← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. MOHAMMAD RAYHAN, Αρ. Yπόθεσης: 976/2023, 9/8/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. MOHAMMAD RAYHAN, Αρ. Yπόθεσης: 976/2023, 9/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 976/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή v. MOHAMMAD RAYHAN Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9 Αυγούστου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο: κα Δ. Κυριάκου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ενώπιόν μου ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής για τη διάπραξη του αδικήματος της παραμονής αλλοδαπού στη Δημοκρατία άνευ αδείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19

(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και του Κανονισμού 9
(1)(ε) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμού του 1972, Κ.Δ.Π. 242/72 και των Ν.50/88 και Ν.66(Ι)/
  1. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι την 31/5/2023 στην Αγία Νάπα, της επαρχίας Αμμοχώστου, ενώ ήταν αλλοδαπός που του είχε παραχωρηθεί άδεια επισκέπτη για προσωρινή παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό την ιδιότητα του αιτητή ασύλου, η οποία άδειά του ακυρώθηκε στις 18/1/2023, αφού η αίτησή του στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων απορρίφθηκε, αυτός παρέμεινε στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά την ακύρωση της άδειάς του, χωρίς να εξασφαλίσει για το σκοπό αυτό άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης Τα γεγονότα εκτέθηκαν ενώπιόν μου από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Κατά τη διερεύνηση τροχαίας υπόθεσης που επισυνέβηκε στις 31/5/2023 και περί ώρα 14:15, διαπιστώθηκε, από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν, ότι ο Κατηγορούμενος, ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου και η άδεια του ακυρώθηκε στις 18/1/2023, αφού η αίτηση του απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και έκτοτε διαμένει στο έδαφος της Δημοκρατίας χωρίς άδεια του Διευθυντή, δηλαδή διαμένει παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Κατά τη σύλληψή του και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε "σε παρακαλώ κύριε". Ο Κατηγορούμενος είναι από το Μπαγκλαντές, ήρθε ως αιτητής ασύλου και από την απόρριψη της αίτησής του, στις 18/1/2023 είναι παράνομος. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε και κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου (στο εξής η «Έκθεση»). Σύμφωνα με την Έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 28 ετών, κατάγεται από το Μπαγκλαντες και έχει τρεις αδελφές. Ο αδελφός του απεβίωσε συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Ο πατέρας του ήταν γεωργός αλλά σήμερα είναι άνεργος και η μητέρα του είναι καρκινοπαθής. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο, απασχολήθηκε ως γεωργός. Το 2021 ήρθε στην Κύπρο για μια καλύτερη ζωή. Για περίπου πέντε μήνες απασχολήθηκε ως διανομέας και στη συνέχεια ως γεωργός. Αιτήθηκε πολιτικό άσυλο και επιθυμεί να παραμείνει στην Κύπρο λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που επικρατεί στην χώρα του. Δεν έχει οποιεσδήποτε εξαρτήσεις. Αρχικά ελάμβανε μισθό περίπου €700 - €800 ευρώ από την εργασία του διανομέας, ακολούθως μισθό €600 όταν εργαζόταν ως γεωργός και για περίοδο επτά μηνών, εκκρεμούσης της αίτησης του για πολιτικό άσυλο, λάμβανε μηνιαίο επίδομα ύψους €
  2. Δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά για κινητή ή ακίνητη περιουσία, αποταμιεύσεις ή χρέη. Προχωρώντας, σημειώνω ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της ικανής της αγόρευσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης και αναφέρθηκε εκτενώς στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ανέπτυξε δε περαιτέρω, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της, τους ελαφρυντικούς παράγοντες, τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του. Κατέθεσε επίσης, ως Έγγραφο Α, αντίγραφο προσφυγής που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Κατηγορούμενου εναντίον της απόρριψης του αιτήματός του για επανάνοιγμα του φακέλου του, η οποία εκκρεμεί. Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Έχω επίσης διεξέλθει και αξιολογήσει το περιεχόμενο όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου εγγράφως. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο. Η σοβαρότητα του αδικήματος, τη διάπραξη του οποίου ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί, προκύπτει από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή αφού σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κεφ. 105, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις 1.000 Λ.Κ., ή και των δύο αυτών ποινών. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Τονίζω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων της φύσης του επίδικου, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Συνεπώς, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα αυτής της φύσης πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς τους και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από το Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τον Κατηγορούμενο, τους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι τη σοβαρότητα του αδικήματος, όπως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, καθώς και την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων της φύσης του επίδικου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, ως επιβαρυντικό για τον Κατηγορούμενο, παράγοντα, το γεγονός ότι αυτός, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου από την απόρριψη της προσφυγής του στις 18/1/2023, παραμένει στο έδαφος της Δημοκρατίας παράνομα. Λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου τα εξής: (i) Το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211). (ii) Την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με τις αρχές η οποία οδήγησε στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης αλλά και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (iii) Την απολογία και μεταμέλειά του, όπως αυτή εκφράστηκε από τη συνήγορό του. (iv) Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση αλλά και από τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορός του έθεσε ενώπιόν μου και ειδικότερα τη δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση στην οποία ο ίδιος και η οικογένειά του στο Μπαγκλαντές βρίσκονται σήμερα. Ταυτόχρονα όμως, οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν δύνανται να εξουδετερώσουν τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα των ποινών που αρμόζουν, υπό τις περιστάσεις. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα του αδικήματος, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή του και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή για τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τούτο διότι, οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν την ποινή μόνο ως προς την έκτασή της και όχι ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής, τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου, όσο και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδίκημα το οποίο διαπράττεται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 90 ημερών στην 1η κατηγορία. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 λέχθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα δε με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής, και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Επανέρχομαι στα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και κρίνω ότι δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας στον Κατηγορούμενο ποινής φυλάκισης. Εξηγώ. Παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως το επίδικο δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους και ειδικότερα του αδικήματος της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, κάτι το οποίο προκύπτει από τον αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται σχεδόν καθημερινά και εκκρεμούν ενώπιόν μου. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα του αδικήματος και η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή του δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η άμεση παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η απολογία και μεταμέλειά του καθώς και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, παράγοντες οι οποίοι σημειώνω ότι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη για σκοπούς εξέτασης του ενδεχόμενου αναστολής, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Τυχόν αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης του επίδικου, το οποίο είναι εξαιρετικά σοβαρό λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης μετανάστευσης και εν προκειμένω, της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, αλλά και της ανάγκης αποτροπής τους. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, συνεπώς, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υπονόμευε το σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου. Η επιβληθείσα στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστεί αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από την 1/6/2023. (Υπ.) ................................. Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.