ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ANWAR MORAD, Αρ. Yπόθεσης: 2156/2023, 16/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2156/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή v. ANWAR MORAD Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου (για να ακούσει απόφαση η κα Α. Χατζημιχαήλ) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ι. Χαπάρης Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρίσκεται ενώπιον μου ένοχος στην κατηγορία που του προσάπτεται, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της οποίας, στις 4/9/2023, σε νυκτερινό κέντρο της Αγίας Νάπας της επαρχίας Αμμοχώστου, παράνομα προκάλεσε βαρειά σωματική βλάβη στον Παραπονούμενο, από το Κουβέιτ, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Τα γεγονότα εκτέθηκαν ενώπιον μου από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ως ακολούθως: Στις 4/9/2023 και περί ώρα 03:15 λήφθηκε πληροφορία στον σταθμό Αγίας Νάπας από τον ΜΚ1, αυτόπτη μάρτυρα στο συμβάν, σύμφωνα με τον οποίο την ίδια ημέρα και περί ώρα 03:10, ενώ βρισκόταν στο νυκτερινό κέντρο Castle στην Αγία Νάπα, ο Κατηγορούμενος απρόκλητα επιτέθηκε στον Παραπονούμενο (ΜΚ4 στο κατηγορητήριο) και τον κτύπησε, με αποτέλεσμα να βγει ένα από τα δόντια του. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η ώρα 03:10 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα που διέπραξε. Στη συνέχεια την ίδια ημέρα και ώρα 03:25 ο αστυφύλακας, ΜΚ5, μετέβηκε στο εν λόγω νυκτερινό κέντρο όπου συνάντησε τον Παραπονούμενο ο οποίος του ανάφερε ότι, ενώ βρισκόταν στο bar του κέντρου ο Κατηγορούμενος τον έσπρωξε. Όταν ο παραπονούμενος ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να είναι προσεκτικός, ο τελευταίος τον κτύπησε στο πρόσωπο, χωρίς ο Παραπονούμενος να αντιληφθεί εάν ο Κατηγορούμενος τον κτύπησε με το χέρι του ή με κάποιο άλλο αντικείμενο. Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος έριξε τον Παραπονούμενο στο έδαφος και τον κτύπησε με γροθιά στο στόμα με αποτέλεσμα να βγει ένα από τα δόντια του. Ο Παραπονούμενος υπέδειξε στον ΜΚ5 τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ακινητοποιημένος από τον ΜΚ1, ως το πρόσωπο που τον κτύπησε. Ο ΜΚ1 ανάφερε στον ΜΚ5 ότι είδε τα γεγονότα ως πιο πάνω και συνέλαβε τον Κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα που διέπραξε. Ο ΜΚ5 παρέλαβε τον Κατηγορούμενο τον συνέλαβε και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο ο τελευταίος απάντησε «Δεν θυμάμαι τίποτα». Στη συνέχεια πληροφορήθηκε πάλι για τα αδικήματα που διέπραξε στον σταθμό της Αγίας Νάπας και είπε «Δεν θυμάμαι τι συνέβηκε». Ο παραπονούμενος επισκέφθηκε τις Πρώτες Βοήθειες στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου όπου ο επί καθήκοντι ιατρός διαπίστωσε ότι έφερε κάταγμα οδόντος κοπτήρα κάτω γνάθου, μώλωπα και εκδορές. Ο Παραπονούμενος έτυχε των πρώτων βοηθειών και απολύθηκε. Ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου και εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησής του για τρεις ημέρες. Ανακρινόμενος, ανέφερε σε θεληματική κατάθεση του ότι παραδέχεται τη διάπραξη του αδικήματος. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, ήρθε από το Ισραήλ στην Κύπρο την 1/9/2023 όπου και θα παρέμενε μέχρι τις 8/9/2023 για διακοπές. Ο Παραπονούμενος ήταν επίσης τουρίστας, από το Κουβέιτ και αναχώρησε για την πατρίδα του στις 5/9/
- Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε και κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου (στο εξής η «Έκθεση»). Σύμφωνα με την Έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών, άγαμος και κατάγεται από το Ισραήλ. Είναι το δεύτερο από τα τρία αδέλφια της οικογένειάς του. Αποφοίτησε από το Λύκειο και ολοκλήρωσε κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Στη συνέχεια ακολούθησε σπουδές στην επιστήμη των υπολογιστών σε Πανεπιστήμιο του Ισραήλ. Διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Χάιφα μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, η οποία διανύει τον 7ο μήνα της εγκυμοσύνης της. Είναι φοιτητής αλλά εργάζεται ταυτόχρονα ως φύλακας ώστε να καλύψει τα έξοδά του και από την εργασία του αυτή λαμβάνει μισθό €1.600 μηνιαίως. Δεν είναι ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας. Έχει ένα αυτοκίνητο αξίας €20.
- Ως προς τα έξοδα του, τα δίδακτρα του Πανεπιστημίου του ανέρχονται στο ποσό των €5.000 ετησίως και το μηνιαίο ενοίκιο του στα €
- Δεν έχει χρέη ή αποταμιεύσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου συμφώνησε με τα γεγονότα όπως αυτά εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Στο πλαίσιο της ικανής του αγόρευσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης και αναφέρθηκε εκτενώς στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ανέπτυξε δε περαιτέρω τους ελαφρυντικούς παράγοντες, τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του, παραπέμποντας, στο πλαίσιο της γραπτής του επιχειρηματολογίας, σε σχετική νομολογία και αρχές. Συγκεκριμένα, ο συνήγορος αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος και στη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη. Παρουσίασε περαιτέρω το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου από το Ισραήλ (βλ. Έγγραφο Α), αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του, ανέδειξε τη συνεργασία του με τις αρχές αλλά και τις προσπάθειες που καταβάλλονται από μέρους του για σκοπούς αποζημίωσης του Παραπονούμενου (βλ. Έγγραφο Β). Κατατέθηκε περαιτέρω, με τη σύμφωνη γνώμη αμφοτέρων των συνηγόρων το πιστοποιητικό ιατρικής εξέτασης και της έκθεσης που ετοιμάστηκε σχετικά με τους τραυματισμούς του Παραπονούμενου ως Έγγραφο Γ. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρθηκε εκτενώς στις σημερινές συνθήκες που επικρατούν στο Ισραήλ, την χώρα καταγωγής και διαμονής του Κατηγορούμενου, ως αποτέλεσμα του πολέμου που βρίσκεται σε εξέλιξη στην περιοχή και οποίος ξέσπασε πρόσφατα. Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Έχω επίσης διεξέλθει και αξιολογήσει το περιεχόμενο όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου εγγράφως. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο. Η σοβαρότητα του αδικήματος, τη διάπραξη του οποίου ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί, προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή αφού σύμφωνα με το άρθρο 231 του Κεφ. 154: «Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές.» Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί και τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Η σοβαρότητα όμως τoυ αδικήματος που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος Νομολογία. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Πιο πρόσφατα δε, στην απόφαση Ε.Γ. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2017, 15/10/2019, λέχθηκε ότι: «.τα αδικήματα αυτής της φύσης, τα οποία διαπράττονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα και τα οποία ενέχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και της βίαιης επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του, θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια.» Περαιτέρω, σύμφωνα με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, για αδικήματα όπως το επίδικο, τα οποία στρέφονται εναντίον της σωματικής ακεραιότητας και βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, δικαιολογείται η επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποινική Έφεση αρ. 25/2021, 8/3/2022). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής είναι η έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν από τον δράστη, οι σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν, το προβλέψιμο των βλαβών αυτών και οι επιπτώσεις τους στο θύμα (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639, Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Λαμβάνεται επίσης υπόψη η παρουσία ή η απουσία προσχεδιασμού ως επιβαρυντικός ή μετριαστικός παράγοντας αντίστοιχα και αναλόγως του ποια είναι η περίπτωση (βλ. Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397). Σημειώνω επίσης την ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων τα οποία στρέφονται κατά της σωματικής ακεραιότητας, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Στη βάση των ανωτέρω, προκύπτει ότι οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα της φύσης του επίδικου, πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς του και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας, πρέπει δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τον Κατηγορούμενο, τους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές και τη Νομολογία, καθώς και την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων της φύσης του επίδικου. Για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, όπως αυτές εκτέθηκαν και ειδικότερα την απουσία πρόκλησης από πλευράς Παραπονουμένου καθώς και τις βλάβες που ο Παραπονούμενος υπέστη, ήτοι κάταγμα οδόντος κοπτήρα κάτω γνάθου, μώλωπα και εκδορές (βλ. Έγγραφο Γ). Δεν θα συμφωνήσω όμως με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι ο Παραπονούμενος δεν υπέστη μόνιμη βλάβη αφού σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, ως αποτέλεσμα της επίθεσης του Κατηγορούμενου, ο Παραπονούμενος απώλεσε ένα από τα δόντια του. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία προσχεδιασμού από μέρους του Κατηγορούμενου, ενώ το όλο περιστατικό ήταν μεμονωμένο και περιορισμένης χρονικής διάρκειας και αφορούσε σε δύο ουσιαστικά κτυπήματα από πλευράς του Κατηγορούμενου, χωρίς να προκύπτει η χρήση άλλων μέσων για σκοπούς επίτευξής τους, πέραν των χεριών του. Προχωρώντας, σημειώνω ότι σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα, όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από το Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων, περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω, συνεπώς, υπόψη μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (i) Το λευκό του ποινικό μητρώο και τον πρότερο έντιμο βίο του, τόσο στην Κύπρο, όπως δηλώθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, όσο και στη χώρα καταγωγής του, το Ισραήλ, στη βάση του πιστοποιητικού που ο ευπαίδευτος συνήγορός του παρουσίασε (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211). (ii) Την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με τις αρχές, η οποία οδήγησε στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης αλλά και στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (iii) Την απολογία και μεταμέλειά του, όπως αυτή εκφράστηκε δια του συνηγόρου του. (
- iv)Την αναφορά του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι ο τελευταίος είχε καταναλώσει κάποια ποσότητα αλκοόλ, η οποία συνέτεινε στις ενέργειες του. (
- v)Την απουσία προσχεδιασμού από μέρους του Κατηγορούμενου, το χρονικά περιορισμένο και μεμονωμένο του περιστατικού και την απουσία χρήσης αντικειμένων ή άλλων μέσων από τον Κατηγορούμενο, πέραν των χεριών του. (
- vi)Τις προσπάθειες που ο Κατηγορούμενος κατέβαλε και συνεχίζει να καταβάλλει για σκοπούς αποζημίωσης του Παραπονούμενου και τη δεδηλωμένη προς τούτο πρόθεσή του η οποία, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μου από τον ευπαίδευτο συνήγορό του, είναι ειλικρινής. (vii) Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση αλλά και από τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορός του έθεσε ενώπιόν μου. Ειδικότερα, σημειώνω τις δυσμενείς συνέπειες που δυνατό να έχει η επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο και την οικογένειά του, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένα συγκροτημένο άτομο, ο οποίος είναι φοιτητής και ότι η αρραβωνιαστικιά του βρίσκεται στα τελικά στάδια της εγκυμοσύνης της και ο Κατηγορούμενος σύντομα θα γίνει πατέρας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την εμπόλεμη κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο Ισραήλ και την αγωνία του Κατηγορούμενου για την οικογένειά του και την έγκυο αρραβωνιαστικιά του. Παρά ταύτα, όπως έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. Παναγιώτου ν. Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή για τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες αν και ικανοί να επηρεάσουν, σε σημαντικό μάλιστα βαθμό, την ποινή ως προς την έκτασή της, δεν είναι ικανοί να την επηρεάσουν ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό της αποτροπής, τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου, αλλά και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι αδικήματα, όπως το επίδικο, τα οποία στρέφονται εναντίον του προσώπου και της σωματικής ακεραιότητας, διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα η οποία επιμαρτυρείται τις σχετικές με την άσκηση βίας υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιόν μου. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής και εξασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης τριών
(3)μηνών. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 λέχθηκε ότι, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Σημειώνω καταρχάς ότι το αδίκημα για το οποίο επιβλήθηκε η πιο πάνω ποινή φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Για σκοπούς δε εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης έλαβα υπόψη μου τα εξής: Κατά πρώτον, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, με έμφαση στην απουσία πρόκλησης και τη ζημία που ο Κατηγορούμενος προκάλεσε στον Παραπονούμενο συνεπεία των δύο κτυπημάτων του. Κατά δεύτερον, έλαβα υπόψη μου ότι, παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, η σοβαρότητα του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως το επίδικο δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους, γεγονός το οποίο επιμαρτυρείται από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα του αδικήματος, σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξής του, δεν δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η άμεση παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι περιστάσεις του, παράγοντες οι οποίοι σημειώνω ότι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη στο πλαίσιο της εξέτασης του ενδεχόμενου αναστολής, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Κοντολογίς, αν και οι εν λόγω παράγοντες ήταν εν ικανοί να περιορίσουν την ποινή ως προς το εύρος της, δεν μπορούν εν προκειμένω να δικαιολογήσουν και την αναστολή της εκτέλεσής της. Περαιτέρω, τυχόν αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για αδικήματα της φύσης του επίδικου, το οποίο είναι εξαιρετικά σοβαρό λόγω, μεταξύ άλλων, της προβλεπόμενης ποινής, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή του, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστεί αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από την 7/9/2023. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο