ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. HOUSSEN ISHAK, Αρ. Yπόθεσης: 523/2023, 2/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 523/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. HOUSSEN ISHAK Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 2 Αυγούστου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Σταύρου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Θ. Παπανικολάου) Για τον Κατηγορούμενο: κα Κ. Σοφοκλέους Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρίσκεται ενώπιον μου ένοχος στις έξι κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι την 12/3/2023 στην επαρχία Αμμοχώστου, με πρόθεση, βοήθησε 17 υπηκόους τρίτης χώρας να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)
(2), 8, 12
(1), 19Α
(1), 19(Β)
(1), 19(Γ) και 19(ΣΤ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία), ότι βοήθησε 17 υπηκόους τρίτης χώρας να διαμείνουν παράνομα στη Δημοκρατία με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19Α
(2), 19Β
(1), 19Γ και 19(ΣΤ) του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (3η κατηγορία), ότι εν γνώσει του μετέφερε πρόσωπα επί κομίστρω, δι' υδάτινης οδού από τη Συρία στην Κύπρο σε ανασφαλές σκάφος, κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (4η κατηγορία), ότι με πρόθεση, με σκοπό το υλικό ή οικονομικό όφελος, προέβηκε στη δια θαλάσσης λαθραία μεταφορά μεταναστών σε κράτος του οποίου δεν είναι ούτε υπήκοοι ούτε μόνιμοι κάτοικοι, δηλαδή 17 υπηκόων Συρίας, κατά παράβαση του περί Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών και του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων Κυρωτικού Νόμου του 2003 Ν. 11(ΙΙΙ)/2003 (5η κατηγορία), ότι αποβιβάσθηκε στη Δημοκρατία άνευ άδειας του Διευθυντή του Τμήματος Μεταναστεύσεως, κατά παράβαση του άρθρου 12
(2)
(5)του Κεφ. 105 (6η κατηγορία) και ότι βοήθησε 17 Σύριους μετανάστες να εισέλθουν στη Δημοκρατία κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)(λ) και 19(ζ) του Κεφ. 105 (7η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε και την 1η κατηγορία η οποία διακόπηκε και ο Κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτήν. Τα γεγονότα, με τα οποία συμφώνησε και η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου, εκτέθηκαν ενώπιόν μου από το συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Την 12/3/2023 και ώρα 12:50 εντοπίστηκε από το ραντάρ της Λιμενικής Αστυνομίας άγνωστος στόχος σε απόσταση 13 ναυτικών μιλίων, νότια του Κάβο Γκρέκο. Ακολούθως δόθηκαν οδηγίες για εντοπισμό και έλεγχο του στόχου αφού βρισκόταν σε απόσταση 12 ναυτικών μιλίων νότια του Κάβο Γκρέκο. Την ίδια ημέρα ο άγνωστος στόχος εντοπίστηκε και ανακόπηκε από το ΜΚ4, που επέβαινε στην Αστυνομική Άκατο, σε απόσταση 8 ναυτικών μιλίων νότια του Κάβο Γκρέκο. Ο ΜΚ4 διαπίστωσε ότι επρόκειτο για μια βάρκα «fiber glass» μήκους 5‑6 μέτρων με εξωλέμβια μηχανή στην οποία επέβαιναν 18 άνδρες, παράτυποι μετανάστες εκ των οποίων και ένας ασυνόδευτος ανήλικος. Σύμφωνα με το ΜΚ4, κατά την ανακοπή της βάρκας το σκάφος ήταν ακυβέρνητο, είχε νερό στο εσωτερικό του, δεν διέθετε στεγανά και ήταν υπερφορτωμένο. Αμέσως δόθηκαν στους μετανάστες προστατευτικά σωσίβια και ακολούθως μεταφέρθηκαν με ασφάλεια στην Μαρίνα της Αγίας Νάπας. Η βάρκα με την οποία κατέφθασαν οι μετανάστες βυθίστηκε στο σημείο όπου εντοπίστηκαν. Κατά την ανάκριση των μεταναστών, αυτοί ανάφεραν ότι αναχώρησαν από την πόλη Ταρτούς της Συρίας τα μεσάνυχτα της 11/3/2023 και πλήρωσαν το ποσό των 4000 Δολαρίων περίπου ο καθένας σε άγνωστο πρόσωπο που βρίσκεται στη Συρία. Εξασφαλίστηκαν γραπτές μαρτυρίες από τους ΜΚ 1, 2 και 3, στις οποίες αναφέρεται ότι κατά την αναχώρηση τους από τη Συρία, ένα πρόσωπο επ' ονόματι Abu Hassan πλοηγούσε τη βάρκα για λίγες ώρες και ακολούθως ανέβηκε σε άλλη βάρκα για να επιστρέψει στη Συρία και την πλοήγηση της βάρκας μέχρι να φτάσουν στην Κυπριακή Δημοκρατία ανέλαβε ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος είπε στους υπόλοιπους μετανάστες να μην αποκαλύψουν στην Αστυνομία ότι αυτός ήταν ο οδηγός της βάρκας. Την 12/3/2023 και ώρα 19:00 ο ΜΚ5 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά την επίστηση του Κατηγορούμενου στο Νόμο, αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Την 13/3/2023 εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, δυνάμει του οποίου συνελήφθηκε την ίδια μέρα και απάντησε «εντάξει». Ακολούθως οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, όπου εξασφαλίστηκε διάταγμα προσωποκράτησης εναντίον του για περίοδο 8 ημερών. Την 14/3/2023, με τη βοήθεια διερμηνέα, ο ΜΚ8 ανέκρινε γραπτώς τον Κατηγορούμενο και επιβεβαίωσε τις μαρτυρίες των ΜΚ1, 2 και 3 και παραδέχθηκε την εμπλοκή του κατά την αναχώρηση από το Ταρτούς της Συρίας. Συγκεκριμένα, παραδέχθηκε ότι κατά την αποχώρηση του Abu Hassan από τη βάρκα, αυτός ήταν το πρόσωπο που την οδηγούσε κατά την υπόλοιπη διαδρομή τους προς την Κύπρο, ενώ λόγω του ότι ανέλαβε να οδηγήσει δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό για την μεταφορά του. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε και κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου (στο εξής η «Έκθεση»). Σύμφωνα με την Έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 37 ετών, κατάγεται από τη Συρία και είναι ο τρίτος από εννέα αδέλφια, δύο εκ των οποίων έχασαν τη ζωή τους στον πρόσφατο σεισμό. Οι γονείς του είναι ηλικίας 85 και 60 ετών, ενώ τα υπόλοιπα αδέλφια του διαμένουν στη Συρία. Φοίτησε για πέντε χρόνια σε σχολείο στη χώρα του αλλά αναφέρει ότι είναι αναλφάβητος. Από μικρός εργαζόταν σε οικοδομές στο χωριό απ' όπου κατάγεται. Μετέβη στην Ελλάδα όπου παρέμεινε για περίπου οκτώ χρόνια και εργάστηκε στις οικοδομές. Το 2011 κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά από όπου και διέφευγε συχνά για να εργαστεί. Πριν την άφιξή του στη Κύπρο υπηρετούσε στο στρατό λόγω του ότι είχε υποχρεωθεί να υπηρετήσει. Αναγκάστηκε συνεπώς να διαφύγει και να έρθει στη Κύπρο μέσω θαλάσσης. Είναι έγγαμος με ομοεθνή του και πατέρας τεσσάρων ανήλικων τέκνων εννέα, επτά, τεσσάρων και ενός έτους. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, χρήσης ουσιών ή αλκοόλ. Δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα, αποταμιεύσεις ή χρέη ή οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία. Προχωρώντας, σημειώνω ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της ικανής της αγόρευσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης και αναφέρθηκε εκτενώς στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ανέπτυξε δε περαιτέρω τους ελαφρυντικούς παράγοντες τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του, παραπέμποντας, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της, σε σχετική νομολογία. Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Έχω επίσης διεξέλθει και αξιολογήσει το περιεχόμενο όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί, προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, το άρθρο 19Α
(1)του Κεφ. 105, όπως αυτό τροποποιήθηκε, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €100.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, το άρθρο 19Α
(2)του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €150.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Περαιτέρω, για το αδίκημα της 4ης κατηγορίας, σύμφωνα με το άρθρο 240 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 12 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €100.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Σε σχέση με το αδίκημα της 5ης κατηγορίας, το άρθρο 8 του Ν. 11(ΙΙΙ)/2003 προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις 10.000 Λ.Κ., ή και των δύο αυτών ποινών. Για το αδίκημα της 6ης κατηγορίας προβλέπεται, δυνάμει του άρθρου 12
(2)
(5)του Κεφ. 105, η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει του 12 μήνες ή προστίμου που δεν υπερβαίνει τις 1.000 Λ.Κ. ή και των δύο αυτών ποινών. Τέλος, για το αδίκημα της 7ης κατηγορίας, προβλέπεται, δυνάμει του άρθρου 19(ζ) του Κεφ. 105, η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή επιβολή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Παρεμβάλλω ότι, με τον τροποποιητικό Ν.45(Ι)/2021 το αδίκημα του άρθρου 240 του Κεφ. 154 μετατράπηκε από πλημμέλημα σε κακούργημα, με την ποινή να καθορίζεται, κατά το μέγιστο, στα 12 έτη. Με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021 η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα του άρθρου 19(ζ) του Κεφ. 105, αυξήθηκε από τα 3 στα 10 έτη, ενώ οι προβλεπόμενες ποινές των άρθρων 19Α
(1)και 19Α
(2)αυξήθηκαν από τα 8 στα 15 έτη. Οι εν λόγω τροποποιήσεις, οι οποίες αύξησαν σημαντικά τις προβλεπόμενες ποινές, αναδεικνύουν τη σοβαρότητα την οποία ο Νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Τονίζω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των διαπραχθέντων αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα αυτής της φύσης πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς τους και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας (βλ. Deveci v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 80), δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από το Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τον Κατηγορούμενο, τους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, καθώς και την ανησυχητική συχνότητα διάπραξης αδικημάτων της φύσης των επίδικων. Για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο, τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων. Όπως αναφύεται από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και τα ενώπιόν μου δηλωθέντα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος ήταν, από ένα σημείο και μετά, ο οδηγός του σκάφους το οποίο και οδήγησε έχοντας 17 επιβάτες οι οποίοι είχαν καταβάλει στο διοργανωτή του ταξιδιού στη Συρία ποσά πέριξ των 4.000 Δολαρίων έκαστος. Σημειώνω περαιτέρω, ως επιβαρυντικό για τον Κατηγορούμενο παράγοντα, το γεγονός ότι συνέδραμε, με την ενέργειά του αυτή, στη λήψη οικονομικού οφέλους από τρίτο πρόσωπο το οποίο και οργάνωσε την παράνομη αυτή διακίνηση. Εξέθεσε δε σε κίνδυνο την ασφάλεια και υγεία ενός μεγάλου αριθμού προσώπων και δη 17 ατόμων, περιλαμβανομένου και ενός ανήλικου, εφόσον η βάρκα ήταν ανασφαλής αφού επρόκειτο για σκάφος με εξωλέμβια μηχανή και μικρού μεγέθους, ειδικότερα δε σε σχέση με τον αριθμό των επιβαινόντων. Έπραξε δε τα πιο πάνω έχοντας ως όφελος τη μη καταβολή κομίστρου για τον εαυτό του. Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία επανάληψης ή προσχεδιασμού από μέρους του. Παρά δε το γεγονός ότι προκύπτει, στη βάση των γεγονότων, ότι η επίδικη διακίνηση ήταν το αποτέλεσμα οργανωμένης δράσης, ο ρόλος του Κατηγορούμενου ουσιαστικά περιορίστηκε στην πλοήγηση του σκάφους από ένα σημείο και μετά. Σημειώνω τέλος ότι, όπως και η ευπαίδευτη συνήγορος ανέφερε, αρχικά η βάρκα οδηγείτο από τρίτο πρόσωπο το οποίο όμως την εγκατέλειψε με αποτέλεσμα σήμερα να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο ο Κατηγορούμενος. Προχωρώντας, λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (α) Το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211) και το γεγονός ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν. (β) Την παραδοχή του η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Σημειώνω όμως ότι δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου ότι η παραδοχή του Κατηγορούμενου θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ήταν άμεση εφόσον ο Κατηγορούμενος αρχικά αρνήθηκε τις κατηγορίες με αποτέλεσμα να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία της παρούσας. Επομένως, η παραδοχή του Κατηγορούμενου λαμβάνεται μεν υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, εφόσον, μεταξύ άλλων, οδήγησε και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, δίδεται όμως σε αυτή μειωμένη σημασία, βάσει της Νομολογίας (βλ. Φαναράς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). (γ) Την απολογία και μεταμέλειά του, όπως αυτή εκφράστηκε διά της συνηγόρου του. (δ) Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση αλλά και από τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορός του έθεσε ενώπιόν μου, ήτοι, το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, καθώς και τη δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση στην οποία ο ίδιος και η οικογένεια του βρίσκονται σήμερα. Σημειώνω δε ότι είναι πατέρας τεσσάρων ανήλικων τέκνων, τα οποία βρίσκονται με τη μητέρα τους και τα οποία, όπως η συνήγορός του ανέφερε, εξαρτώνται βιοποριστικά από τον Κατηγορούμενο. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι τα πιο πάνω, καθώς και οι δυσμενείς συνθήκες στη χώρα προέλευσης συνεπεία του σεισμού και της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στη Συρία και κατ' επέκταση οι προεκτάσεις και συνέπειες των συνθηκών αυτών, αν και γίνονται απολύτως κατανοητές, εντούτοις δεν μπορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. μεταξύ άλλων, Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή για τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν την ποινή μόνο ως προς την έκτασή της και όχι ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Ποινή φυλάκισης 24 μηνών στην 2η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 24 μηνών στην 3η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 24 μηνών στην 4η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην 5η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 4 μηνών στην 6η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην 7η κατηγορία. Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν. Το Τεκμήριο 1 (παρειακά επιχρίσματα) να καταστραφεί, το Τεκμήριο 2 να επιστραφεί στον Κατηγορούμενο. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Σύμφωνα με την Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής, και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Σημειώνω καταρχάς ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης έλαβα υπόψη μου: Κατά πρώτον, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, με έμφαση στον αριθμό των μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος καθώς και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συνέδραμε ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά, δια της πλοήγησης ενός ανασφαλούς σκάφους, με αντάλλαγμα τη μη καταβολή κομίστρου από μέρους του. Κατά δεύτερον, έλαβα υπόψη μου ότι, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους, κάτι το οποίο επιμαρτυρείται από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται σχεδόν καθημερινά και εκκρεμούν ενώπιόν μου. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα των αδικημάτων, σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξής τους, δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η μεταμέλεια και απολογία του και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, παράγοντες οι οποίοι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Περαιτέρω, τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, συνεπώς, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υπονόμευε το σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 20/3/2023. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο