμενος έσπρωχνε με τα χέρια του για να αποτρέψει τη σύλληψή του. Η ώρα 02:25 ο ΜΚ1 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αυτόφωρα αδικήματα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού και της αντίστασης. Του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε «Φοβήθηκα». Στη συνέχεια ο ΜΚ1 παρέλαβε από το έδαφος την κάλτσα και διαπίστωσε ότι εντός αυτής υπήρχαν 13 νάιλον συσκευασίες με φυτική ύλη κάνναβη, τρεις νάιλον συσκευασίες με άσπρη σκόνη κοκαΐνη και πέντε ροζ χάπια ΜDΜΑ ‑ Ecstasy. Τα παρέλαβε ως Τεκμήριο, τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο και αυτός δεν έδωσε καμία απάντηση. Πληροφορήθηκε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αυτόφωρα αδικήματα της παράνομης κατοχής ναρκωτικών ουσιών και μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας μαζί με τα ανευρεθέντα τεκμήρια. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου για κράτηση τριών ημερών. Ακολούθως, ερευνήθηκε στην παρουσία του Κατηγορούμενου μετά από γραπτή συγκατάθεσή του, το διαμέρισμά του στη Λάρνακα. Κατά την έρευνα δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε. Ο Κατηγορούμενος έδωσε ανακριτική κατάθεση αναφέροντας ότι τα ναρκωτικά που βρέθηκαν ήταν δικά του και τα αγόρασε για προσωπική του χρήση αλλά δεν έκανε οποιανδήποτε χρήση τους. Ζήτησε, τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, όπως διαταχθεί η καταστροφή των κατασχεθέντων τεκμηρίων. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου δήλωσε την ετοιμότητά της να τοποθετηθεί, κατά την αγόρευσή της για σκοπούς μετριασμού της ποινής, επί όλων των πτυχών, περιλαμβανομένων και των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών του Κατηγορούμενου. Δηλώθηκε προς τούτο ότι δεν ήταν απαραίτητη η έκδοση οδηγιών του Δικαστηρίου για την ετοιμασία Έκθεσης των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Η ευπαίδευτη συνήγορος συμφώνησε με τα γεγονότα όπως αυτά εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αναφέρθηκε περαιτέρω εκτενώς στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και ανέπτυξε τους ελαφρυντικούς παράγοντες, τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του για σκοπούς επιβολής ποινής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα όσα έθεσε ενώπιόν μου η ευπαίδευτη συνήγορος, ο Κατηγορούμενος κατάγεται από τη Νιγηρία, είναι 43 ετών, διαζευγμένος και βρίσκεται στην Κύπρο από το 2021 υπό το καθεστώς Αιτητή πολιτικού ασύλου. Είναι πατέρας πέντε ανήλικων τέκνων τα οποία βρίσκονται με τη μητέρα τους στη Νιγηρία. Μεγάλωσε κάτω από δύσκολες συνθήκες αφού από την ηλικία των 10 ετών αναγκάστηκε να εργαστεί για να βοηθήσει την οικογένειά του. Σήμερα, διαμένει στη Λάρνακα με την συμβία του η οποία διανύει τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Εργάζεται περιστασιακά και λαμβάνει επίδομα €261, μηνιαίως. Είναι περιστασιακός χρήστης κάνναβης ενώ κατά την 1/8/2023 μετέβη στην Αγία Νάπα για να προμηθευτεί κάνναβη διότι βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση αφού μόλις είχε ενημερωθεί για τον θάνατο της αδελφής του. Του προτάθηκε να αγοράσει και τα φάρμακα τάξεως Α που αφορούν οι κατηγορίες 1 και 3 και αυτός αποδέχθηκε. Ενήργησε με τον τρόπο που αναφέρθηκε στα γεγονότα κατά την σύλληψη του διότι είχε πανικοβληθεί. Εξέφρασε περαιτέρω η συνήγορος την απολογία και μεταμέλεια του Κατηγορούμενου πελάτη της και τόνισε την άμεση παραδοχή του, τη συνεργασία του με τις αρχές καθώς και το γεγονός ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί, προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για την προμήθεια από τρίτο και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης 12 ετών ή προστίμου ή και των δύο αυτών ποινών. Για την προμήθεια από τρίτο και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης οκτώ ετών ή προστίμου ή και των δύο αυτών ποινών. Περαιτέρω, για παραβάσεις του άρθρου 244 του Κεφ. 154, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης δύο ετών. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων τα οποία διαπράττονται κατά παράβαση των προνοιών του Ν.29/77 έχει τονιστεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240, Γρηγορίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 281/2022, απόφαση ημερομηνίας 27/3/2023). Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο αυτά κατέχονται, είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς καθορισμού της ποινής. Σύμφωνα δε με το άρθρο 30
(4)του Ν. 29/77, το αδίκημα καθίσταται λιγότερο σοβαρό εάν, μεταξύ άλλων, ο Κατηγορούμενος δεν είχε οιανδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και όταν το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με τη χρήση ναρκωτικών. Όπως και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω) έτσι και στην Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 60, επισημάνθηκε ότι οι χρήστες τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετώπισης από τους εμπόρους. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα εξής: «Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.» Ακόμη όμως και στην περίπτωση των χρηστών, η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν θεωρείται, ως θέμα αρχής, λανθασμένη (βλ. Παγιαβλάς (ανωτέρω)). Η ποσότητα των ναρκωτικών επίσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Το γεγονός όμως ότι ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση κατείχε σχετικά μικρή ποσότητα ναρκωτικών, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνδυάζεται με άλλους μετριαστικούς παράγοντες όπως, για παράδειγμα την απουσία εμπορίας και την περιστασιακή χρήση (βλ. Τρύφωνος ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 197, Σελλάς ν. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 215). Πιο πρόσφατα δε, στην απόφαση Βαρδάκη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 186/2021, απόφαση ημερομηνίας 14/7/2021, λέχθηκαν τα εξής: «Η εμφάνιση ενώπιον των Δικαστηρίων υποθέσεων που αφορούν σε πολύ μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών τα τελευταία χρόνια, δεν πρέπει να οδηγήσει στην υποβάθμιση της σοβαρότητας των υποθέσεων με μικρότερες ποσότητες. Αντίθετα, αναδεικνύεται το τεράστιο πρόβλημα και η ανάγκη καταπολέμησης της διάδοσης των ναρκωτικών σε κάθε της έκφανση. Ωστόσο, η αγωνία των Δικαστηρίων για επίτευξη του πιο πάνω σκοπού δεν πρέπει να παρασύρει στην επιβολή ποινών που εκφεύγουν του μέτρου που η νομολογία έχει καθιερώσει.» Σημειώνω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, απόφαση ημερομηνίας 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, απόφαση ημερομηνίας 7/2/2023). Στη βάση των ανωτέρω, προκύπτει ότι οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα αυτής της φύσης πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς τους και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας, δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από το Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τον Κατηγορούμενο, τους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές και τη σχετική Νομολογία ως προς την αντιμετώπιση αδικημάτων κατά παράβαση του Ν.29/77 καθώς και την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων της φύσης των επίδικων. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου, ως επιβαρυντικό παράγοντα, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και ειδικότερα την αντίσταση στη σύλληψη και την επίθεση του Κατηγορούμενου προς τον ΜΚ1. Προχωρώντας, λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (α) Το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211) και το γεγονός ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν. (β) Την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με τις αρχές, η οποία οδήγησε στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (γ) Την απολογία και μεταμέλειά του, όπως αυτή εκφράστηκε διά της συνηγόρου του. (δ) Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορός του έθεσε ενώπιόν μου καθώς και τη δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση στην οποία ο Κατηγορούμενος βρίσκεται σήμερα. Σημειώνω περαιτέρω ότι η συμβία του είναι έγκυος και διανύει τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι τα πιο πάνω, δεν μπορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). (ε) Την μικρή σχετικά ποσότητα των ναρκωτικών που βρέθηκαν στην κατοχή του (βλ. άρθρο 30
(4)(β)(vi) του Ν. 29/77). Το γεγονός ότι πρόκειται για περιστασιακό χρήστη και όχι για έμπορο καθώς και ότι η κατοχή των ναρκωτικών από τον Κατηγορούμενο δεν ήταν στο πλαίσιο εμπορίας ή διακίνησής τους (βλ. άρθρο 30
(4)(β)(iii) του Ν. 29/77). Δεν εντοπίζονται επίσης περιστατικά τα οποία καθιστούν τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 30
(4)(α) του Ν. 29/
- (στ) Τέλος, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά σε οποιοδήποτε τραυματισμό ως αποτέλεσμα των ενεργειών του Κατηγορούμενου οι οποίες καταγράφονται στις κατηγορίες 5 και
- Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι οι αρμόζουσες, υπό τις περιστάσεις, ποινές για τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι άλλες από αυτές της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν την ποινή μόνο ως προς την έκτασή της και όχι ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην 1η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 1 μηνός στην 2η κατηγορία. · Καμία ποινή στην 3η και 4η κατηγορία ενόψει των ποινών που επιβλήθηκαν στην 1η και 2η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην 5η κατηγορία. · Καμία ποινή στην 6η κατηγορία ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην 5η κατηγορία. Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν. Περαιτέρω, δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχονται από το άρθρο 31 του Ν.29/77, διατάσσεται η κατάσχεση και καταστροφή των τεκμηρίων. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/
- Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 λέχθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης έλαβα υπόψη μου ότι, παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους, κάτι το οποίο επιμαρτυρείται από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιόν μου. Η δε σοβαρότητα των αδικημάτων, σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξής τους, δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η άμεση παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η μεταμέλεια και απολογία του και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, παράγοντες οι οποίοι σημειώνω ότι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη στο πλαίσιο της εξέτασης του ενδεχόμενου αναστολής, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Τούτο διότι, τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, συνεπώς, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υπονόμευε το σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 4/8/2023. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο