ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 372/2023, 18/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 372/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν.
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
- ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Τ. Κυρμίτσης Κατηγορούμενη 2 παρούσα. ΠΟΙΝΗ Η Κατηγορούμενη 2 (στο εξής η «Κατηγορούμενη») βρίσκεται ενώπιον μου ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, στις τρεις κατηγορίες που της προσάπτονται. Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι στις 13/6/2020, στην Αγία Νάπα της επαρχίας Αμμοχώστου, είχε στην κατοχή της ελεγχόμενο φάρμακο τάξης Α', δηλαδή 3,56 γραμμάρια κοκαΐνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31 και 38, της παραγράφου 1 του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και ότι, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, έκανε χρήση κοκαΐνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(α), 30, 31 και 38, της παραγράφου 1 του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Κεφ. 154 (2η κατηγορία). Τέλος, η Κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας, στις 9/6/2020 στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, προμηθεύτηκε από άλλο άγνωστο πρόσωπο, άγνωστη ποσότητα κοκαΐνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30 και 31 και του Πρώτου Πίνακα του Μέρους Ι του Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε. Τα γεγονότα εκτέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 13/6/2020 και ώρα 16:30 η ΜΚ3 μαζί με άλλα μέλη του ΤΑΕ Λευκωσίας δυνάμει δικαστικού εντάλματος εισήλθαν για έρευνα στο διαμέρισμα 102 στην οδό Κρύου Νερού στην Αγία Νάπα στο οποίο διέμενε η Κατηγορούμενη μαζί με άλλο πρόσωπο, εναντίον των οποίων εκκρεμούσαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης για άλλα αδικήματα στην επαρχία Λευκωσίας. Κατά την έρευνα και ώρα 16:40 έγινε σωματική έρευνα της Κατηγορούμενης 2 οπότε και βρέθηκε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού της ένα ασημόχαρτο εντός του οποίου υπήρχε ένα τεμάχιο πλαστικού σακουλιού με άσπρη συμπαγή ουσία, κοκαΐνη. Της επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο και απάντησε «έννεν δικό μου εν του μιτσή». Στη συνέχεια συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα. Ακολούθως εντοπίστηκε στο πάτωμα δίπλα από την Κατηγορούμενη ένας χάρτινος φάκελος που περιείχε ένα διαφανές πλαστικό κουτί με τεμάχιο συμπαγούς ουσίας και η Κατηγορούμενη απάντησε «έννεν δικά μου». Στη συνέχεια συνελήφθηκε, μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ και έδωσε κατάθεση όπου παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Τα τεκμήρια στάληκαν για επιστημονική εξέταση και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για κοκαΐνη συνολικού βάρους 3,56 γραμμαρίων. Κατηγορήθηκε και απάντησε «εντάξει». Η Κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα στις 13/6/2020 ενώ στις 17/3/2021, καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση 17277/2020 σε φυλάκιση ενός έτους αναφορικά με τα αδικήματα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατοχής επιθετικού όπλου, παράνομης εισόδου, απειλής και δημόσιας εξύβρισης με ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων αυτών την 25/6/2020. Περαιτέρω, στις 10/3/2021 επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης δύο ετών στην υπόθεση 9400/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για το αδίκημα της κλοπής περιουσίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης συμφώνησε με τα γεγονότα, όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Στο πλαίσιο δε της αγόρευσής του, αναφέρθηκε τόσο στις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης όσο και στους ελαφρυντικούς παράγοντες που κατά την εισήγησή του το Δικαστήριο θα πρέπει να συνυπολογίσει για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Σύμφωνα με τα όσα έθεσε ενώπιόν μου, η Κατηγορούμενη παρακολουθείται από ιατρό για σκοπούς αντιμετώπισης της εξάρτησής της και είναι μητέρα μιας ανήλικης θυγατέρας 11 ετών την οποία φροντίζουν οι παππούδες και οι γιαγιάδες της αφού τόσο η Κατηγορούμενη όσο και ο πατέρας της ανήλικης βρίσκονταν στη φυλακή τα τελευταία χρόνια. Ο συνήγορος αναφέρθηκε εκτενώς στην ύπαρξη προηγούμενων καταδικών, αναδεικνύοντας ότι η παρούσα υπόθεση, η διερεύνηση της οποίας οδήγησε και στη σύλληψη και προσαγωγή της Κατηγορούμενης ενώπιον του Δικαστηρίου για τις υποθέσεις στις οποίες καταδικάστηκε ήδη, θα μπορούσε, όχι μόνο να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο των προηγούμενων αυτών υποθέσεων για σκοπούς επιβολής ποινής αλλά και να καταχωρείτο από το 2020, σημειώνοντας μάλιστα επί τούτου ότι η Κατηγορούμενη ήταν υπόδικος στο πλαίσιο των άλλων υποθέσεων. Αντίθετα, η παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά σε αδικήματα που διαπράχθηκαν τον Ιούνιο του 2020, καταχωρήθηκε το 2023 και επιδόθηκε στην Κατηγορούμενη τον Μάρτιο του 2023 αφότου αυτή αποφυλακίστηκε με προεδρική χάρη. Πρόθεση της Κατηγορούμενης πλέον είναι να αφοσιωθεί στη θυγατέρα της η οποία βρίσκεται σε μια κρίσιμη ηλικία και χρειάζεται απαραιτήτως την παρουσία της μητέρας της. Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για την Κατηγορούμενη. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, τη διάπραξη των οποίων η Κατηγορούμενη έχει παραδεχθεί, προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για την προμήθεια από τρίτο και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης 12 ετών ή προστίμου ή και των δύο αυτών ποινών. Ενώ για αδικήματα κατά παράβαση του άρθρου 10 του Ν. 29/77 προβλέπεται, σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα του Νόμου, γενική ποινή διά βίου φυλάκισης ή προστίμου ή και των δύο αυτών ποινών. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων τα οποία διαπράττονται κατά παράβαση των προνοιών του Ν.29/77 έχει τονιστεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240, Γρηγορίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 281/2022, απόφαση ημερομηνίας 27/3/2023). Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο αυτά κατέχονται, είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς καθορισμού της ποινής. Σύμφωνα δε με το άρθρο 30
(4)του Ν. 29/77, το αδίκημα καθίσταται λιγότερο σοβαρό εάν, μεταξύ άλλων, ο Κατηγορούμενος δεν είχε οιανδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και όταν το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με τη χρήση ναρκωτικών. Όπως και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω) έτσι και στην Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 60, επισημάνθηκε ότι οι χρήστες τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετώπισης από τους εμπόρους. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα εξής: «Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.» Ακόμη όμως και στην περίπτωση των χρηστών, η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν θεωρείται, ως θέμα αρχής, λανθασμένη (βλ. Παγιαβλάς (ανωτέρω)). Η ποσότητα των ναρκωτικών επίσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Το γεγονός όμως ότι η Κατηγορούμενη στην προκειμένη περίπτωση κατείχε σχετικά μικρή ποσότητα ναρκωτικών, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνδυάζεται με άλλους μετριαστικούς παράγοντες όπως, για παράδειγμα την απουσία εμπορίας και την περιστασιακή χρήση (βλ. Τρύφωνος ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 197, Σελλάς ν. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 215). Πιο πρόσφατα δε, στην απόφαση Βαρδάκη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 186/2021, απόφαση ημερομηνίας 14/7/2021, λέχθηκαν τα εξής: «Η εμφάνιση ενώπιον των Δικαστηρίων υποθέσεων που αφορούν σε πολύ μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών τα τελευταία χρόνια, δεν πρέπει να οδηγήσει στην υποβάθμιση της σοβαρότητας των υποθέσεων με μικρότερες ποσότητες. Αντίθετα, αναδεικνύεται το τεράστιο πρόβλημα και η ανάγκη καταπολέμησης της διάδοσης των ναρκωτικών σε κάθε της έκφανση. Ωστόσο, η αγωνία των Δικαστηρίων για επίτευξη του πιο πάνω σκοπού δεν πρέπει να παρασύρει στην επιβολή ποινών που εκφεύγουν του μέτρου που η νομολογία έχει καθιερώσει.» Σημειώνω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, απόφαση ημερομηνίας 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, απόφαση ημερομηνίας 7/2/2023). Στη βάση των ανωτέρω, προκύπτει ότι οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα αυτής της φύσης πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς τους και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας, δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από το Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για την Κατηγορούμενη, τους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές και τη σχετική Νομολογία ως προς την αντιμετώπιση αδικημάτων κατά παράβαση του Ν.29/77 καθώς και την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων της φύσης των επίδικων. Προχωρώντας, λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος της Κατηγορούμενης, τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (α) Την άμεση παραδοχή της η οποία οδήγησε στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (β) Την απολογία και μεταμέλειά της, όπως αυτή εκφράστηκε διά του συνηγόρου της. (γ) Τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορός της έθεσε ενώπιόν μου και ειδικότερα τη δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα καθώς και το γεγονός ότι είναι μητέρα μιας ανήλικης θυγατέρας ηλικίας 11 ετών. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι τα πιο πάνω, δεν μπορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. Παναγιώτου ν. Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). (δ) Την μικρή, σχετικά, ποσότητα των ναρκωτικών που βρέθηκαν στην κατοχή της (βλ. άρθρο 30
(4)(β)(vi) του Ν. 29/77). Το γεγονός ότι πρόκειται για χρήστη και όχι για έμπορο καθώς και ότι η κατοχή των ναρκωτικών από την Κατηγορούμενη δεν ήταν στο πλαίσιο εμπορίας ή διακίνησής τους (βλ. άρθρο 30
(4)(β)(iii) του Ν. 29/77). Δεν εντοπίζονται επίσης περιστατικά τα οποία καθιστούν τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 30
(4)(α) του Ν. 29/77. (ε) Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των αδικημάτων, της καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης της Κατηγορούμενης, καθυστέρηση για την οποία δεν ευθύνεται η ίδια η Κατηγορούμενη. (στ) Όπως και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης εισηγήθηκε, η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στο πλαίσιο των προηγούμενων ποινικών υποθέσεων της Κατηγορούμενης (βλ. μεταξύ άλλων, Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 76, Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 257). Σημειώνω τέλος, ότι στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, η Κατηγορούμενη βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει κατά τρόπο ο οποίος να συνιστά εκ νέου τιμωρία της για τα αδικήματα για τα οποία έχει ήδη καταδικαστεί και εκτίσει ποινή. Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή για την Κατηγορούμενη δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν την ποινή μόνο ως προς την έκτασή της και όχι ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που η Κατηγορούμενη διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό της αποτροπής τόσο της ίδιας, όσο και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής και εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 30 ημερών στην 1η κατηγορία. Δεν επιβάλλεται καμία ποινή στις κατηγορίες 2 και 3 ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην 1η κατηγορία. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/1972. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 λέχθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Η σοβαρότητα των αδικημάτων, σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξής τους, δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος της Κατηγορούμενης όπως η άμεση παραδοχή της, η μεταμέλεια και απολογία της και οι προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις, παράγοντες οι οποίοι σημειώνω ότι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη στο πλαίσιο της εξέτασης του ενδεχόμενου αναστολής, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Τούτο διότι, τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστεί αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης της Κατηγορούμενης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 28/8/2023. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο