ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. SABBAH KARIM, Αρ. Yπόθεσης: 867/2023, 3/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 867/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. SABBAH KARIM Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 3 Αυγούστου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θ. Γιούπας Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρίσκεται ενώπιον μου ένοχος στις τέσσερις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι την 9/5/2023, στην επαρχία Αμμοχώστου, ενώ ήταν πρόσωπο το οποίο εισήλθε στη Δημοκρατία της Κύπρου δια θαλάσσης, αποβιβάσθηκε χωρίς τη συγκατάθεση του Διευθυντή, κατά παράβαση του άρθρου 12
(2)
(5)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 (1η κατηγορία), ότι εν γνώσει του μετέφερε πρόσωπα επί κομίστρω, δι' υδάτινης οδού, ήτοι από Συρία στη Κύπρο, σε ανασφαλές σκάφος, κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (5η κατηγορία), ότι βοήθησε 22 Σύριους απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)(λ) και 19(ζ) του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (6η κατηγορία) και ότι κυβερνούσε ταχύπλοο σκάφος χωρίς να είναι κάτοχος άδειας χειριστή, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)του περί Ταχύπλοων Σκαφών Νόμου, Ν.56(Ι)/1992, όπως τροποποιήθηκε (7η κατηγορία). Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, οι κατηγορίες 2, 3, 4 και 8 που Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε διακόπηκαν και ο Κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές. Τα γεγονότα, με τα οποία συμφώνησε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, εκτέθηκαν ενώπιόν μου από το συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 9/5/2023 και περί ώρα 19:00 εντοπίστηκε από το ραντάρ της Λιμενικής Αστυνομίας άγνωστος στόχος σε απόσταση 12 ναυτικών μιλίων νοτιοανατολικά του Κάβο Γκρέκο. Στη συνέχεια εντοπίστηκε ξανά o στόχος αυτός στα 11 ναυτικά μίλια εντός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και τότε έσπευσε άκατος της Αστυνομίας προς διερεύνηση και εντοπισμό του στόχου. Διαπιστώθηκε ότι ήταν μια μικρή βάρκα τύπου «fiber glass» μήκους 7 μέτρων με εξωλέμβια μηχανή και επέβαιναν εντός αυτής 23 άτομα, παράτυποι μετανάστες, εννέα άνδρες, πέντε γυναίκες και εννέα ανήλικοι εκ των οποίων οι τρεις ήταν ασυνόδευτοι κατά την ανακοπή της συγκεκριμένης βάρκας. Ο Κατηγορούμενος είχε διαπιστωθεί ότι ήταν ο χειριστής αυτής, δηλαδή την πλοηγούσε. Η βάρκα βρισκόταν σε κακή κατάσταση, ήταν υπερφορτωμένη και άρχισε να μπάζει νερά. Τότε μεταφέρθηκαν όλοι οι επιβαίνοντες με το σκάφος της Αστυνομίας στην ακτή με ασφάλεια και το σκάφος βυθίστηκε αμέσως μετά τη διακομιδή των επιβαινόντων. Διαπιστώθηκε ότι, ως ανάφεραν οι ίδιοι, είχαν αναχωρήσει από την πόλη Ταρτούς της Συρίας στις 8/5/2023, αφού πλήρωσαν διάφορα χρηματικά ποσά σε άγνωστο πρόσωπο και αναγνώρισαν τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που οδηγούσε τη βάρκα και τον υπέδειξαν σε φωτογραφία. Ο Κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της διαδρομής τους ρωτούσε συνέχεια τι ώρα ήταν. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την εμπλοκή στην πλοήγηση του σκάφους δίδοντας διάφορες λεπτομέρειες αναφορικά με το πρόσωπο το οποίο είχε διοργανώσει το συγκεκριμένο ταξίδι. Ο ίδιος δεν ήταν κάτοχος άδειας χειριστή σκάφους. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες προηγούμενες καταδίκες. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε και κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου (στο εξής η «Έκθεση»). Σύμφωνα με την Έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 58 ετών, έγγαμος και πατέρας τριών υιών ηλικίας 18, 16 και 10 ετών αντίστοιχα. Είναι επίσης πατέρας δύο ενήλικων θυγατέρων ηλικίας 32 και 30 ετών από προηγούμενο γάμο. Δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα, αποταμιεύσεις ή χρέη, ούτε και οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία. Η οικογένειά του, διαμένει σε ενοικιαζόμενη κατοικία στη Συρία, ενός υπνοδωματίου και οι συνθήκες διαβίωσής της δεν είναι ικανοποιητικές. Ο Κατηγορούμενος προέρχεται από πολύτεκνη και φτωχή οικογένεια. Διέκοψε τη φοίτηση του στο σχολείο στη Β' Γυμνασίου λόγω οικονομικών δυσκολιών. Εργάστηκε ως εργάτης και ακολούθως εκπλήρωσε τα στρατιωτικά του καθήκοντα. Συνήψε τον πρώτο του γάμο σε ηλικία 25 ετών και το δεύτερό του στην ηλικία των 35. Η νυν σύζυγός του επίσης προέρχεται από πολυμελή και φτωχή οικογένεια. Είναι απόφοιτη Δημοτικού και ουδέποτε εργάστηκε. Ο Κατηγορούμενος ήρθε στη Κύπρο συνεπεία της δεινής του οικονομικής κατάστασης και για να αναζητήσει μια καλύτερης ποιότητας ζωή για τον ίδιο και την οικογένειά του. Προχωρώντας, σημειώνω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της αγόρευσής του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης και αναφέρθηκε εκτενώς στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ανέπτυξε δε περαιτέρω τους ελαφρυντικούς παράγοντες τους οποίους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του, παραπέμποντας, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του, σε σχετική νομολογία και αρχές. Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Έχω επίσης διεξέλθει και αξιολογήσει το περιεχόμενο όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί, προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, προβλέπεται, δυνάμει του άρθρου 12
(2)
(5)του Κεφ. 105, η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή προστίμου που δεν υπερβαίνει τις 1.000 Λ.Κ. ή και των δύο αυτών ποινών. Για το αδίκημα της 5ης κατηγορίας, σύμφωνα με το άρθρο 240 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 12 έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €100.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Για το αδίκημα της 6ης κατηγορίας, προβλέπεται, δυνάμει του άρθρου 19(ζ) του Κεφ. 105, η επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή η επιβολή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και των δύο αυτών ποινών. Τέλος, για το αδίκημα της 7ης κατηγορίας, το άρθρο 19 του Ν. 56(Ι)/1992 προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις 3.000 Λ.Κ., ή και των δύο αυτών ποινών. Παρεμβάλλω επίσης ότι, με τον τροποποιητικό Νόμο 45(Ι)/2021 το αδίκημα του άρθρου 240 του Κεφ. 154 μετατράπηκε από πλημμέλημα σε κακούργημα, με την ποινή να καθορίζεται, κατά το μέγιστο, στα 12 έτη. Με τον τροποποιητικό Νόμο 46(Ι)/2021 η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα του άρθρου 19(ζ) του Κεφ. 105, αυξήθηκε από τα 3 στα 10 έτη. Οι εν λόγω τροποποιήσεις, οι οποίες αύξησαν σημαντικά τις προβλεπόμενες ποινές, αναδεικνύουν τη σοβαρότητα την οποία ο Νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, το μέγιστο ύψος της ποινής που δύναται να επιβληθεί, όπως καθορίζεται από τη διά Νόμου προβλεπόμενη ποινή, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά την διεργασία του για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166). Τονίζω επίσης την ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των διαπραχθέντων αδικημάτων, για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, 5/10/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023). Οι δε ποινές που πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα αυτής της φύσης πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητάς τους και να ενέχουν το στοιχείο της αποτρεπτικότητας (βλ. Deveci v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 80), δηλαδή να αποσκοπούν στην αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού και οποιωνδήποτε επίδοξων παραβατών από τη διάπραξή τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης δεν ατονεί, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 575). Ταυτόχρονα όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί και στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως προκύπτει από το Νόμο ή του στοιχείου της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285). Η κάθε περίπτωση συνεπώς εξετάζεται στη βάση των δικών της, ιδιαίτερων περιστατικών και οι προηγούμενες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, πέραν του προσδιορισμού των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικοί, είτε ως επιβαρυντικοί (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Λαμβάνω συνεπώς υπόψη μου, ως επιβαρυντικούς για τον Κατηγορούμενο, τους παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, καθώς και την ανησυχητική συχνότητα διάπραξης αδικημάτων της φύσης των επίδικων. Για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο, τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων. Όπως αναφύεται από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και τα ενώπιόν μου δηλωθέντα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος ήταν, από ένα σημείο και μετά, ο οδηγός του σκάφους το οποίο και οδήγησε έχοντας 22 επιβάτες οι οποίοι είχαν καταβάλει στο διοργανωτή του ταξιδιού στη Συρία διάφορα ποσά για τη μεταφορά τους. Σημειώνω περαιτέρω, ως επιβαρυντικό για τον Κατηγορούμενο παράγοντα, το γεγονός ότι συνέδραμε, με την ενέργειά του αυτή, στη λήψη οικονομικού οφέλους από τρίτο πρόσωπο το οποίο και οργάνωσε την παράνομη αυτή διακίνηση. Εξέθεσε δε σε κίνδυνο την ασφάλεια και υγεία ενός μεγάλου αριθμού προσώπων και δη 22 ατόμων, περιλαμβανομένων και εννέα ανηλίκων, εφόσον η βάρκα ήταν ανασφαλής αφού επρόκειτο για σκάφος με εξωλέμβια μηχανή και μικρού μεγέθους, ειδικότερα δε σε σχέση με τον μεγάλο αριθμό των επιβαινόντων. Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία επανάληψης ή προσχεδιασμού από μέρους του. Παρά δε το γεγονός ότι προκύπτει, στη βάση των γεγονότων, ότι η επίδικη διακίνηση ήταν το αποτέλεσμα οργανωμένης δράσης, ο ρόλος του Κατηγορούμενου ουσιαστικά περιορίστηκε στην πλοήγηση του σκάφους από ένα σημείο και μετά. Σημειώνω τέλος ότι, όπως και ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε, αρχικά η βάρκα οδηγείτο από τρίτο πρόσωπο το οποίο όμως την εγκατέλειψε με αποτέλεσμα σήμερα να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο ο Κατηγορούμενος. Προχωρώντας, λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (α) Το λευκό του ποινικό μητρώο ενόψει του ότι αναφέρθηκε ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία για προηγούμενες καταδίκες (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 211). (β) Την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με τις αρχές, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (γ) Την απολογία και μεταμέλειά του, όπως αυτή εκφράστηκε διά του συνηγόρου του. (δ) Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση αλλά και από τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορός του έθεσε ενώπιόν μου, ήτοι, το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, καθώς και τη δεινή οικονομική και γενικότερη κατάσταση στην οποία ο ίδιος και η οικογένεια του βρίσκονται σήμερα. Σημειώνω δε ότι είναι πατέρας πέντε συνολικά τέκνων, εκ των οποίων τα δύο είναι ανήλικα και τα οποία βρίσκονται με τη μητέρα τους στη Συρία και όπως ο συνήγορός του ανέφερε, εξαρτώνται βιοποριστικά από τον Κατηγορούμενο. Παρά ταύτα, σημειώνω ότι τα πιο πάνω, καθώς και οι δυσμενείς συνθήκες στη χώρα προέλευσης συνεπεία του πρόσφατου σεισμού και της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στη Συρία και κατ' επέκταση οι προεκτάσεις και συνέπειες των συνθηκών αυτών, αν και γίνονται απολύτως κατανοητές, εντούτοις δεν μπορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Όπως εξάλλου έχει πάγια νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι μικρότερης σημασίας (βλ. Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής. Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αφενός, με τους πιο πάνω αναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αφετέρου, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή για τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Τούτο διότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες είναι εν προκειμένω ικανοί να επηρεάσουν την ποινή μόνο ως προς την έκτασή της και όχι ως προς το είδος της. Οποιαδήποτε δε άλλη ποινή θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα. Κατά συνέπεια, διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Ποινή φυλάκισης 4 μηνών στην 1η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 24 μηνών στην 5η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην 6η κατηγορία. · Ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην 7η κατηγορία. Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν. Προχωρώ στο σημείο αυτό να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, εάν τούτο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Σύμφωνα με την Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα δικαιολογείτο να δοθεί στον εκάστοτε κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Τούτο δε συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση διπλής βαρύτητας σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες (είτε επιβαρυντικούς, είτε ελαφρυντικούς) οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής, και η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303). Σημειώνω καταρχάς ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Για σκοπούς δε εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης έλαβα υπόψη μου τα εξής: Κατά πρώτον, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, με έμφαση στον αριθμό των μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος καθώς και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συνέδραμε ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά, δια της πλοήγησης ενός ανασφαλούς σκάφους με 22 επιβαίνοντες εκ των οποίων οι εννέα ήταν ανήλικοι. Κατά δεύτερον, έλαβα υπόψη μου ότι, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, η ανάγκη αποτροπής της διάπραξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν μπορεί να καμφθεί, δεδομένης της έξαρσης και της ανησυχητικής συχνότητας που παρατηρείται στη διάπραξή τους, κάτι το οποίο επιμαρτυρείται από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται σχεδόν καθημερινά και εκκρεμούν ενώπιόν μου. Κατά συνέπεια, η σοβαρότητα των αδικημάτων, σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξής τους, δεν δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Οι δε μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν προς όφελος του Κατηγορούμενου όπως η παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η μεταμέλεια και απολογία του και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, παράγοντες οι οποίοι λήφθηκαν εκ νέου υπόψη, δεν είναι κατά την κρίση μου επαρκείς ώστε να δικαιολογήσουν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Περαιτέρω, τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας για τα αδικήματα της φύσης των επίδικων, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, συνεπώς, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υπονόμευε το σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 17/5/2023. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο